ΟΙ ΣΧΟΛΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

 

 

 

Οι κυριότερες Σχολές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι οι εξής:

1) Κρητική Σχολή

Οι Κρητικοί έχουν να επιδείξουν αξιόλογα λογοτεχνικά έργα από πολύ παλιά, αλλά τα πιο σημαντικά γράφτηκαν επί εποχής Βενετών (1211 - 1669) και γι’ αυτό όταν λέμε «Κρητική σχολή» εννοούμε την ως άνω περίοδο (περίοδος ακμής 1610 - 1669).

(Θεόφιλου Χατζημιχάλη)

 

Οι Κρητικοί, την εποχή που η ηπειρωτική Ελλάδα στέναζε κάτω από τον τούρκικο ζυγό (1610 - 1669), ζώντας κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, που τους είχαν επιτρέψει να διατηρήσουν τη γλώσσα τους, γνώρισαν σχετικά κάποια ελευθερία. Έτσι στην Κρήτη τα χρόνια αυτά αναπτύχθηκε αξιόλογη λογοτεχνία. Έργα της εποχής αυτής είναι « Ο Ερωτόκριτος» του Β. Κορνάρου, «Η Θυσία του Αβραάμ» Β. Κορνάρου, «Η Ερωφίλη», «Η βοσκοπούλα» «Ο Γύπαρης» του Χορτάτση  κ.α.

Η Ιταλική λογοτεχνία και γλώσσα επέδρασαν στη διαμόρφωση της κρητικής λογοτεχνίας και γλώσσας. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι γνήσια δημοτική λαλιά και μελωδική. Οι στίχοι είναι δεκαπεντασύλλαβοι. Για την Κρητική διάλεκτο πιστεύουν πως θα γινόταν βάση της σημερινής μας γλώσσας αν δεν υποδουλώνονταν η Κρήτη στους Τούρκους. Τελικά η Κρητική λογοτεχνία έχει βαθιά ελληνικό χαρακτήρα παρά τις ξένες επιδράσεις που έχει δεχτεί.

 

2) Η Σχολή των Ιωαννίνων

Η σχολή αυτή πήρε την ονομασία της από τα Ιωάννινα, τα οποία επί εποχής Αλί Πασά ανάπτυξαν αξιόλογη πνευματική κίνηση με επικεφαλής τον Α. Ψαλίδα. Στη σχολή αυτή ανήκουν: A. Χριστόπουλος, Ι. Βηλαράς, Ρ. Φεραίος κ.α. Κύριο χαρακτηριστικό τους η χρήση της δημοτικής.

 

3) Η Επτανησιακή Σχολή

Στα Επτάνησα, εξαιτίας του ότι δεν υποτάχθηκαν στους Τούρκους, αλλά έμειναν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, αναπτύχθηκε εκεί μεγάλη πνευματική κίνηση και δημιουργήθηκε το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Στη σχολή αυτή ανήκουν επίσης οι: I. Τυπάλδος, Γ. Τερτσέτης, Λ. Μαβίλης, Ι. Πολυλάς, Α. Κάλβος, Α. Βαλαωρίτης κ.α.

 

4) Η παλιά Αθηναϊκή Σχολή ή Ρομαντική

Η Σχολή αυτή αναπτύχθηκε στην Αθήνα κατά τον 19ο αι., όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, από τους Φαναριώτες λόγιους που συγκεντρώθηκαν εκεί και οι οποίοι συνέχισαν τη λόγια παράδοση σ’ όλους τους τομείς της πνευματικής κίνησης.  Κυριότεροι εκπρόσωποί της είναι: Α. Ραγκαβής, Π.  Σούτσος, Δ. Παπαρηγόπουλος, Γ. & Α. Παράσχος κ.α.

Είναι επηρεασμένοι από το γαλλικό ρομαντισμό και γράφουν συνήθως στην καθαρεύουσα.

Γ. Βιζυηνός, Α. Προβελέγγιος, Γ. Ζαλοκώστας και Δ. Βικέλας ανήκουν στη μεταβατική εποχή της Παλαιάς και της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.

 

5) Η Νέα Αθηναϊκή (ή Παλαμική) Σχολή

Δημιουργός της Σχολής αυτής είναι: ο Κ. Παλαμάς με τους Ν. Καμπά και Γ. Δροσίνη. Η Σχολή αυτή κηρύσσει την επιστροφή στη γνήσια λαϊκή παράδοση, στη δημοτική γλώσσα και σε όλα εκείνα τα στοιχεία που είχε περιφρονήσει η Ρομαντική Σχολή. Η τεχνοτροπία της είναι κυρίως νατουραλιστική. Κυριότεροι άλλοι εκπρόσωποί της είναι:

α) Η πρώτη Παλαμική γενιά: Ι. Πολέμης, Α. Μαβίλης, Α. Μαλακάσης, Κ. Κρυστάλλης κ.α.

β) Η δεύτερη Παλαμική γενιά: Α. Σικελιανός, Ν. Καζαντζάκης, Α. Παπαδιαμάντης, Α. Καρκαβίτσας, Ι. Κονδυλάκης, Γ. Ψυχάρης, Γ. Ξενόπουλος κ.α.

 

Τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή συμπληρώνουν:

1.    Η Σχολή της τέχνης (1895 - 1912) που στην αρχή ακολουθεί την Παρνασσιακή και ύστερα τη συμβολιστική τεχνοκρατία: Ι. Γρυπάρης, Κ. Χατζόπουλος, Μ. Μαλακάσης, Λ. Πορφύρας, Ζ. Παπαντωνίου, Π. Νιρβάνας κ.α.

2.    Η Σχολή του Νουμά, που καλλιεργεί με φανατισμό το δημοτικισμό: Ρ. Γκόλφης, Κ. Καρθαίος, Π. Βλαστός κ.α.

3.    Οι οπαδοί του συρρεαλισμού, με κυριότερο εκπρόσωπο τον  Ο. Ελύτη

4.    Η Μοντέρνα Σχολή, με κυριότερο εκπρόσωπο το Γ. Σεφέρη

 

6) Λογοτεχνικές σχολές απόδημου Ελληνισμού

 

1.    Η Αλεξανδρινή Σχολή, με κέντρο την Αλεξάνδρεια: K. Καβάφη, Π. Γνευτό κ.α.

2.    Η Κυπριακή Σχολή: B. Μιχαηλίδη, Θ. Λυπέρτη, Λ. Παυλίδη, Τεύκρο Ανθία, Π. Κριναίο κ.α.

3.    Η Αγγλική Σχολή: A. Eφταλιώτη, Α. Πάλλη, Π. Βλαστός κ.α.

 

 

 

 

 

 

ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ - ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ

 

 

 

 

Ο «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ» ΚΑΙ Ο  ΠΟΙΗΤΗΣ  ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ ( 1553-1613)

Ο ποιητής Βιτσέντζος Κορνάρος έγραψε τα ποιητικά έργα "Ερωτόκριτος" και "Θυσία του Αβραάμ" σε δεκαπεντασύλαβο στίχο.  Στα δύο ποιήματα αυτά ο Κορνάρος, όπως λέγεται από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, με μια σπάνια δύναμη κατόρθωσε να μετουσιώσει τα πρότυπα τους σε δραματικά έργα με μία άψογη τεχνική, μία ανώτερη ποιητική πνοή και με τέλεια ψυχογραφημένους χαρακτήρες.

Ο Βιτσέντζος Κορνάρος έζησε στην Κρήτη κατά το τέλος της εποχής κατά την οποία η νήσος είχε υποδουλωθεί από τους Βενετούς (1211 – 1669). Ήταν ο μικρότερος από τους πέντε γιους του  Ιακώβου Κορνάρου. Γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1553 στη Σητεία Κρήτης, όμως μετά το γάμο του έζησε στο Χάντακα (Ηράκλειο). Η γυναίκα του, η Μαριέτα Zeno, ήταν από παλιά οικογένεια με μεγάλη κτηματική περιουσία. Μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Κατερίνα (Κατερούτσα) και την Ελένη (Ελένετα). Πέθανε στο Χάντακα (Ηράκλειο) στις 12 Αυγούστου του 1613 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου.

 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ»

Η ιστορία (υπόθεση) του ποιήματος  "Ερωτόκριτος" του κρητικού ποιητή Βιτσέντζου Κορνάρου ( 1553 – 1613) διαδραματίζεται στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Είναι ένα ειδύλλιο, ένας μεγάλος Έρωτας, ανάμεσα στον Ερωτόκριτο, το γιο του συμβούλου του βασιλιά Πεζόστρατου, και στην Πριγκίπισσα Αρετούσα, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ηρακλή, άρα το ποίημα περιγράφει έναν έρωτα κοινωνικά απαγορευμένο. Όταν ο βασιλιάς μαθαίνει το ρομάντζο από τη μια διώχνει τον Ερωτόκριτο πολύ μακρά στα ξένα και από την άλλη αρραβωνιάζει την κόρη του Αρετή με ένα πρίγκηπα του Βυζαντίου. Η Αρετή αρνείται να παντρευτεί τον εν λόγω πρίγκηπα και προ αυτού ο βασιλιάς πατέρας της την κλείνει στη φυλακή. Στο μεταξύ ο Βασιλιάς των Βλάχων εισβάλει στην Αθήνα και είναι έτοιμος να την καταλάβει. Ο Ερωτόκριτος μαθαίνει στα ξένα το γεγονός αυτό και επιστρέφει αμέσως προκειμένου να βοηθήσει την πόλη του  σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα μεταμφιεσμένος σε Σαρακηνός.Ο Ερωτόκριτος, το όμορφο και αντρειωμένο παλικάρι, με την παλικαριά και την εξυπνάδα του, κατορθώνει και σώζει την Αθήνα και προ αυτού ο Βασιλιάς της Αθήνας τον καλεί στο Παλάτι προκειμένου να τον ευχαριστήσει. Όταν πάει εκεί ο βασιλιάς του λέει ότι για το καλό που έκανε αξίζει να πάρει το μισό βασίλειό του ή ό,τι άλλο θελκήσει. Ωστόσο εκείνος το αρνείται και απλά ζητά να κάνει σύζυγό του την κόρη του, την Αρετή.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΗΜΑΤΟΣ «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ»

Το ποίημα «Ερωτόκριτος» μορφικά ανήκει στην κατηγορία του έπους με έκδηλο τον ερωτικό χαρακτήρα συνδυασμένο κατά συνήθεια της εποχής με το ρομαντικό στοιχείο. Η πρώτη έκδοση του έργου Ερωτόκριτος έγινε στην Βενετία τον 17ο αιώνα. Από τότε γνώρισε τεράστια διάδοση και αγαπήθηκε από το λαό τόσο, ώστε μέχρι πριν λίγα χρόνια ακόμα, λαϊκοί ραψωδοί (λυράρηδες και βιολάτορες) ήξεραν απέξω - από προφορική παράδοση - μεγάλα αποσπάσματα που συνήθιζαν να τα απαγγέλλουν, συνήθως σε πανηγύρια και φιλικές συγκεντρώσεις.

Το ποίημα «Ερωτόκριτος» χαρακτηρίζεται ως αφηγηματικό ποίημα ή έμμετρο μυθιστόρημα. Στους πολυάριθμους στίχους του (πάνω από 10.000) εξιστορούνται οι φάσεις που πέρασε η αγάπη δυο νέων, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, ώσπου να καταλήξει στο αίσιο τέλος της, το γάμο. Μέσα σ' αυτή την ιστορία συμπλέκονται και «των αρμάτω οι ταραχές» και «τση φιλιάς η χάρη», για να προβληθούν και τα άλλα γνωρίσματα του ιπποτικού πνεύματος, η αξία της παλικαριάς και της φιλίας.

Ως άνθρωπος της Αναγέννησης και ως Έλληνας, ο ποιητής διαλέγει για χώρο της δράσης την αρχαία Αθήνα, όχι όμως όπως τη γνωρίζουμε από την ιστορία. Στον Ερωτόκριτο τα γεγονότα διαδραματίζονται σ' έναν κόσμο αόριστο ιστορικά, συμβατικό και παραμυθένιο. Το ποίημα διαιρείται σε πέντε μέρη. Στο Α' μέρος παρακολουθούμε πώς γεννιέται και ωριμάζει το αίσθημα των δυο νέων. Στο Β' μέρος περιγράφεται η γιόστρα (το κονταροχτύπημα) που οργανώνει ο βασιλιάς Ηρακλής, πατέρας της Αρετούσας, για να διασκεδάσει. Ακολουθεί (Γ' μέρος) η συνάντηση των δυο ερωτευμένων και η απόφαση να ανακοινώσει ο Ερωτόκριτος στο βασιλιά την επιθυμία τους να παντρευτούν. Ο βασιλιάς, έξω φρενών από το θράσος του νεαρού, τον εξορίζει και αποφασίζει να παντρέψει την κόρη του με τον πρίγκιπα του Βυζαντίου. Στην άρνηση της την κλείνει στη φυλακή. Ο Ερωτόκριτος, προτού φύγει, αρραβωνιάζεται με την Αρετούσα. Στο μεταξύ ξεσπάει πόλεμος (Δ' μέρος)· ο βασιλιάς των Βλάχων εισβάλλει στο βασίλειο του Ηράκλη. Σε αποφασιστική μάχη ο Ερωτόκριτος, μεταμορφωμένος σε Σαρακηνό, σώζει την κατάσταση. Στο Ε' και τελευταίο μέρος ο βασιλιάς από ευγνωμοσύνη τάζει το μισό βασίλειο στον άγνωστο σωτήρα του. Εκείνος απορρίπτει την προσφορά και ζητά για αντάλλαγμα να παντρευτεί την Αρετούσα. Ο βασιλιάς δέχεται, αλλά εκείνη αρνείται ως τη στιγμή που ο Ερωτόκριτος αποκαλύπτει την ταυτότητα του.

Οι κατευθυντήριες πολιτιστικές αξίες που προάγει το λογοτεχνικό έργο «Ερωτόκριτος» είναι η αγάπη προς την πατρίδα, η φιλία, η ευγενική άμιλλά, το θάρρος, η αξιοπρέπεια και πάνω απ΄όλα ο έρωτας, η αγνή και παντοτινή αγάπη προς την αγαπημένη ή τον αγαπημένο μας

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ»

Στις διάφορες εκδόσεις του ποιήματος «Ερωτόκριτος» το όνομα «ερωτόκριτος» γράφεται πότε Ερωτόκριτος και πότε Ερωτόκρητος (βλέπε π,χ,  το  επτανησιακό χειρόγραφο του 1710). Αν γραφτεί με -ι- (και αυτό είναι το σωστό), σημαίνει αυτός που κρίθηκε στον έρωτα,  και αν γραφτεί με -η-  σημαίνει ο έρωτας του Κρητικού.

 

 

 

ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ:

Το ποίημα «Θυσία του Αβραάμ" του Κορνάρου έχει πρότυπο την τραγωδία του πατέρα Ισαάκ. Ο Θεός λέει στον Ισαάκ ότι πρέπει να θυσιαστεί ο Αβραάμ. Μόλις το ακούει αυτό ο Ισαάκ στεναχωριέται πάρα πολύ, όμως δεν μπορεί να μην τηρήσει αυτήν τη θεϊκή εντολή. Ο πατέρας δεν το λέει στον γιο του, όμως αυτός υποψιάζεται κάτι με τα κλάματα της μητέρας του. Στο τέλος γίνεται η θυσία αλλά στη θέση του παιδιού θυσιάζεται ένα αρνί.

 

 

 

 

 

ΓΚΡΑΒΟΥΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

ΤΟΥ ΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ

 

Το χειρόγραφο αυτό  γράφτηκε το έτος 1710, όπως αναφέρει στην 1η και 10ηη σελίδα   και το οποίο φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644. 

 

 

 

The author

 

Η 10η  σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου. Ο ποιητής  Βιτσέντζος Κορνάρος στο γραφείο του να  γράφει  το ποίημά του για τον Ερωτόκριτο. Φορεί μποτίνια (ιταλικά botta), βράκα (bracae), περιστήθιο και σκούφο Η λέξη Ερωτόκριτος ή Ρωτόκριτος σημαίνει αυτός που κρίθηκε για τον έρωτά του, όμως εδώ γράφεται με –ο- και –η- ΡΟΤΟΚΡΗΤΟΣ = ο του Κρητός

 

 

Rotokritos and Polidoros

 

Η 19η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου.  Ο Ερωτόκριτος με τον  Πολύδωρο στα ανάκτορα του βασιλιά των Αθηνών Ηρακλή κάνουν κανταδα με μαντολίνο. Φορούν μποτίνια (stivale) , βράκες (bracae) και πάνω από τις βράκες φούστα (fusta), σκούφους κλπ .

 

«Ήπαιρνε το λαγούτον του κι εσιγανοπορπάτει, κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά αγνάντια στο παλάτι...

κι ας έρθη αυτός που τραγουδεί και παίζει το λαγούτο, γλήγορα φέρετέ τονέ εις το παλάτι τούτο... (Κορνάρος Ερωτόκριτος Α, 375)

 

 

Rotokritos and Aretusa

 

 

Η 154η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτο. Ο Ερωτόκριτος έχει κρυφά σκαρφαλώσει στο παλάτι τη νύκτα, για να δει την αγαπημένη του Αρετούσα, η οποία ως πριγκίπισσα φορεί στέμμα. Ο Ερωτόκριτος φορεί καπέλο (capel) με φτερό,  μποτίνια (stivale), βράκα (bracae), μακρά ανοικτή φούστα (fusta)  κλπ. Εκεί ο Ρωτόκριτος εξιστορεί στην αγαπημένη του Αρετούσα τα θλιβερά μαντάτα (νεα), δηλαδή την εξορία του από τον βασιλιά πατέρα της, επειδή έμαθε για την αγάπη τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

_ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ:

 

Τα ‘μαθες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;

        ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;
Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου 'δωκε ν'  ανιμένω,
         κι αποκεί να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.        
Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
        και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;
Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου,
        στα ξένα πως μ' εθάψασι, κ' εκεί'ν' τα κόκκαλά μου.
Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,       
        Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.
ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
        νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.
"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,
        και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.       
Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
        κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,
ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,
        τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."
όντε σ' Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξά σου,      
        και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ' ομορφιάς σου,
όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει,
        θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν' αποθάνει.
Θυμήσου πως μ' επλήγωσες, κ' έχω Θανάτου πόνον,
        κι ουδέ ν' απλώσω μου'δωκες σκιάς το δακτύλιδι μόνον.      

Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
        λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν (ζωγραφιά), που'βρες στ' αρμάρι μέσα,
        και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα,        1385
        που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.
όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε,
        και τα τραγούδια που'βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,
για να μην έχεις αφορμήν εις-ε καιρόν κιανένα,
        πλιό σου να τ' αναθυμηθείς, μα να'ν' λησμονημένα.     

Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα,
        κι ο-γλήγορα μισεύγω σου, κ' εβγαίνω από τη Xώρα.

ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
        μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου.
όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που ζήσω,      
        τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
        για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.
ομορφιές σου έτοιας λογής το φως μου ετριγυρίσαν,
        κ' έτοιας λογής οι Eρωτιές εκεί σ' εσγουραφίσαν,       
κ' εις όποιον τόπον κι α' σταθώ, τα μάτια όπου γυρίσου',
        πράμα άλλο δεν μπορώ να δω παρά τη στόρησή σου.
ας είσαι εις τούτο θαρρετή, πως όντεν αποθαίνω,
        χαιρετισμό να μου' πεμπες την ώρα κείνη, γιαίνω."

 

 

 

_ΑΡΕΤΟΥΣΑ:

" λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,
        κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν.       
Ίντά'ναι τούτα τά μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει;
        Πού τα'βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ' αναθιβάνει;
Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη
        στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,
και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις,       
        ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,
κι ως σ' έβαλε, σ' εκλείδωσε, δε θέλει πλιό ν' ανοίξει,
        και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' ά'θη,
        μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη;         

"Σγουραφιστή (ζωγραφιστή) σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
        και δεν μπορώ άλλη πλιό να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι (ζωγράφοι) να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
        να θέ' να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως,        
        γιατί κάλλιά'ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου
        αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου.
Όποια με το αίμα τση καρδιάς μιά σγουραφιά τελειώσει,
        κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει.       
Πάντά'ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
        και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιό σαν εμέ κατέχει;
μάτια, ο νους μου, κ' η καρδιά, κ' η όρεξη εθελήσαν,
        κ' εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ' εσγουραφίσαν.
Kαι πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; α' θέλω, δε μ' αφήνει        
        τούτ' η καρδιά που εσύ'βαλες σ' τσ' Aγάπης το καμίνι,
κ' εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη Φύση εχάσε,
        η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε.
Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ' έτοια δουλειά, να ζήσεις,
        δε σ' απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κ' εσύ μ' αφήσεις.       
ο Kύρης μου, όντε βουληθεί, να θέ' να με παντρέψει,
        και δω πως γάμο 'κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει,
κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
        άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει……

 

 

Rotokritos and Polidoros

 

Η 23η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου.  Ο Ερωτόκριτος με τον  Πολύδωρο στα ανάκτορα του βασιλιά των Αθηνών Ηρακλή.

 

 

Aretusa and Frosini

 

Η 181η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου. Η Φροσύνη επισκέπτεται την Αρετούσα στο κελί της. Φορούν παπούτσια με χαμηλό τακούνι, φούστες και επανωκόρμια,  Επίσης η Αρετούσα φορά στο κεφάλι στέμμα ως πριγκίπισσα και  η Φροσύνη  μαντήλα

 

 

 

Rotokritos and Frosini

 

Η 235η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου. Ο Ερωτόκριτος δίδει  στη Φροσύνη το δακτυλίδι να το πάει στην Αρετούσα.

 

Rotokritos, Aretusa and Frosini

 

Η 248η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου, 1710 μ.Χ. με τον Ερωτόκριτο που έχει επισπευτεί τη φυλακή όπου είναι έγκλειστη η Αρετούσα με τη Φροσύνη.

 

 

Rotokritos and Polidoros

 

Η Επιχρωματισμενη η 14η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου, 1710 μ.Χ. με τον Ερωτόκριτο να εκμυστηρεύεται στον Πολύδωρο ότι είναι ερωτευμένος με την Αρετούσα Φορούν βράκες και  μανδύες,  φασκώλιο  και σπαθιά στη μέση.

 

 

Rotokritos and Polidoros

Η  42η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου με τον Ερωτόκριτο και τον Πολύδωρο  καβάλα στα άλογα στα στρατό . Φορούν  περικεφαλαία,  βρακα  κλπ

 

 

Rotokritos and Pezostratos

 

 

Η 30η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ρωτόκριτου με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του Πεζόστρατο

 

 

Rotokritos

 

Η 259η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου με το Ρωτόκριτο μπροστα στο βασιλιά Ηρακλή.

 

 

Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) (1871-1934), Ερωτόκριτος και Αρετούσα Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα

 

Θεόφιλος (Χατζημιχάλης) (1871-1934), Ερωτόκριτος και Αρετούσα (Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα).

 

 

 

Μονομαχία Ερωτόκριτου – Αρίστου, από το Ρουμάνικο εικονογραφημένο χειρόγραφο

του Λογοθέτη Πετράτζε, 1878

 

 

 

 

 

 

 

 ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΡΤΑΤΣΗΣ