Η ΛΑΤΩ,  Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΡΗΤΗΣ,

ΤΟ ΜΕΡΑΜΒΕΛΟ ΚΑΙ Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΝΕΑΡΧΟΣ

 

 

Του ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ (ΜΑΚΗ) Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

(Επίτιμου Δ/ντή Υπ. Πολιτισμού, Προέδρου Συλλόγου Λασιθιωτών «ο Δικταίος», Γραμματέα Παγκρητίου Ενώσεως)

 

 

Α. Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ ΛΑΤΩ

 

 Η Λατώ ή άλλως Καμάρα ήταν αρχαία πόλη της Κρήτης, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται στα ενδότερα νότια του σημερινού Δήμου Αγίου Νικολάου Κρήτης  και συγκεκριμένα στη θέση Γουλάς της Κριτσάς, δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αγίου Νικολάου. Η πόλη ήταν κτισμένη σε ένα διάσελο δυο λόφων στις πρόποδες του όρους Δίκτη, που της πρόσφερε πολλά πλεονεκτήματα, όπως αμυντική κάλυψη, θέα στον κόλπο Μεραμβέλ(λ)ου και δυνατότητα ελέγχου του μοναδικού (λόγω του Ορεινού όγκου της Δίκτης) μινωικού δρόμου που ένωνε την κεντρική (την Κνωσό) με την ανατολική Κρήτη (τις πόλεις: Κνωσός, Ολούς, Λατώ, Ιεραπυτνα, Πραισό κλπ).

Ο Στέφανος Βυζάντιος στα «Εθνικά» του αναφέρει ότι η πόλη Λατώ της Κρήτης καλούνταν και με το όνομα «Καμάρα»: «Καμάρα, πόλις της Κρήτης και ο πολίτης Καμαραίος. Ξενίων εν  Κρητικοίς φησίν, ήτις Λατώ ελέγετο». Ομοίως ο Ολλανδός γεωγράφος - περιηγητής  Olfert Dapper (1636-1689) στο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης (μτφ Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρης), σελίδα 54, αναφέρει: «31.Καμάρα. Η καμάρα ήτον ομοίως πόλις, ήτις εκαλείτο και Λιτώ». Η  αρχαία πόλη Λατώ ή Καμάρα, όπως θα δούμε πιο κάτω, ήταν η γενέτειρα της θεάς Λατούς, από την οποία και πήρε το ένα όνομα της, καθώς και  του Ναύαρχου Νέαρχου, του διασημότερου από εκείνους που εκστράτευσαν μαζί με το Μ. Αλέξανδρο στην Ασία.Η ονομασία «καμάρα» (από το Καμ-πή, κάμπτω) σημαίνει = η γέφυρα (ποταμού ή ποδιού ή σπιτιού κλπ) ή  η κοιλότητα, ο χώρος ( η στέγη, η αίθουσα, το δωμάτιο)  που σχηματίζεται με καμάρες, η καμαρή μου. Προφανώς η περιοχή έλαβε το όνομα αυτό από το ότι κάπου εκεί υπήρχε καμάρα.

Από τα νομίσματά και τα ερείπια της πόλης αυτής, καθώς και από τις συνθήκες που έχει υπογράψει με άλλες πόλεις-κράτη  προκύπτει ότι η Λατώ ήταν μια σημαντική πόλη της αρχαίας Κρήτης, η οποία ήκμαζε τουλάχιστον μέχρι  και της Ρωμαϊκής κατάκτησης της Κρήτης (67 π.Χ. – 390 μ.Χ.), αφού είχε κόψει νομίσματα την περίοδο αυτή. 

Κατά την αρχαιολόγο και Δ/ντρια  της ΚΔ ΕΠΚΑ κ. Β. Αποστολάκου (Η αρχαία πόλη Λατώ): «Η πόλη της Λατούς πήρε το όνομά της από τη θεά Λητώ (δωρικός τύπος το Λατώ), τη μητέρα του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Η περιοχή της επικράτειας των Λατίων  περιλαμβάνονταν οι σημερινές περιοχές του Αγίου Νικολάου, της Κριτσάς και του Κρούστα με το οροπέδιο Καθαρού, του Καλού Χωριού και της Πρίνας, συνόρευε στα βόρεια με την επικράτεια των Ολουντίων, στα βορειοδυτικά με την επικράτεια των Δρηρίων, στα δυτικά με την επικράτεια των Λατίων, στα νότια με τις αρχαίες πόλεις Μάλλα (σήμ. Μάλλες), Ώλερο (σήμ. Μεσελέροι) και Ιεράπυτνα (σήμ. Ιεράπετρα) και τέλος στα ανατολικά με την πόλη Ιστρώνα (σήμ. Καλό Χωριό). Γύρω από το άστυ υπήρχαν νεκροταφεία, μικρά φρούρια για τον έλεγχο της επικράτειας, ιερά, μικρές κώμες και εγκαταστάσεις εξαρτημένων καλλιεργητών ή βοσκών. Επίνειό της θεωρείται η πόλη Καμάρα (σήμερα Άγιος Νικόλαος) που ονομάστηκε έτσι προφανώς εξαιτίας κάποιου αψιδωτού ή θολωτού κτηρίου. Παρόλο που τα ορατά οικοδομικά λείψανα στο αστικό κέντρο των Λατίων ανήκουν στον 4ο και 3ο αι. π.Χ., περίοδος ακμής της πόλης, η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως και παλαιότερα ευρήματα. Ήδη από τον 7ο αι. π.Χ. υπήρχε οργανωμένος οικισμός, ο οποίος πιστοποιείται τόσο από τα κινητά ευρήματα όσο και από το γεγονός ότι η αγορά και τα δημόσια κτήρια που αποκαλύφθηκαν θεωρήθηκαν ως τυπικό δείγμα αρχαϊκής αγοράς. Επιπλέον η έρευνα απέδειξε ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε κατοίκηση ήδη από τη μινωική περίοδο.

Στο κοντινό χωριό Κριτσά αποκαλύφθηκαν θαλαμοειδείς τάφοι Υστερομινωικής ΙΙΙ περιόδου (14ος - 13ος αι. π.Χ.). Σε μικρή απόσταση από το χώρο ερευνήθηκαν δυο θολωτοί τάφοι, οι οποίοι θεωρούνται υστερομινωικοί έως πρωτογεωμετρικοί. Στο ύψωμα Θύλακας ερευνήθηκε ιερό που ανήκει κυρίως στη γεωμετρική και την αρχαϊκή περίοδο και θεωρήθηκε «απόγονος» μινωικού ιερού κορυφής». Δεν υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες για την ιστορική διαδρομή της πόλης, όπως γενικά όλων των πόλεων της Κρήτης των ιστορικών χρόνων. Η σημαντικότερη γνωστή προσωπικότητα που κατάγεται από τη Λατώ είναι ο Νέαρχος (περίπου 360 - 312 π.Χ.) ναύαρχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Σύμφωνα επίσης με τους αρχαιολόγους: Τα ερείπιά της Λατούς δείχνουν ότι διέθετε ισχυρά (Κυκλώπεια) τείχη με πύργους και ακροπόλεις. Η κύρια πύλη βρίσκεται στα δυτικά και ήταν οχυρωμένη για να ελέγχονται καλά οι εισερχόμενοι. Από την πύλη ένας ανηφορικός δρόμος με ογδόντα περίπου βαθμίδες οδηγεί προς την αγορά που ήταν το εμπορικό, πολιτικό, και θρησκευτικό κέντρο της πόλης. Ο ναός της Λατούς ίσως να είναι το μονόχωρο κτίσμα στο κέντρο της Αγοράς, μια και ο δίχωρος ναός της Ν ακρόπολης, που διασώζει στην είσοδο βωμό και στο βάθος το βάθρο του λατρευτικού αγάλματος, ήταν του Απόλλωνα, γιου της Λητούς και δίμυμη αδελφή της Άρτεμης.

 Πότε, από ποιούς ή με ποιό τρόπο ερημώθηκε ή Λατώ δεν είδαμε να το αναφέρει κάποιος αρχαίος συγγραφέας. Ωστόσο, αφού η Λατώ έκοψε νομίσματα επι Ρωμαιοκρατίας της Κρήτης (67 π.Χ. – 390 μ.Χ.), άρα η Λατώ έπαψε να υπάρχει επι Βυζαντινής περιόδου και συγκεκριμένα  από τότε που έπαψαν να υπάρχουν και οι υπόλοιπες αρχαίες πόλεις της Κρήτης.

Υπενθυμίζεται ότι κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ. άρχισαν οι πειρατικές επιδρομές των Αράβων Σαρακηνών κατά της Κρήτης, που είχαν  σαν αποτέλεσμα καταρχήν την εγκατάλειψη των παραλιακών πόλεων και τελικά οι Σαρακηνοί Άραβες κατάφεραν να αποβιβαστούν  στο νησί το 828 μ.Χ., λεηλατώντας και καίγοντας άπαντες τις πόλεις του νησιού: Κνωσό, Γόρτυνα κλπ, ο λόγος που δεν διασώζεται καμία αρχαία πόλη, μα καμία. Ακολούθως οι Σαρακηνοί αφενός κτίζουν το Ραμπντ ελ Χαντάκ (το φρούριο της μεγάλης Τάφρου ή άλλως Χάνδακα) στο Ηράκλειο  (= το επίνειο της Κνωσού), που γίνεται η έδρα τους. Οι Βυζαντινοί στη συνέχεια προσπάθησαν να πάρουν πίσω την Κρήτη, όμως ατύχησαν. Το νησί στη συνέχεια μεταβλήθηκε σε αραβικό εμιράτο που είχε ζωή περίπου ενάμισι αιώνα. Το κατέλυσε, στα 961, ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς. Βρήκε ελάχιστους χριστιανούς και το νησί σε άθλια κατάσταση

Επί Ενετοκρατίας (1204 – 1669) και εξής άρχισε να ακμάζει στην περιοχή της Λατούς (στην παραλία της) το χωριό του κάστρου Μεραμβέλου (Burgo di Castel Mirabel =  η μετέπειτα πόλη του Αγίου Νικολάου, που πήρε της θέση της Λατούς.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΟΤΙ:

1) Μερικοί  ισχυρίζονται πως η   Λατώ ήταν δωρική πόλη ( προφανώς επειδή σήμερα δε λέγεται  Λητώ = Ιωνικός τύπος, αλλά Λατώ = δωρικός τύπος), κάτι που είναι αυθαίρετο και μη αληθές, αφού αφενός δεν υπάρχει καμιά αρχαία μαρτυρία που να λέει κάτι τέτοιο και αφετέρου Δωρική πόλη στην Κρήτη θεωρούνταν μόνο  η Λύκτος, η οποία μάλιστα έγινε από μόνη της δωρική αποικία, προκειμένου να αποφύγει την κηδεμονία των Κνωσίων ( βλέπε Αριστοτέλης Πολιτικά Β, 1271, 10 και Διόδωρος  16, 62) και από την άλλη ο Ολλανδός γεωγράφος OLFERT DAPPER, 1636-1689 αναφέρει ότι η πόλη Λατώ ή Καμάρα της Κρήτης αποκαλούνταν και με τον ιωνικό τύπο «Λιτώ», δηλαδή Ιωνικά-ορθογραφικά = Λητώ, πρβ: <<31.Καμάρα. Η Καμάρα ήτον ομοίως πόλις, ήτις εκαλείτο και Λιτώ». Βεβαίως Αχαιοί, Δωριείς και Πελασγοί υπήρχαν στην Κρήτη, όμως σύμφωνα με το Πάριο χρονικό και τους: Ηρόδοτος (Ζ 169 – 171), Στράβωνας (Γεωγραφικά Ι, C 466 - 479), Διόδωρος (4, 60, 5,64 και 5,80) κ.α., αυτοί είχαν πάει εκεί ως μετανάστες και όχι ως κατακτητές από τη Θεσσαλία με αρχηγό τον Τέκταμο (παππού του Μίνωα) και επί εποχή του βασιλιά των Ετεοκρητών Κρηθέα, οι οποίοι στη συνέχεια ενώθηκαν ειρηνικά σε ενιαίο σύνολα με τους ντόπιους επί Μίνωα. Μάλιστα αρχηγός όλων αυτών στον Τρωικό Πόλεμο ήταν ο Ιδομενέας, εγγονός του Μίνωα.

Ερείπια της Λατούς

2) Μερικοί ισχυρίζονται ότι η Καμάρα και η Λατώ ήταν δυο διαφορετικές πόλεις (και όχι η αυτή πόλη, όπως λέει ο Στ. Βυζάντιος), επειδή, λένε, σε ψήφισμα που εκδόθηκε το 204 π.Χ. με παρέμβαση του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Ε΄ αναφέρονται δύο πόλεις, η πόλη  «Λατίων» και η πόλη «Λατίων των προς Καμάρα, κάτι που δεν είναι αληθές (Λένε: «Το γεγονός ότι σε δύο, κατά τα άλλα, πανομοιότυπες συνθήκες με την πόλη Τέω (IC I, XVI, αρ. 15 και 2) γίνεται στη μεν πρώτη λόγος περί «Λατίων τν πρς Καμάραι», στη δε δεύτερη περί «Λατίων» εκλήφθηκε παλαιότερα από την έρευνα κάποιων ως ένδειξη του καθεστώτος ανεξαρτησίας της Καμάρας από τη Λατώ. Μολαταύτα, η πρώτη δεν εμφανίζεται ποτέ ως ανεξάρτητη πόλη»….).  Η πραγματικότητα είναι ότι στο ψήφισμα αυτό αντί να γραφεί ξερά η πόλη «των Λατίων» ή ‘άλλως «των Καμαραίων» (= οι της πόλης Λατώ ή Καμάρας) γράφεται η πόλη των «Λατίων των προς Καμάρα» και προ αυτού μερικοί νομίζουν ότι η πόλη Λατώ είναι διαφορετική από την πόλη Καμάρα, όμως αυτό θα ίσχυε αν στην αυτή επιγραφή αναγραφόταν και οι δυο ονομασίες και με το σύνδεσμο και,  και όχι μόνο η μία, κάτι που δεν βλέπουμε να έχει συμβεί και σε καμία άλλη αρχαία συνθήκη ή επιγραφή.

Άλλωστε, αν είχαμε εδώ είχαμε δυο διαφορετικές πόλεις, κάτι θα είχαν μοιράσει, κάτι θα είχαν συμφωνήσει κλπ, άρα κάποια συμφωνία μεταξύ τους θα είχε γίνει, όπως έχει συμβεί με όλες τις άλλες κρητικές γειτονικές πόλεις, οπότε θα το ξέραμε, που όμως δεν έχουμε δει κάτι τέτοιο.

Η συνθήκη φιλίας και συμμαχίας που υπέγραψε το 183 π. Χ. ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης ΙΙ , που βασίλευε από το 197 έως το 159 π. Χ με τριάντα μία πόλεις της Κρήτης, μια από τις οποίες είναι και η αρχαία Λατώ Ττο κείμενο της οποίας δημοσίευσε με φωτογραφία του η Μαργαρίτα Γκουαρντούτσι στον τέταρτο  τόμο  του έργου της INSCRIPTIONES CRETI (ic. Iv. 179) γράφει: «αγαθή τύχη. επι τοίσδε συνέθεντο την φιλίαν και συμμαχίαν εαυτοίς τε και εκγόνοις εις άπαντα τον χρόνον vac. βασιλεύς Ευμένης και Κρηταιέων vac. Γορτύνιοι, Κνώσιοι, Φαίστιοι, Λύττιοι, Ραύκιοι, Ιεραπύτνιοι, Ελευθερναίοι, Απταραίοι, Πολυρρήνιοι, Συβρίτιοι, Λαππαοι, Άξιοι, Πριανσιέες, Αλλαριώται, Αρ[κ]άδες, Κεραίται, Πραίσιοι, Λάτιοι, Βιάννιοι, Μαλλαίοι, Ερώνιοι, Χερ[σ]ονάσιοι, Απολλωνιάται, Ελύριοι, ρτακίνιοι, Ελτυναιείς, Ανω[πο]λίται, Ηραδήννιοι, Ιστρώνιοι, Ταρραίοι, [․․․․]ι̣ο̣ι̣, ως μεν [βα]σιλεύς Ευμένης άγει, έτους vac. τετάρτου και δεκάτου, μηνός [Π]ανήμου, ως δε Κρηταες κοσμούν….…».

Γ) Μερικοί ισχυρίζονται ότι η Καμάρα και η Λατώ ήταν δυο διαφορετικές πόλεις και από αυτές η Καμάρα, που λεγόταν και «Λατώ προς Καμάραν», βρισκόταν εκεί που βρίσκεται σήμερα ο Άγιος Νικόλαος και  η Λατώ, η οποία ονομαζόταν και «Λατώ Ετέρα» βρισκόταν εκεί που βρίσκονται σήμερα τα ερείπια της αρχαίας πόλης Λατώ προς την Κριτσά.  Ωστόσο και αυτό είναι κάτι το  αυθαίρετο, λάθος γιατί δεν υπάρχει καμία αρχαία πηγή, χάρτης κλπα, που να αναφέρει κάτι τέτοιο. Είναι απλώς εικασίες που στηρίζονται σε μια ασαφή – λειψή περιγραφή σε μερικά μέρη της Κρήτης του Μαρκιανού και την οποία έχουν ξεκαθαρίσει οι άλλοι συγγραφείς της εποχής . Ο Μαρκιανός Μενίππος, 4ος αι.,  στο έργο του «Σταδιασμός, Κρήτης Περίπλους» (Marciani periplus. Menippi peripli fragmentum quod Artemidori nomine ferebatur. Peripli qui Stadiasmus magni maris inscribi solet fragmentum), σχετικά με τις πόλεις της Κρήτης επι εποχής του αναφέρει τα εξής: «Καμάρα και Ετέρα, καθώς και τις γειτονικές τους αναφέρει: «Από του Ηρακλείου εις Χερρόνησος πόλιν σταδ. λ’. ύδωρ  έχει και νήσον έχουσα πύργον λιμένα. Από Χερρονήσου εις Σολούντος σταδ. ξ’. άκρα εστίν, ύφορμον έχει. Έχει δε ύδωρ καλόν, απέχει δε από της γης σταδ. κ’. Από Σολούντος εις Καμάραν σταδ. ιε’. Από Καμάρας εις Ετέραν σταδ, κε. Από της Ετέρας επι την Κητίαν άκραν σταδ. ιε. ύφορμος εστίν, άνυδρος δε……».

Στο λατινικό κείμενο του Μαρκιανού αναφέρεται ότι μετά από την πόλη Oluntem είναι η πόλη Camara, που απέχουν μεταξύ τους 15 στάδια,  μετά από την Camara είναι η πόλη Eteam (Ετειά), που απέχουν μεταξύ τους 25 στάδια  και μετά από αυτή είναι η πόλη Ceteum, πρβ:  «Ab Hieraclaeo ad Chersonnesum oppidum stadia 30 Aquam habet et insulam. quae habet turrim et aquam. A Chersonneso ad Oluntem stadia 60. Promontorium est. Habet locum appellcndi et etiam aquam bonam.  Abest a continente stadia 20. Ab Olunte ad Camaram stadia 15. A Camara ad Eteam stad. 25.  Ab Etea ad promontorium Ceteum stadia 14. Portus est sine aqua. A promontorio Ceteo ad Dionysiades stadia 300. Sunt duae insulae. habentes portum et aquam. A Dionysiadibus ad Sammouium, unde orsi sumus periplum Cretae stadia 120. Sidero, a veteribus dictum esse Κήτεια, quod nos a κήτω ducimus, ut quasi significet promontorium, quod coeti habeat speciem…..»). 

Στα σχόλια του λατινικού κειμένου  για την πόλη «Σολούς» αναφέρεται ότι η ονομασία της πόλης αυτής είναι λάθος, γιατί κατά στο Σκύλακα εκεί είναι η πόλη Ολού, οπότε δεν χωρά αμφιβολία ότι η πόλη Σολούς είναι η πόλη (Σ)ολούς > Ολούς (Oluntem). Στα σχόλια για την πόλη Ετέρα αναφέρεται ότι δεν υπάρχει τέτοια πόλη και είναι η πόλη Ετειά = λατινικά Eteam. Στα σχόλια για την «Κητίαν άκρα» αναφέρεται ότι εδώ ήταν η πόλη «Κητεία», Cyteon (Προφανώς η Ετεία και η Κητεία είναι η πόλη (Σ)έτεια > Ήτεια αντί Κητεία > Σητεία), πρβ: 1) «Scribendum est Scylace teste Ολούντος. Sita autem fuit Haec urbs in ea menisnsula, quae nunc Spina Longa (dorsum longum) dicitur., 2) Haec urbs etiam Lato dicta est. Sita autem fuit in continente, ex advent isti peninsula. 3) Non dubitamus, quin pro Ετεραν scribendum sit Ετειάν. Mensura κε falsa est. 4) Videmus igitur, quod ultimum promontorium ad orientem est guodque hodie dicitur Sidero, a veteribus dictum esse Κήτεια, quod nos a κήτω ducimus, ut quasi significet promontorium, quod coeti habeat speciem…..». 

 

B. ΤΟ ΜΕΡΑΜΒΕΛ(Λ)ΟH ΜΙΝΩΑ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΤΑΙΟΣ ΟΡΜΟΣ

 

Μap of Crete (detail)...1562 by Marius Cartaru (Mario Cartaro) source: National Library of France. Πόλεις Λασιθίου - Ηρακλείου: Candia- Heracleum (Ηράκλειο), Cnossos (Κνωσσός), Olus (Ολούς > Ελούντα), Camala (Καμάρα = η Λατώ), Μιnoα porto (Λιμάνι Μινώα =  Άγιος Νικόλαος Μεραμβέλου), Itanus (Ίτανος)

Ο Απολλώνιος Ρόδιος στα «Αργοναυτικά» (Δ 1638 – 1670) ονομάζει το σημερινό κόλπο Μεραμβέλου με την ονομασία «Δικταίο όρμο» (= όρμο της Δίκτης): «είργε χθονί πείσματανάψαι Δικταίην όρμοιο κατερχόμενους επιωγήν…», επειδή βρίσκεται στις αγκάλες του όρους της Δίκτης,  και εκεί  οι Αργοναύτες δολοφόνησαν, αφού πρώτα μάγεψαν και ύπνωσαν,  το φύλακα άγγελο Τάλω, που  ήταν  αφενός φτερωτός άνθρωπος, κάτι όπως οι άγγελοι στο Χριστιανισμό και αφετέρου με γιγάντιο χάλκινο σώμα, τον οποίον είχε κατασκευάσει ο θεός Ήφαιστος και τον οποίον ο Δίας είχε χαρίσει στην Ευρώπη, τη μάνα του Μίνωα, για  φυλάει εκείνη και την Κρήτη όπου την άφησε. Μετά εκείνη τον χάρισε στο γιο της Μίνωα. Με τα δυνατά του χέρια έπιανε μεγάλες πέτρες και με αυτές βούλιαζε τα εχθρικά καράβια. Ο Μίνωας τον επιφόρτισε να γυρνάει και τρεις φορές την ημέρα την Κρήτη έχοντας στην πλάτη του τους νόμους του, τους οποίους είχε υπαγορεύσει ο πατέρας του ο Δίας, για να τους διαβάζουν οι άνθρωποι και έτσι εκπολιτίστηκαν.

Ο φιλικός ηγέτης της επανάστασης του 1821-1830 Κ. Κριτοβουλίδης στα «Απομνημονεύματα, του περί Αυτονομίας των Κρητων» (σελίδα 570-571) αναφέρει ότι κατά τους κρητικούς απελευθερωτικούς αγώνες του 1821-1830, η επαρχία Μιραμβέλου λεγόταν «Μιραμπέλο ή Μινώα» και περιέχει τα χωριά Βουλισμένη,   Άγιος Νικόλαος, όπου υπάρχει λιμήν λίαν κατάλληλος για ναυλοχίαν, Κριτσά, Άγιος Αντώνιος, Βραχάσι κλπ. Ομοίως στο  χάρτη της Κρήτης του Marius Cartaru το 1562 αναφέρεται ότι πόλεις από το Ηράκλειο προς ανατολάς είναι οι εξής: Candia - Heracleum (Ηράκλειο), Cnossos (Κνωσσός), Olus (Ολούς > Ελούντα), Camala (Καμάρα = Καμάρα ή Λατώ), Μιnoα porto (Λιμάνι Μινώα), Itanus (Ιτανος).  

Η επαρχία που καλείται σήμερα Μεραμβέλου, σύμφωνα με την παράδοση  (αφήγηση του Μεραμβελιώτη πρόεδρου Εφετών κ. Μανώλη Σεργάκη), αλλά και σύμφωνα με όσα θα δούμε να λένε πιο κάτω οι περιηγητές επί ενετοκρατίας, ονομάστηκε «Mirabel > Μεραμβέλο», επειδή εκτός των άλλων είναι κατάφυτη από διάφορα φυτά, κυρίως μυγδαλιές,  που όταν ανθίζουν είναι το κάτι άλλο από άποψης ομορφιάς και μυρωδιάς. Από εκεί μετά ονομάστηκαν έτσι το φρούριο Μεραμβέλου (Castel Mirabel), ο κόλπος Μεραμβέλου (= αρχαία Δικταίος όρμος ή Μινώα), η επαρχία Μεραμβέλου και το χωριό Μεραμπέλο (= το χωριό του Κάστρο Μεραμβέλου = ενετικά Burgo di Castel Mirabel), το οποίο μετά μετονομάστηκε σε Άγιος Νικόλαος, για τους λόγους που θα δούμε πιο κάτω =  η σημερινή πρωτεύουσα του νομού Λασιθίου, ο  Άγιος Νικόλαος. Στα ιταλικά mirabel σημαίνει bel(o) (= όμορφος,η,ο) και mira (= θέα, σκόπευση, ενώ miraggio = οφθαλμαπάτη).

 

 

Γ. Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΚΤΙΣΗ, ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΛΠ)

 

Ο Άγιος Νικόλαος Μεραμβέλ(λ)ου, η σημερινή πρωτεύουσα του Νομού Λασιθίου,  βρίσκεται στη βόρεια ακτογραμμή της Κρήτης και συγκεκριμένα και συγκεκριμένα στη Δυτική πλευρά του κόλπου της επαρχίας Μεραμβέλου, περιοχή όπου βρισκόταν στα αρχαία χρόνια η αρχαία πόλη Λατώ ή Καμάρα. Ο Αγιος Νικόλαος κτίστηκε στην παραλία της Λατώ, ενώ η Λατώ βρισκόταν στα νότια του Αγίου Νικολάου και ενδότερα της νήσου. Κτίστηκε, όπως θα δούμε πιο κάτω,  επι Ενετοκρατίας και η αρχική του ονομασία ήταν «Χωριό Μεραμπέλο”, χωριό του κάστρου Μεραμβέλο (Burgo di Castel Mirabel), επειδή κτίστηκε δίπλα από το εν λόγω κάστρο. Το Κάστρο Μεραβέλου και το χωριό Μεραμβέλο είχαν λιμάνι τον όρμο με την ονομασία Άγιος Νικόλαος ( Porto S. Nikola), το οποίο αφενός αρχικά ήταν ακατοίκητο και αφετέρου ονομαζόταν έτσι, επειδή εκεί υπήρχε ένα παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου. Το λιμάνι αυτό, είναι εμφανές, παλιότερα χρησιμοποιούνταν από τις αρχαίες πόλεις Λατώ και Ολούς που βρίσκονται εκεί. Οι νησίδες των Αγίων Πάντων μπροστά από το porto S. Nicolas πρόσφεραν καλύτερη άμυνα απέναντι σε πιθανούς εισβολείς και σημαντική προστασία από τους βορειοδυτικούς ανέμους, που συχνά είναι αρκετά ισχυροί. Ακολούθως,  όταν το χωριό Μεραμβέλο  μεγάλωσε και έφτασε ως το λιμάνι, η κωμόπολη Μεραμβέλου μετονομάστηκε σε Άγιος Νικόλαος, κάτι που έγινε μετά το 1821.

Επί τουρκοκρατίας (1669 – 1898), λόγω του θρησκευτικού φανατισμού των μουσουλμάνων, τα θρησκευτικά τοπωνύμια, όπως το όνομα Άγιος Νικόλαος, είχαν εξαφανιστεί παντελώς και το χωριό Μεραμβέλο λεγόταν Βουλισμένη, λόγω της λίμνης που υπάρχει εκεί που φαίνεται σα να έχει εκεί βουλιάξει η γη. Όταν το 1821 οι Έλληνες πήραν τα επάνω τους και άρχισαν να μην φοβούνται τους κατακτητές, οι Κρήτες άρχισαν να επαναφέρουν τα ελληνικά τοπωνύμια, όπως το όνομα Άγιος Νικόλαος κ.α. Επί Κρητικής πολιτείας (1898 – 1912) και εξής δημιουργήθηκαν εκεί οι ενορίες Άγιος Αντώνιος (παλιά πόλη) και Άγιος Γεώργιος (νέα πόλη) που μετά αναπτύχθηκαν περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της ανατολικής Κρήτης λόγω της φυσικής ομορφιάς της περιοχής.

Στις αρχές του 13ου αιώνα, ίσως το 1206] στο ύψωμα του Αγίου Νικολάου όπου σήμερα είναι η Νομαρχία Λασιθίου, κτίστηκε Κάστρο (Φρούριο), πιθανόν από το Γενοβέζο Ενρίκο Πεσκατόρε, που ονομάστηκε Μιραμπέλλο, επειδή η περιοχή ήταν ωραία, θαυμάσια (mirabile)  και αυτό μετα έδωσε το όνομά του και στο χωριό που σχηματίστηκε εκεί, Burgo di Castel Mirabel και στην επαρχία Μιραμπέλου. Το 1374 αναφέρεται ως Castro Mirabelli και διέθετε αποθήκη αλατιού από τις αλυκές της Ελούντας, το οποίο στη συνέχεια εξαγόταν στην Ευρώπη. H παράδοση λέει (σύμφωνα π.χ. με το Μεραμβελιώτης πρόεδρο Εφετών κ. Ιωάννη Σεργάκη) ότι ο όρμος της Δίκτης ονομαζόταν από τους Ενετούς «κόλπος μεραμβέλου», επειδή είναι κατάφυτος από διάφορα φυτά, κυρίως μυγδαλιές, σκίνα κλπ  που όταν ανθίζουν είναι το κάτι άλλο από άποψης ομορφιάς και μυρωδιάς και από εκεί μετά ονομάστηκε έτσι το φρούριο, και η επαρχία.

Μερικοί λένε πως ο Άγιος Νικόλαος κτίστηκε μετά από το 1866 από κάποιους Κριτσώτες και κάποιους Σφακιανούς που είχαν μετοικήσει εκεί και μετά ο οικισμός αυτός πήρε το όνομά του από το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται στη μικρή χερσόνησο Αμμούδι. Ωστόσο όλα αυτά δεν ευσταθούν, γιατί: α) Ο φιλικός ηγέτης της επανάστασης του 1821-1830 Κ. Κριτοβουλίδης στα «Απομνημονεύματα, του περί Αυτονομίας των Κρητων» αναφέρει ότι κατά τους κρητικούς απελευθερωτικούς αγώνες του 1821-1830 στην επαρχία Μεραμβέλου υπήρχαν αρκετά χωριά μεταξύ των οποίων η Κριτσά, Άγιος Αντώνιος, Βραχάσι κλπ και το χωριό   Άγιος Νικόλαος, όπου «υπάρχει λιμήν λίαν κατάλληλος για ναυλοχίαν», β) η πόλη του Αγίου Νικολάου κτίστηκε επι εποχής Ενετοκρατίας (1204 – 1668), όπως φανερώνουν οι χάρτες της τότε εποχής, αλλά και  η πρώτη του ονομασία, η ονομασία Μεραμβέλο ή σωστότερα χωριό κάστρου Μεραμβέλου (Burgo di Castel Mirabel) και γ) το εν λόγω παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου δε βρίσκεται εντός της πόλης του Αγίου Νικολάου ( η πόλη του Αγίου Νικολάου και δεν έχει εκκλησία με το όνομα Άγιος Νικόλαος), αλλά απέχει 2 χιλιόμετρα από την πόλη του Αγίου Νικολάου, οπότε δε δικαιολογείται το να λέμε έτσι σκέτα ότι από το εν λόγω παρεκκλήσι ονομάστηκε έτσι η πόλη Άγιος Νικόλαος. Ειδικότερα επί Ενετοκρατίας (1204 – 1669), όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις και τις γκραβούρες των περιηγητών, καθώς και από τους χάρτες της εποχής που παραθέτουμε εδώ στην περιοχή της σημερινής πόλης του Αγίου Νικολάου υπήρχε το χωριό Μεραμβέλο (Burgo di Mirabel), το οποίο βρισκόταν επακριβώς δίπλα από το κάστρο Μεραμβέλου (Castel di Mirabel), στο ύψωμα δεξιά της λίμνης που υπάρχει εκεί (= εκεί που έγινε μετά το κτίριο της Νομαρχίας).  Συνάμα με την ονομασία   «Λιμάνι Αγίου Νικολάου» (porto S. Nicola) λεγόταν το λιμάνι (= ο όρμος, ο κόλπος χωρίς σπίτια) από το κάστρο της Ολούντος (Ελούντας) και μέχρι το κάστρο Μιραμβέλου, ονομασία που πήρε, προφανώς, από το εκεί ευρισκόμενο, στη μικρή χερσόνησο Αμούδι ή Μπουρίνι,  παρεκκλήσι του Αγίου Νικόλαου. Ακολούθως, επειδή το χωριό Μεραμβέλο μεγάλωνε και εξαπλώθηκε και προς το Λιμάνι  Άγιος Νικόλαος, το χωριό μετονομάστηκε μετά το 1821 σε πόλη του Αγίου Νικολάου. Ο λόγος άλλωστε και για τον οποίο  η πόλη του Αγίου Νικολάου δεν έχει ενορία και εκκλησία με την ονομασία Άγιος Νικόλαος. Εκκλησίες έχει σήμερα αρκετές, όμως δυο ενορίες, που η μια είναι του Αγίου Αντωνίου, όπου υπάγεται η παλιά πόλη και η άλλη του Αγίου Γεωργίου, όπου  υπάγεται η νέα πόλη και το εξωκλήσι Άγιος Νικόλαος. Το εν λόγω παρεκκλήσι του Ι. Ν. του Αγίου Νικολάου είναι μονόκλιτο με τρούλο και κτίσης του 8ου-9ου αι. Ο χώρος γύρω από το λιμάνι-λίμνη Μεραμβέλου, καθώς και  γύρω από το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου μέχρι και σήμερα λέγεται με την ονομασία   «Μαντράκια, επειδή  εκεί δεν υπήρχαν σπίτια, αλλά μαντριά για κατσίκια και επίσης μαντριά, αυτά στο λιμάνι,  για  βάρκες, οι  ιδιοκτήτες των οποίων προερχόταν από τους εκεί οικισμούς, τα χωριά  Μεραμβέλου και Κριτσά. 

Ο  Ολλανδός περιηγητής - κατάσκοπος Olfert Dapper(1636-1689) στο βιβλίο του «Description exacte des isles de l'Archipel» («Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μεταφρασθείσα στην Ελληνικήν παρά του Μ. Βεναρδου του Κρητός) αναφέρει ότι  όταν πήγε στην Κρήτη είδε τα εξής: «Περί του Φρουρίου Μεραμβέλου. Έξ ή επτά λεύγας από τον λιμένα του Φρουρίου της Μακρακάνθας (ΣπίναςΛόγκας) είναι εν άλλο Φρούριον, προς το Νοτιοανατολικόν αυτού μέρος, καλούμενον Κάστρον του Μεραμβέλου  σύνθετον από πολλά άλλα μικρά φρούρια τετράγωνα, και κείται εφ ενός υψηλού βράχου, σχηματίζοντος Ακρωτήριον εξέχον εις την θάλασσαν. Εις δε την υπώρειαν αυτού του βράχου άνωθεν εως κάτω είναι κτισμένα πολλά οσπήτια, σχηματίζοντα μία κωμόπολιν. Προς δε το Βορειοανατολικόν αυτού του Φρουρίου εισί δύο βράχοι εις την θάλασσαν, καλούμενοι Scogli di S. Antonio, δηλαδή βράχος του Αγίου Αντωνίου, εξ ων ο μεν πλησιέστερος εις το Φρούριον έχει εν οσπήτιον εν τω μέσω, ο δ’ άλλος, ο προς το Βορειότερον, εστίν ακατοίκητος. Εις την αυτήν επαρχίαν εναντίον της ακτής της νήσου Κρήτης, ευρίσκεται εις λιμήν, καλούμενος porto S. Nicolo, ήτοι λιμήν του Αγίου Νικολάου. Ολίγον δε περαιτέρω εις την ξηράν, προς τη Μεσημβρίαν τούτου του Φρουρίου, είναι μία λίμνη και μετά εν ή δυο μίλια Ιταλικά, προς το Ανατολικόν του αυτού Φρουρίου, είναι εν ευρύχωρον πεδίον επί της ακτής, καλουμένης Κολάκοι και μετ’ αυτήν ευρίσκεται ο ποταμός Αλμυρός. Όλα τα του Φρουρίου και της κωμοπόλεως αυτού οσπήτια εισί κακοκτισμένα, και ολίγον ή διόλου άσκευα (χωρίς σκευήν). Τα περισσότερα δε κατοικούνται από Έλληνας, καθώς και επί Ενετών, καταγινομένους  εις την γεωργικήν ή εις την αλιευτικήν ή εις άλλην παρόμοιαν τέχνην.  Εισί δε πάντα ομαλά επάνω, έχοντα την σκέπην επίπεδον, όπου οι κάτοικοι κοιμώνται την νύκτα, δια να δροσίζονται εν καιρώ των καυμάτων του καλοκαιρού…». 

Ομοίως οι γκραβούρες του Ενετού ζωγράφου και περιηγητή Marco Boschini [1613-78], που επισκέφτηκε και ζωγράφισε τον κόλπο Μεραμβέλου το 1645, βλέπε Marco Boschini «Il regno tutto di Candia» (1651), δείχνουν ό,τι είδαμε να λέει πιο πριν ο Olfert Dapper, δηλαδή ότι ο Άγιος Νικόλαος επί Ενετοκρατίας ήταν χωριό και λεγόταν χωριό Miραμβέλο (Burgo di Mirabel)  και όχι Άγιος Νικόλαος, ότι η λίμνη και ο όρμος προς την Ελούντα ήσαν περιοχές ακατοίκητες ακόμη και συνάμα να λέγεται Porto S. Nikola, ότι το φρούριο και το χωριό Μεραμβέλο βρισκόταν μεταξύ του όρμου S. Nicola και όρμου Coclachi (= η περιοχή με κοκλάκους ή χοχλάκους, που στην τοπική διάλεκτο «χοχλακές ή χοχλάκοι” ).

Ομοίως στην απογραφή του Ενετού Καστροφύλακα (Κ97) ο οικισμός αναφέρεται ως Mirabello proprio με 753 κατοίκους, κυρίως ψαράδες. Το 1630 αναφέρεται από τον Ενετό Βασιλικάτα επίσης ως Μιράμπελο Καστέλο και ότι στα ελληνικά ο οικισμός λεγόταν Βουλισμένη, από τη λίμνη.

 

Φρούριο Μεραμβέλου - Castle Mirabel 1645, Marco Boschini's "Il Regno tutto di Candia" 1651; verso blank. The view/ map shows the coast , the castle of Mirabel with the lake behind and the port of Agais Nicolaos. Marco Boschini, [1613-78] Venetian painter and engraver. " Il regno tutto di Candia" in 1651. Boschini started work on the survey of Crete in 1645, the year in which the Turks invaded the island.

 

Δ. Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΝΕΑΡΧΟΣ (360 – 312 π.Χ.)

 

Ο ναύαρχος Νέαρχος, σύμφωνα με τους ιστορικούς,  γεννήθηκε το 360 π.Χ.  στην αρχαία πόλη Λατώ ή ιωνικά Λητώ της Κρήτης, ήταν ένας από τους πιο διάσημους από αυτούς που στράτευσαν μαζί με το Μέγα Αλέξανδρο, ήταν  γιος του σπουδαίου για την εποχή ναυτικού Ανδρότιμου και του οποίου η οικογένειά είχε μεταναστεύσει στην Αμφίπολη της Μακεδονίας,  όταν ο Νέαρχος ήταν κάπου 12 χρονών και ως εξ αυτού αποκαλείτο «Νέαρχος Ανδροτίμου ο Κρης». Και το ότι ο Νέαρχος (360 – 312 π.Χ.) ήταν εκ Κρήτης και μάλιστα αυτό το καυχιόταν προκύπτει από το ότι αφενός αποκαλούνταν   «Νέαρχος Ανδροτίμου, ο Κρής» και αφετέρου το ιστορούν πολλοί  αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αρριανός, ο Πλούταρχος, Στέφανος Βυζάντιος κ.α. Για παράδειγμα ο ιστορικός Αρριανός  στην «Ινδική» αναφέρει σε δυο εδάφια τα εξης:

«Τριήραρχοι δε αυτώ επεστάθησαν εκ Μακεδόνων μεν ¨Ηφαιστίων τε Αμύντορος... εκ δε Αμφιπόλεως ήγον οίδε εκ Κρήτης Νέαρχος νδροτίμου, ός τα αμφί παράπλ ανέγραψε».  Σε μετάφραση: «Τριήραρχοι του ναυτικού ορίστηκαν από τη Μακεδονία ο Ηφαιστίωνας ο γιος του Αμύντορα… Από την Αμφίπολη προήρχοντο οι εξής: από την Κρήτη ο Νέαρχος ο γιος του Ανδροτίμου, ο οποίος συνέγραψε τα σχετικά με τον παράπλου». (Αρριανός, Ινδική, κεφ. 18, παράγρ. 1-4).

 «Γραμματεύς δε του στόλου παντός Ευαγόρας Ευκλέωνος Κορίνθιος, ναύαρχος δε αυτοίσιν επεστάθη Νέαρχος ο Ανδροτίμου, το γένος μεν Κρης ο Νέαρχος, ώκεε δε εν Αμφιπόλι τη επί Στρυμόνι». Σε μετάφραση:  «Γραμματέας όλου του στόλου ορίστηκε ο Ευαγόρας ο γιος του Ευκλέωνα από την Κόρινθο. Ναύαρχος σε όλους αυτούς ορίστηκε ο Νέαρχος ο γιος του Ανδρότιμου που καταγόταν από την Κρήτη, αλλά ο Νέαρχος όμως κατοικούσε στην Αμφίπολη που βρίσκεται κοντά στο Στρυμόνα». ( Αρριανός, Ινδική, κεφ. 18, παράγρ. 9-11).

Ομοίως ο Πλούταρχος στο «Βίοι Παράλληλοι, Ευμένης» αναφέρει: «Βουλευόμενος δε περί αυτού πλείονας ημέρας, προσίετο και λόγους και υποσχέσεις, Νεάρχου δε του Κρητός και Δημητρίου του υιού φιλοτιμουμένων τν Ευμενή σώσαι». Σε μετάφραση: «Σκεφτόμενος (ο Αντίγονος) γι' αυτόν (τον Ευμένη) πολλές ημέρες, άφηνε να αιωρούνται κάποιοι λόγοι και υποσχέσεις, ενώ ο Νέαρχος από την Κρήτη και ο γιος του Δημήτριος φιλοτιμήθηκαν να σώσουν τον Ευμένη. (Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, Ευμένης, κεφ. 18, παράγρ. 6).

 «Τοιαύτα δε αυτού διαλεχθέντος συνθες Αλέξανδρος τη του Μηδίου ψυχαγωγία παραγίνεται εις το συμπόσιον. ήσαν δε οι παρόντες, Περδίκας, Φίλιππος ιατρόςΝέαρχος Κρής. (Ιστορία Μεγ. Αλεξάνδρου, βιβλ. 3, κεφ. 31, παράγρ. 8. Historia Alexandri Magni: Recensio SA & sive Recensio vetusta). Μετάφραση: Αφού του είπε τέτοια λόγια, επειδή ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε ότι ο Μήδιος θα ευχαριστηθεί με την εκεί παρουσία του, παρευρέθηκε στο συμπόσιο. Ήταν δε παρόντες: ο Περδίκας,… ο Φίλιππος ο γιατρός, ο Νέαρχος ο Κρητικός (Ψευδοκαλλισθενης,  «ιστορία Μ. Αλέξανδρου»)

Και το ότι ο ναύαρχος Νέαρχος καταγόταν συγκεκριμένα από την πόλη Λατώ ή Ιωνικά Λητώ της Κρήτης προκύπτει και από τα λεγόμενα του Στέφανου Βυζάντιου, ο οποίος στα «Εθνικά» αναφέρει ότι ο Νέαρχος, που ήταν ο πιο διάσημος από εκείνους που στράτευσαν μαζί με το μέγα Αλέξανδρο,  καλούνταν και με το όνομα «Ληταίος» (= δωρικά Λαταίος») = αυτός που κατάγεται από την πόλη Λατώ ή ιωνικά Λητώ. Συγκεκριμένα ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει ότι ο Νέαρχος  ίδρυσε στη Μακεδονία ιερό της θεάς Λητούς (= στα δωρικά Λατούς), όπου μετά ιδρύθηκε πόλη που πήρε το όνομα Λητή, επειδή ο Νέαρχος εξιστορούνταν με το όνομα Ληταίος, άρα  δωρικά Λαταίος = αυτός που  κατάγεται από την πόλη – κράτος Λατώ ή Ιωνικά Λητώ της Κρήτης, πρβ:  «ΛΗΤΉ, πόλις Μακεδονίας, από του πλησίον ιδρυμένου Λητούς ιερού, ως Θεαγένης Μακεδονικοίς. Το εθνικό Ληταίος- ούτω γαρ ιστορείται Νέαρχος,  Ληταίος, των Αλεξάνδρω τω μεγάλω συστρατευσαμένων ο διασημότερος.» (Στέφανος Βυζάντιος, «Εθνικά ή Περί Πόλεων και Δήμων»).  Ειδικότερα, αφού οι αρχαίοι συγγραφείς: Αρριανός, Πλούταρχος κ.α. λένε ότι ο Νέαρχος ήταν  «Κρής» και  αφού ο  Στ. Βυζάντιος λέει και ότι  ο Νέαρχος αφενός αποκαλούνταν «Ληταίος» και αφετέρου ίδρυσε στη Μακεδονία ιερό της Λητούς, που στα δωρικά λέγεται Λατούς,  άρα  ο Νέαρχος καταγόταν σαφώς από την πόλη Λατώ της Κρήτης, όπως λέει και η παράδοση.

 

ΤΟ ΕΡΓΟ, Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ,  Η ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ

Από τα λεγόμενα του Πλούταρχου,  του Αρριανού κ.α. υπολογίζεται ότι περί το 344 π.Χ. η οικογένεια του Νέαρχου μετανάστευσε στην Αμφίπολη της Μακεδονίας  και  ο πατέρας του, ο Ανδρότιμος, λόγω των ικανοτήτων του βρέθηκε στην αυλή του βασιλιά Φιλίππου Β’ (356-336 π.Χ.), όπου ο γιος του  Ανδροτίμου, ο Νέαρχος,  έγινε φίλος του Αλέξανδρου, του γιου του Φιλίππου, και μάλιστα από τους πλέον έμπιστους και αφοσιωμένους. Πιθανόν να ήταν και συμμαθητές στη Σχολή του Αριστοτέλους. Μια φιλία που έμεινε αταλάντευτη έως το τέλος του μεγάλου στρατηλάτη. Μάλιστα, όταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β'  εξόρισε το γιο του Αλέξανδρο στην Ιλλυρία, επειδή του εναντιώθηκε που χώρισε τη μάνα του την Ολυμπιάδα  και παντρεύτηκε μια νερά, την Κλεοπάτρα, ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του και το Νέαρχο.

Όταν ο Αλέξανδρος ανέλαβε την εξουσία, μετά τη δολοφονία του πατέρα του Φίλιππου, διόρισε  το Νέαρχο διοικητή της Λυκίας στη Μικρά Ασία.  Η δολοφονία του Φιλίππου έγινε το 336 π.Χ. από δολοφόνους που έβαλαν οι Πέρσες, κάτι που ήταν και μια από τις αιτίες που εκστράτευσε ο Μ. Αλέξανδρος εναντίον τους,   καθώς λέει ο ίδιος σε επιστολή του προς το βασιλιά τους Δαρείο (βλέπε Αρριανός Β 14, 4). Τα αιτία της δολοφονίας ήταν το ότι οι Πέρσες ήθελαν τη Μακεδονία, ανίσχυρη, όπως και όλες τις άλλες ελληνικές πόλεις, για να τις κηδεμονεύουν, κάτι που δεν άρεσε στο Φίλλιπο και γι αυτό είχε κάνει το 348/337 π.Χ. το καλούμενο «Συνέδριο των Ελλήνων» στην  Κόρινθο προκειμένου να ενωθούν και να αποκρούουν τις εισβολές των Περσών. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που όλες οι ελληνικής πόλεις-κράτη ("πλην Λακεδαιμονίων",) κατάφεραν να ενωθούν σε μια στρατιωτική και πολιτική ενότητα. Ο Νέαρχος μετά τη νίκη του Μ. Αλέξανδρου επί του Ινδού βασιλιά Πώρου (326 π.Χ)  από Τριήραρχος ορίστηκε Ναύαρχος του στόλου των Μακεδόνων. Ωστόσο πολλές φορές αναλάμβανε και ως χιλίαρχος και ως στρατηγός. Πήρε μέρος π.χ. στη μάχη της Χαιρώνειας, του Γρανικού ποταμού κ.α. Λόγω των προσόντων του ο Αλέξανδρος τον όρισε «Σατράπη  της Λυδίας». Σ’ αυτή τη θέση έμεινε 5 χρόνια μέχρι το 328 π.Χ. οπότε ξαναγύρισε στη μάχιμη θέση του με το βαθμό του στρατηγού όπου και πάλι αρίστευσε. Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κατόρθωμα του  Νέαρχου ήταν η πρωτοφανής για την εποχή του ναυτική εξερευνητική αποστολή που επιτέλεσε στον Ινδικό Ωκεανό, από τον Υδάσπη ποταμό στη δυτική Ινδία έως τον Περσικό Κόλπο. Τα έτη 326-325 π.Χ. ο Νέαρχος ανέλαβε εξερευνητική αποστολή στον Ινδικό Ωκεανό, από τον Υδάσπη ποταμό στη δυτική Ινδία ως τον Περσικό Κόλπο, ακολουθώντας κατά αντίθετη διεύθυνση του ρου του Ευφράτη έως τη Βαβυλώνα.    Ξεκινώντας ο Νέαρχος από τον Υδάσπη ποταμό, έπλευσε στις ακτές του Περσικού κόλπου και έφτασε στις εκβολές του Ευφράτη ποταμού στην Ινδία. Αποκομμένος ο στόλος, χωρίς τρόφιμα και χωρίς την υποστήριξη του στρατού, περνώντας από άγνωστα μέρη έφτασε και μετά από πολλές δυσκολίες κατόρθωσε να φτάσει στον Ευφράτη, χάρη της ικανότητας του Νέαρχου που με πραότητα, αποφασιστικότατα και θάρρος ξεπέρασε τα εμπόδια και τη δεισιδαιμονία των ναυτών του που διογκώθηκε λόγω του άγνωστου του επιχειρήματος. Σκοπός του ταξιδιού του ήταν να βρεθεί θαλάσσια οδός από το Δέλτα του Ινδού ως τον Περσικό Κόλπο και τις εκβολές των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Ο Νέαρχος στο ταξίδι του αυτό, που αποτελεί μια απ' τις μεγαλύτερες εποποιίες του Αρχαίου Ελληνικού Ναυτικού και γενικά του Αρχαίου Ναυτικού, το περιέγραψε σε ένα λεπτομερειακό χρονικό με τον τίτλο «Παράπλους», το οποίο ακολουθεί ο ιστορικός Αρριανός στο έργο του Περί Ινδικής (2ος π.Χ. αιώνας). Στοιχεία επίσης από το έργο αυτό έλαβε και ο Στράβων, ο γνωστός γεωγράφος της αρχαιότητας. Ο Αρριανός (Ανάβασις 7.5,6) αναφέρει ότι ότι ο Μ. Αλέξανδρος επιβραβεύοντας τη γενναιότητα, ικανότητα και αφοσίωση του μεγάλου Κρητικού, του  Ναυάρχου, Νέαρχου, που επέδειξε για τη ναυτική αποστολή στον Ινδικό,  τον τίμησε με χρυσό στεφάνι, αλλά έκαμε και κάτι άλλο: Έχτισε και παραχώρησε στους βετεράνους Κρητικούς πολεμιστές ολόκληρη πόλη. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στον οποίο ο Νέαρχος ήταν “παρών”, οι πληροφορίες για το μεγάλο Κρητικό είναι λίγες. Κατά το Διόδωρο «το 317 π.Χ. ο Νέαρχος  είχε συμμαχήσει με το σατράπη της Μεγάλης Φρυγίας, Αντίγονο. Το όνομά του αναφέρεται κατόπιν το 315 π.Χ. «οπότε επιμελήθηκε τη ναυπήγηση του ισχυρού στόλου του Αντιγόνου στη Φοινίκη…». και τον οποίο βοήθησε να στεριώσει την εξουσία του στη Μικρά Ασία. Το 312 π.Χ.  βρίσκουμε το Νέαρχο  σύμβουλο και κηδεμόνα του Δημήτριου του Πολιορκητή.  Κατόπιν τα ίχνη του χάνονται. Το 312 π.Χ. ο Δημήτριος ηττήθηκε από τον Πτολεμαίο και εκεί πιστεύεται ότι σκοτώθηκε ο μεγάλος Κρητικός. Ο τάφος του δεν είναι γνωστός.

 

Ε. Η ΘΕΑ ΛΑΤΩ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ ΛΑΤΩ

 

 


Αργυρά νομίσματα (δραχμές και στατήρες) της ΛΑΤΟΥΣ, 200 – 67 π.Χ. με τη Λατώ ή την κόρη της Άρτεμη και τον Ερμή.

 

Η αρχαία θεά Λητώ =  δωρικά Λατώ (λατινικά Latona), σύμφωνα με το Διόδωρο (5.67),  τον ύμνο του Ορφέα «στη Λητώ» κ.α., ήταν κόρη του Τιτάνα Κοίου και της Τιτανίδας Φοίβης, η οποία γέννησε από το Δία δίδυμα, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Η πάντα ζηλότυπη Ήρα κράτησε στον Όλυμπο τη μαμή Ειλειθυία,  για να εμποδίσει τη Λητώ να γεννήσει. Αυτή όμως κατόρθωσε να δραπετεύσει και να βρεθεί στην νήσο Ορτυγία (σημ. Δήλο) και να βοηθήσει τη Λητώ να γεννήσει.  Ο ύμνος του Ορφέως για τη Λητώ αναφέρει: <<Ορφέως ύμνος , ΛΗΤΟΥΣ (θυμίαμα, σμύρναν):  ΛΗΤΩ κυανόπεπλε, θεά διδυματόκε, σεμνή, / Κοιαντίς, μεγάθυμε, πολυλλίστη βασίλεια,/  Ευτεκνον Ζηνός γονίμην ωδίνα λαχούσα, / γειναμένη Φοίβον (Απολλωνα) τε και Άρτεμιν ιοχέαιραν./ Την μεν εν Ορτυγίηι τον δε κραναήι ενί Δήλωι / κλύθι, θεά δέσποινα, και ίλαον ήτορ έχουσα / Βαινεπι πάνθειον τελετήν τέλος ηδύ φέρουσα.>>

Το «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΤΟ ΜΕΓΑ ΗΓΟΥΝ Η ΜΕΓΑΛΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ» (10/11ος αι. μ.χ.), σχετικά με τη θεά Λατώ ή Ιωνικά Λητώ, αναφέρει: << Λητώ» σημαίνει κατά τον Πλάτωνα «ελεήμων» και κατ΄ άλλους λήθη > ληθώ από το λανθάνω, δωρικά λαθώ: «Λητώ, παρά το λήθω το λανθάνω. Ο μεν Πλάτων, φησίν ελεητώ. Ελεήμων γαρ η θεός και πραείν και πάντα ελεούσα, κατά δε τινάς, Ληθώ. Το γαρ ήμερον και παύ εκ του επιλελήσθαι των εις αυτήν πεπλημμελημενων εμφαίνεται, ο δε Αρίσταρχος, παρά το λω το θέλω, όθεν και το λη το θελειν, Δωρικώς, επειδή ο αν τις θέλη, παρ αυτής λαμβάνει>>.

Η  αρχαία πόλη Λατώ της Κρήτης πρέπει να είναι η γενέτειρα της θεάς Λατούς, αφού η πόλη αυτή φέρει το όνομά της, οι αρχαίες πινακίδες που βρέθηκαν εκεί αναγράφουν ότι εκεί λατρευόταν η θεά Λητώ και ο Διόδωρος Σικελιώτης (5, 64 - 77) αναφέρει ότι οι περισσότεροι από τους Ολύμπιους θεούς είχαν γεννηθεί στην Κρήτη. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι οι Κρήτες λένε και μάλιστα με επιχειρήματα πως οι περισσότεροι από τους θεούς, όπως ο Δίας, η Λητώ,  ο Απόλλων (= ο γιος του Δία και της Λητούς),  η Άρτεμη (η κόρη του Δία και της Λητούς και δίδυμη αδελφή του Απόλλωνα)  κλπ γεννήθηκαν στην Κρήτη και επειδή πήγαν και σε πολλά άλλα μέρη κάνοντας αγαθοεργίες μετά τη μετάσταση τους από τους ανθρώπους, θεωρήθηκαν ως οι πρώτοι κάτοικοι του Ολύμπου (δηλ. ανακηρύχτηκαν μετά θάνατο θεοί,  κάτι ως ο Χριστός και οι Άγιοι σήμερα). Έτσι από τους τόπους και τις πράξεις που έλαβαν χώρα στο κάθε μέρος που πήγαιναν και για παράδειγμα ο Απόλλωνας ονομάστηκε Λύκιος, Πύθιος και η Άρτεμη Εφεσία, Περσία…. παρόλο που και οι δυο είχαν γεννηθεί στην Κρήτη( βλέπε Διόδωρος 5.77,3-8), πρβ: «των γαρ θεών φασι τους πλείστους εν της Κρήτης ορμηθεντας επιέναι πολλά μέρη της οικομεμένης, ευεργετούντας …. Το μεν (Απόλλωνα) Δηλιον και Λυκιον και Πύθιον ονομαζεσθαι, την δ’ (Άρτεμη) Εφεσίαν και Κρησίαν, ετι δε Ταυροπόλον και Περσίαν, αμφοτέρων εν Κρήτη γεγενημένων…» (Διόδωρος 5.77). 

Σημειώνεται  ότι μερικοί  ισχυρίζονται  ότι πολιούχος και  προστάτιδα θεά της πόλης της Λατούς ήταν η Ειλειθυία,  επειδή, λένε, εκεί βρέθηκε ιερό της. Ωστόσο αυτό είναι λάθος, γιατί: Α) Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, η πόλη δεν θα λεγόταν Λατώ αλλά Ειλειθυία. Απλά στη Λατώ, προφανώς, λατρεύονταν ίσως και η Ειλειθυία, επειδή ήταν βοηθός, η μαμή, της Λατούς, Β) Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει, όπως είδαμε πιο πριν, ότι ο Λήτιος Νέαρχος  ίδρυσε ιερό της θεάς Λητούς στη Μακεδονία και αυτό προς χάρη της ιδιαίτερης πατρίδας του Νέαρχου και Γ) Οι  τοπικές αρχαίες πινακίδες με όρκους-συνθήκες αναφέρουν  ότι οι κάτοικοι τόσο της πόλης της Λατούς όσο και οι γείτονες τους λάτρευαν και ορκιζόταν στη θεά Λατώ και όχι στην Ειλειθυία, που σημαίνει ότι η πόλη Λατώ είχε σχέση με τη θεά Λατώ (η πόλη Λατώ είχε πολιούχο τη Θεά Λατώ) και όχι με την Ειλειθυία, πρβ:

  «Ομνύω τα Εστίαν και τον Ζήνα τον Κρηταγενία και ταν Ηραν και τον Ζήνα τον Ταλαίον και τον Ποσειδάν και τα Αμφιτρίταν και τον Απόλλωνα τον Πύτιον και ταν Λατών και Άρτεμιν και Άρεα και ταν Αφροδίταν και ταν Ελευθύιαν και τα Βριτόμαρτιν και Ερμάν και Κωρήτας και Νύμφας και τος άλλος θεός  πάντας και πάσας ”. (Ορκος ΛατίωνΟλουντίων, 3ος αι. π.Χ. DE CRETENSIUM TITULIS PUBLICIS QUAESTIONES EPIGRAPHICAE, PAULUS DEITERS)

« Όμνυω τάν Έστίαν καί Τάνα Όράτριον και  Τάνα  Δικταίον καί Ήραν και Αθαναίαν Ώλερίαν καί Αθαναίαν Πολιάδα  και Αθαναίαν Σαλμωνίαν καί Απόλλωνα Πύθιον καί Λατώ και Αρ[τε]|μιν και Αρεα και Αφροδίταν και Κωρητας και Νυμφας και τος Κυρβάν[[τας και θεός πάντας και πάσας…… (ΟΡΚΟΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΙΩΝ ΠΡΟΣ ΙΣΟΠΟΛΙΤΕΙΑ – ΛΥΤΤΙΩΝ, ΓΟΡΤΥΝΙΩΝ ΚΛΠ: Delectus inscriptionum Graecarum propter dialectum memorabilium composuit P. Cauer by Paul Cauer, σελίδα 70)