Ερωτόκριτος - Ενότητα Α

Ερωτόκριτος - Ενότητα Β

Ερωτόκριτος - Ενότητα Γ

 

 

 

Ερωτόκριτος - Ενότητα Δ

Ερωτόκριτος - Ενότητα Ε

 

 

 

 ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Κορνάρος Bιτσέντζος

 

 

(Η εικόνα είναι από χειρόγραφο του Ερωτοκριτου  το 1710)

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΙΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ

 

Είναι μεσάνυκτα, ο Ρωτόκριτος συναντά την αγαπημένη του Αρετούσα  στο παράθυρό της και με αναστεναγμούς της εξιστορεί την εξορία του από τον βασιλιά πατέρα της

 

_ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ:

 

Τα ‘μαθες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;

        ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;
Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου 'δωκε ν'  ανιμένω,
         κι αποκεί να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.        
Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
        και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;
Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου,
        στα ξένα πως μ' εθάψασι, κ' εκεί'ν' τα κόκκαλά μου.
Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,       
        Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.
Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
        νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.
"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,
        και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.       
Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
        κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,
ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,
        τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."
Kι όντε σ' Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξά σου,      
        και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ' ομορφιάς σου,
όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει,
        θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν' αποθάνει.
Θυμήσου πως μ' επλήγωσες, κ' έχω Θανάτου πόνον,
        κι ουδέ ν' απλώσω μου'δωκες σκιάς το δακτύλιδι μόνον.      

Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
        λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν (ζωγραφιά), που'βρες στ' αρμάρι μέσα,
        και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα,        1385
        που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.
Kι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε,
        και τα τραγούδια που'βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,
για να μην έχεις αφορμήν εις-ε καιρόν κιανένα,
        πλιό σου να τ' αναθυμηθείς, μα να'ν' λησμονημένα.     

Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα,
        κι ο-γλήγορα μισεύγω σου, κ' εβγαίνω από τη Xώρα.

Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
        μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου.
Mα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που ζήσω,      
        τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου,
        για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.
Oι ομορφιές σου έτοιας λογής το φως μου ετριγυρίσαν,
        κ' έτοιας λογής οι Eρωτιές εκεί σ' εσγουραφίσαν,       
κ' εις όποιον τόπον κι α' σταθώ, τα μάτια όπου γυρίσου',
        πράμα άλλο δεν μπορώ να δω παρά τη στόρησή σου.
Kι ας είσαι εις τούτο θαρρετή, πως όντεν αποθαίνω,
        χαιρετισμό να μου' πεμπες την ώρα κείνη, γιαίνω."

 

_ΑΡΕΤΟΥΣΑ:

"Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,
        κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν.       
Ίντά'ναι τούτα τά μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει;
        Πού τα'βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ' αναθιβάνει;
Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη
        στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,
και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις,       
        ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,
κι ως σ' έβαλε, σ' εκλείδωσε, δε θέλει πλιό ν' ανοίξει,
        και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' ά'θη,
        μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη;         

"Σγουραφιστή (ζωγραφιστή) σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
        και δεν μπορώ άλλη πλιό να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι (ζωγράφοι) να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
        να θέ' να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως,        
        γιατί κάλλιά'ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου
        αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου.
Όποια με το αίμα τση καρδιάς μιά σγουραφιά τελειώσει,
        κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει.       
Πάντά'ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
        και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιό σαν εμέ κατέχει;
Tα μάτια, ο νους μου, κ' η καρδιά, κ' η όρεξη εθελήσαν,
        κ' εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ' εσγουραφίσαν.
Kαι πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; Kι α' θέλω, δε μ' αφήνει        
        τούτ' η καρδιά που εσύ'βαλες σ' τσ' Aγάπης το καμίνι,
κ' εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη Φύση εχάσε,
        η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε.
Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ' έτοια δουλειά, να ζήσεις,
        δε σ' απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κ' εσύ μ' αφήσεις.       
Kι ο Kύρης μου, όντε βουληθεί, να θέ' να με παντρέψει,
        και δω πως γάμο 'κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει,
κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
        άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει.

"Mα για να πάψει ο λογισμός αυτόνος που σε κρίνει,       
        κι ολπίδα μιά παντοτινή στους δυό μας ν' απομείνει,
την ώραν τούτη θέλεις δει, κι ας πάψει η έγνοια η τόση,
        πράμα-ν οπού παρηγοριάν πολλή σου θέλει δώσει."

_  ΠOIHTHΣ
Kαι τη Φροσύνην ήκραξε, και τη φωτιάν τής πάγει,
        και βάνει τη σα Mάνα της εις το δεξό τση πλάγι. 

 

_ APETOYΣA
Λέγει τση·Νένας

"Nένα, γρίκησε, και μαρτυριά να δώσεις,
        κι όπου κι α' λάχει, ό,τι θωρείς, κάμε να μην το χώσεις.
Eίναι ¶ντρας μου ο Pωτόκριτος, ό,τι καιρός περάσει,
        γ-ή εδά στα νιότα, εις τον ανθό, γ-ή πούρι σα γεράσει.
Kι αμνόγω του στον Oυρανό, στον Ήλιο, στο Φεγγάρι,       
        άλλος για γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει……..

 

 

Μονομαχία Ερωτόκριτου – Αρίστου, από το Ρουμάνικο εικονογραφημένο χειρόγραφο του Λογοθέτη Πετράτζε, 1878

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

& Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

 

 

 

1. ΟΙ ΣΧΟΛΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

 

Οι κυριότερες Σχολές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι οι εξής:

1) Κρητική Σχολή

Οι Κρητικοί έχουν να επιδείξουν αξιόλογα λογοτεχνικά έργα από πολύ παλιά, αλλά τα πιο σημαντικά γράφτηκαν επί εποχής Βενετών (1211 - 1669) και γι’ αυτό όταν λέμε «Κρητική σχολή» εννοούμε την ως άνω περίοδο (περίοδος ακμής 1610 - 1669).

Οι Κρητικοί, την εποχή που η ηπειρωτική Ελλάδα στέναζε κάτω από τον τούρκικο ζυγό (1610 - 1669), ζώντας κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, που τους είχαν επιτρέψει να διατηρήσουν τη γλώσσα τους, γνώρισαν σχετικά κάποια ελευθερία. Έτσι στην Κρήτη τα χρόνια αυτά αναπτύχθηκε αξιόλογη λογοτεχνία. Έργα της εποχής αυτής είναι « Ο Ερωτόκριτος» του Β. Κορνάρου, «Η Θυσία του Αβραάμ» Β. Κορνάρου, «Η Ερωφίλη», «Η βοσκοπούλα» «Ο Γύπαρης»του Χορτάτση  κ.α.

Η Ιταλική λογοτεχνία και γλώσσα επέδρασαν στη διαμόρφωση της κρητικής λογοτεχνίας και γλώσσας. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι γνήσια δημοτική λαλιά και μελωδική. Οι στίχοι είναι δεκαπεντασύλλαβοι. Για την Κρητική διάλεκτο πιστεύουν πως θα γινόταν βάση της σημερινής μας γλώσσας αν δεν υποδουλώνονταν η Κρήτη στους Τούρκους. Τελικά η Κρητική λογοτεχνία έχει βαθιά ελληνικό χαρακτήρα παρά τις ξένες επιδράσεις που έχει δεχτεί.

 

2) Η Σχολή των Ιωαννίνων

Η σχολή αυτή πήρε την ονομασία της από τα Ιωάννινα, τα οποία επί εποχής Αλί Πασά ανάπτυξαν αξιόλογη πνευματική κίνηση με επικεφαλής τον Α. Ψαλίδα. Στη σχολή αυτή ανήκουν: A. Χριστόπουλος, Ι. Βηλαράς, Ρ. Φεραίος κ.α.

Κύριο χαρακτηριστικό τους η χρήση της δημοτικής.

 

3) Η Επτανησιακή Σχολή

Στα Επτάνησα, εξαιτίας του ότι δεν υποτάχθηκαν στους Τούρκους, αλλά έμειναν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, αναπτύχθηκε εκεί μεγάλη πνευματική κίνηση και δημιουργήθηκε το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Στη σχολή αυτή ανήκουν επίσης οι: I. Τυπάλδος, Γ. Τερτσέτης, Λ. Μαβίλης, Ι. Πολυλάς, Α. Κάλβος, Α. Βαλαωρίτης κ.α.

 

4) Η παλιά Αθηναϊκή Σχολή ή Ρομαντική

Η Σχολή αυτή αναπτύχθηκε στην Αθήνα κατά τον 19ο αι., όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, από τους Φαναριώτες λόγιους που συγκεντρώθηκαν εκεί και οι οποίοι συνέχισαν τη λόγια παράδοση σ’ όλους τους τομείς της πνευματικής κίνησης.  Κυριότεροι εκπρόσωποί της είναι: Α. Ραγκαβής, Π.  Σούτσος, Δ. Παπαρηγόπουλος, Γ. & Α. Παράσχος κ.α.

Είναι επηρεασμένοι από το γαλλικό ρομαντισμό και γράφουν συνήθως στην καθαρεύουσα.

Γ. Βιζυηνός, Α. Προβελέγγιος, Γ. Ζαλοκώστας και Δ. Βικέλας ανήκουν στη μεταβατική εποχή της Παλαιάς και της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.

 

5) Η Νέα Αθηναϊκή (ή Παλαμική) Σχολή

Δημιουργός της Σχολής αυτής είναι: ο Κ. Παλαμάς με τους Ν. Καμπά και Γ. Δροσίνη. Η Σχολή αυτή κηρύσσει την επιστροφή στη γνήσια λαϊκή παράδοση, στη δημοτική γλώσσα και σε όλα εκείνα τα στοιχεία που είχε περιφρονήσει η Ρομαντική Σχολή. Η τεχνοτροπία της είναι κυρίως νατουραλιστική. Κυριότεροι άλλοι εκπρόσωποί της είναι:

α) Η πρώτη Παλαμική γενιά: Ι. Πολέμης, Α. Μαβίλης, Α. Μαλακάσης, Κ. Κρυστάλλης κ.α.

β) Η δεύτερη Παλαμική γενιά: Α. Σικελιανός, Ν. Καζαντζάκης, Α. Παπαδιαμάντης, Α. Καρκαβίτσας, Ι. Κονδυλάκης, Γ. Ψυχάρης, Γ. Ξενόπουλος κ.α.

 

Τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή συμπληρώνουν:

1.      Η Σχολή της τέχνης (1895 - 1912) που στην αρχή ακολουθεί την Παρνασσιακή και ύστερα τη συμβολιστική τεχνοκρατία: Ι. Γρυπάρης, Κ. Χατζόπουλος, Μ. Μαλακάσης, Λ. Πορφύρας, Ζ. Παπαντωνίου, Π. Νιρβάνας κ.α.

2.      Η Σχολή του Νουμά, που καλλιεργεί με φανατισμό το δημοτικισμό: Ρ. Γκόλφης, Κ. Καρθαίος, Π. Βλαστός κ.α.

3.      Οι οπαδοί του συρρεαλισμού, με κυριότερο εκπρόσωπο τον  Ο. Ελύτη

4.      Η Μοντέρνα Σχολή, με κυριότερο εκπρόσωπο το Γ. Σεφέρη

 

6) Λογοτεχνικές σχολές απόδημου Ελληνισμού

 

1.      Η Αλεξανδρινή Σχολή, με κέντρο την Αλεξάνδρεια: K. Καβάφη, Π. Γνευτό κ.α.

2.      Η Κυπριακή Σχολή: B. Μιχαηλίδη, Θ. Λυπέρτη, Λ. Παυλίδη, Τεύκρο Ανθία, Π. Κριναίο κ.α.

3.      Η Αγγλική Σχολή: A. Eφταλιώτη, Α. Πάλλη, Π. Βλαστός κ.α.

 

 

2. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ

 

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 

Ο Βιτσέντζος Κορνάρος έζησε στο τέλος του 16ου αιώνα και στις αρχές του 17ου. Στην Κρήτη, την εποχή κατά την οποία είχε υποδουλωθεί από τους Βενετούς. Ήταν ο μικρότερος από τους πέντε γιους του  Ιακώβου Κορνάρου. Γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1553 στη Σητεία Κρήτης. Η γυναίκα του, η Μαριέτα Zeno, ήταν από παλιά οικογένεια με μεγάλη κτηματική περιουσία. Μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Κατερούτσα και την Ελένετα. Πέθανε, σε  ηλικία περίπου 58 -60 ετών, στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) μετά τις 12 Αυγούστου του 1613 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου.

 

Ο ποιητής Βιτσέντζος Κορνάρος έγραψε τα έργα "Ερωτόκριτος" και "Θυσία του Αβραάμ".  Στα δύο ποιήματα αυτά ο Κορνάρος, όπως λέγεται από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, με μια σπάνια δύναμη κατόρθωσε να μετουσιώσει τα πρότυπα τους σε δραματικά έργα με μία άψογη τεχνική, μία ανώτερη ποιητική πνοή και με τέλεια ψυχογραφημένους χαρακτήρες.

 

Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

 

Μορφικά το ποίημα  του "Ερωτόκριτου" ανήκει στην κατηγορία του έπους με έκδηλο τον ερωτικό χαρακτήρα συνδυασμένο κατά συνήθεια της εποχής με το ρομαντικό στοιχείο. Το μακρό αυτό αφηγηματικό ποίημα εκτείνεται σε δέκα χιλιάδες σχεδόν δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Ο βαθύς λυρισμός, η ζωντανή γλώσσα, η δύναμη της περιγραφής, η αδρή σκιαγράφηση των ηρώων, η έξοχη διαγραφή των ψυχολογικών καταστάσεων, η κλιμάκωση των δραματικών συγκρούσεων μαζί με την έντονη παρουσία του φυσιολατρικού στοιχείου προσδίδουν στο έργο το χαρακτήρα μεγαλόπνοης επικής σύνθεσης. Η πρώτη έκδοση του έργου Ερωτόκριτος έγινε στην Βενετία τον 17ο αιώνα. Από τότε γνώρισε τεράστια διάδοση και αγαπήθηκε από το λαό τόσο, ώστε μέχρι πριν λίγα χρόνια ακόμα, λαϊκοί ραψωδοί )λυράριδες και βιολάτορες) ήξεραν απέξω - από προφορική παράδοση - μεγάλα αποσπάσματα που συνήθιζαν να τα απαγγέλλουν, συνήθως σε πανηγύρια και φιλικές συγκεντρώσεις.

Το ποίημα έχει ερωτικό χαρακτήρα. Περιγράφει τον έρωτα της πριγκίπισσας Αρετούσας, κόρη του βασιλιά της Αθήνας, και του Ερωτόκριτου, ψυχογιού του βασιλιά, έναν έρωτα κοινωνικά απαγορευμένο. Ο βασιλιάς ανακαλύπτει το ρομάντζο και διώχνει τον Ερωτόκριτο στα ξένα. Παρά ταύτα ο Ερωτόκριος αγνώριστος σπεύδει να βοηθήσει το βασιλιά σε κάποιο δύσκολο πόλεμο. Ο Ερωτόκριτος, το όμορφο και αντρειωμένο παλικάρι, στο τέλος κατορθώνει με την παλικαριά του να ενωθεί με την Αρετούσα.

 

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

 

Το ποίημα είναι δεκαπεντασύλλαβο και έχει πρότυπο την τραγωδία του πατέρα Ισαάκ. Ο Θεός λέει στον Ισαάκ ότι πρέπει να θυσιαστεί ο Αβραάμ. Μόλις το ακούει αυτό ο Ισαάκ στεναχωριέται πάρα πολύ, όμως δεν μπορεί να μην τηρήσει αυτήν την θεϊκή εντολή. Ο πατέρας δεν το λέει στον γιο του, όμως αυτός υποψιάζεται κάτι με τα κλάματα της μητέρας του. Στο τέλος γίνεται η θυσία αλλά στη θέση του παιδιού θυσιάζεται ένα αρνί.

 

 

 

 

 

3. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΡΤΑΤΣΗΣ

 

   Ο ποιητής Γεώργιος (Τζώρτζης) Χορτάτσης (“Τζώρτζη να πεις πως λέσινε, Χορτάτση τη γενιά μου”) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στα μέσα του 16ου αιώνα και πέθανε μετά το 1605. Ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιάλης στη “Φιλονικία του Χάνδακος και Ρεθέμνου” (1681) συγκαταλέγει και τον Γεώργιο Χορτάτση μεταξύ των εκλεκτών συμπατριωτών του που λάμπρυναν το Ρέθυμνο στα χρόνια της ελευθερίας και απαριθμεί τρία έμμετρα έργα του, όσα γνωρίζουμε και εμείς σήμερα: την ποιμενική κωμωδία “Πανώρια” (ή “Γύπαρης”), την κωμωδία “Κατσάραπος” (ή “Κατσούρμπος”) και την τραγωδία “Ερωφίλη”.

Ένα παιδί μου παλαιόν οπού ’θελα γεννήσει,

κ’ εκείνο με πολλήν τιμήν ήθελε με στολίσει,

Γεώργιον Χορτάκιον έκραζαν τ’ όνομά του

κ’ οι στίχοι του φημίζουνται και τα ποιήματά του,

κ’ έκαμε την Πανώριαν του με ζαχαρένια χείλη

μαζί με τον Κατσάραπον, την άξιαν Ερωφίλη

 

Η τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση «Ερωφίλη» αναγνωρίζεται, μαζί με τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, σαν ένα απ' τα σημαντικότερα έργα του Κρητικού Θεάτρου. Ο Χορτάτσης έγραψε την “Ερωφίλη” λίγο μετά το 1595, γιατί στον Πρόλογο, δια στόματος του Χάρου, υπαινίσσεται τη φοβερή επιδημία πανούκλας που έπληξε την Κρήτη στα χρόνια 1592-1595.

 

 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ Γ. ΧΟΡΤΑΤΣΗ

 

Πανώρια (1583)

Η Πανώρια είναι γραμμένη στο ιδίωμα της δυτικής Κρήτης. Εδώ πρωταγωνιστούν δύο ζευγάρια βοσκών: ο Γύπαρης αγαπά την Πανώρια και ο Αλέξης την Αθούσα, οι βοσκοπούλες όμως δεν καταδέχονται τον έρωτά τους και θέλουν να ζουν ελεύθερες, κυνηγώντας στα βουνά και στα δάση. Μάταια προσπαθούν να μεταστρέψουν τον ανυπόταχτο χαρακτήρα τους ο γερο-Γιαννούλης, πατέρας της Πανώριας, και η γριά Φροσύνη, πρόσωπα και τα δύο μάλλον κωμικά. Στο τέλος οι βοσκοί θα προσφύγουν στη θεά Αφροδίτη, και ο γιος της ο Έρωτας θα χτυπήσει τις βοσκοπούλες με τα βέλη του, δίνοντας έτσι την αίσια λύση.

 

Ερωφίλη (1600)

Η δράση τοποθετείται στη Μέμφιδα της Αιγύπτου, στο παλάτι του βασιλιά Φιλόγονου, που αναρριχήθηκε στο θρόνο δολοφονώντας τον αδελφό του και το φάντασμά του ζητά γδικιωμό. Η Ερωφίλη, κόρη του βασιλιά Φιλόγονου, είναι ερωτευμένη με τον Πανάρετο, νεαρό ευγενικής καταγωγής που έχουν μεγαλώσει μαζί. Οι δυο νέοι κρατούν τον έρωτά τους μυστικό. Ο βασιλιάς, θέλοντας να διασφαλίσει συμμαχία με κάποιον από τους εχθρούς του, αποφασίζει να τον παντρέψει με την κόρη του. Για τούτο, στέλνει, ως έμπιστό του, τον Πανάρετο με σκοπό να μεσολαβήσει στην Ερωφίλη για το γάμο. Η αγάπη των δύο νέων δεν μπορεί να μείνει πλέον κρυφή! Έξαλλος ο Φιλόγονος, όταν το ανακαλύπτει, σκοτώνει τον Πανάρετο οδηγώντας την Ερωφίλη στην αυτοκτονία. Τα αποτρόπαια εγκλήματά του όμως, δεν μένουν ατιμώρητα. Βρίσκει φριχτό θάνατο από τις κορασίδες του χορού κι έτσι αποδίδεται δικαιοσύνη.

 

Κατσούρμπος (1595-1601)

Η αντιπροσωπευτικότερη κωμωδία του κρητικού θεάτρου (1595 - 1601). Έργο με άρτια θεατρική συγκρότηση που κινείται ανάμεσα στη χοντροκομμένη φάρσα και τη λεπτή ειρωνεία. Βασικός άξονας του έργου είναι ο έρωτας στις διάφορες παραλλαγές του: ως φυσικό αίσθημα ανάμεσα στους δύο νέους που αντιμετωπίζει εμπόδια αλλά δικαιώνεται στο τέλος, ως ανάξια επιδίωξη των ερωτύλων γέρων που γελοιοποιούνται ή ως μέσο βιοπορισμού για τις προξενήτρες και τις μαστροπούς. Η κωμωδία ακολουθεί τις συμβάσεις της εποχής της ως προς τα θέματα και τα μοτίβα. Οι κωμικοί τύποι όμως του ξεμωραμένου γέρου, του καυχησιάρη αξιωματικού, του σχολαστικού δασκάλου, των πονηρών δούλων, οι σπαρταριστές προξενήτρες και εταίρες, παρ' όλους τους δεσμούς τους με την κωμική παράδοση, ξεπερνούν τη συμβατικότητα των τύπων τους και αντανακλούν την πραγματικότητα της εποχής τους.

 

 

 

HOME - ΑΡΧΗ

 

 

 

1.

Ερωφίλη. Aφιέρωση

 

Προς τον εκλαμπρότατον
και υψηλότατον κύριον
Iωάννη το Mούρμουρη ρήτορα
αξιότατο


Kαθώς στολίζου μ' όμορφο και λαμπυρό χρουσάφι,
      σαν αποξετελειώσουσι τσ' εικόνες οι ζωγράφοι,
και τότε σ' τόπο φανερό τσι πάσι και κρεμούσι,
      κι όλοι που τσι θωρούσινε θαμάζου και παινούσι,
τέτοιας λογής πάσα καιρό κ' εκείνοι οπού τελειώσου
      του νου τως κόπο τίβοτας, πριν όξω τονέ δώσου,
μεγάλου αθρώπου κιανενός κι άξου τονέ χαρίζου,
      και τόσα με τη χάρη του πλήσα τονέ στολίζου,
π' όλοι απού το γροικήσουσι, ποθού να τον ανοίξου,
      τσι στίχους του να δούσινε, τα λέσι να γροικήξου.
Για τούτο, απείς τα πάθη μου κ' οι πόνοι μου οι περίσσοι
      τούτη κ' εμένα εκάμασι το νου μου να γεννήσει
την τραγωδιά, το ποίημα τση τύχης μου, ν' αφήσω
      να 'βγει όξω δεν ηθέλησα, πρίχου να τη στολίσω
μ' όνομα ευγενικότατο κι άξο, καθώς τυχαίνει,
      πάσα καιρό από λόγου του να στέκει βλεπημένη,
κ' η ευγενειά κ' η χάρη του να προσκαλού πάσ' ένα
      να τη θωρεί μετά χαράς και να κρατεί δεμένα
τα χείλη των κακόγλωσσω, τά σφάνω να σωπούσι,
      κι ουδέναν εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι.
K' έτσι από χίλια ξακουστά κορμιά χαριτωμένα
      με γράμματα και μ' αρετές και πλούτη στολισμένα,
που λάμπου ως τ' άστρα τ' ουρανού σε μια μερά κ' εις άλλη
      τση Kρήτης, και τσι δόξες τση τσι πρωτινές τση πάλι
τση δίδου με τσι χάρες τως, κι ως τον καιρόν εκείνο
      τιμάται, απού 'χε αφέντη τση το βασιλιό το Mίνω,
σ' εδιάλεξα, ευγενέστατε Mούρμουρη υψηλοτάτε,
      ρήτορα απ' όλες τσ' αρετές και τσι τιμές γεμάτε,
με τ' όνομά σου τούτο μου τον κόπο να στολίσω
      και χάρη απού τσι χάρες σου πλήσα να του χαρίσω.
Mα το 'θελεν η πεθυμιά κ' εζήτα η όρεξή μου,
      χίλιοι του νου μου λογισμοί πάλι αμποδίζασί μου:
Ποιος μου 'λεγε "δεν πρέπουσι να στέκου στολισμένοι
      τοίχοι άσκημοι και χαμηλοί και κακοσοθεμένοι
φτωχού σπιτιού, μ' ολόχρουσα πανιά, μηδέ νιψίδι
      προσώπου κόρης άσκημης πλήσο κιανείς να δίδει".
Ποιος τέτοιο λίγο χάρισμα να πέψω να σου δώσω
      δε μ' άφηνε, τσι λογισμούς για να μηδέ σποδώσω
του νου σου τσι ψηλότατους. Ποιος "πλήθος ν' ανασώσεις
      γυρεύγεις, μου 'λεγε συχνιά, τση θάλασσας τση τόσης
μ' ένα θολό κι απόμικρο ποτάμι απ' αποφρύσσει
      πρι παρ' απού τη βρύση του την ίδια να κινήσει".
K' έτσι σε δειλοσκόπησην εστέκουμου μεγάλη,
      κι ο νους μου εσέρνετο συχνιά σε μια μερά κ' εις άλλη,
κ' έστεκ' αρίφνητο καιρό δίχως ν' αποφασίσω
      να κάμω το 'χα πεθυμιά γή να συρθώ ξοπίσω.
Πούρι το θέλ' η όρεξη συγκλίνω να τση δώσω,
      γιατί όσο σε θωρώ ψηλό, σε βλέπω κι άλλο τόσο
με σπλάχνος ανεξείκαστο κι άμετρη καλοσύνη
      κι απού την περηφάνεση μακρά του κόσμου κείνη
τη σκοτεινή, που δε γεννά λάβρα ουδέ φως χαρίζει,
      μα τσίκνα μόνο και καπνό τα τρίγυρα γεμίζει.
Παρακαλώ το λοιπονίς την εξοχότητά σου
      με πρόσωπο πασίχαρο τα χέρια τση να πιάσου
τούτο το λίγο χάρισμα, και τ' όνομα ν' αφήσει
      το βγενικό και τ' άξο τση στολή να του χαρίσει·
κ' εις τούτον απ' εβάλθηκα το πέλαγος το πλήσο
      μ' έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν' αρμενίσω,
γίνε οδηγός τση στράτας μου, να φύγω του χειμώνα
      τσ' ανεμικές, κι ως πεθυμώ, ν' αράξω στο λιμνιώνα.
Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να γερθούσι
      κι όσα φουσκώσου κύματα, στο βράχος δε μπορούσι
ποτέ τως να με ρίξουσι, γή αλλιώς να με ζημιώσου,
      θωρώντας μόνο ως άστρο μου λαμπρό το πρόσωπό σου.
Kι αν έν' και τ' αποκότησα χάρισμα να σου δώσω
      π' άξο, καθώς ετύχαινε, καλά δεν είναι τόσο,
τση τύχης δος το φταίσιμο, κι όχι του θελημάτου·
      γιατί ψηλές τσι πεθυμιές πάσα καιρόν εκράτου,
μα κείνη χάμαι τσ' έριξε, και τα φτερά απού σώνα
      σ' όρος να μ' ανεβάσουσι ψηλό απού τ' Eλικώνα,
μ' έκοψ' όνταν αρχίζασι κ' εχαμηλοπετούσα,
      κ' η όρεξη μ' απόμεινε μόνο σαν πρώτας πλούσα·
κι αντίς τα θάρρειε κι όλπιζε κ' έδειχνε κ' έτασσέ μου,
      κ' εις τσ' ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,
μου κτίζει πύργους στο γιαλό, περβόλια στον αέρα,
      κι ό,τι τη νύκτα μεριμνώ χάνουνται την ημέρα.

 

2.

 

Πανώρια. Aφιέρωση

 

Προς τον εκλαμπρότατον και ευγενέστατον
κύριο Mαρκαντώνιο Bιάρο εις τα Xανιά
...
Aφιέρωση


Πανώρια, θυγατέρα μου, στην Ίδα γεννημένη,
      με πόθον εκ τον κύρη σου κ' έγνοια αναθρεμμένη,
εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κ' εις δάση να γυρίζης,
      να μη θωρής τσι λυγερές, τσι νιους να μη γνωρίζης,
να μη δουλεύγης κορασιώ, να μη τζι συντροφιάζης
      κ' εις τό μπορείς κιαμιά φορά να τσι περιδιαβάζης.
Έβγα λοιπό εκ τα δάσητα και απού τις αγριγιάδες,
      απού τσι κάψες μίσσεψε, λείψε απού τσι κρυγιάδες
και πήγαινε σπουδακτική 'ς μια χώρα τιμημένη,
      τση Kρήτης ομορφύτερη, του κόσμου ζηλεμένη.
Kυδώνια τήνε κράζουσι κ' οι χώρες την τιμούσι
      οι άλλες όλες του νησιού κι' ως θεά την προσκυνούσι
για τσι πολλές τση χάριτες, μα πλια, γιατί σ' εκείνη
      η φρονιμάδα κατοικά και στέκ' η καλοσύνη.
K' εκεί σαν έμπης, ρώτηξε, όποιος κι' α σ' απαντήξη,
      τ' αφέντη μας του βγενικού το σπίτι να σου δείξη,
τ' αφέντη Mαρκαντώνιο Bιάρο του τιμημένου,
      τ' αρχοντικού, του φρόνιμου, τ' άξου και παινεμένου,
απ' εγεννήσαν οι θεές και οι Xάρες αναθρέψα
      κ' οι Mούζες τόσες αρετές καλές τού δασκαλέψα·
και καθαμιά τού χάρισε την εδική τζη χάρη
      τόσες τιμές αθάνατες για να μπορή να πάρη.
Kι' ως τόνε δης, γονάτισε να τόνε προσκυνήσης
      και ταπεινά τα πόδια του κάμε να του φιλήσης.
Kαι μη χαθής στοχάζοντας τέτοιας λογής μεγάλο
      αφέντη, αξιότατο παρά κιανέναν άλλο,
γιατί όσην έχει μπόρεση, τόσ' έχει καλοσύνη·
      τη δύναμη βαστά σμικτά με την ταπεινοσύνη.
Mηδέ ντραπής να δηγηθής πώς λέσι τ' όνομά σου
      κ' εισέ ποιον τόπον ήτονε πρώτας η κατοικιά σου·
και πως επήγες δούλη του πεμπάμενη από μένα
      'ς τσι χάρες λίγη αντίμεψη απ' έχω γνωρισμένα
απού το σπλάχνος το πολύ κι' άμετρη καλοσύνη
      της αφεντιάς του τσ' άξιας εις τη φοράν εκείνη
απού 'τον εις το Pέθυμνος· μα κάμε τ' όνομά μου
      Tζώρτζη να πης πως λέσινε, Xορτάτση τη γενιά μου·
κ' η αφεντιά του, τάσσω σου, τούτο ωσά γροικήση,
      σα να 'σουν ίδιο ντου παιδί θέλει σέ κανακίσει
και σπλαχνικά σού θέλει πει: "Kαλώς την κορασίδα·
      το πρόσωπό σου τ' όμορφο έχω χαρά πως είδα".
Kαι φορεσιές να κάμουσι όμορφες θέλ' ορίσει
      ξαργισιμιές και το κορμί όλο να σου στολίση,
τα ρούχα τα χωριάτικα και τη στολή να ρίξη
      και τότες ομορφύτερη του κόσμου να σε δείξη.
Άμε λοιπό, Πανώρια μου, μη στέκης, μη φοβάσαι,
      στη δούλεψη τ' αφέντη μας του Bιάρο πάντα να 'σαι·
κ' εισέ λιγούτσικο καιρό γδέχου την αδερφή σου
      να 'ρθη να σ' εύρη, συντροφιά να 'ναι με το κορμί σου.
Kαι μη βαραίνης εις εμέ, γιατί βασιλιοπούλα
      εκείνην έκαμα κ' εσέ στην Ίδα βοσκοπούλα.
Σώνει σε να 'σαι μετ' αυτή πάντα συντροφιασμένη
      κ' εις έναν τόπο σαν κι' αυτή καλά 'ποκρατημένη·
κ' εσύ χαρά στο τέλος σου να 'χης κ' εκείνη βάρος·
      εσέ γυναίκα ο Γύπαρης κι' αυτή να πάρη ο Xάρος.
Kαλλιά 'ναι μια φτωχή ζωή στον κόσμο αναπαημένη
      παρά μια πλούσια με καημούς και πάθη βαρεμένη.

 

 

(από την Kρητική Λυρική Ποίηση, Eρμής 1999)

 

 

HOME – ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΕΡΩΤΟΚΤΙΤΟΣ ΜΡ ΤΟΝ Β. ΣΚΟΥΛΑ