|
|
|
|
|
|
|
Κορνάρος Bιτσέντζος |
|
|
|
(Η εικόνα είναι από
χειρόγραφο του Ερωτοκριτου το 1710) ΑΠΟΣΠΑΣΙΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ Είναι μεσάνυκτα, ο Ρωτόκριτος συναντά
την αγαπημένη του Αρετούσα στο παράθυρό
της και με αναστεναγμούς της εξιστορεί την εξορία του από τον βασιλιά πατέρα
της _ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ: Τα ‘μαθες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα; ο
Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα; Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου, Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ
μου, |
|
_ΑΡΕΤΟΥΣΑ: "Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν
εβαστούσαν, _ ΠOIHTHΣ _ APETOYΣA "Nένα, γρίκησε, και μαρτυριά να δώσεις, |
|
Μονομαχία Ερωτόκριτου –
Αρίστου, από το Ρουμάνικο εικονογραφημένο χειρόγραφο του Λογοθέτη Πετράτζε,
1878 |
|
ΣΧΟΛΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ & Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ |
|
|
1. ΟΙ ΣΧΟΛΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Οι κυριότερες Σχολές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
είναι οι εξής: 1) Κρητική Σχολή Οι Κρητικοί έχουν να επιδείξουν αξιόλογα
λογοτεχνικά έργα από πολύ παλιά, αλλά τα πιο σημαντικά γράφτηκαν επί εποχής
Βενετών (1211 - 1669) και γι’ αυτό όταν λέμε «Κρητική σχολή» εννοούμε την ως
άνω περίοδο (περίοδος ακμής 1610 - 1669). Οι Κρητικοί, την εποχή που η ηπειρωτική Ελλάδα
στέναζε κάτω από τον τούρκικο ζυγό (1610 - 1669), ζώντας κάτω από την
κυριαρχία των Ενετών, που τους είχαν επιτρέψει να διατηρήσουν τη γλώσσα τους,
γνώρισαν σχετικά κάποια ελευθερία. Έτσι στην Κρήτη τα χρόνια αυτά αναπτύχθηκε
αξιόλογη λογοτεχνία. Έργα της εποχής αυτής είναι « Ο Ερωτόκριτος» του Β.
Κορνάρου, «Η Θυσία του Αβραάμ» Β. Κορνάρου, «Η Ερωφίλη», «Η βοσκοπούλα» «Ο
Γύπαρης»του Χορτάτση κ.α. Η Ιταλική λογοτεχνία και γλώσσα επέδρασαν στη
διαμόρφωση της κρητικής λογοτεχνίας και γλώσσας. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται
είναι γνήσια δημοτική λαλιά και μελωδική. Οι στίχοι είναι δεκαπεντασύλλαβοι.
Για την Κρητική διάλεκτο πιστεύουν πως θα γινόταν βάση της σημερινής μας
γλώσσας αν δεν υποδουλώνονταν η Κρήτη στους Τούρκους. Τελικά η Κρητική
λογοτεχνία έχει βαθιά ελληνικό χαρακτήρα παρά τις ξένες επιδράσεις που έχει
δεχτεί. 2) Η Σχολή των Ιωαννίνων Η σχολή αυτή πήρε την ονομασία της από τα
Ιωάννινα, τα οποία επί εποχής Αλί Πασά ανάπτυξαν αξιόλογη πνευματική κίνηση
με επικεφαλής τον Α. Ψαλίδα. Στη σχολή αυτή ανήκουν: A. Χριστόπουλος, Ι. Βηλαράς, Ρ. Φεραίος κ.α. Κύριο χαρακτηριστικό τους η χρήση της δημοτικής. 3) Η Επτανησιακή Σχολή Στα Επτάνησα, εξαιτίας του ότι δεν υποτάχθηκαν
στους Τούρκους, αλλά έμειναν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, αναπτύχθηκε
εκεί μεγάλη πνευματική κίνηση και δημιουργήθηκε το σπουδαιότερο πνευματικό
κέντρο της Ελλάδας. Κυριότερος εκπρόσωπος της σχολής αυτής είναι ο Διονύσιος
Σολωμός. Στη σχολή αυτή ανήκουν επίσης οι: I. Τυπάλδος, Γ. Τερτσέτης, Λ. Μαβίλης, Ι. Πολυλάς, Α. Κάλβος, Α.
Βαλαωρίτης κ.α. 4) Η παλιά Αθηναϊκή Σχολή ή Ρομαντική Η Σχολή αυτή αναπτύχθηκε στην Αθήνα κατά τον 19ο
αι., όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, από τους Φαναριώτες
λόγιους που συγκεντρώθηκαν εκεί και οι οποίοι συνέχισαν τη λόγια παράδοση σ’
όλους τους τομείς της πνευματικής κίνησης.
Κυριότεροι εκπρόσωποί της είναι: Α. Ραγκαβής, Π. Σούτσος, Δ. Παπαρηγόπουλος, Γ. & Α.
Παράσχος κ.α. Είναι επηρεασμένοι από το γαλλικό ρομαντισμό και
γράφουν συνήθως στην καθαρεύουσα. Γ. Βιζυηνός, Α. Προβελέγγιος, Γ. Ζαλοκώστας και Δ.
Βικέλας ανήκουν στη μεταβατική εποχή της Παλαιάς και της Νέας Αθηναϊκής
Σχολής. 5) Η Νέα Αθηναϊκή (ή Παλαμική) Σχολή Δημιουργός της Σχολής αυτής είναι: ο Κ. Παλαμάς με
τους Ν. Καμπά και Γ. Δροσίνη. Η Σχολή αυτή κηρύσσει την επιστροφή στη γνήσια
λαϊκή παράδοση, στη δημοτική γλώσσα και σε όλα εκείνα τα στοιχεία που είχε
περιφρονήσει η Ρομαντική Σχολή. Η τεχνοτροπία της είναι κυρίως νατουραλιστική.
Κυριότεροι άλλοι εκπρόσωποί της είναι: α) Η πρώτη Παλαμική γενιά: Ι. Πολέμης, Α. Μαβίλης,
Α. Μαλακάσης, Κ. Κρυστάλλης κ.α. β) Η δεύτερη Παλαμική γενιά: Α. Σικελιανός, Ν.
Καζαντζάκης, Α. Παπαδιαμάντης, Α. Καρκαβίτσας, Ι. Κονδυλάκης, Γ. Ψυχάρης, Γ.
Ξενόπουλος κ.α. Τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή συμπληρώνουν: 1. Η Σχολή της
τέχνης (1895 - 1912) που στην αρχή ακολουθεί την Παρνασσιακή και ύστερα τη συμβολιστική
τεχνοκρατία: Ι. Γρυπάρης, Κ. Χατζόπουλος, Μ. Μαλακάσης, Λ. Πορφύρας, Ζ. Παπαντωνίου,
Π. Νιρβάνας κ.α. 2. Η Σχολή του
Νουμά, που καλλιεργεί με φανατισμό το δημοτικισμό: Ρ. Γκόλφης, Κ. Καρθαίος,
Π. Βλαστός κ.α. 3. Οι οπαδοί του
συρρεαλισμού, με κυριότερο εκπρόσωπο τον
Ο. Ελύτη 4. Η Μοντέρνα
Σχολή, με κυριότερο εκπρόσωπο το Γ. Σεφέρη 6)
Λογοτεχνικές σχολές απόδημου Ελληνισμού 1. Η Αλεξανδρινή
Σχολή, με κέντρο την Αλεξάνδρεια: K. Καβάφη, Π.
Γνευτό κ.α. 2. Η Κυπριακή
Σχολή: B. Μιχαηλίδη, Θ. Λυπέρτη, Λ. Παυλίδη,
Τεύκρο Ανθία, Π. Κριναίο κ.α. 3. Η Αγγλική
Σχολή: A. Eφταλιώτη, Α. Πάλλη, Π. Βλαστός κ.α. 2. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ
ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ο Βιτσέντζος
Κορνάρος έζησε στο τέλος του 16ου αιώνα και στις αρχές του 17ου. Στην Κρήτη,
την εποχή κατά την οποία είχε υποδουλωθεί από τους Βενετούς. Ήταν ο
μικρότερος από τους πέντε γιους του
Ιακώβου Κορνάρου. Γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1553 στη Σητεία
Κρήτης. Η γυναίκα του, η Μαριέτα Zeno, ήταν από παλιά οικογένεια με μεγάλη
κτηματική περιουσία. Μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Κατερούτσα και την
Ελένετα. Πέθανε, σε ηλικία περίπου 58
-60 ετών, στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) μετά τις 12 Αυγούστου του 1613 και
θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου.
Ο ποιητής
Βιτσέντζος Κορνάρος έγραψε τα έργα "Ερωτόκριτος" και "Θυσία
του Αβραάμ". Στα δύο ποιήματα
αυτά ο Κορνάρος, όπως λέγεται από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, με μια
σπάνια δύναμη κατόρθωσε να μετουσιώσει τα πρότυπα τους σε δραματικά έργα με
μία άψογη τεχνική, μία ανώτερη ποιητική πνοή και με τέλεια ψυχογραφημένους
χαρακτήρες. Ο
ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
Μορφικά
το ποίημα του "Ερωτόκριτου"
ανήκει στην κατηγορία του έπους με έκδηλο τον ερωτικό χαρακτήρα συνδυασμένο κατά
συνήθεια της εποχής με το ρομαντικό στοιχείο. Το μακρό αυτό αφηγηματικό
ποίημα εκτείνεται σε δέκα χιλιάδες σχεδόν δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Ο βαθύς
λυρισμός, η ζωντανή γλώσσα, η δύναμη της περιγραφής, η αδρή σκιαγράφηση των
ηρώων, η έξοχη διαγραφή των ψυχολογικών καταστάσεων, η κλιμάκωση των δραματικών
συγκρούσεων μαζί με την έντονη παρουσία του φυσιολατρικού στοιχείου
προσδίδουν στο έργο το χαρακτήρα μεγαλόπνοης επικής σύνθεσης. Η πρώτη έκδοση
του έργου Ερωτόκριτος έγινε στην Βενετία τον 17ο αιώνα. Από τότε γνώρισε
τεράστια διάδοση και αγαπήθηκε από το λαό τόσο, ώστε μέχρι πριν λίγα χρόνια
ακόμα, λαϊκοί ραψωδοί )λυράριδες και βιολάτορες) ήξεραν απέξω - από προφορική
παράδοση - μεγάλα αποσπάσματα που συνήθιζαν να τα απαγγέλλουν, συνήθως σε
πανηγύρια και φιλικές συγκεντρώσεις. Το
ποίημα έχει ερωτικό χαρακτήρα. Περιγράφει τον έρωτα της πριγκίπισσας Αρετούσας,
κόρη του βασιλιά της Αθήνας, και του Ερωτόκριτου, ψυχογιού του βασιλιά, έναν
έρωτα κοινωνικά απαγορευμένο. Ο βασιλιάς ανακαλύπτει το ρομάντζο και διώχνει
τον Ερωτόκριτο στα ξένα. Παρά ταύτα ο Ερωτόκριος αγνώριστος σπεύδει να
βοηθήσει το βασιλιά σε κάποιο δύσκολο πόλεμο. Ο Ερωτόκριτος, το όμορφο και αντρειωμένο
παλικάρι, στο τέλος κατορθώνει με την παλικαριά του να ενωθεί με την
Αρετούσα. Η
ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ Το
ποίημα είναι δεκαπεντασύλλαβο και έχει πρότυπο την τραγωδία του πατέρα Ισαάκ.
Ο Θεός λέει στον Ισαάκ ότι πρέπει να θυσιαστεί ο Αβραάμ. Μόλις το ακούει αυτό
ο Ισαάκ στεναχωριέται πάρα πολύ, όμως δεν μπορεί να μην τηρήσει αυτήν την
θεϊκή εντολή. Ο πατέρας δεν το λέει στον γιο του, όμως αυτός υποψιάζεται κάτι
με τα κλάματα της μητέρας του. Στο τέλος γίνεται η θυσία αλλά στη θέση του
παιδιού θυσιάζεται ένα αρνί.
3. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΡΤΑΤΣΗΣ Ο ποιητής
Γεώργιος (Τζώρτζης) Χορτάτσης (“Τζώρτζη να πεις πως λέσινε, Χορτάτση τη γενιά
μου”) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στα μέσα του 16ου αιώνα και πέθανε μετά το 1605.
Ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιάλης στη “Φιλονικία του Χάνδακος και Ρεθέμνου” (1681)
συγκαταλέγει και τον Γεώργιο Χορτάτση μεταξύ των εκλεκτών συμπατριωτών του
που λάμπρυναν το Ρέθυμνο στα χρόνια της ελευθερίας και απαριθμεί τρία έμμετρα
έργα του, όσα γνωρίζουμε και εμείς σήμερα: την ποιμενική κωμωδία “Πανώρια” (ή
“Γύπαρης”), την κωμωδία “Κατσάραπος” (ή “Κατσούρμπος”) και την τραγωδία
“Ερωφίλη”. Ένα
παιδί μου παλαιόν οπού ’θελα γεννήσει, κ’
εκείνο με πολλήν τιμήν ήθελε με στολίσει, Γεώργιον
Χορτάκιον έκραζαν τ’ όνομά του κ’
οι στίχοι του φημίζουνται και τα ποιήματά του, κ’
έκαμε την Πανώριαν του με ζαχαρένια χείλη μαζί
με τον Κατσάραπον, την άξιαν Ερωφίλη Η
τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση «Ερωφίλη» αναγνωρίζεται, μαζί με τον «Ερωτόκριτο»
του Βιτσέντζου Κορνάρου, σαν ένα απ' τα σημαντικότερα έργα του Κρητικού
Θεάτρου. Ο Χορτάτσης έγραψε την “Ερωφίλη” λίγο μετά το 1595, γιατί στον
Πρόλογο, δια στόματος του Χάρου, υπαινίσσεται τη φοβερή επιδημία πανούκλας
που έπληξε την Κρήτη στα χρόνια 1592-1595. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ Γ. ΧΟΡΤΑΤΣΗ Πανώρια
(1583) Η
Πανώρια είναι γραμμένη στο ιδίωμα της δυτικής Κρήτης. Εδώ πρωταγωνιστούν δύο
ζευγάρια βοσκών: ο Γύπαρης αγαπά την Πανώρια και ο Αλέξης την Αθούσα, οι
βοσκοπούλες όμως δεν καταδέχονται τον έρωτά τους και θέλουν να ζουν
ελεύθερες, κυνηγώντας στα βουνά και στα δάση. Μάταια προσπαθούν να μεταστρέψουν
τον ανυπόταχτο χαρακτήρα τους ο γερο-Γιαννούλης, πατέρας της Πανώριας, και η
γριά Φροσύνη, πρόσωπα και τα δύο μάλλον κωμικά. Στο τέλος οι βοσκοί θα
προσφύγουν στη θεά Αφροδίτη, και ο γιος της ο Έρωτας θα χτυπήσει τις
βοσκοπούλες με τα βέλη του, δίνοντας έτσι την αίσια λύση. Ερωφίλη
(1600) Η
δράση τοποθετείται στη Μέμφιδα της Αιγύπτου, στο παλάτι του βασιλιά Φιλόγονου,
που αναρριχήθηκε στο θρόνο δολοφονώντας τον αδελφό του και το φάντασμά του
ζητά γδικιωμό. Η Ερωφίλη, κόρη του βασιλιά Φιλόγονου, είναι ερωτευμένη με τον
Πανάρετο, νεαρό ευγενικής καταγωγής που έχουν μεγαλώσει μαζί. Οι δυο νέοι
κρατούν τον έρωτά τους μυστικό. Ο βασιλιάς, θέλοντας να διασφαλίσει συμμαχία
με κάποιον από τους εχθρούς του, αποφασίζει να τον παντρέψει με την κόρη του.
Για τούτο, στέλνει, ως έμπιστό του, τον Πανάρετο με σκοπό να μεσολαβήσει στην
Ερωφίλη για το γάμο. Η αγάπη των δύο νέων δεν μπορεί να μείνει πλέον κρυφή!
Έξαλλος ο Φιλόγονος, όταν το ανακαλύπτει, σκοτώνει τον Πανάρετο οδηγώντας την
Ερωφίλη στην αυτοκτονία. Τα αποτρόπαια εγκλήματά του όμως, δεν μένουν
ατιμώρητα. Βρίσκει φριχτό θάνατο από τις κορασίδες του χορού κι έτσι
αποδίδεται δικαιοσύνη. Κατσούρμπος
(1595-1601) Η
αντιπροσωπευτικότερη κωμωδία του κρητικού θεάτρου (1595 - 1601). Έργο με
άρτια θεατρική συγκρότηση που κινείται ανάμεσα στη χοντροκομμένη φάρσα και τη
λεπτή ειρωνεία. Βασικός άξονας του έργου είναι ο έρωτας στις διάφορες παραλλαγές
του: ως φυσικό αίσθημα ανάμεσα στους δύο νέους που αντιμετωπίζει εμπόδια αλλά
δικαιώνεται στο τέλος, ως ανάξια επιδίωξη των ερωτύλων γέρων που γελοιοποιούνται
ή ως μέσο βιοπορισμού για τις προξενήτρες και τις μαστροπούς. Η κωμωδία
ακολουθεί τις συμβάσεις της εποχής της ως προς τα θέματα και τα μοτίβα. Οι κωμικοί
τύποι όμως του ξεμωραμένου γέρου, του καυχησιάρη αξιωματικού, του σχολαστικού
δασκάλου, των πονηρών δούλων, οι σπαρταριστές προξενήτρες και εταίρες, παρ'
όλους τους δεσμούς τους με την κωμική παράδοση, ξεπερνούν τη συμβατικότητα
των τύπων τους και αντανακλούν την πραγματικότητα της εποχής τους.
|
|
1. |
Προς
τον εκλαμπρότατον |
|
2. |
Προς τον εκλαμπρότατον και ευγενέστατον |
|
|
(από την Kρητική
Λυρική Ποίηση, Eρμής 1999) |