ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ (ΜΑΚΗΣ)

Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ

 

 

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

ΦΟΡΕΣΙΕΣ

12715756_10205075844808146_6645777912943197714_n

 

 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Η ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΤΤΙΚΗΣ 2016

 

 

 

 

 

 

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

==================

ΤΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ (ΜΑΚΗ) ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

(Επίτιμου Δ/ντη Υπ. Πολιτισμού, τ. Γραμματέα Παγκρητίου Ενώσεως,

Προέδρου Κρητών και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής)

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Περιεχόμενα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. 2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο : 3

ΟΙ ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ. 4

ΚΡΗΤΙΚΕΣ  ΦΟΡΕΣΙΕΣ. 4

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΑΝΔΡΙΚΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ. 4

2. Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ (Γ)ΚΙΛΟΤΑΣ ή ΚΥΛΟΤΤΑΣ. 4

3. Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΚΑΣ. 11

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο : 23

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ. 23

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ. 23

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ. 23

2. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΦΟΥΣΤΑ ΚΛΠ. 24

3. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΣΑΚΟΦ(Ο)ΥΣΤΑΝΟ.. 24

4. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΒΡΑΚΑ ΚΑΙ ΣΑΡΤΖΑ ή ΚΟΥΔΑ ΚΛΠ (ΤΟΥΡΚΟΕΝΕΤΙΚΗ) 26

5. ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ. 32

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο : 35

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΣ. 35

1. TO ΨΕΥΔΟΣ OTI OI ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΗΣΑΝ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ. 35

2. ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ ΜΕ ΒΡΆΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΓΕΡΙΑ ή ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΖΟΥΑΒΟΥΣ. 37

3.  ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΣΤΟΛΗΣ ΤΩΝ ΒΡΑΚΟΦΟΡΩΝ ΕΥΖΩΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΒΑΣΗΔΕΣ  39

4.  Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ. 40

5. Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΠΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ. 60

6. ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΜΑ ΣΤΙΣ ΑΝΑΣΥΡΙΔΕΣ Ή ΒΡΆΚΕΣ Ή  ΣΑΛ(Α)ΒΑΡΙΑ  ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΣΤΑ: ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ, ΚΟΛΑΝ, ΓΚΙΛΟΤΑ. 63

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο : 70

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ. 70

ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ. 70

1. ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΡΗΤΩΝ. 70

2. Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ. 73

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο : 76

ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ, ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΚΛΠ. 76

ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ. 76

1. ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ: ΜΑΝΤΗΛΙ, ΦΕΣΙ, ΦΑΡΙΟ, ΣΑΡΙΚΙ ΚΛΠ. 76

2. ΤΑ  ΚΡΗΤΙΚΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ: ΤΑ ΣΤΙΒΑΝΙΑ ή ΜΠΟΤΕΣ ΚΛΠ. 85

3. Η ΚΑΤΣΟΥΝΑ Ή ΒΕΡΓΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΡΓΙΑ (ΣΑΚΟΥΛΙ) 89

4. ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΜΑΧΑΙΡΙ 89

5. ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΥΡΟΠΟΥΚΑΜΙΣΑΔΕΣ. 92

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 95

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: 95

 

 

 

 

 

ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΡΗΤΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ ΚΡΗΤΗΣ

ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

 

 

ΜΕΛΗ Δ.Σ.: Κρασανάκης  Αδαμάντιος – Μάκης (Πρόεδρος),  Θεοδωράκη Αικατερίνη (ΑντιΠρόεδρος), Χριστοφοράτου Δήμητρα (Γ. Γραμματέας), Νικολουδάκης Γιάννης (Ταμίας), Στρατάκη Αγγελική (Κοσμήτορας), Καλλονάκης Εμμ (Υπεύθυνος Χορευτικού), Ξυρουχάκη Ελευθερία, Κουρή Γιάννα, Παλιούρας Ευάγγελος.

ΜΕΛΗ Ε.Ε.: Μάνος Χουρδάκης, Βαρδουλάκης Μιχάλης, Γεωργίου Δημήτριος.

 

 

12715756_10205075844808146_6645777912943197714_n

 

Χορευτικό τμήμα Συλλόγου Κρητών και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής Αττικής, 2016: Ο Αδαμάντιος (Μάκης) Κρασανάκης (Πρόεδρος Δ.Σ.), η Δήμητρα Χριστοφοράτου (Γραμματέας Δ.Σ. και οι χορευτές: Χρ. Βλαχόπουλος, Απ. Κατσόρχης, Γιώργος Λατζουράκης, Δημ. Κουκουνιάς, Χρύσα Μουσούρη, Μαντώ Καλλονάκη, Βάσω Πολλάκη, Ν, Καράλης, Ελένη Καράλη, Μαρίτα Μουσιούτη, Ζωή Καραπασιάδου, Εύη Καραπσιά, Χρ. Καφρομάνη, Δήμ. Καφρομάνη, Κ. Μαραγκουδάκης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο :

ΟΙ ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ

ΚΡΗΤΙΚΕΣ  ΦΟΡΕΣΙΕΣ

 

 

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΑΝΔΡΙΚΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ

 

Στην Κρήτη δεν υπάρχει μια μόνο ανδρική παραδοσιακή φορεσιά για τους άνδρες, αλλά  δυο, αυτή με την κυλόττα ή κρητικά (γ)κιλότα  και αυτή με τη βράκα, που η κάθε μία από αυτές έχει τα δικά της πρότυπα, τη δική της ιστορία και το δικό της  κουστούμι, δηλαδή  σύνολο επί μέρους ενδυμάτων. 

 

2. Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ (Γ)ΚΙΛΟΤΑΣ ή ΚΥΛΟΤΤΑΣ

 

Α. ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΛΟΤΤΑΣ

Η κρητική παραδοσιακή φορεσιά της κυλόττας ή κρητικά (γ)κιλότας προήλθε από αυτή που φορούσαν οι Κρήτες αντιστασιακοί κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης 1941-44  και της οποίας το  κουστούμι έχει καθιερωθεί, για τους λόγους που θα δούμε πιο κάτω, να αποτελείται  από τα εξής συγκεκριμένα επιμέρους ενδύματα:

1) Την μπεζ χαρακτηριστική κυλόττα ή κρητικά (γ)κιλότα, η οποία  φτιάχνεται από ειδικό μάλλινο ύφασμα.

2) Τα μαύρα κρητικά στιβάνια ή άλλως μπότες. (Τα λευκά στιβάνια φοριούνται μόνο με την κρητική φορεσιά της βράκας και αυτό μόνο σε επίσημες εκδηλώσεις.)

3) Το μαύρο και μεταξένιο ή βαμβακερό πουκάμισο.

4) Το μαύρο κρουσσάτο ή άλλως κρουσσαλιδάτο  κεφαλομάντηλο ή απλώς μαντήλι, το οποίο είναι τετράγωνο,  υφαντό ή πλεκτό, συνήθως από μετάξι ή βαμβάκι, που, αφού διπλωθεί διαγωνίως σε σχήμα τριγώνου,  τυλίγεται με δεξιοτεχνία γύρω-γύρω από το κεφάλι ως στέφανο, με τα κρόσσια πέφτουν πάνω στο κούτελο. Τελευταία τα πλεχτά μαντήλια γίνονται  κατευθείαν τρίγωνα.

5) Τη μαύρη δερμάτινη ζώνη για τη συγκράτηση της γκιλότας. Μερικοί χρησιμοποιούν επιπλέον,  και εξωτερικά της δερμάτινης,  και την υφαντή βυσσινή ζώνη, της παραδοσιακής φορεσιάς της βράκας, κάτι που δεν είναι σωστό, για αυτή είναι της παραδοσιακής φορεσιάς με βράκα.

6) Το γιλέκο και το σακάκι, που γίνονται από ίδιο ύφασμα με αυτό της γκιλότας και τα οποία φοριούνται μόνο σε  άσχημες κερικές συνθήκες.

 

Εφηβικό χορευτικό του ομίλου «Ετεοκρήτες»

 

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΡΩΜΑ ΣΥΜΒΟΛΟ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ,

ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΝΑ ΜΕΝΕΙ!

 

Ο καπετάν Αδάμης Κρασανάκης ή Κρασαναδάμης (1887 – 1981) , Αρχηγός Λασιθίου και ο καπετάν Μανώλης Μπαντουβάς, Γενικός Αρχηγός της Εθνικής Αντίστασης 1941-44, μου είχαν πει προσωπικά, όμως είναι και κάτι που πιστοποιείται και από τις φωτογραφίες που υπάρχουν,  ότι αρχικά οι Κρήτες αντιστασιακοί φορούσαν για λόγους ευελιξίας κυλλότα, πουκάμισο και μαντήλι αντι βράκα, πουκαμίσα-γιλέκο και φέσι, τα οποία ειχα χρώμα ανάλογα με αυτό που ήθελε ο χρήστης.

Μετά από τη Μάχη της Κρήτης το Μάιο του 1941 και την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς φασίστες, οι αντιστασιακοί Κρήτες άρχισαν να φορούν, αρχής αρχομένης από αυτούς στο λημέρι στη θέση Βιτσιλόνερο (μάντρα Κρασαδάμη) της Δίκτης, όπου είχε συσταθεί και το Αρχηγείο της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης με Αρχηγό τον καπετάν Μανώλη Μπαντουβά (μετά αυτό πήγε στη θέση Χαμέτι:  μαύρη, ή μπεζ  γκιλότα, μαύρες μπότες,  μαύρο πουκάμισο και πάντα μαύρο κρουσσαλιδάτο μαντήλι ως ένδειξη πένθους που καταλήφθηκε η Κρήτη από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς φασίστες. Ειδικότερα το μαύρο μαντήλι και τα κρόσσια του συμβολίζουν, λένε, τα δάκρυα και το πένθος για τους χιλιάδες νεκρούς Κρήτες που έπεσαν στο βωμό της ελευθερίας. 

 

http://history.heraklion.gr/content/images/1345.jpg

Ο Αρχηγός Εθνικής Αντίστασης Κρήτης 1941-44 Καπετάν Μανώλης Μπαντουβάς

0158

Ο Αρχηγός Λασιθίου καπεταν Αδαμ Κρασανάκης ή Κρασαναδάμης (1887 – 1981)

η0359

basilisη0068

 

4160890035_0c97139d31_z

Άγγλοι στρατηγοί ιππικού με κυλόττες (breeches 19th) 1939

3885850810_b4e5d88583_z (2015_07_10 06_07_32 UTC)

Ο Χίτλερ με επιτελείς του φορώντας κυλότες (Reithose)

σάρωση0233.jpg

Ο Καπεταν Γιώργης Αδάμ Κρασανάκης  σε εκδήλωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Κρητικών Σωματείων για την 57η Επέτειο της Μάχης της Κρητης.

 

Β. Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ  ΚΑΙ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΚΥΛΟΤΤΑΣ

Η ονομασία κυλόττα ή  κρητικά γκιλότα ( δημοτική κιλότα) προέρχεται από τη γαλλική λέξη culotte (προφορά “κιλότ”) και εκείνη από την αρχαία ελληνική λέξη «κυλ(λ)ός» , ρίζας κουλ- >  «κουλός»  = ο «βεβλαμμένος τους πόδας», αυτός που έχει κομμένα χέρια ή σκέλη  και στην ενδυματολογία «κυλόττα» =  η περισκελίδα, εσωτερική ή εξωτερική,  γυναικεία ή ανδρική,  η οποία έχει τα σκέλη κουλά, δηλαδή κομμένα και αυτό είτε παντελώς είτε στο ύψος των γονάτων είτε στο μέσο της κνήμης.

 

Η ΓΑΛΛΙΚΗ CULLOTTE

Η λέξη culotte αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους γαλλικούς οίκους μόδας, για να περιγράψει  την ανδρική περισκελίδα (το παντελόνι), που ήταν  με σκέλη μέχρι το γόνατο και γι αυτό στα αγγλικά λέγεται knee culotte, την οποία φορούσαν οι ευρωπαίοι αριστοκράτες ( βουλευτές,  αξιωματούχοι, επιχειρηματίες κλπ) πριν από τη Γαλλική Επανάσταση (1789-1799), δηλαδή κατά το τέλος του Μεσαίωνα και κατά την εποχή  της Αναγέννησης (14ο  – 17ο  αιώνα) στις ιππασίες και μετά και στις επίσημες εμφανίσεις τους. 

Οι κυλόττες αυτές, που  είχαν μπατζάκια που κούμπωναν κάτω από το γόνατο, αφενός  φοριόντουσαν είτε με μπότες είτε με κάλτσες και παπούτσια και αφετέρου ήσαν ακριβές, επειδή κατασκευάζονταν από μετάξι που τότε ήταν ακριβό υλικό λόγω εισαγωγής. Οι λέξεις κυλόττα ή γκιλότα (= γαλλικά culotte) και παντελόνι δεν υπάρχουν σε πολλές  γλώσσες και εκει προσδιορίζονται περιφρασικά χρησιμοποιώντας τη λέξη βράκα ή άλλη λέξη, πρβ π.χ.: ΑΓΓΛΙΚΑ: breeches = η περισκελίδα γενικά (= η βράκα, το παντελόνι ), knee breeches = η περισκελίδα με σκέλη (τούρκικα μπατζάκια) έως τα γόνατα (= η κυλόττα, γαλλικά culotte, όπως αυτή πριν από τη Γαλλική Επανάσταση),  pantalonι breeches ή σκέτα pantaloons/ panteloni  = η περισκελίδα με σκέλη όπως αυτή του ήρωα Πανταλέοντα της Βενετίας, δηλαδή  με σκέλη που φτάνουν έως τις φτέρνες, riding breeches = η περισκελίδα ιππασίας,  breeches 19th century  = η γκιλότα ως η κρητική και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, puffed breeches = διογκωμένη βράκα (το σαλβάρι), Fencing breeches = η βράκα, η γκιλότα ξιφασκίας,   Jockeys' breeches = η γκιλότα ιπποδρομιών, Jodhpur breeches. Petticoat breeches, Knee-patch breeches, Greek/Spanish etc  breeches = η ελληνική/ισπανική κλπ βράκα.  ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Hose = η περισκελίδα, η βράκα κλπ  και Herrenhose = ανδρικό παντελόνι, Damenhose = γυναικείο παντελόνι,  Reiten = ιππασία, Reithose  = παντελόνι/ κιλότα ιππασίας, Pumphose = η βράκα, το σαλβάρι κ.α.

 

SANS-CULOTTES = ΟΙ ΞΕΒΡΑΚΩΤΟΙ

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (1789-1799) οι επαναστάτες της εργατικής τάξης ήταν γνωστοί ως «sans-culottes» (= αυτοί που δεν φορούν κυλόττα, άρα οι ξεβράκωτοι ή αυτοί που φορούν όχι κυλλότα, αλλά παντελόνι), ένα όνομα που προέρχεται από την απόρριψή τους από  αριστοκρατική ένδυση. 

 

JUPPE CULOTTE

Λίγα χρόνια μετά από τη Γαλλική Επανάσταση, κατά τη διάρκεια της βικτωριανής εποχής (1837 – 1901) στην Αγγλία,  η κυλόττα άρχισε να επιστρέφει στην Ευρώπη, όμως αρχικά από τις φεμινίστριες με το αιτιολογικό ότι η κυλόττα θα απελευθερώσει τις γυναίκες από τους περιορισμούς των κινήσεων που  τους επιβάλουν οι skirts (= οι φούστες και τα φουστάνια που καταλήγουν σε φούστα)  και τα crinolines (= οι καμπανοειδείς φούστες στην ιππασία, ποδηλασία, τένις κλπ. Η γυναικεία κυλόττα αρχικά ήταν  όπως και η ανδρική, δηλαδή  με σκέλη που φτάνουν έως τα γόνατα. Μετά σχεδιάστηκε και  η «Ζιπ κυλόττα» (Juppe culotte) που είναι όπως το παντελόνι , όμως με σκέλη που φτάνουν έως το μέσο της κνήμης και συνάμα  πολύ φαρδιά, φουντωτά, ώστε η κυλόττα να μοιάζει ως διχαλωτή φούστα και έτσι από τη μια  να προβάλλονται προκλητικά οι γυναικείες γάμπες και από την άλλη να παρέχουν ελευθερία των γυναικών να κάνουν δραστηριότητες, όπως η κηπουρική,  το  ποδήλατο, η  ιππασία, κλπ και συνάμα να εξακολουθεί το ένδυμα να μοιάζει με φούστα. 

 

ΚΥΛΟΤΤΑ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΛΠ

Μετά τη βικτωριανή εποχή, άρχισε να χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη οι στρατιωτικές στολές εκστρατείας, οι οποίες  περιείχαν περισκελίδα με σκέλη (μπατζάκια) έως το μέσο της κνήμης και η οποία καλούνταν  γαλλικά «κιλότ» ( culotte) = αγγλικά riding breeches. Μάλιστα τα  σκέλη (μπατζάκια) της εν λόγω περισκελίδας από τα γόνατα και κάτω ήταν εφαρμοστά, ώστε να μπαίνουν μέσα στα στιβάνια ή ζώνονταν με περικνημίδες σε περίπτωση που ο χρήστης φορούσε άρβυλα ή παπούτσια.  Οι κυλόττες των αξιωματούχων, αρχικά μόνο  του αγγλικού ιππικού και μετά και των άλλων σωμάτων σε όλους σχεδόν τους ευρωπαϊκούς στρατούς, στα γόνατα είχαν ημικυκλική ή τριγωνική γονατίδα,  για φινέτσα, αλλά και  για  να κινείται πιο άνετα το πόδι. Από την κυλόττα αυτή προέκυψε μετά  και η χαρακτηριστική κρητική κυλόττα, την οποία φορούσαν οι Κρήτες αντιστασιακοί μαζί με μαντήλι στο κεφάλι κλπ

 

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΚΥΛΟΤΤΑ

http://2.bp.blogspot.com/-b_xg1pzSHhQ/VCKgesaUKmI/AAAAAAAACoU/8mK5-AKiwR8/s1600/32872-STOLES-PARADOSIAKES-KRITIKES-FORESIES-IRAKLEIO-KRITI---PARADOSIAKI-KILOTA---PARADOSIAKES-FORESIES-GAMOY---BAPTISIS---EIDI-KRITIKIS-TEHNIS---DAMIANAKIS-EMMANOYIL-3.jpg

Κρητική γκιλότα και κρητικά στιβάνια

Η κρητική παραδοσιακή φορεσιά με την κυλόττα είναι σαφώς ελληνικό δημιούργημα και ιδιαίτερα κρητικό, όμως διαφορετική από αυτή της Βράκας. Η φορεσιά της βράκας είναι κι αυτή είναι κρητικό δημιούργημα, όμως με στοιχεία που άλλα είναι ελληνικά και άλλα, τα περισσότερα, οθωμανικά και ως εξ αυτού ράβεται από τους καλούμενους τερζήδες. Αντίθετα η φορεσιά της κυλότας είναι με στοιχεία που άλλα είναι ελληνικά και άλλα ευρωπαϊκά και ως εξ αυτού δε ράβεται από τους τερζήδες, αλλά από τους (φραγκο)ράφτες.

Ο καπεταν Αδάμης Κρασανάκης ή Κρασαναδάμης (1887 – 1981) , ο οποίος είχε γεννηθεί επί τουρκοκρατίας και είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρασιατική Εκστρατεία και στη Μάχη και  Εθνική Αντίσταση Κρήτης 1941-44, μου είχε πει  ότι:

Α) Οι Κρήτες επι τουρκοκρατίας (1669 – 1898) φορούσαν φέσι και βράκες, κάτι που ειχε φορέσει και ο ίδιος, τα οποία ήσαν ενδύματα μη βολικά, πεπαλαιωμενα σε σχεση με αυτά που φορούσαν οι Ευρωπαίοι. Για να τρέξει, λέει, τότε  ένας Κρητικός βρακοφόρος έπρεπε αφενός να βγάλει το φέσι του και και να δαγκώσει, για να μη του πέσει και το χάσει και συνάμα να ανασκουμπώσει τη βράκα του και να τη δέσει στη ζώνη του, για να μην μπερδεύει στους θάμνους και στα βράχια, κάτι που ήταν και χρονοβόρο και πρόβλημα.  Προ αυτού οι άνδρες της Κρητικής Πολιτοφυλακής (ιδρύθηκε το 1907, επί Κρητικής Πολιτείας 1898 – 1913) κανονίστηκε να φορούν κούκο (πίλο) αντί για φέσι και γαλλική κυλόττα ( = παντελόνι με μπατζάκια έως τα στιβάνια, όμως χωρίς γονατίδα) αντί για βράκα για λόγους καλύτερης ευκινησίας και καλύτερης εμφάνισης.

Β) Στην ελεύθερη Ελλάδα το 1908, ύστερα από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, που κατέληξε σε αυτονομία της Κρήτης,  καθιερώθηκε για πρώτη φορά η χακιένια στολή ως μοναδική στολή εκστρατείας και ασκήσεων της οποίας η περισκελίδα ήταν παντελόνι με μπατζάκια έως τη κνήμη (κυλόττα). Μάλιστα οι κυλόττες των αξιωματικών είχαν επιπλέον φαρδιές τριγωνικές γονατίδες (η κιλότα αυτή ήταν όπως η σημερινή κρητική γκιλότα), επειδή αυτές έμπαιναν με στιβάνια και δε χρειάζονταν περικνημίδες. Ετσι κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), τη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1937 – 1945) , που τότε η Κρητική Πολιτοφυλακή και η Κρητική Χωροφυλακή είχαν ενσωματωθεί σ’ αυτά της Ελεύθερης τότε Ελλάδος,  όλοι οι αξιωματούχοι, Έλληνες και ξένοι,  στρατιωτικοί και αστυνομικοί,  είχαν στολή εκστρατείας με μπότες και γκιλότα που είχε τριγωνικές γονατίδες, ενώ αυτή των στρατιωτών και υπαξιωματικών ήταν χωρίς τέτοιες γονατίδες. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου (1937 – 1945)  οι στρατιώτες , όλων των στρατευμάτων, φορούσαν κυρίως  μακρύ παντελόνι με άρβυλα και  οι Αξιωματούχοι  μπότες και κυλόττες,  που είχαν ημικυκλικές γονατίδες.  Απλά τα παντελόνια και οι κυλόττες των Άγγλων διέφεραν  στο χρώμα και στην ποιότητα αυτών που φορούσαν οι Γερμανοί. Κατά τη δεκαετία του 1930-1940 η βράκα ιππασίας (riding breeches  = γαλλικά Culotte) ήταν μόδα και στις γυνναίκες στην Αγγλία. Οι Κρήτες, ήδη από τις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως οι των  ορεινών περιοχών και οι αντιστασιακοί, άρχισαν να  χρησιμοποιούσαν και εκείνοι κυλόττα (riding breeches = παντελόνι με μπατζάκια έως την κνήμη με  γονατίδα,  όπως αυτή των αξιωματούχων του Β Παγκοσμίου Πολέμου) αντί για βράκα (περισκλελίδα με φουφούλα) και αυτό  για λόγους ευκινησίας  στις πεζοπορίες, ορειβασίες κλπ. Η παραδοσιακή κρητική κυλόττα έχει χρώμα μπεζ ή καφετί και χαρακτηριστικές τριγωνικές γονατίδες (φούσκες) και ως εξ αυτού είναι πιο φινετσάτη.

 

http://history.heraklion.gr/content/images/366.jpg

Κρητική Πολιτοφυλακή στην πλατεία Ελευθερίας, Ηράκλειο (R. Behaeddin, Εκδ. Ν. Αλικιώτης)

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xfp1/v/t1.0-9/12313852_918847894857974_5472593571533775152_n.jpg?oh=7b654246256a643c98c5884829964e91&oe=5715288D

Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακή Χανιά Κρήτης (Φωτο Λυγερός 8. Μαϊ 1917)

http://www.army.gr/files/image/mikrasiatikoi/Picture2472.jpg

Μικρασιατική Εκστρατεία (Ελληνοτουρκικός  Πόλεμος)  1919-1922

 

Main 

Ο καπετάν Αδάμης Κρασανάκης > Κρασαναδάμης (1887 – 1981)  σε γεροντική ηλικία  με τον εγγονό και συγγραφέα της παρούσης μελέτης. Ο καπεταν Κρασαναδάμης έλαβε μερος στους Βαλκανικούς πολέμους και στην Εθνική Αντίσταση Κρήτης 1941-44

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Πολλοί είτε ανακατεύουν τα επιμέρους ενδύματα της παραδοσιακής φορεσιά της βράκας με αυτά της γκιλότας (π.χ. βάζουν μαζί με κυλότα, μειτάνι και ζώνη υφαντή) είτε παραποιούν τα χρώματα και το στυλ κάποιων επιμέρους ενδυμάτων τους  θέλοντας έτσι να παρουσιάσουν μια πιο ωραία παραδοσιακή ενδυμασία, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό τουλάχιστον στις φορεσιές των πολιτιστικών Συλλόγων, γιατί  η παραδοσιακή φορεσιά δεν είναι μόδα, αλλά σύμβολο, είναι κάτι όπως η σημαία. Κάθε χρώμα και κάθε ένδυμα μιας παραδοσιακής φορεσιάς έχει και το δικό του συμβολισμό, π.χ. το μαύρο το πένθος, το κόκκινο το αίμα για την ελευθερία, ο σταυρός τη θρησκεία κλπ.

http://agonaskritis.gr/wp-content/uploads/2015/10/6f96f26ffeaf1aa3cac81f291afac5fa.jpg

Νέλλη Σουγιουλτζόγλου (Nelys), Κρήτη 1939

Πέρα αυτού οι παραδοσιακές φορεσιές είναι εκδήλωση της λαϊκής μας τέχνης, όμως και ένας σύνδεσμος του παρελθόντος με το παρόν, συνεπώς βασίζονται στην παράδοση και όχι στη μόδα, η οποία βασίζεται στην αλλαγή. Έπειτα άλλο η κρητική παραδοσιακή φορεσιά της γκιλότας και άλλο αυτής της βράκας. Άλλα ενδύματα έχει η μία φορεσιά και άλλα η άλλη και το ανακάτεμα σημαίνει αμορφωσιά. Ομοίως άλλο η επίσημη κρητική παραδοσιακή φορεσιά της γκιλότας και άλλο η καθημερινή ενδυμασία με γκιλότα που φορούν ακόμη οι Κρήτες. Η επίσημη παραδοσιακή φορεσιά της γκιλότας έχει καθιερωθεί να αποτελείται από συγκεκριμένα ενδύματα και αυτά είναι: το μαύρο κρουσσαλιδάτο μαντήλι, το μαύρο πουκάμισο, η μπεζ κιλότα, η μαύρη δερμάτινη ζώνη και τα μαύρα στιβάνια, τα οποία είναι ως  ένδειξη δακρύων (τα κρόσσια) και πένθους (τα μαύρα ενδύματα) για τους χιλιάδες νεκρούς που έπεσαν για την ελευθερία στη Μάχη της Κρήτης και στην Εθνική Αντίσταση Κρήτης 1941-44, άρα το να μη τηρείται αυτό είναι ασέβεια στους ηρωικούς νεκρούς μας. Στη μη επίσημη ή στην προσωπική του φορεσιά  ο καθένας φορεί ό,τι θέλει, όπως π.χ. άσπρο ή κόκκινο πουκάμισο κλπ.

2) Ορισμένοι ισχυρίζονται πως ο πρώτος κρητικός που έβαλε γκιλότα  ήταν ο εθνάρχης  Ελ. Βενιζέλος (1864 – 1936) και  κάποιοι άλλοι ότι οι πρώτοι που έβαλαν κυλόττα ήταν το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες,  κάτι που είναι εκτός πραγματικότητας, γιατί:  α) Ο Ελ. Βενιζέλος, όπως προκύπτει και από τις φωτογραφίες του  Ιδρύματος « Ελευθέριος Βενιζέλος», δε φόρεσε ποτέ γκιλότα , τουλάχιστον όπως αυτή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Απλά σε μερικές φωτογραφίες εμφανίζεται να φορεί παντελόνι που τα μπατζάκια του είναι μέσα στα στιβάνια και  έτσι μερικοί νομίζουν ότι φορεί γκιλότα, ενώ δεν είναι. β) Οι μετανάστες δε φορούν γκιλότα όταν πάνε στην Αμερική, αλλά είτε τα ρούχα της πατρίδας τους είτε τα ρούχα της χώρας που πρόκειται να πάνε και στις Η.Π.Α. δε φορούσαν ποτέ γκιλότα όπως η κρητική, αλλά κοντό παντελόνι , με μπατζάκια έως το γόνατο (knee culotte)

 

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xtp1/v/t1.0-9/12247018_907547132654717_8260214258313170527_n.jpg?oh=fc57fc5155b948b6adbb8f0c6ef55b46&oe=56F09DAFΝικ. Βερυκάκης, Ανώπολη Σφακίων αρχές  Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Φωτο Ανδρέας Χατζημπολάκης)

IMG_7332

Γ. Κοζύρης Ανατολική Κρήτη (Κριτσά – Κρούστας) σήμερα.

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t34.0-12/13650529_1061947407192205_1644341746_n.jpg?oh=201ec990fed51dd652620ff0b0a215bf&oe=57851413Αθανάσιος Ταμιωλάκης, χοροδιδάσκαλος και Πρόεδρος της Σχολής «Γιαννίκου – Ταμιωλάκης»

 

 

3. Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΚΑΣ

 

Α. ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ (ΣΑΛΒΑΡΙΑ) ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΡΆΚΑΣ

Το κοστούμι της ανδρικής παραδοσιακής φορεσιάς της βράκας αποτελείται από τα πιο κάτω επί μέρους ενδύματα:

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/14292482_241757799553567_7429209319237094330_n.jpg?oh=16968bee789341d98a90fc07bde14eb7&oe=586F428C

Γιώργος Φραγκάκης, λαογράφος και Πρόεδρος του Χορευτικού Ομίλου «Δικταίοι Καστρινοί»

1. Την πολύπτυχη βράκα, η οποία αφενός φτιάχνεται από τσόχα χρώματος βαθύ μπλε και το επάνω μέρος,  γύρω-γύρω από το στόμιό της υπάρχει η καλούμενη τσικουργιάστρα απ’ όπου περνά μια χοντρή μπαμπακερή ταινία, το καλούμενο τσικούρι,  με το οποίο στερεώνεται - κρατείται  στη μέση του σώματος. Τα σκέλη  ή άλλως μπατζάκια της βράκας είναι κοντά, φτανουν έως το μεσο της κνήμης,  και εφαρμοστά, γιατί μπαίνουν μέσα στα στιβάνια.  (Σχετικά με την ονομασία και την ιστορία της βράκας βλέπε πίο κάτω).

 2. Το λευκό σώβράκο (= εσωτερική βράκα), το οποίο είναι ίδιου σχήματος, όμως  μεγαλύτερου μεγέθους με αυτό της εξωτερικής βράκας, ώστε το κάτω μέρος του να πέφτει επάνω στο κάτω εσωτερικό μέρος της εξωτερικής βράκας και να κάνει ωραία φουφούλα. Φτιάχνεται από άσπρο βαμβακερό πανί τ’ αργαστηριού (αργαλειού).

3. Την καμιζόλα, ή άλλως λευκή φανέλα, η οποία μπαίνει κατάσαρκα (είναι το άνω εσώρουχο) και είναι με μακριά (το χειμώνα) ή κοντά (το καλοκαίρι) μανίκια.  Στο πάνω μέρος έχει ένα άνοιγμα, για να περνά το κεφάλι που λέγεται τραχηλιά. Ενίοτε η τραχηλιά είχε στο μπροστινό μέρος ένα άνοιγμα που έφτανε μέχρι το κέντρο του στήθους και στο επάνω μέρος τα δυο ρέλια (πέτα)  κουμπώνονταν με κουμπί. Παλιά κατασκευαζόταν από  άσπρο

4. Το πουκάμισο, το οποίο είναι λευκό εκτός και αν έχουμε πένθος οπότε είναι μαύρο. Το πουκάμισο παλιά αφενός στην καθημερινότητα μπορούσε να είναι και άλλου χρώματος και αφετέρου για την κατασκευή του χρησιμοποιούνταν ύφασμα αργαλειού φασμένο με απλή ύφανση από μπαμπάκι ή μετάξι.

5. Το γελέκο ή γιλέκι, το οποίο αφενός φοριέται πάνω από το πουκάμισο και αφετέρου είναι αμάνικος επενδύτης (χωρίς μανίκια χιτώνιο, κάτι ως το τσάκετ), που φτιάχνεται από την ίδια τσόχα που φτιάχνεται και η βράκα. Διακρίνεται σε απλό ή άλλως «ντρέτο»  (ανοιχτό, χωρίς πέτα), που αφήνει να φαίνεται το πουκάμισο και σε «σταυρωτό» που σταυρώνει με τα δυο πέτα του στο στήθος και κλείνει τελείως εμπρός και κουμπώνει στα πλάγια λοξά, δεξιά ή αριστερά με θηλιές (κουμπότρυπες) και ειδικά κουμπιά. Οι θηλιές είναι από μεταξωτό κορδόνι, τα κουμπιά έχουν σφαιρικό σχήμα, λέγονται «μπουμπάρια» ή «κούμαρα» και κατασκευάζονταν από ειδικούς τεχνίτες. Στα πέτα του γελεκιού γίνεται διακόσμηση με πολλαπλές σειρές από μεταξωτά σιρίτια, χρώματος μαύρου ή βαθύ μπλε, που ονομάζονται χάρτζα.  Στα δυο πλάγιά του το γιλέκο φέρει δυο μικρές  εξωτερικές μικρές τσέπες, που τα χείλη τους είναι διακοσμημένα με γαϊτάνι και  ταχρίλι. Γαϊτάνι υπάρχει και στο λαιμό και στις μασχάλες πολλές φορές γαϊτάνι = από την Gaeta της Ιταλιας. Κορδονετο).  Στους εύζωνες βρακοφόρους, για ομοιομορφία με τους τσολιάδες,  μπαίνει η φέρμελη των τσολιάδων.

 6. Το ζυπονι ή ζιμπούνι (ιταλικά) ή άλλως μεϊτάνι , που είναι κοντός χιτών > κοντόχι, που μπαίνει πάνω από το γελέκι. Φτιάχνεται από την ίδια τσόχα  που φτιάχνεται  το γελέκι και η βράκα.  Κοσμείται με χάρτζα μαύρου χρώματος σε διάφορα σημεία του και διακρίνεται σε απλό ή άλλως «ντρέτο» (= χωρίς πέτα) και σε «σταυρωτό», δηλαδή με πέτα που διασταυρώνουν. Τα πέτα δένουν με ειδικά σφαιρικά κουμπιά , τα καλούμενα μπουμπάρια ή κούμαρα, σε δυο συγκλίνουσες σειρές και ανάλογες κουμπότρυπες.

 «Πέταξε (ο καπεταν Μιχάλης) το κεφαλομάντιλο, έβγαλε το μειτανογέλεκο, ήταν μουσκίδι στον ιδρώτα……. Έβγαλε από την ζώνη το μαντίλι του, σφούγγιξε τον ιδρώτα από το κούτελό, από το λαιμό, από το στήθος ….. Ο καπεταν Μιχάλης σηκώθηκε, έβαλε πάλι το μεϊτάνι, έδεσε δυο γύρους το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι του, τράβηξε κατά την πόρτα.. …..» ….. ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

 «Τα βλέμματα δε προ πάντων των γυναικών εστενοχώρουν τον Μανώλην, διότι εις αυτάς κυρίως επεθύμει να κάμη καλήν εντύπωσιν, και είχεν ελπίσει τοιούτον θρίαμβον όταν το πρωί είδε τον εαυτόν του στολισμένον με το τσόχινον μεϊτανογέλεκον και την κόκκινης ζώνην·» (Ιωάννης Κονδυλάκης «Ο Πατούχας»)

Τούρκικο έγγραφο Ιεροδικίου Χάνδακα (Ηρακλείου Κρήτης) αναφέρει:  «24 Zilkade 1174      =      26 Ιουνίου 1761 Π.Μ. Ο αποθανών (ανάγνωθι ψοφήσας) εν τη βασιλευούσης Ανδρέας, υιός Αντώνη, κάτοικος Χάνδακος, εγκατέλειψε μεταξύ άλλων οικιακών σκευών 2 τσόχινα σιαλβάρια αξίας 800 παράδων, 2 τσόχινα ζιπούνια αξίας 320 παράδων, 2 μεταχειρισμένα γελέκια, 1 τσόχινη φέρμελη και 1 μεταχειρισμένο σαρίκι. (Μτφ Ν. Σταυριανίδης,»μεταφράσεις Τούρκικων Αρχείων , Τόμος Ε' - ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1752-1765, σελ. 172, Βικελαία Βιβλιοθήκη Δήμου Ηρακλείου ).

Στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου με την ονομασία «σιδερένιο ζυπόνι» ονομάζεται το μεταλικό για προστασία κοντόχι που φορούσαν οι στρατιωτικοί:  «Δεν απομένει αγδίκιωτος, μ' ακούσετε ίντα γίνη·/ του Ρώκριτου μιαν κοπανιά δίδει την ώρα κείνη,/ και την κοράτσα πέρασε, το σιδερό ζυπόνι, / ανοίγει του όλα τ' άρματα, στη σάρκα τόνε σώνει,/ εις το βυζί αποκατωθιό εις της καρδιάς τον τόπο,/  εκεί που βρίσκεται η πνοή κι η ζήση των αθρώπω»  (Ερωτόκριτος Δ 187 1875 – 1878)

Η Γαλλική «L' illustration», σε άρθρο του πολεμικού της ανταποκριτή Ζαν Λενι, σχετικά με την ενδυμασία των βρακοφόρων της Χωροφυλακής της Κρητικής Πολιτείας (1898-1912) που παρέλασαν στη Θεσσαλονίκη,  όπου ειχαν πάει και είχαν επιβάλει την τάξη, αναφέρει: «Η διεύλευσις μιας περιπόλου Κρητών χωροφυλάκων, με την εθνικήν των στολήν, μπόττες, σαλβάρι, μικρόν χιτωνίοκον και ίσιον σκούφον (τόκα) τολμηρώς τοποθετημένον προς τα πλάγια επί της κεφαλής…...».

Ο Πρόεδρος και χοροδιδάσκαλος Μ. Παπαδάκης με το χορευτικό συγκρότημα «Ετεοκρήτες»

 7. Την υφαντή κόκκινη ή βυσσινή ζώνη και το λευκό χειρομάντηλο.. Η ζώνη έχει μήκος περίπου οκτώ μέτρων, ώστε να  τυλίγεται γύρω από τη μέση δυο ή τρεις φορές, για να την αναδεικνύει. Είναι υφαντή από λεπτό μαλλί ή καθαρό μετάξι σε χρώμα κόκκινο ή και βυσσινί, με  κρόσσια από μπρισίμι στις άκρες της και όταν φοριέται αφήνεται να κρεμά η άκρη της με τα κρόσσια  ελαφρά προς τα κάτω μπροστά από τη βράκα, πλάι αριστερά., Στη ζώνη  μπαίνει και το μεταξωτό χειρομάντηλο, το οποίο ήταν και έθιμο να γίνεται δώρο από τις νέες κοπέλες στους άνδρες. Με το μαντήλι αυτό κρατούνται στο χορό ο πρώτος χορευτής με το δεύτερο για άνεση στις φιγούρες και κυρίως όταν μπροστά είναι γυναίκα και κάνει στριφογυρίσματα.

 8. Τα στιβάνια ή άλλως μπότες και τα καρτσόνια (κάλτσες). Οι κάλτσες παλιά ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές, και έφταναν  ως το γόνατο. Τα στιβάνια είναι μαύρου χρώματος στην καθημερινότητα (στο βουνό, στην εργασία κλπ)  και στο πένθος και λευκά στις επίσημες εμφανίσεις-εκδηλώσεις,  δηλ όταν πάμε στην εκκλησία, όταν κατεβαίνουμε από το μαντρί και πάμε στο χωριό  ή στην πόλη ή  στο γάμο κλπ.  Μαύρα στιβάνια και κρουσαλιδάτο μαντήλι άρχισαν να φορούν οι καπεταναίοι  μετα το 1821, κυρίως μετά την επανάσταση του 1866, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του Ν. Καζαντζάκη στο «Καπεταν Μιχάλη»:

 «Ο καπετάν Μιχάλης! Μουρμούρισαν και κόλλησαν πάλι τα μάτια τους στις τρύπες. Αγκουσεμένος, με τα κορακάτα κατσαρωτά γένια του, με τα τσόχινα σαλβάρια του, με τα μαύρα στιβάνια, αργός, αλαφροπάτης, περνούσε ο θεόρατος άντρας, και τα κρόσσια του κεφαλομάντηλου του σκέπαζαν τα φρύδια. …..  ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

«και καμαρώναμε, να κατεβαίνουν από τα βουνά, με τις φουφοϋλες βράκες τους, με τ' άσπρα στιβάνια τους, μέ το μαυρομάνικο παραχωμένο στη ζώνη, οι γέροι καπεταναίοι, σαν άγαθά θεριά, και να κυκλοφορούν στα στενά σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου…» ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

Τα στιβάνια (ιταλικά stivalia) υπήρχαν ήδη επι ενετοκρατίας, πρβ: «Καταρδινιάζει μιαν αυγή, κουρφή γραφή του κάνει,/ και κάτω στο στιβάνιν του εις τσι ραφές τη βάνει…… Πολλές βολές το δούλον του ήπεμπε να μαθαίνη,/ και πάντα την κουρφή γραφή ήβανε στο στιβάνι». (Ερωτόκριτος στίχοι Δ. 779 -820, Β. Κορνάρος).

9. Την καδένα και το ρολόι τσέπης. Η καδένα είναι μεγάλη ασημένια ή χρυσή αλυσίδα που κρεμιέται στο λαιμό ή από κομβιοδοχή του γιλέκου προ του στήθους, ενίοτε φέρει και μικρά φλουριά ή άλλα διακοσμητικά,  και το κάτω της μέρος συνδέεται με το ρολόι που τοποθετείται στο τσεπάκι του γελέκου ή στη ζώνη. Σήμερα θεωρείται «ντεμοντέ».

 

σάρωση0011-

10. Το καπότο, που είναι κάπα που φτάνει έως τα γόνατα  και με κουκούλα. Φτιάχνεται από την ίδια τσόζα που φτάχνεται και η βράκα. περιέχει πλούσια κεντήματα στους ώμους, στους αγκώνες στην πλάτη και στα δυο πέτα, ενώ εσωτερικά είναι επενδυμένο με κόκκινη τσόχα που και σε αυτή την πλευρά υπάρχουν εντυπωσιακά κεντήματα. Στο λαιμό κλείνει με μια ασημένια αγκράφα που λέγεται «χαρταλάμι» και  η οποία  είναι μαύρη και κοκάλινη. 

11. Το χαρακτηριστικό κρητικό μαχαίρι, το οποίο τοποθετείτε λοξά μέσα σε μια πτυχή της ζώνης και με τη λαβή να ανίσταται προς τη δεξιά πλευρά-χείρα, εκτός και αν έχουμε αριστερόχειρα. που τότε το μαχαίρι μπαίνει αντίθετα. Οι Μινωίτες, σύμφωνα με την Ιλιάδα του Ομήρου (Ραψωδία Σ 590 – 605), όμως είναι και κάτι που φαίνεται και στα ειδώλια που έχουν βρεθεί στην Κνωσό, καθώς και σε άλλα μέρη της Κρήτης, έβαζαν στη ζώνη της μέσης τους  μάχαιρα με χρυσή λαβή ή κρεμιώταν με αργυρή τελαμώνα: «οι δε (Κρήτες) μαχαρας είχον χρυσεας ξ ργυρων τελαμνων», κάτι που συναντάται και στην παραδοσιακή κρητική ενδυμασία της βράκας, αλλά και αυτής της γκιλότας. Οι παλιότεροι Κρήτες είχαν επίσης πάντα στη μέση του το καλούμενο κρητικό μαχαίρι «πασαλής» ή «(μ)πασαλής», ακόμη και όταν χόρευαν:

 «Ήρχοντο στιγμαί κατά τας οποίας η λύρα εγαύγιζε, κατά την χαρακτηριστικήν έκφρασιν, ο δε χορός εμαίνετο. Τότε δε οι χορευταί εφαίνοντο ως μεγεθυνόμενοι εις γίγαντας των οποίων οι κεφαλαί ήγγιζαν σχεδόν την οροφήν. Οι πασαλίδες ανεταράσσοντο εις τας ζώνας των νέων και τα στήθη των χορευτριών έτρεμαν και εσπαρτάριζαν υπό τα μεταξωτά "στηθούρια".>> (Ι. Κονδυλάκης, 1861-1920, «Ο Πατούχας»)

12. Το φάριο για τους βρακοφόρους ευζώνους,  και το μαύρο μαντήλι για τους λοιπούς βρακοφόρους.

Το μαντήλι είναι ένα τετράγωνο επικάλυμμα κεφαλής, μεταξωτό ή βαμβακερό, υφαντό ή πλεκτό, μαύρου χρώματος και με κρόσσια (κρουσσαλιδάτο). Το μαύρο χρώμα και τα κρόσσια συμβολίζουν το πένθος και τα δάκρυα των Κρητων για τους χιλιάδες νεκρούς τους που έπεσαν στο βωμό της ελευθερίας της Κρήτη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και στην περίοδο της Γερμανοιταλικής κατοχής (1941-44). Λευκό χρώμα είναι μόνο το μαντήλι του γάμου. Το ανδρικό μαντήλι, αφού διπλωθεί διαγωνίως σε σχήμα τριγώνου,  τυλίγεται με δεξιοτεχνία γύρω-γύρω από το κεφάλι ως στέφανο,  όπου τα κρόσσια πέφτουν πάνω στο κούτελο.

Το «φάριο» είναι  κόκκινος σκούφος από τσόχα με μαύρο, μακρύ και πυκνό μεταξένιο θύσανο (φούντα),  τον οποίον  φορούσαν επί τουρκοκρατίας οι  Κρήτες οπλαρχηγοί και αρματολοί :Καζάνης, Κόρακας κ.α., όπως και οι λοιποί Έλληνες οπλαρχηγοί και αρματολοί και τον οποίο διατηρούν τιμής ένεκεν σήμερα οι εύζωνοι , τσολιάδες και βρακοφόροι, της πρώην Ανακτορικής και νυν Προεδρικής Φρουράς.

 

Λάκοι Χανίων Κρήτης 1911 - Αδελφοί Μάντακα, του Ελβετού φωτογράφου François Frédéric ή Fred Boissonnas .

 

 

Σημειώνεται ότι:

1) Το τσόχινο κουστούμι της φορεσιάς της βράκας λέγεται  «τα σαλβάρια» (σε πληθυντικό αριθμό), που προέρχεται από την τούρκικη ονομασία salvar και εκείνη από την περσική «σαράβαρα» > σαλ(ά)βαρα > σαλβάρ(ι)α.

2) Κατά το ντύσιμό του ο βρακοφόρος πρώτα φορά τα εσώρουχα, μετά το πουκάμισο και έπονται η βράκα, το γελέκι, η ζώνη, το μεϊτάντι και τέλος τα στιβάνια.   Όταν οι βρακοφόροι θέλουν να τρέξουν, δένουν το μαντήλι  γύρω από το λαιμό  (αν φορούν κούκο, τον δαγκώνουν)  και συγχρόνως αναμπουκώνουν ή άλλως ανασκουμπώνουν τη βράκα τους. Δηλαδή σηκώνουν ψηλά το τέλος της φουφούλας της βράκας και το δένουν στη ζώνη.

3) Άλλο η επίσημη εθνικοτοπική κρητική παραδοσιακή φορεσιά της βράκας, αυτή έχει καθιερωθεί να αποτελείται από συγκεκριμένα σε σχήμα και χρώματα ενδύματα, άρα είναι κάτι όπως η σημαία, δηλαδή δεν αλλοιώνεται, και άλλο η προσωπική (καθημερινή) κοινή κρητική ενδυμασία της βράκας. Αυτή μπορεί να είναι σε σχήματα και χρώματα όπως προτιμά ο χρήστης της. Συμπλήρωμα της προσωπικής καθημερινής κρητική ανδρικής ενδυμασίας  της βράκας είναι η  ανδρική ποδιά, η βούργια ή άλλως σακούλι (= η «πήρα» των αρχαίων Ελλήνων) και η βέργα ή άλλως κατσούνα (το χαρακτηριστικό κρητικό μπαστούνι). Παλιά, όπως και σήμερα, υπήρχαν από τη μια τα σχολιανά και από την άλλη τα καθημερινά ρούχα, καθώς και τα πρόχειρα, όπως οι πάνινες και οι ράσινες βράκες, το ρασίδι, ο αμπάς κ.α. Το ρασίδι, που ήταν μακρά μαύρη κάπα, έως τους αστραγάλους, γινόταν από την καλούμενη ρασά, δηλαδή  από εγχώριο χοντρό απλό ύφασμα από μαλλιά  ‘άσπρου ή μαύρου προβάτου και ως εξ αυτού πολύ ζεστό. Ο αμπάς ( τουρκ. aba = χοντρό ύφασμα) ήταν επενδύτης (ζιπούνι) από ρασά που φτιαχνόταν από μαλλιά κατσίκας και τράγου όπως το ρασίδι. Το ύφασμά του δεν «πατιέται», όπως γίνεται με αυτό για το ρασίδι και έχει την ιδιότητα να ζεσταίνει πάρα πολύ και συνάμα να μη το διαπερνά η βροχή. 

 

Β. Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΚΑΣ (BRACAE =  ΑΝΑΞΥΡΙΔΕΣ = ΣΑΡΑΒΑΡΑ = ΣΑΛΒΑΡΙΑ)

Ο  Διόδωρος Σικελιώτης (Ιστορική βιβλιοθήκη V,30), 80 π.Χ. – 20 π.Χ, αναφέρει ότι οι Γαλάτες φορούσαν καταπληκτικά ενδύματα στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι αναξυρίδες,  τις οποίες (οι Γαλάτες) ονομάζουν «βράκες», άρα αφενός η ονομασία βράκα είναι ο εξελληνισμένος τύπος της λατινικής (κελτικής) λέξης bracae (σε πληθυντικό αριθμό) και αφετερού οι βράκες ως ένδυμα υπήρχαν και  στην αρχαία Ελλάδα  μόνο που εκεί λέγονταν αναξυρίδες, πρβ: «“Εσθήσι δε χρώνται καταπληκτικαίς, χιτώσι μεν βαπτοίς χρώμασι, παντοδαποίς διηνθισμένοις και αναξυρίσιν, ας εκείνοι (οι Γαλάτες) βράκας προσαγορεύουσι»( Διόδωρος Σικελιώτης V 30).

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/969194_467698769987172_301621274_n.jpg?oh=c0f7904bb508cf1c3d92969792a41ec9&oe=57FF030FΘεόδωρος Τσόντος (Πρόεδρος Αδελφότητας Κρητών Πειραιά «η Ομόνοια», χοροδιδάσκαλος και Πρόεδρος του Κέντρου Κρητικού Πολιτισμού)

Οι αρχαίοι Έλληνες, όπως θα δούμε πιο κάτω,  έλεγαν τις βράκες με την ονομασία «ανασυρίδες» ή «ανα(κ)συρίδες> αναξυρίδες», επειδή μπαίνουν ανασύροντας τις, αφιου βάλουμε μέσα τα πόδια. Κατά την ελληνιστική περίοδο οι αναξυρίδες ή λατινικά bracae λέγονταν «περισκελίδες»: «και ποιήσεις αυτοίς περισκελή λινά καλύψαι ασχημοσύνην χρωτς αυτών· από οσφύος έως μηρών έσται……». (Εξοδος,28, μετάφραση Ο’)

Το ένδυμα βράκα στην αρχαία Ελλάδα και στην αρχαία Ιταλία λεγόταν σε πληθυντικό αριθμό: αναξυρίδες / ανασυρίδες – bracae > βράκα, επειδή έχουν δυο  σκέλη (τούρκικα μπατζάκια), που ανασύρονται, για να μπουν. Αναξυρίδες  πρώτοι φόρεσαν οι αμαζόνες και οι ιερείς και οι ιέρειες στη μινωική Κρήτη, όπως προκύπτει από τις παραστάσεις στις αρχαίες τοιχογραφίες και στα αρχαία αγγεία. Αναξυρίδες χρησιμοποιούσαν κυρίως οι λαοί που ζούσαν σε ψυχρά κλίματα, όπως οι βόρειοι Ιταλοί (Ρωμαίοι, Κέλτες κ.α.). Στην κλασική αρχαία Ελλάδα προτιμούνταν οι χιτώνες και τα ζώματα (το ζώμα γίνεται και φούστα, απ’ όπου προήλθαν οι φουστανέλες) και συνάμα, όταν έκανε κρύο,  είχαν κοντές περισκελίδες ή τύλιγαν τα σκέλη με πάνες.  Από τη λατινική ονομασία  bracae (σε πληθυντικό αριθμό) προήλθε η ελληνική > βράκα και βράκες (σε ενικό και πληθυντικό αριθμό), καθώς  και η αγγλική breeches (μόνο σε πληθυντικό αριθμό). Οι Πέρσες, οι Πάρθιοι κ.α. έλεγαν τις αναξυρίδες σαράβατα (σε πληθυντικό αριθμό) απ’ όπου προήλθε η τούρκικη ονομασία σαλ(ά)βαρα > salvar  και από εκεί η ελληνική ονομασία σαλβάρια (σε πληθυντικό αριθμό) που σημαίνει το κουστούμι της βράκας.

Ο λεξικογράφος Ησύχιος (5ος  αι. μ.Χ.),  το βυζαντινό «Ετυμολογικό το μέγα, ήγουν Μεγάλη Ελληνική Γραμματική» (10ος  αι. μ.Χ.) ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος (Commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes, Marchinus van der Valk, Ραψωδία Β Vs 258 – 264), 12ος αι. μ,.Χ., ο Πατριάρχης Φώτιος (820 – 893 μ.χ.) στο «Λέξεων Συναγωγή», ο Αδαμάντιος Κοραής «ΑΤΑΚΤΑ-ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΝ»,  τόμος 4ος έτος 1832) κ.α. αναφέρουν ότι: Α) Οι «αναξυρίδες» λέγονται τα λεγόμενα από τους Ρωμαίους «βράκία» (bracae) και από τους Πέρσες και τους Πάρθιους «σαράβαρα» απ΄όπου προέκυψε η τούρκικη ονομασία «σαλ(ά)βαρα» > σαλβάρ > ελληνικά σαλβάρι.  Β)  Οι αναξυρίδες λέγονταν πιο πριν ανα(κ)συρίδες, επειδή, για να φορεθούν,  ανασύρονται από τα πόδια προς τα επάνω, και  μετά η λέξη μεταπλάσθηκε σε αναξυρίδες κατά το περσικό «ταξήρ».  Γ) Οι λέξεις «ανασυρίδες / αναξυρίδες», «σαράβαρα», «bracae» λέγονται σε πληθυντικό αριθμό , επειδή είναι ένδυμα που αποτελείται από  πολλά ράκια και το αρκτικό β είναι πλεονασμός από τους Αιολείς ή γιατί είναι κάτι όπως τα φύλλα στα βράκανα (= τα λάχανα), που καλύπτουν τα σκέλη (στα τούρκικα αρχεία του Χάνδακα  που μετάφρασε ο Νικόλαος Σταυρινίδης  διαβάζουμε  και ένα φιρμάνι που απευθυνόταν στο Διοικητή του Χάνδακα, στον Καδή Εφένδη και στον Αρχιαστυνόμο Αγάτου υψηλού τάγματος των Γενίτσαρων, σχετικά με τον τρόπο ενδυμασίας των ραγιάδων, που λέγει πως απαγορεύεται οι Χριστιανοί να φορούν βράκες, περισκελίδες με 8 ή 10 φύλλα γιατί αυτές τις φορούν μόνο οι γενίτσαροι):

<<Σαλβάριον, είδος βράκίου (culotte), αναξυρίς, ελλ. Από το Τουρκικόν Σαλβάρ. Τούτο δε από το χαλδαικόν Σαρββαλίν, μεταφρασθέν από τους Εβδ. (Δαν. Γ’, 21). Σαράβαρα, από δε τον Σύμμαχον, Αναξυρίδες. Ως από το Σαράβαρα επλάσαμεν το Σαλβάριον, παρόμοια ονομάζομεν Τσαξύριο, Σ. άλλο είδος βράκίου, από το Περσικόν Τσαξήρ, όθεν έπλασαν και οι Έλληνες το Αναξυρίς, το οποίο οι γραμματικοί αγνοούντες ετυμολόγησαν από το ανασυρίς; Κατά το Φωτιον «Σαράβαρα, εσθής Περσική, ένιοι δε λέγουσι βράκία». Κατά τον Ησύχιον «Σαράβαρα, τα περί τας κνημίδας ενδύματα» και «Σκελέαι τα των σκελών σκεπάσματα. Πάρθιοι, «Σαράβαρα» και Αναξυρίδες …. Βράκία βαρβαρικά κλπ»>> (ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ «ΑΤΑΚΤΑ-ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΝ»,  τόμος 4ος έτος 1832)

 «Σαράβαρα,  εσθής περσική, ένιοι δε λέγουσι βράκία» , και στο γράμμα α-:  αναξυρίδας,-φιμιναλια, βράκία ή τα βαθέα και άβατα υποδήματα» ( «Πατριάρχου Φωτίου Λέξεων Συναγωγή).

 «Αναξυρίδας, φαμινάλια, βράκία, η τα βαθέα και  άβατα υποδήματα, οίον ανασυρίδας, παρά το ανασύρασθαι, τροπή του σ σε ξ, αναξυρίδας μέντοι άπερα εν τη συνηθεία βράκία φασίν, από του ράκια, πλεονασμού του β Αιολικώς.» (Ετυμολογικό το μέγα, ‘ήγουν Μεγάλη Ελληνική Γραμματική, 10ος  αι. μ.Χ.)

 «Ρωμαίοι μέν βράκαν φασίν, έτεροι δέ άναξυρίδα έκ τού άνασύρεσθαι. Τό δέ άμφικαλύπτει δηλο μέν τό πάντοθεν καλύπτει- ερμηνεύεται δέ ή παραφράζεται υπό Εύριπίδου έν τω «κρύπτουσα, ά κρύπτειν όμματα χρεών», τά των άρσένων, ώς έκενός φησιν” ( Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, Commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes Ραψωδία Β Vs 258 – 264).

 «Αμαθής αναξυρίδα περιθέμενος πάσι ταύτην εδείκνυ. Επί τών δι απειρίαν, και αλαζονείαν τα απρεπή δημοσιευόντων ή επί ευπορούντων ων  ουκ εισί άξιοι.  Αναξυρίς δε το κοινώς λεγόμενον βράκίον».  [Νικόλαος Πολίτης  Παροιμίαι - Τόμος Α΄ 1899).

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Δεν είναι αλήθεια ότι η Κρητική παραδοσιακή φορεσιά της βράκας προέρχεται από αυτή που φορούσαν κατά τον 16ο αιώνα οι Αλγερινοί πειρατές, την οποία υιοθέτησαν οι Κρήτες ναυτικοί, για να μπερδεύουν τους πειρατές αυτούς και μην τους κουρσεύουν, καθώς λένε μερικοί τελευταία. Η αλήθεια είναι ότι η εν λόγω φορεσιά προέρχεται από αυτή που φορούσαν οι αντιστασιακοί Κρήτες κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821 – 1898 κατά των Οθωμανών και ιδιαίτερα κατά τις επαναστάσεις του 1866-1898. Η φορεσιά αυτή αποτελούνταν από τσόχινη φουφουλωτή μπλέ βράκα, τσόχινο μπλε γιλέκο, τσόχινο ζιπούνι, λευκό πουκάμισο,  κόκκινο σκούφο κλπ, δηλαδή αποτελούνταν από ενδύματα, χρώματα και ποιότητα ενδυμάτων που απαγορευόταν επι ποινή θανάτου να φορούν οι Έλληνες επι γενιτσαριάς. Πολυτελή ρούχα (ρούχα από τσόχα, γούνα, βελούδο κλπ)  επιτρεπόταν να τα φορούν μόνο Οθωμανοί. Οι Κρήτες επί γενιτσαριάς, δηλαδή πριν από το 1821, καθώς λέει ο Κονδυλάκης στον Πατούχα, αλλά και τα φιρμάνια της γενιτσαριάς, δια αυστηρού νόμου έπρεπε να φορούν μαύρα και ευτελή ρούχα, καθώς και μια μαύρη πετσέτα στο κεφάλι ως ένδειξη υποταγής. Μετά το 1821 που οι Έλληνες πήραν τα πάνω τους και δεν φοβόντουσαν πλέον τους Τούρκους άρχισαν να βγάζουν τα μαύρα και ευτελή ρούχα και να φορούν ό,τι και  οι Τούρκοι ή  ό,τι φορούσαν και οι λοιποί ευρωπαίοι. (Περισσότερα για το θέμα αυτό βλέπε «Κεφάλαιο 2ο : «Ιστορία Παραδοσιακής φορεσιάς»).

Β) Η βράκα των Οθωμανών προήλθε από αυτή των Βυζαντινών και από την Οθωμανική βράκα προήλθε η παραδοσιακή ελληνική. Ωστόσο η βράκα, η κυλόττα (όπως η κρητική), το κολάν και το παντελόνι είναι παραλλαγές των αρχαίων ελληνικών περισκελίδων ή άλλως αναξυρίδων. Η κυλόττα, όπως η κρητική,  είναι παραλλαγή του παντελονιού και το παντελόνι εξέλιξη των αναξυρίδων ή λατινικά βράκες. Πριν απο το παντελόνι σε αντίστοιχη ευρεία χρήση υπήρχε η βράκα σε πολλές παραλλαγές: ελληνική, οθωμανική, ρωμαϊκή κλπ. Αρχικά οι ανασυρίδες ήσαν φούστες που ραβόταν ενωτικά στο κάτω μέρος πλην δυο σημείων, για να περνούν τα πόδια. Πρώτοι που τις φόρεσαν ήταν οι ιέρειες στη Μινωική Κρήτη και μετά οι αμαζόνες, των οποίων οι βράκες ήσαν ακριβώς όμοιες με αυτές που φορούν σήμερα οι Κρητικές στις παραδοσιακές τρους φορεσιές.  Οι αναξυρίδες αυτές δεν έχουν άνοιγμα μπροστά  στο ύψος των γεννητικών οργάνων, όπως έχουν τα παντελόνια, επειδή οι γυναίκες δεν ουρούν όρθιες. Το παντελόνι έχει άνοιγμα στο ύψος των γεννητικών οργάνων, γιατί οι άνδρες ουρούν και όρθιοι και το παντελόνι αρχικά ήταν μόνο ανδρικό ένδυμα. Σήμερα στα γυναικεία ρούχα με την ονομασία κυλόττα  ή βρακί λέγεται κανονικά το γυναικείο εσώρουχο των σκελών λόγω του ότι τα σκέλη της είναι  κουλά (κομμένα) είτε παντελώς είτε  στο μέσο των μηρών και με την ονομασία βράκα  ή σαλβάρι λέγεται αυτή που φορούν οι γυναίκες στις παραδοσιακές φορεσιές και που δεν είναι κομμένα τα σκέλη της. (Περισσότερα βλέπε «Αναξυρίδες ή βράκες ή σαλβάρι»)

 

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/c/c9/Greek_Cretans.JPG

Επιστολικό δελτάριο Κρητικής Πολιτείας: 1898 – 1913 με ημερομηνία αποστολής 29/4/1905

 

Γ. ΟΙ ΒΡAΚΟΦΟΡΟΙ ΕΥΖΩΝΕΣ ΚΑΙ Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΟΥΣ

Μετά την επίσημη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913 καθιερώθηκε  η δεύτερη επίσημη ενδυμασία της τότε Ανακτορικής και νυν Προεδρικής Φρουράς να είναι η κρητική παραδοσιακή φορεσιά της βράκας ως τιμής ένεκεν για τους αγώνες που έδωσαν οι Κρήτες για την ελευθερία της Ελλάδος. Τελευταία προστέθηκε και η Ποντιακή. 

Η φορεσιά των βρακοφόρων ευζώνων προήλθε από αυτή των βρακοφόρων οπλιτών και αξιωματικών της Χωροφυλακής της Κρητικής Πολιτείας (και εκείνη από αυτή που φορούσαν οι Κρήτες αντιστασιακοί στους απλευθερωτικούς αγώνες του 1821 - 1898), επειδή το σώμα της εν λόγω Χωροφυλακής έπαιξε σπουδαίο ρόλο κατά την περίοδο  των Βαλκανικών Πολέμων και ιδιαίτερα  για την απελευθέρωση και την εμπέδωση της τάξης στη Μακεδονίας.  Απλά για λόγους ομοιομορφίας με τους εύζωνες φουστανελοφόρους αφενός τα κεντήματα που διακοσμούν το αμπέχονο καθώς και τα παροράματα των βρακοφόρων ευζώνων έγιναν από χρυσή κλωστή, για να είναι όμοια με  αυτά των τσολιάδων ευζώνων και αφετέρου και οι εύζωνοι βρακοφόροι αντί για το καπέλο του κρητικού χωροφύλακα φορούν το φάριο, δηλαδή το σκούφο που φορούν οι φουστανελοφόροι εύζωνες.

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/a/a3/Greek_guard_uniforms_1.jpg/800px-Greek_guard_uniforms_1.jpg

Βρακοφόροι  και φουστανελάδες εύζωνοι της Προεδρικής φρουράς.

Τα ενδύματα του βρακοφόρου εύζωνα είναι τα εξής: Το φάριο, το καπότο, το μειτανι, το γιλέκο, το πουκάμισο, η ζώνη, το κρητικό μαχαίρι,  η βράκα, οι κάλτσες και τα στιβάνια. Το πουκάμισο είναι λευκό, χωρίς τα μεγάλου ανοίγματος μανίκια που έχουν τα πουκάμισα των τσολιάδων. Το εσωτερικό γιλέκο, κατασκευάζεται από σκούρο κόκκινο ύφασμα, έχει παροράματα από κόκκινο μετάξι και κουμπώνει με δύο σειρές από εννιά κόκκινα μεταξωτά κουμπιά. Η ζώνη των βρακοφόρων ευζώνων κατασκευάζεται από μπλε- βυσσινί μεταξωτό ύφασμα και καταλήγει σε μακριά κρόσσια. Η βράκα των βρακοφόρων ευζώνων είναι κορδωνάτη και με διακοσμητικά από χρυσοκλωστή σε αντιστοιχία με το γιλέκο, στο ύψος του γόνατου. Η βράκα φοριέται με μαύρες βαμβακερές κάλτσες και στιβάνια από λευκό δέρμα.

Οι εύζωνοι βρακοφόροι έφεραν τον τυπικό οπλισμό των ευζώνων, όμως βάσει της Πάγιας Διαταγής υπ’ αριθμόν 4-37/1981 Δ-7 , φέρουν πλέον  μόνο το παραδοσιακό κρητικό μαχαίρι, περασμένο στο ζωνάρι τους. Το κάλυμμα της κεφαλής των ευζώνων, βρακοφόρων και φουστανελάδων λέγεται φάριο ( «φάριον το» >  από τη λέξη φάρος) και το οποίο φορούσαν επί τουρκοκρατίας οι χριστιανοί αρματολοί και οπλαρχηγοί. Το φάριο δεν είναι  φέσι, αλλά σκούφος με φούντα  και τέτοιο σκούφο  φορούσαν οι Κρήτες και γενικά όλοι  Έλληνες ήδη επί Ενετοκρατίας, όπως μαρτυρούν και οι γκραβούρες του ίδιου του Κορνάρου κ.α.  στο επτανησιακό χειρογράφου του «Ερωτόκριτου»  του Β. Κορνάρου «Ερωτόκριτος»  (είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 ), ο πίνακας με τον επί Ενετοκρατίας οπλαρχηγό Γ. Καντανολέων από το Κουστογέρακο Σελίνου Χανίων, τον οποίο διέσωσε  ο Σπ. Ζαμπέλιος κ.α. στους «Κρητικούς Γάμους»: «_Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού! Επιφωνούν οι του κλήρου…. Σκούφοι εξεσφενδονίσθησαν μετέωροι, κηρία εχόρευσαν περιμανώς….»  (Σπ. Ζαμπέλιου «Οι Κρητικοί γάμοι» ανέκδοτον επεισόδιον της Κρητικής Ιστορίας 1570, Μέρος πρώτον, σελίδα 136).

Κατασκευάζεται από κόκκινη τσόχα και με μακρύ και παχύ μεταξένιο  θύσανο (φούντα) μαύρου χρώματος, η οποία πέφτει στο δεξί ώμο του Εύζωνα εν είδη δακρύου. Το σχήμα του όλου θυσάνου (της φούντας) συμβολίζει το δάκρυ του Χριστού στη Σταύρωση. Το κόκκινο χρώμα του φάριου και το μαύρο της φούντας του, συμβολίζουν αντίστοιχα τις θυσίες, το αίμα, το πένθος και τα δάκρυα των Ελλήνων στο βωμό της ελευθερίας κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Στο μέτωπο βρίσκεται καρφωμένο το μεταλλικό εθνόσημο. Το θύσανο πέφτει στο δεξί ώμο,  καθώς το επ’ ώμου γίνεται στον αριστερό ώμο κατά το βρετανικό σύστημα. Πριν το 1945, που ακολουθούνταν το γαλλικό σύστημα και το επ’ ώμου εκτελείτο στο δεξιό ώμο, το θύσανο του φαριού έπεφτε στον αριστερό ώμο.

 

Δ. ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΚΡΗΤΗΣ - ΒΡΑΚΟΦΟΡΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ

Όταν η Κρήτη έγινε αυτόνομο κράτος, η γνωστή ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (1898 – 1913), ιδρύθηκε η καλούμενη «Κρητική Ταχυδρομική Υπηρεσία», της οποίας οι ταχυδρόμοι ήσαν βρακοφόροι. Εξέδωσε κρητικά γραμματόσημα και ίδρυσε συνολικά 35 μόνιμα ταχυδρομικά γραφεία και 79 κινητά (αγροτικά) σε όλη την Κρήτη. Οι Στις 18 Δεκεμβρίου 1899 με το "Διάταγμα περί των τύπων κ.λ.π." καθορίστηκε και ο τύπος, το μέγεθος κ.τ.λ. των επιστολικών δελταρίων (καρτ-ποστάλ) της ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ.

 

http://i881.photobucket.com/albums/ac16/nigelcpb/Stampboards/Cretepostmen0001-1.jpg

Βρακοφόροι ταχυδρόμοι Ταχυδρομείου Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913). Φορούν άσπρα στιβάνια, γιλέκο κλπ.

 

 

Ε. ΚΡΗΤΙΚΗ ΧΟΡΟΦΥΛΑΚΗ - ΒΡΑΚΟΦΟΡΟΙ ΧΟΡΟΦΥΛΑΚΕΣ

12063654_898694750213240_5823912101291109410_n

Βρακοφόροι χωροφύλακες της Κρητικής Χωροφυλακής (Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913).Η Κρητική Χωροφυλακή  ήταν ένοπλο αστυνομικό σώμα που ιδρύθηκε το 1899 και συγχωνεύθηκε με την Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή το 1913, όμως δεν άλλαξε τότε η στολή της, αλλά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, κάπου το 1919.  Ειδικότερα, όταν το 1898 συστάθηκε η καλούμενη Κρητική Πολιτεία με έδρα τα Χανιά και με ύπατο Αρμοστή τον πρίγκιπα Γεώργιος, οι εγγυήτριες μεγάλες δυνάμεις: Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία, Τουρκία και Ελλάδα όρισαν αντί στρατού να δημιουργηθεί από Ιταλούς αξιωματούχους Σώμα Κρητική Χωροφυλακής, ώστε το σώμα αυτό να είναι αμερόληπτο, για την επιβολή της τάξης, κυρίως μεταξύ Τουρκοκρητικών και Ελλήνων Κρητικών. Προ αυτού o Πρίγκιπας Γεώργιος, ως ύπατος αρμοστής, διόρισε  το καλοκαίρι του 1899 το Λοχαγό των Ιταλών καραμπινιέρων Φεντερίκο Κραβέρι ως Διοικητή και Οργανωτή της Κρητικής Χωροφυλακής, ο οποίος αμέσως προέβηκε στη σύστασή της. Μάλιστα για να είναι αμερόληπτη η Κρητική χωροφυλακή οι πρώτοι αξιωματικοί της ορίστηκε να είναι μόνο Ιταλοί και οι στολές τους να είναι ίδιες με αυτές των Ιταλών συναδέλφων τους, όμως με διαφορετικό εθνόσημο και γι αυτό και η Κρητική Χωροφυλακή λέγονταν και  Τζενταρμερία (gendarmes). Η  στολή  των χωροφυλάκων προήλθε από την τότε κρητική αστική φορεσιά και απλά για διάκριση των υπαξιωματικών προστέθηκαν στα μανίκια τα σχετικά σιρίτια ή άλλως γαλόνια και στο κεφάλι  έμπαινε στητός πίλος , ο λεγόμενος κουπάκι (επειδή μοιάζει με κούπα)  ή στα μέρη μου «κούκος», με το σχετικό εθνόσημο. Ειδικότερα η στολή των  Χωροφυλάκων αποτελούνταν από μαύρες μπότες (στιβάνια), μικρό χιτώνιο (πουκάμισο), σαλβάρι ( βράκα χρώματος βαθύ μπλε), κόκκινο γιλέκο , μπλε μειτάνι,  άσπρο πουκάμισο και ίσιο σκούφον (τόκα), όπως περιγράφεται  από τη  Γαλλική «L' illustration» (βλέπε πιο κάτω).

 

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xfp1/v/t1.0-9/12208685_903146489761448_816730709200224826_n.jpg?oh=b4ec9b24b20a4e550572e20084e1b100&oe=56EE7872

http://3.bp.blogspot.com/-5dFg2lC2UvM/UzfHrahOaUI/AAAAAAAA_Mw/2rTsQY04Ows/s1600/10149861_10200982043713536_681286215_n.jpg

Ταχυδρομικό Δελτάριο επί Κρητικής Πολιτείας με Κρήτες βρακοφόρους Χωροφύλακες και τους Ιταλούς Αξιωματικούς διοργανωτές της.

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/8/86/Gendarmes_cr%C3%A9tois.jpg

Βρακοφόροι Χωροφύλακες της Κρητικής Χωροφυλακής στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, 1912-1913

 

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗ

Όταν συστάθηκε η Κρητική Πολιτεία το 1898 ως αυτόνομο κράτος, δεν της επιτράπηκε να δημιουργήσει δικό της στρατό με το αιτιολογικό ότι την ασφάλειά της νήσου την είχαν αναλάβει από τη μια η Τουρκία και από την άλλη οι εγγυήτριες μεγάλες δυνάμεις: Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία και Ρωσία, όμως ο πραγματικός λόγος γι αυτό ήταν ότι υπήρχε ο φόβος πως, αν θα σχηματιζόταν Κρητικός  Στρατός, θα υποστήριζε την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, κάτι που δεν ήθελαν οι Τούρκοι. Προ αυτού ο  Ελ. Βενιζέλος,  σύμβουλος (Υπουργός) τότε του ύπατου αρμοστή Πρίγκιπα Γεωργίου, εισηγήθηκε το 1905 την ίδρυση πολιτοφυλακής,  δηλαδή είδος Κρητικού Στρατού με το αιτιολογικό να εκλείψει η παρουσία των ξένων στρατευμάτων στο νησί, όμως στην πραγματικότητα να υποστηρίξει την ένωση με την Ελλάδα. Την ίδρυσή της δεν ήθελε ο Πρίγκιπας με το αιτιολογικό ότι αυτό θα ήταν αιτία παρέμβαση της Τουρκίας, κάτι που  επέφερε την επανάσταση του θερίσου το 1905 και την αποπομπή του Πρίγκιπα.

Η Κρητική Πολιτοφυλακή ιδρύθηκε τελικά το 1907, η οποία εξελίχθηκε μετά σε σωτήρια-αξιόλογη δύναμη για τους Έλληνες, όπως φάνηκε αργότερα στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913  και ιδιαίτερα στην απελευθέρωση και επιβολή της τάξης στη Μακεδονία. Οι πρώτοι αξιωματικοί της Κρητικής Πολιτοφυλακής και οι οργανωτές της  ήταν επαναπατρισθέντες Κρήτες αξιωματικοί από την Ελλάδα. Οι υπαξιωματικοί της Κρητικής   φορούσαν το κουστούμι της βράκας (δηλαδή ήσαν  βρακοφόροι) και οι αξιωματικοί με ευρωπαϊκά στρατιωτικά ενδύματα.

http://www.haniotika-nea.gr/media/2015/04/%CF%86%CF%89%CF%84-21.jpg

Βρακοφόροι Μουσικοί της μπάντας της Κρητικής Χωροφυλακής

Η Κρητική χωροφυλακή (gendarmeria) και η Κρητική Πολιτοφυλακή (guardia civile)  έπαιξαν σημαντικό ρόλο στους Βαλκανικούς Πολέμους και ιδιαίτερα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας,  όπως και στη μετά το '13 κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Βόρεια Ελλάδα, όπως προκύπτει και από δημοσιεύματα της εποχής:

Η Γαλλική «L' illustration», σε άρθρο του πολεμικού της ανταποκριτή Ζαν Λεν, αναφέρει: «Η διεύλευσις μιας περιπόλου Κρητών χωροφυλάκων, με την εθνικήν των στολήν, μπόττες, σαλβάρι, μικρόν χιτωνίοκον και ίσιον σκούφον (τόκα) τολμηρώς τοποθετημένον προς τα πλάγια επί της κεφαλής. Είναι ωραίοι άνδρες, μελαχρινοί, υψηλοί με βάδισμα σταθερόν... Η υπερηφάνεια φωτίζει τα μέτωπα των. Οποίον όνειρον δεν ζουν άλλωστε, αυτοί οι οποίοι επί τόσον μακρόν διάστημα υπήρξαν τα παίγνια των Τούρκων εις το δυστυχισμένον νησί των, με το να βλέπουν σήμερον ότι είναι επιφορτισμένοι να κρατούν την τάξιν εντός της Θεσσαλονίκης, την οποίαν απέσπασαν από τους Τούρκους και η οποία κατοικείται ακόμη από τόσους εκ των παλαιών κατακτητών της, οι οποίοι οφείλουν τώρα να τους υπακούουν! Η παρουσία αυτής της χωροφυλακής, η οποία δεν αστειεύεται, θα ησυχάσει ίσως ολίγον τους βουλγάρους στρατιώτας. Καθ' εσπέραν αυτοί μεθούν υπερβολικών και κατόπιν δημιουργούν σκάνδαλα από παντού όπου διέρχονται».

 Η «ΠΡΩΙΝΗ» Θεσσαλονίκης: «Οι Κρήτες Χωροφύλακες επιβάλλουσιν εξ ίσου το κράτος του Νόμου και εις τους πολίτας και εις τους αντάρτας και εις τους στρατιώτας, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, όλοι τους υπακούουν, εις όλους επιβάλλονται, διότι όλοι τους σέβονται και τους φοβούνται».

Η «ΝΕΑ ΑΛΗΘΕΙΑ» Θεσσαλονίκης: «Ο Κρης χωροφύλαξ - ανήρ του καθήκοντος, πειθαρχικός προς δε και αξιοπρεπής, κατόρθωσε από τας πρώτος ημέρας να επιβληθεί... Τοιουτοτρόπως εντός ολίγου καιρού η Θεσσαλονίκη είχε το ευτύχημα να γνωρίση ησυχίαν και τάξιν την οποίαν κατά τα τελευταία της τουρκοκρατίας έτη ουδέ καν να ονειρευθεί ηδύνατο». «Τι άνδρες, π λεβέντες, Τι παλικάρια, Τι ωραίοι και ευσταλείς και ακλόνητοι αυτοί οι Κρήτες χωροφύλακες... Δεν υπάρχει χώμα εις τον κόσμον να παράγει άνδρας καλλίονας και ανδρειωτέρους των Κρητών...» 

Ο "ΧΡΟΝΟΣ" της Μόσχας: «Δυστυχώς δεν έχουσιν όλα τα Κράτη, τους γενναίους και πειθαρχικούς άνδρας της Κρήτης δια να καταρτίσωσι Χωροφυλακήν».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο :

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

 

 

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ

 

Ο Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος στα «Κρητικά» (1842) αναφέρει, όμως πολύ περιληπτικά, ότι  οι Κρητικές τότε που πήγε στην Κρήτη, το 1832, είχαν δυο λογιών φορεσιές, αυτή που φορούσαν οι πεδιαδίτισσες, άρα οι αστές  (οι πόλεις: Χανιά, Σητεία, Ιεράπετρα κλπ) και αυτή που φορούσαν οι ορεινές (Σφακιά, Οροπέδιο Λασιθίου, Μυλοπόταμο, Μεραμβέλο κλπ όπου τα όρη: λευκά, Ψηλορείτης και Δίκτη). Οι πεδινές - αστές φορούσαν, λέει, φουστάνια και οι ορεινές «σύμμεικτα», εννοεί, προφανώς, μακρές βράκες (παντελόνες), επειδή στα ορεινά το φουστάνι και η φούστα δε βολεύουν (τις φουσκώνει – παίρνει ο αέρας) και δεν προστατευουν από το κρύο κλπ, πρβ:  «Δύο ειδών ως επί το πλείστον είναι ενδυμασία των γυναικών. Κίσσαμος, Σέλινον, Χανιά, Μαλεβύζι, Τέμενος, Πεδιάδα, Πυργιώτισσα, Μονοφάτσι, Καινούριον, Αρκαδία, Ιεράπετρος και Σητεία  είναι σχεδόν ομοία’ φορούσαι φουστάνια με μανίκια, εις τας άκρας σχιστά και πλατέα, φέρουν και μανδήλι εις την κεφαλήν, έχουσαι τα μαλλιά των απλωμένα εις τους ώμους· εις δε τα Σφακιά, Αποκόρωνα, μέρος του Ρεθύμνου και Μυλοποτάμου, (το λοιπόν φορεί ομοίαν των πρώτων) Άμάρι, Άγιος Βασίλης, Λασίθι και Μεραμπέλον είναι σύμμικτα, δηλ. Τουρκοενετικά, περιτιλύσσουν δε την κεφαλήν με λευκόν μακρύ πανίον (βαμβακερόν, μεταξωτόν) μπόλια ονοραζόμενον, του όποιου μία άκρα κρέμαται όπισθεν, και φθάνει έως εις τας κνήμας, η δε άλλη διερχομένη μεταξύ των μαστών τίθεται υπό την αριστεράν μασχάλην» (Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος, «Κρητικά» , 1842)

Ο  Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος ονομάζει τη φορεσιά με βράκα τουρκοενετική, επειδή, προφανώς,   θεωρεί τη βράκα τούρκικο ένδυμα και τη σάρτζα / κούδα ρούχα κατάλοιπα της μόδας επί Ενετών, όπως και είναι, αφού αφενός οι ονομασίες: «πανί» ή «σάρτζα» είναι ιταλικά panus sartza (= το πανί από το ύφασμα που εισάγεται από την πόλη Σάρτζα ή Σαρίκα της Αραβίας), ομοίως και «πανί κούδα» = ιταλικά panus cuda = πανί ουρά και αφετέρου τετοια πανιά βλέπουμε να φοριούνται στις ενδυμασίες των παραστάσεων που υπάρχουν στο επτανησιακό χειρόγραφου του Ερωτόκριτου (είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 ).

Σήμερα στην Κρήτη, όπως θα δούμε πιο κάτω, οι γυναίκες έχουν εξελιχτεί  τρεις/τέσσερεις παραδοσιακές φορεσιές, τη φορεσιά με κύριο ένδυμα τη ποδήρη φούστα, που φοριέται με ποδιά, πουκαμίσα,  ζιπούνι ή σάκο κλπ, τη φορεσιά με κύριο ένδυμα τη ποδήρη βράκα (παντελόνα), που φοριέται με κοντύτερη φούστα και πάνω από τη φούστα  το επίβλημα της σάρτζας ή της κούδας κλπ , δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι έχουμε δυο ξέχωρες παραδοσιακές φορεσιές, και τη φορεσιά με κυριο ένδυμα το σακοφύστανο, που φοριέται με ποδιά κλπ.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η τάδε κρητική γυναικεία φορεσιά από τις πιο πάνω είναι Ανωγειανή, η τάδε Κριτσώτικη, η τάδε Χανιώτικη κλπ, κάτι που είναι εντελώς αυθαίρετο και αναληθές, γιατί αφενός κάτι τέτοιο δεν το αναφέρει καμιά αρχαία πηγή και αφετέρου οι παραδοσιακές φορεσιές είναι λαικά δημιουργήματα, κάτι όπως και τα δημοτικά τραγούδια. Όλες οι κρητικές φορεσιές, ανδρικές και γυναικείες, χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα σε όλες τις περιοχές της Κρήτης και το ποια από αυτές θα φορέσει κάποιος είναι προσωπική επιλογή. Απλά παλιότερα στα ορεινά μέρη ( Ανώγεια, Οροπέδιο Λασιθίου, Κριστά κ.α.) χρησιμοποιούσαν κυρίως φορεσιά με βράκα (τουρκοενετική), για καλύτερη προστασία των σκελών και στα αστικά (Χανιά, Ηράκλειο κ.α.) φορεσιά με ποδήρη φούστα ή φουστάνι. Από την άλλη παλιότερα οι Χανιώτες, οι Ανωγειανοί και οι Κριτσώτες θεωρούνταν ως οι πιο καλοντυμενοι. Κέντρα εκτός των άλλως και της μόδας.

 

2. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΦΟΥΣΤΑ ΚΛΠ

 

Η γυναικεία κρητική παραδοσιακή φορεσιά με φούστα και ζιπούνι αποτελείται από τα εξής ενδύματα: τη μακρά φούστα σε χρώμα βυσσινί ή καφέ κ.α , που ενίοτε είναι με φάσα στο κάτω μέρος από δυο φαρδιά χρυσαφένια σιρίτια, το ζιπούνι ή  άλλως κοντόχι (κοντόχι = κοντός χιτών, είναι κάτι όπως το γιλέκο με μανίκια ή το μπουφάν) ή κοντογούνι (αν είναι κατασκευασμένο από γούνα ή βελούδο), την πουκαμίσα , που φτάνει μέχρι τη μέση και μπαίνει μέσα στη φούστα, την  ποδιά, την υφαντή ζώνη μέσης, το μαντήλι και το γυναικείο κρητικό μαχαίρι  που μπαίνει σε μια δίπλη της ζώνης, καθώς και τα σχετικά κοσμήματα (σκουλαρίκια, περιδέραιο και περιστήθια) . Το πουκάμισο της φορεσιάς είναι λευκό υφαντό, μεταξωτό  ή βαμβακερό και στις άκρες των μανικιών μπορεί να έχει πλούσια κεντήματα. Πάνω από το πουκάμισο μπαίνει το μεσάτο ζιπούνι  χρώματος μαύρου, καφέ ή βυσσινί, φτιαγμένο από τσόχα ή βελούδινο ύφασμα καλής ποιότητας.   Αν το ζιπούνι είναι  κεντημένο με χρυσές κλωστές, λέγεται χρυσοζίπονο. Το ζιπούνι , που είναι όπως το ανδρικό μεϊτάνι (στους άνδρες λέμε μεϊτάνι και στις γυναίκες ζιπούνι) αφενός φοριέται με πουκαμίσα και αφετέρου  έχει άνοιγμα μπροστά σε σχήμα V και κλείνει στο κάτω μέρος του σε ένα σημείο.  Άλλοτε το ζιπούνι αφήνει μεγάλο ημικυκλικό άνοιγμα με συνέπεια να μην καλύπτει το στήθος, κάτι όπως γινόταν και στα επανωκόρμια στις μινωίτισσες.  Τα μανίκια άλλοτε είναι και αποσπώμενα,  που στερεώνονται στους ώμους με θελιές και τα οποία έχουν σχισμές κατά μήκος τους, από το μπράτσο έως τον καρπό. Η ποδιά είναι υφαντή, λευκή και διακοσμημένη με πλούσια κεντήματα.  Το μαντήλι είναι τετράγωνο και συνήθως σε χρώματα κόκκινο ή βυσσινί ή ρουμπινί,  το οποίο, αφού διπλωθεί διαγωνίως φοριέται με την ορθή γωνία προς τα όπισθεν. Οι άλλες δυο άκρες είτε μένουν ριχτές είτε δένονται όχι κάτω από το λαιμό, αλλά πάνω στο κεφάλι ως το φακιόλι.  Ορισμένοι αποκαλούν την εν λόγω φορεσιά με την ονομασία «Χανιώτικη», επειδή συνηθίζεται πολύ στα Χανιά, όμως από τα παλιά ταχυδρομικά δελτάρια προκύπτει ότι παλιότερα ήταν διαδεδομένη και σε άλλες περιοχές.

 

3. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΣΑΚΟΦ(Ο)ΥΣΤΑΝΟ

 

Η γυναικεία κρητική παραδοσιακή φορεσιά με σακοφ(ο)ύστανο αποτελείται από τα εξής ενδύματα:  το σάκο, την πουκαμίσα (η χειμωνιάτικη είναι με μανίκια και η καλοκαιρινή χωρίς μανίκια), τη φανέλα, το γελέκι  (φοριέται στο κρύο), το μεσοφόρι (μεσοφύστανο), τη φούστα/φουστάνι με εξώφουστα, τη ζώνη, τη ποδιά και τα σχετικά κοσμήματα  (σκουλαρίκια, κολαίνες, περιδέραια, περιστήθια κλπ)

Το μαντήλι για το κεφάλι είναι τετράγωνο, η φούστα είναι συνήθως σε χρώμα βυσσινί ή καφέ κ.α , με φάσα στο κάτω μέρος από δυο φαρδιά χρυσαφένια σιρίτια. Ο σάκος κατασκευάζεται συνήθως από το ίδιο ύφασμα με τη φούστα και είναι μακρά ζακέτα (φθάνει λίγο ποιο κάτω από τη μέση ). Η ζώνη και το μαχαίρι συνήθως εδώ δε χρησιμοποιούνται. Η όλη φορεσιά είναι απλή, όμως ξεχωρίζειαπό τις άλλες για τα ζωηρά χρώματα και τα φανταχτεράτης κεντήματα. 

Σημειωτέον επίσης ότι άλλο ένδυμα είναι το φουστάνι, εκεί ο σάκος και η φούστα είναι ενωμένα, και άλλο το σακοφούστανο, εκεί ο σάκος και η φούστα δεν είναι ενωμένα. Το σακοφούστανο μαζί με την ποδιά, φοριέται ακόμα και σήμερα στην Κρήτη από τις υπερήλικες γυναίκες στα χωριά, όμως σε πολύ απλή μορφή και σε απλά χρώματα. Οι ενδυμασίες με σακοφύστανο ήταν πολύ διαδεδομένες επί Τουρκοκρατίας σε Κρήτη, νησιά του Αιγαίου, Μ. Ασία κλπ. Πολλοί θεωρούν ότι το σακοφύστανο είναι ένδυμα που υπάρχει από εποχής Βυζαντινών, μόνο που από τότε μέχρι σήμερα έχουν προέλθει πολλές παραλλαγές του

 

ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΟΤΙ:

1) Το ένδυμα σάκος κατασκευάζονται στις παραδοσιακές φορεσιές συνήθως από το ίδιο ύφασμα (είδος και χρώμα) με αυτό της φούστας. Αντίθετα το ζιπούνι κατασκευάζεται από διαφορετικό ύφασμα και συγκεκριμένα από τσόχα (παλαιότερα και από γούνα ή βελούδο).  Το ζιπούνι , που είναι όπως το ανδρικό μεϊτάνι (στους άνδρες λέμε μεϊτάνι και στις γυναίκες ζιπούνι),  είναι κοντόχι (κοντός χιτών, κοντή ζακέτα, φτάνει έως τη μέση, κάτι ως το μπουφάν). Αντίθετα ο σάκος δεν είναι κοντόχι, αλλά μακρά (φτάνει κάτω από τη μέση) υφασμάτινη ζακέτα. Το ζιπούνι συνήθως κεντιέται με χρυσές κλωστές  και γι αυτό λέγεται και χρυσοζίπουνο. Αντίθετα ο σάκος  κεντιέται με ωραία σχέδια, όμως όχι με χρυσές κλωστές. Η φορεσιά με  φούστα, σε όλο τον κόσμο,  έχει ως πρότυπο της  τη γυναικεία μινωική ενδυμασία, όπως μπορεί να  διαπιστώσει ο καθένας μας ρίχνοντας μια ματιά στις τοιχογραφίες Κνωσού, Θήρας κλπ. Και η μινωική και η σημερινή  αποτελούνται  από  μακρές φούστες,  ποδιές, ζώνη υφαντή μέσης και ζιπούνι ή σάκο.   (Περισσότερα βλέπε: «Η Μινωική Ενδυμασία και η ιστορία της ενδυμασίας», Α.Γ. Κρασανάκη). 

2) Η γυναικεία ενδυμασία με «σάκο» και « φούστα/φουστάνι» > σακοφ(ο)ύστανο είναι κάτι όπως και «σακάκι» και «παντελόνι» στους άνδρες. Στην Κρήτη παλιότερα η ενδυμασία με σακοφύστανο ήταν πολύ διαδεδομένη, όμως αυτός που την προώθησε (δίνοντας της μινωικά χρώματα και σχέδια) ήταν ο λαογράφος,  χοροδιδάσκαλος και πρόεδρος του Ελληνικού Παραδοσιακού Χορευτικού Συλλόγου «Δικταίοι Καστρινοί».

3) Ο σάκος (εβραϊκά σακ) στους Εβραίους ήταν ιμάτιο, ζώμα, που το φορούσαν επάνω τους σε περίπτωση  υπόδειξης είτε πένθους είτε σεβασμού (επισημότητας). Όταν ο Ιακώβ πένθησε για τον υποτιθέμενο θάνατο του γιου του, του Ιωσήφ, έζωσε τους γοφούς του με «σάκο»: «Τότε ο Ιακώβ έσκισε τους μανδύες του και έβαλε σάκο πάνω στους γοφούς του και πένθησε για το γιο του πολλές ημέρες (Γένεση 37.34). Ενίοτε οι πενθούντες κάθονταν ή κοιμούνταν πάνω σε σάκο. Στην αρχαία Ελλάδα η λέξη «σάκος» προσδιόριζε το χοντρό ύφασμα (αρχικά από τρίχες κατσίκας) από το οποίο έφτιαχναν θήκες. Σακί  = το τσουβάλι και σάκα > θάκα = ιωνική θήκη.

 

Φωτογραφία της Helene Semanderes.

Οικογένεια κοντά στην Κνωσό το 1904. Οι γυναίκες φορούν ενδυμασία με σακοφούστανο. Φωτογραφίας του Άγγλου αρχαιολόγου R.C. Bosanquet που τράβηξε κατά την παραμονή του στην Κρήτη την περίοδο 1900 – 1905, των ανασκαφών στην Πραισό και το Παλαίκαστρο Σητείας

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/12923376_10209334796550685_878877522338434507_n.jpg?oh=f8b9a75ee043d7c694ee9b5d0f0640fc&oe=58680A9E

Χορευτικός Όμιλος «Δικταίοι – Καστρινοί» , οι γυναίκες του οποίου χρησιμοποιούν παραδοσιακές φορεσιές με σακοφούστανο σε χρώματα και σχέδια αυτών που φαίνεται να φορούν οι γυναίκες σε τοιχογραφίες της Κνωσού

 

4. Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΒΡΑΚΑ ΚΑΙ ΣΑΡΤΖΑ ή ΚΟΥΔΑ ΚΛΠ (ΤΟΥΡΚΟΕΝΕΤΙΚΗ)

 

Η σάρτζα και η κούδα, που είναι παρόμοια ενδύματα, είναι ρούχα επιβλήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στις γυναικείες παραδοσικές φορεσιες με μακρά βράκα (παντελόνα). Η κούδα  είναι ένα  κεντητό ιμάτιο ( πάνα), που δένεται στη μέση  και με χάρη κρεμιέται πίσω ως η ουρά (λατινικά coda = ουρά) απ΄όπου βγήκε και η ονομασία της. Κάτι σχετικό είναι και η σαρτζα. Δηλαδή είναι και αυτή ένα μεγάλο και με χρωματιστές λουρίδες (με πιο μεγάλη την κόκκινη) πανί (ιμάτιο), που δένεται στη μέση και πέφτει κάτω από την αριστερή γομφική μεριά ως ουρά. Η λέξη σάρτζα, δηλώνει είδος υφάσματος, της κοινής μάλλινης τσόχας και το όνομά  του υφάσματο αυτού  προήλθε από το αραβικό εμιράτο Σάρτζα ή Σάρικα, όπου κατασκεύαζαν τέτοια υφάσματα. Η κούδα και η σάρτζα φοριόταν από Έλληνες και Ενετούς επί Ενετοκρατίας, όπως προκύπτει  και από τις φορεσιές στις γκραβούρες των παραστάσεων στο επτανησιακό χειρόγραφο του Ερωτόκριτου (είναι του 1710 μ.Χ. και το πρωτότυπο βιβ λίο φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 ). Η γυναικεία φορεσιά με ποδήρη βράκα (παντελόνα), όπως είδαμε πιο πριν να αναφέρει ο Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος στα«Κρητικά» (1842), ήταν φορεσιά που φορούσαν οι γυναίκες σε ορεινες περιοχές: Μυλοπόταμο – Ανώγεια, Οροπέδιο Λασιθίου – κριτσά κλπ. Διακρίνεται σε αυτή με κούδα και σ’ αυτή με σάρτζα:

 

Αποτέλεσμα εικόνας για souvenir de Sitia (Crete)

Κρητική Πολιτεία (1898 – 1913)- Επιστολικό δελτάριο με Σητειακούς και Σητειακές (φορούν φορεσιές με σαρτζα ή άλλως κούδα) χορεύοντας «Στειακό Πηδηκτό».

 

 

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΣΑΡΤΖΑ

Η φορεσιά της σάρτζας αποτελείται καταρχήν από μια φαρδιά και μακρά παντελόνα ή άλλως βράκα, που  πάνω από αυτή μπαίνει μια κοντή φούστα ( φτάνει έως το μέσο της κνήμης, ώστε να αφήνει να φαίνονται τα μπατζάκια της βράκας).  Τη φορεσιά συμπληρώνουν: η ποδιά, το μαντήλι για το κεφάλι, η σάρτζα, η λευκή πουκαμίσα, το κοντόχι ή κοντογούνι ή ζιπόνι  (= το γυναικείο μεϊτάνι σπο τσόχα ή γούνα ή βελούδο), η ζώνη με το γυναικείο κρητικό μαχαίρι που μπαίνει σε μια δίπλη της ζώνης και τα σχετικά κοσμήματα (σκουλαρίκια,  περιδέραιο και περιστήθια).  Το ζιπόνι φτιάχνεται από τσόχα σε διάφορα χρώματα, με επικρατέστερο το μαύρο, κι είναι πλούσια χρυσοκεντημένο. Αφήνει μπροστά ένα μεγάλο ημικυκλικό άνοιγμα με συνέπεια να μην καλύπτει το στήθος. Το κεφαλομάντηλο είναι τετράγωνο και όχι ταινία (γάζα),  σε χρώμα κόκκινο ή βυσσινί και με χρυσαφένια ή κίτρινα κρόσσια. Η ποδιά της φορεσιάς είναι η κλασική κρητική ποδιά με τα πλούσια κεντήματα. Η σαρτζα, απ΄όπου η φορεσιά αυτή ονομάζεται έτσι, είναι  ένα τσόχινο πανί με χρωματιστές λουρίδες (πλεονεκτεί η κόκκινη και ακολουθά η μπλε),  που δένεται στη μέση και πέφτει κάτω από την αριστερή γομφική μεριά ως ουρά. Η λέξη σάρτζα, δηλώνει είδος υφάσματος, της κοινής μάλλινης τσόχας και το όνομά  του υφάσματος αυτού  προήλθε από το αραβικό εμιράτο Σάρτζα ή Σάρικα, όπου κατασκεύαζαν τέτοια υφάσματα.

Ορισμένοι αποκαλούν την εν λόγω φορεσιά με την ονομασία «Ανωγειανή», επειδή συνηθίζεται πολύ στην κωμόπολη Ανώγεια του Νομού Ρεθύμνης (Ψηλορείτης), όμως από τα παλιά ταχυδρομικά δελτάρια προκύπτει σαφέστατα ότι παλιότερα ήταν διαδεδομένη και σε άλλες περιοχές, π.χ. Σητεία κ.α.

 

 

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΚΟΥΔΑ

Η φορεσιά της κούδας είναι κάπου παρόμοια με αυτή της σάρτζας. Διαφέρουν στο κεφαλομάντηλο και στο επιβληματικό πανί και ως εξ αυτού και στα χρώματα. Η κούδα,  απ΄όπου η φορεσιά αυτή ονομάζεται έτσι,  είναι ένα κόκκινο τσόχινο  πανί,  που δένεται στη μέση και πέφτει κάτω από την αριστερή γομφική μεριά ως ουρά (κούδα  = στα ιταλικά ουρά ).  Ο κεφαλόδεσμος σ’ αυτή τη φορεσιά  είναι  όχι το τετράγωνο μαντήλι, αλλά μια παραλληλόγραμμη ταινία και ως εξ αυτού έχει  και διαφορετικό δέσιμο απ ότι το μαντήλι. Ο λευκός και παραλληλόγραμμος κεφαλόδεσμος ονομάζεται  γάζα, επειδή είναι λευκή ταινία (κάτι ως και ο επίδεσμος γάζα), που ονομάζεται έτσι επειδή αρχικά κατασκευάζονταν από ύφασμα που εισαγόταν από την πόλη Γάζα.

Ορισμένοι αποκαλούν την εν λόγω φορεσιά με την ονομασία «Κριτσώτικη», επειδή συνηθίζεται πολύ στην κωμόπολη Κριτσά, δημοτικό διαμέρισμα του Αγίου Νικολάου Λασιθίου (Δίκτη), όμως από τα παλιά ταχυδρομικά δελτάρια προκύπτει ότι παλιότερα ήταν διαδεδομένη και σε άλλες περιοχές.

 

http://www.foustanela.gr/plakidas/images/site/foresies/kriti/anogeia/anogeia_01.jpgΧορεύτρια με παραδοσιακή Κρητική φορεσιά με  βράκα ή άλλως παντελόνα, φούστα, σάρζα κλπ

http://www.foustanela.gr/plakidas/images/site/foresies/kriti/anogeia/anogeia_03.jpg

 

 

http://images-01.delcampe-static.net/img_large/auction/000/234/065/754_001.jpg

Σφακιανή με κρητική  παραδοσιακή φορεσιά, που αποτελείται από μακρά φούστα, ποδιά, ζιπούνι, μαντήλι κλπ (Επιστολικό δελτάριο 1900)

Sfakia

 

http://2.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcoUayYvKI/AAAAAAAAAhE/uKAk9j4hk-s/s1600/%25CE%259A%25CE%25A1%25CE%2599%25CE%25A4%25CE%25A3%25CE%2591+%25CE%25A0%25CE%2591%25CE%259B%25CE%2599%25CE%2591.jpg

Η Άννα Παγκάλου, το γένος Αλέξη από τη Σητεία με κρητική παραδοσιακή φορεσιά. (Επιστολικό δελτάριο 1900)

http://4.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcof38X2WI/AAAAAAAAAhI/6ZBPg5589rQ/s1600/%25CE%259A%25CE%25A1%25CE%2599%25CE%25A4%25CE%25A3%25CE%2591.jpg

Φορεσιά με κούδα

 

http://rethemnosnews.gr/wp-content/uploads/2016/06/f-2.jpg

Ο Πρόεδρος του Κέντρου Κρητικού Πολιτισμού, χροροδιδάσκαλος και Πρόεδρος της Αδελφότητας Κρητών Πειραιά «η Ομόνοια» Θεοδωρος Τζόντος με χορευτές του.

IMG_6414μμ

Παραδοσιακός Κρητικός Λαογραφικός και Χορευτικός Ομίλος  «Κουρήτες»

 

 

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ

Τα επιμέρους ενδύματα όλων των γυναικείων κρητικών παραδοσιακών φορεσιών  είναι τα εξής:

1. Η φούστα, που είναι δυο λογιών η μακρά και η κοντή. Η μακρά φτάνει έως τις φτέρνες  (ποδήρης) και η κοντή φτάνει έως το μέσο της κνήμης . Η μακρά φοριέται με κοντοβράκι (κυλόττα) και η κοντή με παντελόνα ή άλλως γυναικεία βράκα. Η κρητική φούστα γίνεται από ανοιχτόχρωμα ύφασμα (βυσσινή ή ροζ κλπ) και  στο κάτω μέρος έχει φάσα από δυο φαρδιά χρυσαφένια σιρίτια. Υπάρχουν επίσης  πιέτες και φραμπαλάδες. Η φορεσιά με  φούστα έχει ως πρότυπο της  τη γυναικεία μινωική ενδυμασία, όπως μπορεί να  διαπιστώσει ο καθένας μας ρίχνοντας μια ματιά στις τοιχογραφίες και τα ειδώλια της Κνωσού, της Θήρας κλπ. (Περισσότερα βλέπε: «Η Μινωική Ενδυμασία και η ιστορία της ενδυμασίας», Α.Γ. Κρασανάκη). 

2. Η γυναικεία βράκα ή άλλως πατελόνα. Η  κρητική γυναικεία βράκα, που  παλιά γινόταν από λευκό δίμιτο ύφασμα ή από μπόλια μεταξένια κ.α., διαφέρει της ανδρικής. Η ανδρική βράκα έχει μεγάλη φουφούλα και σκέλη εφαρμοστά, επειδή μπαίνουν μέσα στα στιβάνια. Η γυναικεία βράκα  είναι όπως το παντελόνι,  μόνο που η γυναικεία βράκα δεν έχει άνοιγμα στα σκέλη, επειδή οι γυναίκες δεν  ουρούν όρθιες. Η γυναικεία βράκα τύπου παντελόνα έχει τις ρίζες της στις αναξυρίδες που φορούσαν οι αμαζόνες στην αρχαία Ελλάδα. Στο επάνω μέρος της βράκας  και γύρω-γύρω από το στόμιό της υπάρχει η καλούμενη τσικουργιάστρα απ’ όπου περνά το τσικούρι, μια χοντρή μπαμπακερή ταινία, με το οποίο στερεώνετε-κρατείται  η βράκα στη μέση του σώματος.  Τα μπατσάκια της γυναικείας βράκας φτάνουν έως τους αστραγάλους (εκεί συνήθως δένεται σουφρωτά).

3. Η γυναικεία πουκαμίσα, η οποία γίνεται από άσπρο πανί του αργαστηριού ή από μεταξωτή ή μπαμπακερή μπόλια κ.α.. Τα μανίκια της μπορεί να είναι είτε στενά είτε  φαρδιά (φαρδομάνικα) είτε  κοντά έως τους αγκώνες είτε μακριά και στις άκρες και να υπάρχουν πλούσια κεντήματα (πλουμιά) ή προσραπτόμενη δαντέλα. Έχει τραχηλιά με άνοιγμα έως το στέρνο, που κουμπώνεται στο πάνω μέρος με θελιά.

http://4.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcmnyf6ghI/AAAAAAAAAg0/NNWEN5M4gT8/s1600/%25CE%25A7%25CE%2591%25CE%259D%25CE%2599%25CE%25A9%25CE%25A4%25CE%2599%25CE%259A%25CE%2597+3.jpg

4. Ο στηθόδεσμος ή άλλως μπούστος  και το προστήθιο.  Ο μπούστος, που παλιά κατασκευάζονταν από δίμιτο ύφασμα τ’ αργαστηριού, είναι  ένα γυναικείο αμάνικο περικόρμιο ως το γελέκο, που καλύπτει το θώρακα-στήθη και συνάμα διαθέτει θήκες για τους μαστούς (από την ιταλική λέξη busto < λατινική bustum, το ένδυμα που έχει σχήμα όπως το γράμμα Β = μπ), το οποίο κουμπώνει  κάτω από τα στήθη. Προστήθιο λέγεται το  αραχνοΰφαντο ύφασμα που καλύπτει το περίσσευμα του ανοίγματος της τραχηλιάς του μπούστου, όπως μας πληροφορεί Κονδυλάκης στον Πατούχα. Προστήθιο φορά και η καλούμενη «Παρισιάνα» της Κνωσού, το οποίο στηρίζεται με κορδόνια στο λαιμό. Σήμερα οι γυναίκες αντί για μπούστο χρησιμοποιούν τον καλούμενο στηθόδεσμο, που στα γαλλικά λέγεται soutien-gorge  (= υποστήριξη στήθους). Το σημερινό σουτιέν, καθώς  και το σημερινό μπούστο  προέρχονται  από τη μινωική Κρήτη, βλέπε π.χ. τα ειδώλια της Κνωσού που αποκαλούνται «lady of sport», «θεά των όφεων» κ.α.  Απλά στη μινωική Κρήτη το σουτιέν ενσωματώνονταν στο ζακέτο ή στο μπούστο και συνάμα άφηνε ακάλυπτες τις ρόγες των μαστών.

5. Το κοντόχι ή άλλως κοντογούνι ή ζιπούνι  και ο σάκος. Ο σάκος είναι λεπτή και μακρά ζακέτα (δηλαδή φτάνει πιο κάτω από τη μέση), που  συνήθως κατασκευάζεται από ίδιο ύφασμα με αυτό της φούστας. Κεντιέται με ωραία σχέδια, όμως όχι με χρυσές κλωστές. Το ζιπούνι είναι κατασκευάζεται από διαφορετικό ύφασμα από αυτό της φούστας, και συγκεκριμένα από τσόχα (παλαιότερα και από γούνα ή βελούδο).  Το ζιπούνι , που είναι όπως το ανδρικό μεϊτάνι (στους άνδρες λέμε μεϊτάνι και στις γυναίκες ζιπούνι). Το ζιπούνι, που ελληνικά λέγεται κοντόχι (= κοντός χιτών, αυτό επειδή φτάνει έως τη μέση και όχι πιο κάτω) ή κοντογούνι (αν είναι από γούνα ή βελούδο), αφενός γίνεται από βαθύ μπλε τσόχα ή βελούδο ή γούνα και αφετέρου είναι μανικωτός «κοντός χιτών» > κοντόχι  ή «κοντή γούνα >  κοντογούνι». Τα μανίκια μπορεί να είναι και αποσπώμενα. Το ζιπούνι μπροστά είναι με άνοιγμα σε σχήμα V και κλείνει στο κάτω μέρος του σε ένα σημείο. Είναι ένδυμα όπως το μπουφάν και το μανικωτό τσάκετ. Διακοσμείται με πολλά κεντήματα, τα καλούμενα πλουμιά, και με χρυσές κλωστές εξ ου και χρυσοζίπουνο ή χρυσοποίκιλτο. Τέτοιο ένδυμα υπήρχε και στη μινωική Κρήτη (βλέπε π.χ. τις τοιχογραφίες στη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας, το ζευγάρι στη μινωική στάμνα από Αφρατί κ.α. στο Μουσείο Ηρακλείου κ.α ).

6. Η κούδα ή η σάρτζα, τα οποία είναι ρούχα επιβλήματα, δηλαδή διακοσμητικά. Η κούδα  είναι ένα  κεντητό ιμάτιο ( πάνα), που δένεται στη μέση  και με χάρη κρεμιέται πίσω ως η ουρά (λατινικά coda = ουρά) απ΄όπου βγήκε και η ονομασία της. Κάτι σχετικό είναι και η σαρτζα. Δηλαδή είναι και αυτή ένα μεγάλο και με χρωματιστές λουρίδες (με πιο μεγάλη την κόκκινη) πανί (ιμάτιο), που δένεται στη μέση και πέφτει κάτω από την αριστερή γομφική μεριά ως ουρά. Η λέξη σάρτζα, δηλώνει είδος υφάσματος, της κοινής μάλλινης τσόχας και το όνομά  του υφάσματο αυτού  προήλθε από το αραβικό εμιράτο Σάρτζα ή Σάρικα, όπου κατασκεύαζαν τέτοια υφάσματα. Η κούδα και η σάρτζα φοριόταν από Έλληνες και Ενετούς επί Ενετοκρατίας, όπως προκύπτει  από τις φορεσιές στις γκραβούρες των παραστάσεων στο επτανησιακό χειρόγραφο του Ερωτόκριτου (είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 ) κ.α.

7. Η ποδιά, η οποία συνήθως γίνεται από λευκό υφαντό, είναι κροσσωτή και κεντημένη από πολλά χρώματα, τα καλούμενα “πλουμιά”  Δένεται με τα καλούμενα βαστάγια γύρω από τη μέση γυρίζοντας μπροστά το δέσιμο. Ίδιες σχεδόν ποδιές φορούσαν και οι Μινωίτισες. Απλά οι μινωικές ενίοτε ήταν διπλές, δηλαδή είχαν ποδιά και από το πίσω μέρος τους σώματος.

8. Η ζώνη , η οποία είναι μάλλινη, χρώματος βυσσινή ή κόκκινη,  υφαντή, πλατιά, με μεγάλο μήκος και τυλίγεται στη μέση, όπως και η ανδρική. Σε μια δίπλα της ζώνης μπαίνει μικρό κρητικό μαχαίρι ασημένιο, με ασημένια αλυσίδα καρφιτσωμένη στον ώμο. Ίδιες ζώνες υπήρχαν επί μινωικής εποχής, όπως προκύπτει από τα ανδρικά και γυναικεία ειδώλια που έχουν βρεθεί στην Κνωσό,..

 9. Ο γυναικείος κεφαλόδεσμος, που είναι δυο ειδών, τετράγωνος και ως ταινία. Ο τετράγωνος λέγεται μαντήλι και το άλλο γάζα ή μπόλια. Το μαντήλι, αφού πρώτα διπλωθεί διαγωνίως σε σχήμα τριγώνου , μπαίνει πάνω από τα μαλλιά με την ορθή γωνία που σχηματίστηκε προς τα πίσω και στη συνέχεια οι δυο άκρες που σχηματίζονται δένονται σταυρωτά είτε κάτω από το λαιμό είτε πίσω από το λαιμό είτε πάνω στο μέτωπο. Μπορεί να μένει και άδετο στερεωμένο με τσιμπιδάκια στα μαλλιά. Η γάζα  και η μπόλια , που διαφέρουν μόνο στην ποιότητα του υφάσματος, η μια είναι από το καλούμενο ύφασμα γάζα και η άλλη από μπόλια, μπαίνει με διαφορετικό δέσιμο. Καλύπτει-ζώνει  το κεφάλι, όμως  οι άκρες του κρεμιούνται και δένονται στο κάτω μέρος. Οι γυναικείοι κεφαλόδεσμοι έχουν χρώμα αφενός ανάλογα με το συνδυασμό των χρωμάτων των άλλων ενδυμάτων και αφετέρου ανάλογα με το αν έχουμε πένθος ή χαρά, νέα ή γριά γυναίκα. Τα νεανικά μαντήλια είναι ανοιχτόχρωμο και συνήθως ρουμπινί ή κόκκινο και με κίτρινα κρόσσια (παλιά στα κρόσσια κρεμιούνταν μικρά νομίσματα), ενώ τα γεροντικά σκούρα.  Στην ύπαιθρο φοριούνται λευκά μαντήλια, επειδή το λευκό χρώμα είναι αντηλιακό. Μαντήλι στο κεφάλι φορούσαν οι Κρητικές ήδη επί Βυζαντινών και Ενετών.

«Γάζα» λέγεται αφενός η λευκή ταινία που χρησιμοποιείται ως αποστειρωμένη ταινία,  επίδεσμος  των τραυμάτων και αφετέρου ο λευκός γυναικείος κεφαλόδεσμος που είναι ως ταινία και κατασκευασμένος από ένα ύφασμα που καλούνταν «γάζα», επειδή κατασκευάζονταν στην πόλη Γάζα: «η μεταξωτή γάζα η αστροποίκιλτη, που περιέβαλλε την ξανθήν της κόμην» (Ι. Κονδυλάκης, Πατούχας).

 «Μπόλια» ή «μπολίδα» λέγεται ο γυναικείος κεφαλόδεσμος που είναι  αφενός ως αταινία και αφετέρου κατασκευασμένος από το καλούμενο ύφασμα μπόλια:

"πέταξε τη μαύρη μπολίδα, χύθηκαν τα κατάξανθα μαλλιά στην πλάτη" (Ν, Καζαντζάκης, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται).

«περιτυλίσσουν δε την κεφαλήν με λευκόν μακρύ πανίον (βαμβακερόν, μεταξωτόν) μπόλια ονοραζόμενον, του όποιου μία άκρα κρέμαται όπισθεν, και φθάνει έως εις τας κνήμας, η δε άλλη διερχομένη μεταξύ των μαστών τίθεται υπό την αριστεράν μασχάλην» (Μ. Χουρμουζης –Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842) 

10. Τα παπούτσια και οι γυναικείες κάλτσες. Τα παπούτσια είναι τύπου γόβας και συνήθως μαύρου ή καφέ χρώματος. Οι κάλτσες, που φτάνουν έως το μέσο της κνήμης,  είναι πλεκτές και λευκού  χρώματος. Στο πένθος τα παπούτσια και οι κάλτσες είναι μαύρου χρώματος.

11. Το κρητικό γυναικείο μαχαίρι, που είναι πιο μικρό από το ανδρικό και  τοποθετείται στη ζώνη , όπως και στην ανδρική ενδυμασία. Ωστόσο τελευταία αυτό δε συνηθίζεται.

12. Τα γυναικεία κοσμήματα, για τα οποία βλέπε πιο κάτω.

 

11062555_10206713886269566_2580960596437948048_n

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ «ΚΡΗΣΕΣ»

IMG_9702

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ «ΕΤΕΟΚΡΗΤΕΣ»

 

5. ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ

 

http://history.heraklion.gr/content/images/3752.jpgΚρητικό ζευγάρι που η γυναίκα φορά κολαΐνες με νομίσματα, αρχές 20ου αιώνα (συλ. Τζανή Ιωάννη)

Επί τουρκοκρατίας στην Κρήτη (1669 – 1898) οι χριστιανές γυναίκες της Κρήτης φορούσαν πολύ λίγα και φτηνά κοσμήματα, γιατί απαγορευόταν να φορούν πολυτελή ρούχα, κοσμήματα και περιβλήματα, γιατί θεωρούνταν άπιστοι, ζώα. Αυτά επιτρεπόταν να τα φορούν μόνο οι μουσουλμάνες ή όσες προσποιούνταν ότι ήσαν μουσουλμάνες.

Επί Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1912) άπαντες οι γυναίκες φορούσαν κοσμήματα και μάλιστα  ελεύθερα και καθώς επιθυμούσε ή απαιτούσε η μόδα,  Επί τουρκοκρατίας οι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες,  φορούσαν κρυφά ασημένιο ή χρυσό ή ξύλινο σταυρό, που τον κρεμούσαν στο λαιμό τους και αποτελούσε φυλακτό του Χριστιανού από τη βάπτιση μέχρι το θάνατο. Πολλοί είχαν και το καλούμενο  χαϊμαλί (< τουρκική hamaylı < αραβική  hamail = το  φυλακτό), που ήταν σακουλάκι πολύ μικρό που μέσα είχε κάτι ιερό, όπως κομμάτι πέτρας από τον Άγιο Τάφο, λείψανο Αγίου κ.α.

Τα γυναικεία κοσμήματα επι Κρητικής Πολιτείας ήσαν αφενός τα σκουλαρίκια, κυρίως από χρυσές λίρες  και αφετέρου πολλών λογιών περιδέραια και επιστήθια, τα καλούμενα κολαϊνια ή γιορντάνια. Κολαίνα , από το ιταλικό collana < λατινικά collum = λαιμός > γαλλικά κολιέ = περιδέραιο γυναικείο κόσμημα του λαιμού που αποτελείται από χρυσά ή και ασημένια νομίσματα, ενώ γιορντάνι  = το  περιδέραιο  ή και άλλο κόσμημα αγορασμένο από τους Άγιους τόπους, από τον Ιορδάνη  ποταμό. Τα επιστήθια κοσμήματα αφενός αποτελούνταν από χρυσό ή ασήμι και μπαίνανε μπροστά στο στήθος και αφετέρου αποτελούνταν από μια σειρά με 2 – 4 τοξωτές αλυσίδες που σ’ αυτές κρεμόντουσαν χρυσά κρόσσια ή χρυσά ή ασημένια νομίσματα, ιδίως τα καλούμενα «μαμουντιέδες» (= τούρκικα νομίσματα) και  τσεκίνια (= μικρά ασημένια ενετικά νομίσματα), καθώς και κωνσταντινάτα (βυζαντινά) κλπ.  Κολαΐνα" λεγόταν και το χρυσοΰφαντο ύφασμα, που πάνω του είχε ραμμένα χρυσά νομίσματα.  Αμπράκαμος λεγόταν το γιορντάνι (κολιέ) που αποτελούνταν από χρυσούς ή ασημένιους ειδικούς κόμβους (κονδύλους), κάτι ως το κομπολόι.

 

 

ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ –   ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Crete Messara Costume

Τοπική γυναικεία ενδυμασία από τη Μεσαρά, 1900 (R. Behaeddin, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη)

Greece, Messara Costume, Crete, Old postcard | eBay

Τοπική γυναικεία ενδυμασία από τη Μεσαρά, 1900 (R. Behaeddin, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη)

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xaf1/v/t1.0-9/430700_336371749718552_2080991549_n.jpg?oh=17f657c73435c92b31e77518ccceb841&oe=56A6A582

Μεσσαρίτισα Κρήτης

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpf1/v/t1.0-9/12345609_1032598193429234_416789501414845779_n.jpg?oh=44e39736d8ec584c8d3df6e31be3e786&oe=56D4656F

Χριστιανή (Ελληνίδα) από την Κρήτη A Christian woman of Crete 1898

 

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpt1/v/t1.0-9/12316510_1032482963440757_5441407595534959889_n.jpg?oh=0cac20a5971fe21ae13c3d9a3a4c586d&oe=57123BCB

Γυναίκες στα Χανιά το 1897 (Ladies of Canea 1897)

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpa1/v/t1.0-9/12011356_994307477258306_952278282503699362_n.jpg?oh=7f625d015ccbf7117deab394c9a4f8fc&oe=56AA49A3

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xaf1/v/t1.0-9/s720x720/11707560_969504529738601_4903661440539868783_n.jpg?oh=7eb142b35299b071c709dc882e657e1c&oe=56E68996

Κρητικιά με τοπική ενδυμασία το 1860 , εποχή τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη, όμως μετά το 1821 (woman in Crete in local costume 1860's William J. Stillman collection J. Paul Getty Museum)

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xfa1/v/t1.0-9/12342851_1029575780398142_4710162410232475674_n.jpg?oh=8d60076b278b822a7dd7705d0a586e7a&oe=56E9428F

Κρητικές με τοπική ενδυμασία στα Ανώγεια το 1899, άρα εποχή Κρητικής Πολιτείας Donne di Anòia (Calliope, Antiope, Mariùla) 1899 ladies from Anoyia (Collection Baldacci - Società Geografica Italiana)

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο :

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΣ

 

 

1. TO ΨΕΥΔΟΣ OTI OI ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΗΣΑΝ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Σχετικά με την ιστορία της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς λέγονται πάρα πολλά, τα περισσότερα των οποίων είναι εκτός πραγματικότητας. Για παράδειγμα μερικοί ισχυρίζονται ότι «Η ελληνική παραδοσιακή ενδυμασία περιλαμβάνει τις φορεσιές των Ελλήνων στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά με το πέρασμα του χρόνου αντικαταστάθηκαν από ενδυμασίες δυτικού τύπου». Λένε επίσης ότι οι παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές αποτελούν συνέχεια της βυζαντινής ενδυμασίας, αλλά έχουν δεχτεί επιδράσεις τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση».

Ωστόσο όλα αυτά είναι εκτός πραγματικότητας, αυθαίρετες, ανιστόρητες απόψεις, γιατί:

Α) Επί Τουρκοκρατίας ή άλλως Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1453 – 1821) οι Έλληνες διακρίνοντας σ’ αυτούς που ήσαν εξισλαμισμένοι, δηλαδή άλλαξαν θρησκεία και απέκτησαν ίδια θρησκεία με τους Τούρκους, δηλαδή τη μουσουλμανική και σ’ αυτούς που ήσαν γκιαούρηδες (= άπιστοι, μη εξισλαμισμένοι, χριστιανοί). Οι εξισλαμισμένοι Έλληνες δια νόμου φορούσαν ό,τι φορούσαν κατά καιρούς, κατά περιοχές και κατά ιδιότητα κλπ οι άλλοι μουσουλμάνοι (Τούρκοι, Αλγερινοί, Αλβανοί κλπ). Οι γκιαούρηδες (= οι μη εξισλαμισμένοι Έλληνες, οι Χριστιανοί), άνδρες και γυναίκες, δεν επιτρεπόταν επι γενιτσαριά, πριν από το 1821 (δηλαδή πριν παρουν οι Έλληνες τα πάνω του), από τους κατακτητές Τούρκους  να φορούν ό,τι ρούχα ήθελαν.  Δια αυστηρού νόμου, όπως θα δούμε πιο κάτω, άπαντες οι γκιαούρηδες (Χριστιανοί, Εβραίοι κλπ) έπρεπε να φορούν ρούχα που να είναι αφενός μόνο μαύρου ή βαθύ μπλε χρώματος και αφετέρου να είναι από  κατώτερα ποιοτικώς υλικά, δηλαδή να μην είναι από σατέν,  μετάξι, γούνα, τσόχα και βελούδο, αλλά από απλά μάλλινα ή βαμβακερά υφάσματα. Συνάμα οι γκιαούρηδες, άνδρες και γυναίκες, έπρεπε να φορούν στο κεφάλι μια μαντήλα μαύρου χρώματος ή  ειδικό μαύρο φέσι (κούκο) ως ένδειξη υποτέλειας και όχι το κόκκινο  φέσι που φορούσαν οι μουσουλμάνοι. Πολύχρωμα και πολυτελή ρούχα (από τσόχα, σατέν γούνα κλπ) και ανάλογα με την ιδιότητά τους επί Τουρκοκρατίας επιτρεπόταν να φορούν μόνο οι μουσουλμάνοι και οι εξισλαμισμένοι, επειδή αυτοί μόνο θεωρούνταν άνθρωποι, εκλεκτοί του θεού. Οι γκιαούρηδες (= οι μη πιστοί στον Αλλάχ) θεωρούνταν ζώα και ως εξ αυτού έπρεπε ή να εξισλαμισθούν ή να ζουν ως ζώα. Μάλιστα όταν κάποιος χριστιανός πέθαινε στα δημοτολόγια οι Τούρκοι έγραφαν ότι ψόφησε ως τα ζώα και όχι ότι πέθανε.

Β) Μετά το 1821, που οι Έλληνες πήραν τα επάνω τους και δεν φοβόντουσαν πια τους Τούρκους, καθώς λέει ο Ι. Κονδυλάκης στον «Πατούχα», οι Έλληνες άρχισαν να βγάζουν τη μαύρη φορεσιά που τους είχαν επιβάλει οι Τούρκοι και να φορούν ό,τι και οι Τούρκοι (έβαζαν τώρα και μεταξωτή φαρδιά ζώνη, τσόχινη βράκα, τσόχινο μειτάνι, λευκό πουκάμισο κλπ, σχεδια, υφάσματα και χρώματα που πριν από το 1821 απαγορευόταν να τα φορούν οι Έλληνες) ή ό,τι και οι Ευρωπαίοι, κάτι που γινόταν και στα μη απελευθερωμένα ακόμη μέρη, όπως π.χ. στην Κρήτη (ελευθερώθηκε το 1898- 1913). Τελικά, όπως βλέπουμε σήμερα, επικράτησε η ευρωπαϊκή ενδυμασία, όμως συνάμα δημιουργήθηκαν και οι καλούμενες ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές ως ομαδική φορεσιά στους εθνικοτοπικούς συλλόγους και φορείς. Επομένως οι καλούμενες σήμερα παραδοσιακές φορεσιές δεν υπήρχαν καν επι τουρκοκρατίας και αυτές άρχισαν να δημιουργούνται μετά το 1821, επειδή από τότε και εξής οι Έλληνες πήραν τα επάνω τους  και προ αυτού άρχισαν να κάνουν ή να φορούν  ό,τι ήθελαν.

Γ) Οι πρώτες ανδρικές παραδοσιακές φορεσιές που δημιουργήθηκαν μετά το 1821 χρησιμοποίησαν στοιχεία των φορεσιών εκείνων που φορούσαν οι κατά τόπους καπεταναίοι (αντιστασιακοί) του αγώνα και οι οποίοι φορούσαν ειδικές φορεσιές αρνούμενοι να φορέσουν εκείνη τη φορεσιά που ειχαν επιβάλει οι κατακτητές Τούρκοι να φορούν οι Έλληνες , όπως π.χ. η φορεσιά της πολύπτυχης λευκής φούστας (φουστανέλας) στην ηπειρωτική Ελλάδα, η φορεσιά της μπλε (φουφουλωτής) τσόχινης βράκας στη νησιώτικη Ελλάδα κ.α., που ήσαν με χρώματα και ποιότητες υφασμάτων που απαγορευόταν επι τουρκοκρατίας να φορούν οι γκιαούρηδες (= οι άπιστοι Ραγιάδες ή άλλως Έλληνες κ.α.). Οι Τούρκοι όριζαν οι Έλληνες να φορούν φορεσιά μαύρου χρώματος και συνάμα όχι από πολυτελή υφάσματα (από τσόχα, σατέν, βελούδο κλπ). Αυτά επιτρεπόταν να τα φορούν μόνο οι μουσουλμάνοι. Απλά τότε χρησιμοποιήθηκαν και ξένα ενδυματολογικά στοιχεία (οθωμανικά, ενετικά κ.α.)  λόγω του ότι μέχρι τότε δεν είχε ούτε εξελιχθεί ούτε και ελευθερωθεί σε μεγάλη έκταση η  Ελλάδα, ενώ από την άλλη κυριαρχούσαν τα ξένα, κυρίως τα οθωμανικά και ενετικά υφάσματα και ενδύματα. Στην Κρήτη για παράδειγμα μετά την απελευθέρωσή της το 1898 από τους Οθωμανούς δημιουργήθηκε-καθιερώθηκε η παραδοσιακή φορεσιά της βράκας, με μεταξωτή φαρδιά ζώνη, με τσόχινη βράκα, τσόχινο μειτάνι, λευκό πουκάμισο κλπ (σχεδια, υφάσματα και χρώματα που πριν από το 1821 απαγορευόταν να τα φορούν οι Έλληνες), για να τη φορούν οι αστυνομικοί, οι ταχυδρόμοι κ.α. της τότε Κρητικής Πολιτείας (1898-1913) και η οποία προήλθε χρησιμοποιώντας στοιχεία από αυτή που φορούσαν οι καλοντυμένοι καπεταναίοι (αντιστασιακοί) της Κρήτης στους απελευθερωτικούς αγώνες 1821 – 1898.  Μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913 άρχισε να καταργείται η παραδοσιακή φορεσιά της βράκας και αντικαταστάθηκε από την ευρωπαϊκή και συνάμα δημιουργήθηκε η κρητική παραδοσιακή φορεσιά της κιλότας, με πουκάμισο, στιβάνια, μαντήλι κλπ, η οποία κατά τη γερμανική κατοχή καθορίστηκε να αποτελείται με μπεζ κυλόττα (κιλότα),  μαύρο πουκάμισο, μαύρο μαντήλι, μαύρη δερμάτινη λεπτή ζώνη και μαύρα στιβάνια σε ένδειξη πένθους για την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανοιταλούς και τους χιλιάδες νεκρούς που έπεσαν για την πατρίδα.

Ομοίως οι γυναικείες παραδοσιακές φορεσιές προήλθαν χρησιμοποιώντας στοιχεία της φορεσιά που φορούσαν οι καλοντυμένες γυναίκες των κατά τόπων αγωνιστών του ‘21, όπως π.χ. η φορεσιά με ποδήρη φούστα, ποδιά, μαντήλα, σιγκούνι (μειτάνι γυναικείο) κλπ στην ηπειρωτική Ελλάδα  και αυτή με κοντή φούστα, όμως με εσωτερική μακρά βράκα, ποδιά, μεϊτάνι, μαντήλι κλπ στη νησιώτικη Ελλάδα. Στις φορεσιές αυτές υπάρχουν χρώματα και ενδύματα που απαγορευόταν να φοριούντγαι από τους Ελληνες επι γενιτσαριάς. Υπάρχουν επίσης γυναικείες ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές, που προήλθαν έχοντας ως βάση το ευρωπαϊκό φουστάνι, συνδυασμένες με στοιχεία παλαιότερης φορεσιάς (φούστα, ποδιά κλπ), όπως π.χ. η καλούμενη «φορεσιά Αμαλίας, ενδυμασίες που ήταν αδιανόητο να φορεθούν από Έλληνες επι γενιτσαριάς.

 

2. ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ ΜΕ ΒΡΆΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΓΕΡΙΑ ή ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΖΟΥΑΒΟΥΣ

 

Η λαογραφος κ. Ευαγγελία Φραγκάκη, σχετικά με την κρητική φορεσιά της βράκας ισχυρίζεται τα εξής:  «Αφού ούτε οι Άραβες, ούτε οι Τούρκοι ούτε και οι Βενετοί φορούσαν τη βράκα που φοριέται ακόμη στην Κρήτη, ούτε και οι Έλληνες, άρα οι Κρητες ναυτικοί πήραν τη βράκα, καθώς και  και τα λοιπά ενδύματα με τα οποία φοριέται, δηλαδή το κοντογούνι, το γιλέκο κλπ, από τους Αλγερινούς πειρατές, που αυτοί τα είχαν πάρει από τους πειρατές της περιοχής της Ζουάβας με σκοπό να τους ξεγελούν και μετά έγινε γενική ενδυμασία των Κρητών.» ( «Η φορεσιά της Κρήτης», Ευαγγελία Φραγκάκη, Μεσόγειος 22/2/2000)

206.02.016
Ο εγγονός του Ελ. Βενιζέλου με φάριο και κρητική παραδοσιακή ενδυμασία.

Ομοίως ο γνωστός συγγραφέας Ιωάννης Τσουχαλαράκης, σχετικά με την κρητική παραδοσιακή φορεσιά της βράκας, επικαλούμενος τη λαογράφο Ευαγγελία Φραγκάκη, αναφέρει και αυτός τα εξής: «Η  ανδρική παραδοσιακή φορεσιά με τη βράκα, το γελέκι, το «μεϊτάνι»  και τα «στιβάνια» κάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 16ου αιώνα.  Η προέλευση της βράκας απασχόλησε πολλούς.  Η άποψη ότι η βράκα ήταν άγνωστη στην Κρήτη πριν από την τουρκική κατάκτησή της δεν είναι εξακριβωμένη.  Το πιο πιθανό είναι να παρέλαβαν οι Κρητικοί μια μορφή βράκας από τους πειρατές της Αλγερίας ή της Τύνιδας, καθώς είχαν έλθει σε κάποια σχέση.  Και αυτοί όμως την είχαν πάρει από τους Καβίλους της ορεινής περιοχής Τζουρτζούρα της Αλγερίας, και συγκεκριμένα από την φυλή των Ζουάβα, η οποία  αποτελεί κλάδο της μεγάλης Βερβερικής φυλής, η οποία παραδοσιακά προμήθευε πολεμιστές στο Αλγέρι και στην Τύνιδα.  Αξιοπρόσεκτη είναι η καταπληκτική ομοιότητα της παραδοσιακής ανδρικής κρητικής φορεσιάς με την παραδοσιακή φορεσιά των ανδρών της φυλής των Ζουάβ» ( Ιωάννης Τσουχλαράκης «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ», Αθήνα 1997,1999).

Ωστόσο όλα αυτά είναι όχι μόνο αυθαίρετα, αλλά και στερούνται σοβαρότητας,  γιατί:

1) Οι πειρατές δεν ήταν άνθρωποι χαζοί, ώστε να πείθονται για την εθνικότητα ενός καραβιού μόνο και μόνο από τα ρούχα που φορεί το πλήρωμά του πλοίου. Έπειτα αν υπήρχε πρόβλημα πειρατίας για μεγάλο χρονικό διάστημα,  θα είχαν ληφθεί μέτρα από τις ναυτικές υπηρεσίες στις οποίες υπάγονταν τότε οι Κρήτες, δηλαδή από αυτές της Ενετίας.

2)  Οι Κρήτες τον 16ο αιώνα δεν ήταν μόνο κάποιες οικογένειες ναυτικών, αλλά πολλές χιλιάδες και των  οποίων η συντριπτική πλειοψηφία δεν ήσαν ναυτικοί, αλλά γεωργοί, κτηνοτρόφοι κλπ και συνεπώς όλος αυτός ο λαός δε ήταν δυνατόν να άλλαζε  τη φορεσιά του για κάποιες πειρατείες που γίνονταν στη θάλασσα.

3) Δεν είναι αληθές ότι   οι Τούρκοι δε φορούσαν τη βράκα που φοριέται ακόμη στην Κρήτη. Και αυτή τη βράκα είχαν οι Τούρκοι, αλλά και σε πολλά άλλα παραμεφερή σχεδια και χρώματα και αυτό για διακριση των κοινωνικών ομάδων, επειδή  την εποχή αυτή δεν είχε επινοηθεί ακόμη ούτε το παντελόνι, ούτε η κυλλότα ούτε και το κολάν. Υπήρχε μόνο η φούστα – χιτών και βασικά η βράκα. Ετσι άλλου σχεδίου ή άλλου χρώματος βράκα φορούσαν π.χ. οι ναυτες του πολεμικού ναυτικού και άλλου οι στρατιώτες του στρατού, άλλου οι αγάδες και άλλου οι πασάδες κλπ.

4) Οι Τούρκοι, οι Αιγύπτιοι, οι Αλβανοί κ.α. ήδη πριν από το 16ο αιώνα (δηλαδή πριν καταλάβουν οι Οθωμανοί την Κρήτη) είχαν  ίδια ή σχετική φορεσιά με αυτή που φορούσαν Αλγερινοί και οι Τυνήσιοι, λόγω του ότι αφενός όλοι αυτοί αποτελούσαν την καλούμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία και αφετέρου είχαν  ίδια θρησκεία, τη μουσουλμανική, άρα ίδια ηθική, ίδια ήθη κλπ κλπ. Οι ιερείς της ίδιας θρησκείας παντού (σε όλα τα κράτη) έχουν ίδια ρούχα ή ίδια ηθική αντίληψη κλπ. Η Αλγερία π.χ. είχε προσχωρήσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1519 μ.Χ.

5) Στην Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρχε αυστηρότατος νόμος (φιρμάνι, αλλά και πολλά μπουγιουρντί), όπως θα δούμε πιο κάτω, που καθώριζε ποια θα είναι η φορεσιά των μουσουλμάνων  ( = οι Αλγερινοί, οι Τούρκοι, οι Αλβανοί, οι Αιγύπτιοι κ.α.) και ποια των γιαούρηδων (απίστων = Χριστιανών, Εβραίων κλπ) υποτελών, για να διακρίνονται.

6) Πριν βγει  το παντελόνι οι βράκες ήταν το κύριο ένδυμα των σκελών, ανδρών και γυναικών  κλπ. Βράκες φορούσαν  ήδη από τον 12 αιώνα όλος ο αρχαίος κόσμος. Βράκες φορούσαν οι Βυζαντινοί (Κρήτες, Κύπριοι, Πόντιοι, Αθηναίοι κλπ), βράκες οι Οθωμανοί (Τούρκοi, Αλγερινοί κ.α.), βράκες οι Ιταλοί : Ρωμαίοι, Ενετοί κ.α.,  όπως προκύπτει από τις γκραβούρες και τις αφηγήσεις των αρχαίων περιηγητών και ιστορικών που θα δούμε πιο κάτω.  Απλά  αφενός τότε υπήρχαν και ενδυμασίες που δεν περιείχαν  την εξωτερική  βράκα ,  αλλά χιτώνα ή φούστα και σώβράκο,  και αφετέρου άλλου χρώματος ή άλλου τύπου (στυλ )  βράκα φορούσαν π.χ. οι Οθωμανοί και άλλο οι Βενετοί κλπ. Γενικά τότε υπήρχαν πολλά  είδη κουστουμιών με βράκα για διάκριση των διαφόρων στρατιωτικών και κοινωνικών ομάδων, κάτι όπως γίνεται και σήμερα. Για παράδειγμα στον Οθωμανικό Στρατό,  και αυτό ήδη από το 14ο αιώνα,  ενδυμασίες με βράκα σε χρώμα μπλε φορούσαν οι γενίτσαροι, σε χρώμα κόκκινο οι θαλαμηπόλοι,  σε χρώμα μαύρο οι σπαχήδες κ.λπ.  Έτσι  οι Κρητες κατά την ενετική κατοχή της νήσου (1211 – 1669) φορούσαν την ενετικού στυλ (τύπου) βράκα μαζί με τα ανάλογα ρούχα  και  κατά την οθωμανική κατοχή (1669 – 1898) φορούσαν την οθωμανικού στυλ βράκα, όπως προκύπτει από τις γκραβούρες των περιηγητών των εποχών αυτών, βλέπε π.χ.: Achille Marrozo "Arte dell' Armi", 1568,  Gérard Jollain.1670 μ.Χ., του Gérard Scotin, 1643-1715, Paintings by Jean-Baptiste Vanmour, 1671-1737, Επτανησιακού χειρόγραφου του Βιτσέντζου Κορνάρου «Ερωτόκριτος» (είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 ) κ.α. Συνάμα τότε αφενός πολλοί φορούσαν όχι φορεσιά βράκας, αλλά και παλαιότερης εποχής  και αφετέρου πολλοί πάνω από τη βράκα φορούσαν  φούστα και έτσι στις απεικονίσεις οι βράκες τους δε φαίνονται. Και το ότι οι Κρήτες φορούσαν  βράκες και επι ενετοκρατίας (1211- 1669),  μόνο που τότε ήταν σε διαφορετικό στυλ, προκύπτει και από τα λεγόμενα του Γ. Χορτάτζη, πρβ:

 «Την Πουλισένια, σαν θωρώ, κατά τηνέ κατέχει,

Για κείνο τέτοιο λογισμό και τέτοιαν έγνοιαν έχει.

Το φερεφόλι το μακρύ και τα’ όμορφο ζιπόνι

Κι οι βράκες οι ολοκοφτές και το σπαθί δε σώνει

‘ς τα αγαφτικούς την σήμερον, και λογισμό ας αλλάξη,

Και την Κασάντρα πως ποτέ δεν είχε δει τη ας τάξη»

 (Κατζούρμπος, πράξη Α΄, στ. 179-184, Γεώργιος Χορτάτζης 1550–1610)

 

«Γι άσι με γη γεμίζω

τσι βράκες μου δε με γρικάς πως συχνοπορδαλίζω;»

(Κατζούρμπος, πράξη Α΄, στ. 307-308, Γεώργιος Χορτάτζης 1550–1610)

7) Οι Ζουάβοι δεν είχαν ίδια επακριβώς ενδυμασία με αυτή των Αλγερινών και των Τυνισίων, αλλά παρόμοια, επειδή οι Ζουάβοι  δεν ήσαν μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι Ζουάβοι άλλοτε ήταν  σύμμαχοι άλλοτε των Γάλλων και άλλοτε των Ιταλών, οπότε  δε φορούσαν ίδια βράκα με αυτή που φορούσαν  οι Οθωμανοί, αλλά μια χαρακτηριστική, που ως εξ αυτού ονομάστηκε από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους bracae / calza alla Zuavi. Η βράκα αυτή ήταν ψηλοκάβαλη και με πολύ φαρδιά και έως το μέσο της κνήμης  μπατζάκια και γι αυτό ονομάστηκε  έτσι, δηλαδή κάλτσα ( λατινικά  calza = από το ελληνικό κάλυξ >  calza = ο σωλήνας όπου μπαινοβγαίνει τα πόδι, το κάλυμμα, το περίβλημα). Προ αυτού κάποιοι νομίζουν ότι η κρητική βράκα κατάγεται από αυτή των  Ζουάβων, ενώ δεν είναι έτσι. Η Κρητική βράκα έχει προέλθει από την Οθωμανική και εκείνη από τη Βυζαντινή. Η βράκα ως ένδυμα υπάρχει από την αρχαιότητα και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές και την οποία οι Γαλάτες ονόμαζαν bracae,  οι Έλληνες ανασυρίδες ή αναξυρίδες και οι Πέρσες σαράβαρα απ’ όπου προέκυψε η τούρκικη ονομασία  σαλ(ά)βαρα > salvar > σαλβάρια, καθώς αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης, ο Αδαμάντιος Κοραής  κ.α. Η βράκα, όπως θα δούμε επίσης πιο κάτω, υπήρχε στην Κρήτη και επι μινωικής εποχής. Υπήρχε επίσης και επι Βυζαντινών, απ΄όπου προήλθαν νησιώτικη, η Οθωμανική κ.α..

8) Η Κρητική παραδοσιακή φορεσιά της βράκας προέρχεται από αυτή που φορούσαν οι αντιστασιακοί Κρήτες κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821 – 1898 κατά των Οθωμανών, η οποία αποτελούνταν από στοιχεία (χρώματα, σχεδια και ποιότητες υφασμάτων) που απαγορευονταν να τα φορούν οι Ελληνες επι τουρκοκρατίας. Η βράκα τους ήταν φουφουλωτή και η όλη φορεσιάς της από τσόχα και χρώματος μπλε κλπ, σχεδια, ποιότητα και χρώματα που απαγορευόταν για τους Έλληνες.

Επί γενιτσαριάς, δηλαδή πριν από το 1821, καθώς λέει ο Κονδυλάκης στον Πατούχα, οι Χριστιανοί (Έλληνες, Εβραίοι κλπ)  δια νόμου έπρεπε να φορούν μόνο μαύρα ρούχα και συνάμα να μην είναι πολυτελή (από σατέν, βελούδο, τσόχα, γούνα κλπ), γιατί αυτά δικαιούνταν, άξιζαν  να τα φορούσνκατά τους Τούρκους, μόνο οι μουσουλμάνοι (Οθωμανοί: Τούρκοι, Αλγερινοί κλπ), ώστε να διακρίνονται από τους γιακούρηδες (απίστους).  Μετά το 1821 που οι Έλληνες πήραν τα πάνω τους και δεν φοβόντουσαν πλέον τους Τούρκους άρχισαν να φορούν είτε ό,τι και οι Τούρκοι, πλην του οθωμανικού φεσιού (με αυτό βασικά τότε διακρίνονταν οι μουσουλμάνοι από τους χριστιανούς) είτε ό,τι φορούσαν και οι λοιποί ευρωπαίοι.

 

3.  ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΣΤΟΛΗΣ ΤΩΝ ΒΡΑΚΟΦΟΡΩΝ ΕΥΖΩΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΒΑΣΗΔΕΣ

 

 Μερικοί ισχυρίζονται  ότι   η  χρυσοκέντητη στολή των βρακοφόρων ευζώνων προήλθε από αυτή που φορούσαν οι καβάσηδες  (σωματοφύκακες) επί  Οθωμανική Αυτοκρατορίας και εκείνη με τη σειρά της από την τούρκικη στρατιωτική στολή, κάτι που είναι αναληθές,  γιατί:

 Α) Η στολή των βρακοφόρων ευζώνων της πρώην ανακτορικής και νυν προεδρικής φρουράς προήλθε από αυτή που φορούσαν οι βρακοφόροι οπλίτες και  αξιωματικοί  της Κρητικής Χωροφυλακής επι Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1913) και αυτό τιμητικά,  επειδή η εν λόγω χωροφυλακή πρόσφερε πολλά στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδος και ειδικότερα για την απελευθέρωση και εμπέδωση της τάξης στη Μακεδονία. Η φορεσιά των βρακοφόρων κρητικών χοροφυλάκων με τη σειρά της προήλθε από αυτή που φορούσαν οι Κρήτες επαναστάτες κατά τους απλευθερωτικούς αγώνες της Κρητης κατά τα έτση 1821- 1898 και ιδιαίτερα τα έτη 1866 – 1898.  (Περισσότερα βλέπε σε ειδικό μέρος για τους βρακοφόρους εύζωνες).

Β) Η ονομασία «καβάσης» προέρχεται από την περσική λέξη «καββάς» (> τουρκική «cavaz»), που σημαίνει τον ένοπλο  φρουρό.  Ο «καβάσης» ήταν επίσημος τίτλος που έφερε ο επιτετραμμένος θυρωρός ή κλητήρας της Υψηλής Πύλης, καθώς και των υπουργείων και των υπόλοιπων δημοσίων καταστημάτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατ΄ επέκταση καβάσηδες είχαν καθιερωθεί και σε όλες τις πρεσβείες στην Κωνσταντινούπολη. Οι καβάσηδες αρχικά δεν είχαν ειδική στολή, όμως από κάποια περίοδο και μετά έφεραν ειδικές στολές, που διατηρήθηκαν μέχρι την προκεμαλική περίοδο. Από τις στολές αυτές των καβάσιδων  προέκυψε όχι η στολή των βρακοφόρων ευζώνων, αλλά των πορτιέρηδων σε ξενοδοχεία.

 

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpt1/v/t1.0-9/12345600_1033145936707793_3555207799449344377_n.jpg?oh=bbdf7a60b1505abe7a4744f79b5744e2&oe=572075E1

Crete.COSTUME Cretois.JPG

Επιστολικά δελτάρια με βρακοφόρους σωματοφύλακες ή άλλως καβάσιδες του ύπατου αρμοστή Πρίγκιπα Γεωργίου της Κρητικής Πολιτείας. Ηταν άνδρες από την Κρητική χωροφυλακή, της οποίας η στολή ήταν με βράκα.  Απλά οι σωματοφύλακες του πρίγκιπα όπως και οι εύζωνες της πρώην Ανακτορικής και νυν Προεδρικής Φρουράς στην Αθήνας φορούσαν φάριο, όμως με διαφορετικό εθνόσημο.

 

Γέροντες αγωνιστές περιμένουν τα αποτελέσματα στη συνάντηση της Χαλέπας...1878:
Γέροντες αγωνιστές περιμένουν τα αποτελέσματα στη συνάντηση της Χαλέπας το 1878

$_57 (7)
 Αγγλικό περιοδικόTthe graphic 2 Απριλίου 1890, Κρήτες επαναστατες αναμένοντας τους Τουρκους

 

 

 

4.  Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

 

Υπενθυμίζεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία  ιδρύθηκε τον ύστερο του 13ου αιώνα από τουρκικά φύλα, απ όπου και τουρκοκρατία, κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Οσμάν Α' μέχρι την κατάλυσή της το 1918 και στο απόγειό της αποτελούνταν από πολλούς λαούς της τότε εποχής: Τούρκους, Αλγερινούς, Τυνήσιους, Αιγύπτιους, Έλληνες, Αλβανούς κ.α.

Η ενδυμασία στην οθωμανική κοινωνία από της ύπαρξής της αποτελούσε στοιχείο δηλωτικό του αξιώματος, της κοινωνικής θέσης, της εθνότητας και του θρησκεύματος.  Σύμφωνα με νόμο ακόμη και οι γκιαούρηδες (= οι άπιστοι, οι μη μουσουλμάνοι = οι χριστιανοί κ.α.) έπρεπε να ντύνονται με συγκεκριμένη σε χρώμα και συνάμα κατώτερης ποιότητας ενδυμασία, ώστε από τη μια να παρακολουθούνται και να ελέγχονται και συνάμα να πιέζονται, για να αλλαξοπιστήσουν και από την άλλη να ικανοποιείται η ματαιοδοξία των μουσουλμάνων  για κοινωνική καταξίωση και έτσι  να δουλεύουν φανατικά υπέρ του κράτους των Οθωμανών και κατά των απίστων. Στην παρακάτω σουλτανική διαταγή – οδηγία διαβάζουμε, ανάμεσα στα άλλα, για το πώς έπρεπε να ντύνονται οι Χριστιανοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία:

<< Σύμφωνα με το [...] [ισλαμικό δίκαιο] και το [σουλτανικό] νόμο, οι χριστιανοί [...] πρέπει να φαίνονται, από τα ρούχα τους και την εμφάνισή τους, κατώτεροι. Δεν επιτρέπεται να καβαλούν άλογα, να φορούν μεταξωτά και σατέν υφάσματα ή να φορούν γούνα στα παλτά και στα καπέλα τους. Οι γυναίκες τους δεν επιτρέπεται να φορούν ρούχα όμοια με των μουσουλμάνων γυναικών ή να φορούν φερετζέδες φτιαγμένους από περσικό ύφασμα. Επειδή [...] αυτός ο νόμος δεν τηρήθηκε και, με την άδεια των δικαστών, οι χριστιανοί και οι Εβραίοι άρχισαν να βγαίνουν έξω ντυμένοι με πολυτελή ακριβά ρούχα [...], είναι απολύτως απαραίτητο αυτοί οι νόμοι να ανακοινώνονται ξανά και ξανά ώστε να είναι σίγουρο ότι θα τηρηθούν.>>  (Αυτοκρατορικές απαγορεύσεις για τους μη μουσουλμάνους , έτος 1631)

 

Ι. Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ 

 

Οι μουσουλμάνοι άπαντες ως κάλυμμα της κεφαλής είχαν το χαρακτηριστικό Οθωμανικό κόκκινο φέσι και από αυτούς όσοι ήσαν ιερείς  ή αξιωματούχοι φορούσαν για διάκρισή τους γύρω από αυτό το καλούμενο σαρίκι ή άλλως τουρμπάνι, που ήταν μια λευκή κορδέλα, που οι Έλληνες την έλεγαν και  «πετσέτα». Το φέσι και το σαρίκι απαγορευόταν να τα φορούν οι Χριστιανοί. Τα σαλβάρια (= τα κουστούμια με βράκες) των μουσουλμάνων ήταν αφενός πολυτελή, καλύτερης ποιότητας από αυτά των χριστιανών  (συνήθως από τσόχα, το πολυτελές ύφασμα της εποχής) και αφετέρου χρώματος ανάλογα με τον τίτλο ή το αξίωμά τους  πλην του μαύρου χρώματος, που αυτό ήταν των ραγιάδων ή άλλως γκιαούρηδων (=  οι άπιστοι = οι Χριστιανοί, οι Εβραίοι κλπ υποτελείς). Η επίσημη φορεσιά του Τούρκου  αστού της Κρήτης ήταν με σαλβάρια  τσόχινα και σε χρώμα γαλάζιο (χρώμα απαγορευμένο στους Χριστιανούς, αυτοί έπρεπε να φορούν μαύρο χρώμα), διακοσμημένη με διάφορα μοτίβα από στριφτές μεταξωτές κλωστές. (κάτι που απαγορευόταν στους Χριστιανούς). Οι  Οθωμανοί μπέηδες (ηγεμόνες) και οι αγάδες (τσιφλικάδες) π.χ. φορούσαν σαλβάρι σε χρώμα κίτρινο και πράσινο οι υπόλοιποι. Στο στρατό οι στρατιωτικοί και οι αξιωματούχοι είχαν σαλβάρι ανάλογα με την ειδικότητά τους, κάτι όπως συμβαίνει και σήμερα. Τα γιλέκα των Τούρκων είχαν πλούσιο και περίτεχνο διάκοσμο, εμπνευσμένο από ισλαμικά μοτίβα, ενώ το κατ' εξοχήν αγαπημένο τους χρώμα για πουκάμισο ήταν το κίτρινο. Τα στιβάνια των Τούρκων ήταν βαμμένα κόκκινα ή κίτρινα, χρώματα απαγορευμένα για τους χριστιανούς,   Η ζώνη των Τούρκων ήταν κόκκινη και των Ελλήνων μαύρη ή μετά βυσσινή.  Εκτός από τις γούνες, που ήταν δηλωτικές του αξιώματος του προκρίτου, ένα σύνολο από πολυτελή ενδύματα και κοσμήματα επιστρατεύονταν, για να ικανοποιήσουν την επιθυμία των εύπορων για κοινωνική καταξίωση και επιβολή.

Στην οθωμανική κοινωνία επίσης το χρώμα της ενδυμασίας αποτελούσε και στοιχείο δηλωτικό του αξιώματος ή της εθνότητας. Οι εμίρηδες π.χ. διακρίνονταν από τους άλλους Οθωμανούς από το χρώμα στο τουρμπάνι τους που ήταν πράσινο, ενώ των άλλων Οθωμανών ήταν άσπρο.

Χρώματα: Βεζίρηδες – πράσινο, Αρχιθαλαμηπόλοι παλατιού – κόκκινο,  Ανώτεροι ιερείς – πορφυρό, Μουλάδες – γαλάζιο.  Μέγας σταβλάρχης – βαθυπράσινη στολή , Αξιωματούχοι Υψηλής Πύλης – κίτρινα  παπούτσια,  Δικαστικοί – κόκκινα  παπούτσια κλπ

 

 

PictureΠίνακας με ενδυμασίες Οθωμανικού στρατού 1453-1689. Από τα αριστερά: Γενίτσαρος, τοξότης, Μαγυάρος μισθοφόρος, σπαχής, ακοντιστής, σουλτάνος, πεζικό από την Τυνησία

http://i.imgur.com/U252W.jpg

Πίνακας με ενδυμασίες Οθωμανικού στρατού πριν από το 1832. Από τα αριστερά: Πεζικάριος, Αξιωματικός, Υπολοχαγός, Καπετάνιος κλπ

http://i.imgur.com/diJQ4.jpg

Πίνακας 2 με ενδυμασίες Οθωμανικού στρατού επί Abdulaziz, σουλτανου (1830 – 1876) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

http://i.imgur.com/b2pkM.jpg

Πίνακας 3, συνέχεια  ενδυμασιών Οθωμανικού στρατού επι Abdulaziz

 

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/3/32/Weigel-Turkish_groom.jpg

Τούρκος γαμπρός με βράκα,  Hans Weigel's 'Habitus Praecipuorum Populorum ... das ist Trachtenbuch, Nuremburg, 1577

http://www.warfare.altervista.org/Ottoman/byEuropeans/th/Vecellio-f827.jpg

Τούρκος Γενίτσαρος Ottoman soldiers (Of Ancient and Modern Dress of Diverse Parts of the World in Two Books . . .) by Cesare Vecellio, 1590

http://www.warfare.altervista.org/Ottoman/byEuropeans/Luyken-Ein_Tartar.jpg

Τάρταρος. Ottoman Turkish Illustration from: Abraham a Sancta Clara's "Neu-eröffnete Welt-Galleria" Prints from drawings by Caspar Luyken. Engraved & Published by Christoph Weigel (Nuremberg: 1703).

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/9/91/Welt-Galleria_T084.jpg/661px-Welt-Galleria_T084.jpg

Γενίτσαρος, Engraved & Published by Christoph Weigel (Nuremberg: 1703). Prints from drawings by Caspar Luyken.

 

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/f/fc/Vanmour_-_Grec_des_isles_de_l%27archipel.jpg

Έλληνας νησιώτης , 1643-1715, παίζοντας ταμπουρά,

Γκραβούρες του Gérard Scotin, 1643-1715, που εκδόθηκαν το 1714 στο Παρίσι = Engraved by Gérard Scotin, 1643-1715, Paris, 1714 From Paintings by Jean-Baptiste Vanmour (Van Mour), 1671-1737

[VAN MOUR, Jean Baptiste]. Recueil de cent estampes representant differentes nations du Levant tirees sur les tableaux peints d’après Nature en 1707, et 1708 par les Ordres de Mr. de Ferriol ambassadeur du Roi a la Porte, et gravées en 1712, et 1713 par les soins de M. Le Hay, ce recueil ce vend A Paris…, Avec privilège du Roi, Παρίσι 1714

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/8/81/Vanmour_-_Halvadgi-vendeur_de_confitures_par_les_rues.jpg

Χαλβατσής (Halvadgi = πωλητής μαρμελάδας

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/8/82/Vanmour_-_Leventi-ou_soldat_de_marine.jpg

Ναυτικός = Levent, or Marine =  Leventi, ou Soldat de Marine

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/2/2a/Vanmour_-_Spahis-ou_cavalier_turc.jpg

Τούρκος ιππέας = Sipahi or Turkish Cavalryman = Spahis, ou Cavalier Turκ

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/9/9b/Vanmour_-_Saka.jpg

Σάκα = Ντερβίς που φέρνει το νερό για την πόλη και το δίνει ως φιλανθρωπία

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/c/cf/Vanmour_-_Soldat_albanois.jpg

Αλβανός στρατιώτης = Soldat Albanois

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/f/f7/Vanmour_-_Vendeur_de_caffe_par_les_rues.jpg

Καφεπώλης υπαίθριος

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/2/2a/Vanmour_-_Jannissaire_en_turban_ordinaire.jpg

Γενίτσαρος με τουρμπάνι = Janissary in ordinary turban = Jannissaire en Turban ordinaire Engraved by Philippe Simonneau.

 

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/753e254a50d5bf8c382dba25ea27b42a.jpg&w=640&q=80

Κωνσταντινούπολη 1769 Τουρκάλα χορεύτρια. [CALVERT, Frederick (Baron Baltimore). [Eastern Costume, Engraved from the Collection of Lord Baltimore, after designs by Francis Smith, Λονδίνο, 1769].

 

 

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/e188629f0a570c746ca90d9c57e4366f.jpg&w=640&q=80

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/515c72749fbd2c52306d97e3a108dd2c.jpg&w=640&q=80

Κωνσταντινούπολη 1836 by Thomas Allom. With an historical account of Constantinople, and descriptions of the plates, by the Rev. Robert Walsh..., Λονδίνο/Παρίσι, Fisher, Son & Co. [1836-38].

 

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/b277141c8f286153e23bcb5a6f9b4a98.jpg&w=640&q=80

Χαμηλόβαθμος αξιωματικός του σώματος των Γενιτσάρων 1820

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/7a700b50242ad90be277318b1f122239.jpg&w=640&q=80

Καπιτζί (θαλαμηπόλος) του παλατιού του Σουλτάνου.

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/d72f040cb86b1695bd6fde09782e101a.jpg&w=640&q=80

Σπαχής, μέλος του σώματος του ιππικού, 1820

ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΤΟΥ JEAN-BAPTISTE BENOIT 1820, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη - Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. EYRIÈS, Jean-Baptiste-Benoît. La Turquie, ou, Costumes, Moeurs et Usages des Turcs. Suite de gravures coloriées avec leurs explications; par J.B.B. Eyriès, Παρίσι, Librairie de Gide Fils, [ca. 1820].

 

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/4c2966e2963091aea3fbd6a3ce75211d.jpg&w=640&q=80

Οθωμανός ναύτης και κανονιέρης, 1827

http://el.travelogues.gr/utils/timthumb.php?src=http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/6604e8933a6b066346fed38e59787591.jpg&w=640&q=80

Οθωμανός στρατιώτης του πυροβολικού και Τούρκος στρατιώτης, 1827

D[EVAL], C[harles]. Deux annés en Constantinople et en Morée (1825-1826) ou Esquisses historiques sur Mahmoud, les Janissaires, les Nouvelles Troupes, Ibrahim-Pacha, Solyman- Bey etc.; par M. D...M..., élève interprète du roi en Constantinople; ouvrage orné d'un choix de costumes orientauc soigneusement colorés, et lithographiés par M. Collin, élève de Girodet, Παρίσι, Nepveu, 1827.

 

 

ΙΙ. Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ 

 

 Α. Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ ΠΡΙΝ  ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1821

 

http://www.krassanakis.gr/Cretan_traditional_costumes.files/image174.jpg
Η Σγουρομάλιννη, σύζυγος του Δασκαλογγιάνη, 1725 - 1771 («Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης», Ζαμπέλιου και Κριτοβολίδη, Ι. Κονδυλάκη, 1893).

Όταν τα στρατεύματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία αποτελούσαν οι Τούρκοι, οι Αλγερινοί, οι Αλβανοί κ.α., κατέλαβαν την Κρήτη το 1669,  όπως προκύπτει τόσο από τις αφηγήσεις των συγγραφέων της εποχής (Ι. Κονδυλάκη, Ν. Καζαντζάκη κ.α.), όσο  και από τα τούρκικα αρχεία του Χάνδακα ( Ηρακλείου Κρήτης),  που μετέφρασε ο Νικόλαος Σταυρινίδης, επέβαλαν δια νόμου (με φιρμάνια και μπουγιουρντί) στους γκιαούρηδες (= οι άπιστοι, οι μη μουσουλμάνοι = οι Χριστιανοί, οι Εβραίοι κλπ)  της Κρήτης , κάτι που έκαναν και σε κάθε άλλη περιοχή που καταλάμβαναν,  να φορούν διαφορετική ενδυμασία,  σε σχεδια, χρώμα και ποιότητα, από αυτήν που φορούσαν οι μουσουλμάνοι, για να διακρίνονται. Οι γκιαούρηδες έπρεπε να φορούν ρούχα μαύρου χρώματος και όχι από πολυτελή υφάσματα, όπως από γούνες, σατέν, τσόχα, βελούδο κ.α. και επίσης οι βράκες τους να είναι μαύρες και με λιγότερα φύλλα απ’ ότι αυτές των γενιτσάρων (επίλεκτοι Οθωμανοί στρατιώτες). Πολυτελή ρούχα και κόκκινο φέσι δικαιούνταν να φορούν μόνο οι μουσουλμάνοι, γιατί οι χριστιανοί,  κατ’ αυτούς, θεωρούνταν ζώα λόγω του ότι ήσαν άπιστοι. Μάλιστα όταν πέθαιναν οι Τούρκοι δήλωναν στα ληξιαρχεία τους όχι ότι απεβίωσαν, αλλά ότι ψόφησαν όπως τα ζώα.

Στα τούρκικα αρχεία του Χάνδακα  που έχει μεταφράσει ο Νικόλαος Σταυρινίδης  διαβάζουμε  π.χ. μια  από τις πιο αυστηρές διαταγές (φιρμάνι) που απευθυνόταν στο Διοικητή του Χάνδακα, στον Καδή Εφένδη και στον Αρχιαστυνόμο Αγάτου υψηλού τάγματος των Γενίτσαρων, σχετικά με τον τρόπο ενδυμασίας των ραγιάδων (Ελλήνων).  Η συγκεκριμένη διαταγή αφορά ολόκληρη την αυτοκρατορική επικράτεια και λέγει πως απαγορεύεται οι Χριστιανοί να φορούν σαλβάρια από τσόχα, γιατί αυτά τα φορούν μόνο οι Μουσουλμάνοι που διαμένουν στην πόλη του Χάνδακα, οι γενίτσαροι και οι στρατιωτικοί. Επίσης οι περισκελίδες που θα φορούν δεν θα πρέπει να έχουν 8 ή 10 φύλλα, γιατί αυτές τις φορούν μόνο οι γενίτσαροι. Τέλος τα γεμενιά  ( είδος μαντηλιού από χρωματιστό κλαδωτό ύφασμα που χρησιμοποιούνταν σαν φακιόλια των γυναικών) απαγορευόταν να είναι κόκκινα όπως και τα φέσια και άλλα ενδύματα που φορούσαν οι μουσουλμάνοι. Η διαταγή θα ήταν αυστηρότατη για τους Χριστιανούς και τους Αρμένιους της Περσίας. Σε ότι αφορά τα κόκκινα γεμενιά ίσχυε το ίδιο και για τους Ιουδαίους , όπως και να μην φορούν σαμουρόγουνες και καλπάκια από δέρμα ικτίδος και άλλα λαμπρά ρούχα. Οι Χριστιανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να  φορούν μόνο μαύρο φέσι ή γεμενί και οι Ιουδαίοι χρώμα κυανού και στο κεφάλι μπονάτα ( σκούφος άνευ γύρου) φτιαγμένος από βαμβακερό ύφασμα ( αλατζά) και ποικιλόχρωμο.  Η διαταγή έπρεπε αμέσως να γίνει γνωστή μέσω κηρύκων σε όλες τις οδούς , τις αγορές και τις συνοικίες της πόλης και όσοι δεν θα συμμορφώνονταν και δεν υπάκουαν στο γράμμα της υψηλής αυτής εντολής εντός τριών ημερών  θα τιμωρούνταν αμείλικτα από τον Ιερόν Νόμο. Ο ιεροδίκης αφού παρέλαβε τέτοιο φιρμάνι ενήργησε αμέσως και έγραψες τούτη τη διαταγή στον Κώδικα του Ιεροδικείου  εφαρμόζοντας την από την επόμενη μέρα. Δεν υπάρχει σχετικό έγγραφο να λέει αν υπήρχαν παρατυπίες καθόλου αυτό το διάστημα αλλά λίγες μέρες αργότερα την 2η Ιουλίου του ίδιου έτους ένας αποθανών Χριστιανός από τον Χάνδακα «...εγκατέλειψε 2 τσόχικα σαλβάρια αξίας 800 παράδων, 2 τσόχινα ζιμπούνια άξιας 320 παράδων , 2 μεταχειρισμένα γελέκια, 1 τσόχινη φέρμελη και 1 μεταχειρισμένο σαρίκι...» Ένας χρόνος περίπου πέρασε από τη διαταγή του 1761 και μια νέα αυστηρότερη ήρθε να προστεθεί στα κιτάπια του Ιερού Κώδικα. Αυτή τη φορά τον Ιούλιο του 1762 η διαταγή προς τον Οσμάν Πασά του Χάνδακα και τον Τουρναζή μπασή  ( αρχιαστυνόμου) λέει πως η τάξη των άπιστων (εννοεί τους Χριστιανούς ) περιφέρεται με χρώματα όπως η μουσουλμανική ενδυμασία για το λόγο αυτό από εκείνη την ημέρα και στο εξής οι άπιστοι ραγιάδες  δεν θα έπρεπε να φέρουν στην κεφαλή τους κόκκινα ή άσπρα φέσια ή θα περιτύλιγαν αυτά με λευκά ή έγχρωμα υφάσματα αλλά τα σαλβάρια τους θα ήταν μόνο μαύρα ή κυανούς. Επίσης απαγορευόταν οι φουφούλες και οι δίπλες και στα πόδια τους μόνο μαύρα γεμενιά και κόκκινα παπούτσια . Λίγο πολύ όπως και το προηγούμενο φιρμάνι μόνο που στην εντολή δηλώνεται πως καμιά πλέον παραχώρηση δεν θα γίνει και η τιμωρία για όσους δε συμμορφωθούν με την παραπάνω διαταγή θα είναι  πάρα πολύ σκληρή.

 

Έγγραφο του Ιεροδικείου του Χάνδακα, σχετικά με  την ενδυμασια που άφησε κάποιος Κρητικός χριστιανός που  «ψόφησε» (οι Τούρκοι θεωρούσαν τους χριστιανούς ζώα , επειδή δεν πίστευαν στη θρησκεία τους και όταν πέθαιναν έλεγαν ότι ο τάδε «ψόφησε»), αναφερει τα εξης ενδύματα :

«24 Zilkade 1174      =      26 Ιουνίου 1761 Π.Μ. Ο αποθανών (ανάγνωθι ψοφήσας) εν τη βασιλευούσης Ανδρέας, υιός Αντώνη, κάτοικος Χάνδακος, εγκατέλειψε μεταξύ άλλων οικιακών σκευών 2 τσόχινα σιαλβάρια αξίας 800 παράδων, 2 τσόχινα ζιμπούνια αξίας 320 παράδων, 2 μεταχειρισμένα γελέκια, 1 τσόχινη φέρμελη και 1 μεταχειρισμένο σαρίκι.

(Μτφ Ν. Σταυριανίδης,»μεταφράσεις Τούρκικων Αρχείων , Τόμος Ε' - ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1752-1765, σελ. 172, Βικελαία Βιβλιοθήκη Δήμου Ηρακλείου )

 

Το Μπουγιουρντί (διαταγή) του Κιαμιλ Αχμέτ πασά που εξέδωσε το 1762:

 4 Σαφέρ 1176   = 25/8/1762 Εξαιτίας της ολιγωρίας των διοικητών, θρησκευτικών λειτουργών και των ζαμπίτιδων οι μη Μουσουλμάνοι κάτοικοι του Χάνδακα περιφέρονται, από καιρό και κατά παράβαση του ιερού νόμου, με μουσουλμανική ενδυμασία και φορούν κόκκινα φέσια και σαρίκια με αποτέλεσμα να μην διακρίνονται από τους Μουσουλμάνους. Στο εξής οι μη Μουσουλμάνοι ραγιάδες απαγορεύεται να φορούν κόκκινα και λευκά φέσια, σαρίκια καθώς και κόκκινα γεμενιά. Θα πρέπει να ντύνονται με μαύρα και μπλέ σαλβάρια, ενώ τα γεμενιά τους θα πρέπει να είναι λευκά και τα παπούτσια τους κόκκινα. Όσοι παρανομούν θα τιμωρούνται. Δατάσσονται ο καδής του Χάνδακα και ο τουρνατζήμπασης Οσμάν Αγάς να κοινοποιήσουν τη διαταγή.

(Μτφ Ν. Σταυριανίδης, τ. Ε', αρ. 2771, σ. 195.  ΙΕΡΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ, ΤΡΙΤΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 1669-1673, 1750-1767, σελ. 415-416, Βικελαία Βιβλιοθήκη Δήμου Ηρακλείου)

 

Και,  επειδή οι φανατικοί μουσουλμάνοι  προέβαιναν συνεχώς και ατιμώρητα  σε δολοφονίες, εξευτελισμούς κλπ των Χριστιανών,  θέλοντας έτσι να τους εξαναγκάσουν σε εξισλαμισμό ή να τους  αφανίσουν , ώστε να μη υποκινούν απελευθερωτικές επαναστάσεις, οι περισσότεροι από τους Κρήτες είτε εξισλαμίστηκαν είτε έβαζαν ίδιες φορεσιές με τους Τούρκους, για να τους ξεγελούν, καθώς αναφέρει και ο Ιωάννης Κονδυλάκης το 1896, έζησε το 1861-1920), άρα επί εποχής Τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη,  σε άρθρο του στην εφημερίδα «Εστία» (15 και 16.6.1896, βλ. Ιωάννη Κονδυλάκη «Τα Άπαντα», εκδ. Αηδών, σελ. 372-385]: «Και οι χθες ραγιάδες εφόρεσαν το σαρίκι του αγά και ανέπνευσαν».

Αντίθετα  οι  χριστιανοί αντιστασιακοί (οπλαρχηγοί και αρματολοί): Καζάνης, Κόρακας κ.α., όπως και οι λοιποί Έλληνες οπλαρχηγοί και αρματολοί επί τουρκοκρατίας, δεν  φορούσαν τα ρούχα που διέτασε η γενιτσαριά, αλλά άλλα, ό,τι ήθελαν,  όπως π.χ. τη φορεσιά της πολύπτυχης λευκής φούστας (φουστανέλας) στην ηπειρωτική Ελλάδα, τη φορεσιά της μπλε (φουφουλωτής) τσόχινης βράκας στη νησιώτικη Ελλάδα κ.α., φορεσιές που ήσαν με χρώματα και ποιότητες υφασμάτων που απαγορευόταν επι τουρκοκρατίας να τα φορούν οι γκιαούρηδες (= οι άπιστοι Ραγιάδες ή άλλως Έλληνες κ.α.). Επίσης φορούσαν στο κεφάλι τους κόκκινο σκούφο (φάριο, ειδος φεσιού) που επίσης απαγορευόταν.

 

https://britishinterventionincrete.files.wordpress.com/2014/04/market-1898.jpgΓάζι Ηρακλείου 1898, οι Βρετανοί έχουν συγκεντρώσει Κρήτες χριστιανούς και Οθωμανούς λέγοντας τους να σταματήσουν να αλληλοεξοντώνονται. Οι μουσουλμάνοι  διακρίνονται από το κωνικό φέσι και το λευκό σαρίκι γύρω από αυτό

https://britishinterventionincrete.files.wordpress.com/2015/01/graphic-3-april-1897-the-force-of-example.pngΤουρκοκρήτες εκπαιδεύοντας τα παιδιά τους για πόλεμο εναντίον των Ελλήνων. The caption, from The Graphic, 3 April 1897, reads: The force of example: Turkish boys in Crete playing at “Going to war with the Greeks.”

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpa1/v/t1.0-9/12341185_1029566607065726_1572193713524422940_n.jpg?oh=47c7c3b51fcc4ac4c11b688955451fae&oe=56D954C1Τουρκοκρατία στην Κρήτη. Ο επικεφαλής της χωροφυλακής Πύργου Μονοφατσίου με δυο χωροφύλακες το 1899. Φορούν φέσι οθωμανικό και στολές όπως αυτές που είχε τότε η τουρκική χωροφυλακή..  ( The head of the gendarmerie of Pyrgos, Monofatsi,  1899, Collection Baldacci - Società Geografica Italiana)

 

 

 

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΤΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑ

ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1821

 

Ο Ι. Κονδυλάκης (1861 – 1920) στον «Πατούχα» αναφέρει ότι οι χριστιανοί Κρήτες επι γενιτσαριάς, δηλαδή πριν από το 1821 έπρεπε να φορούν μαύρα ρούχα και να φέρουν επί της κεφαλής τους μια «πετσέτα μαύρου χρώματος σε ένδειξη δουλικής υποταγής και ταπείνωσης», άλλως οι Τούρκοι θα τους σκότωναν. Το αυτό αναφέρει και ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Καπεταν Μιχάλη» κ.α.:

 «Θωρείς πώς ήσανε ντυμένοι στα μαύρα οι Χριστιανοί τον καιρό της γιανιτσαριάς, για να μη τση σκοτώνουν οι Τούρκοι;» (Ι. Κονδυλάκης «Πατούχας»)

 «Είχε, λένε, μακριά μαλλιά και γένια, φορούσε αψηλά ποδήματα που τα ‘δενε στη ζώνη και ποτέ δεν τα ‘βγαζε από τα πόδια του. Φορούσε κι ένα μακρύ πουκάμισο μαύρο, γιατί κι η σκλαβωμένη Κρήτη ήταν μαυροφορεμένη, και περπατούσε κάθε Κυριακή, ύστερα από τη λειτουργιά, με το παλιό δοξάρι του παππού περασμένο στον ώμο και με το σαιτολόγο στη ράχη, γεμάτο σαϊτες» (Ν. Καζαντζάκης «Καπεταν Μιχάλης»)

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/14222099_1201892436499808_3862642625815656494_n.jpg?oh=60528fefd3ed28309ee7b50fe5137fdb&oe=584A553FΤουρκοκρητικοί, φωτο by Hamza Rüstem. Διακρίνονται βασικά από το ότι φορούν  το χαρακτηριστικό οθωμανικό φέσι

Οι Κρήτες μετά το 1821 που οι Έλληνες πήραν τα επάνω τους, συνεχίζει να λέει ο Κονδυλάκης στον Πατούχα, άρχισαν να βγάζουν τα μαύρα και να φορούν ό,τι και οι Μουσουλμάνοι. Συνάμα πολλοί Κρήτες Χριστιανοί εξακολουθούσαν «πεισματικά» να φορούν μαύρη πετσέτα στο κεφάλι, για να δίδουν στους νεωτέρους πιο ζωηρή την εικόνα της εποχής τους και το μίσος κατά των Τούρκων και να μεταδίδουν σε αυτούς το μίσος με μεγαλύτερη ένταση  και να παραμένει άσβηστο μέσα στη ψυχή τους, πρβ: <<….Εις τούτο δε συνετέλει και η ποικιλία ην έδιδεν εις το θέαμα η ανάμιξις των Τούρκων, γερόντων με σαρίκια μεγάλα, τσιμπούκια και παπούτσια κόκκινα ή μαύρα, αφίνοντα γυμνάς τας κνήμας, και νεωτέρων με φέσια τυνησιακά, τα οποία κατά το πλείστον περιέβαλε λεπτόν στρόφιον, συγκρατούν την ογκώδη κυανήν φούνταν. Οι πλείστοι εκ των τελευταίων είχον την αυτήν με τους χριστιανούς υπόδυσιν, στιβάνια απλά ή τσαρδίνια σχιστά, σφιγγόμενα δι' ιμάντων, ώστε να προσαρμόζονται τελείως εις την κνήμην. Τα διακρίνοντα κυρίως τους Τούρκους από τους Χριστιανούς ήσαν τα ζωηρά και ανοικτά χρώματα του ιματισμού. Και εκ των Χριστιανών πολλοί περιέβαλλον το φέσι με μανδήλι, αλλά σκοτεινού μάλλον χρωματισμού. Εκ των γερόντων όμως ικανοί εφόρουν επί της κεφαλής «πετσέταν» λευκήν, ήτις μόνον κατά το δέσιμον διέφερεν από το σαρίκι .…………  Και όμως δύο ή τρεις εκ της γενεάς εκείνης εξηκολούθουν ακόμη με παράδοξον επιμονήν να φορούν την μαύρην πετσέταν, την οποίαν οι χριστιανοί ήσαν υποχρεωμένοι προ του 21 να φέρουν επί της κεφαλής των εις ένδειξιν δουλικής υποταγής και ταπεινώσεων. Ίσως όμως ήθελον ούτω να δίδουν εις τους νεωτέρους ζωηροτέραν την εικόνα της εποχής των, ίνα και το μίσος κατά των Τούρκων μεταδίδωσιν εις αυτούς ασπονδότερον και, όπως ήτο εις ιδικήν των ψυχήν, ακοίμητον. Πράγματι δε ο Σαϊτονικολής, δείξας εις τον υιόν του ένα εκ των γερόντων εκείνων, όστις διήρχετο στηριζόμενος επί βακτηρίας, του εψιθύρισε με φωνήν σοβαράν, εις την οποίαν επάλλετο η εκδίκησις: — Θωρείς πώς ήσανε ντυμένοι στα μαύρα οι Χριστιανοί τον καιρό της γιανιτσαριάς, για να μη τση σκοτώνουν οι Τούρκοι; ……  (Ιωάννης Κονδυλάκης «Ο Πατούχας»)

Περιγραφή της ενδυμασίας Έλληνα (χριστιανού) καπετάνιου μετά το 1821 από το Ν. Καζαντζάκη:«Ο καπετάν Μιχάλης! Μουρμούρισαν και κόλλησαν πάλι τα μάτια τους στις τρύπες. Αγκουσεμένος, με τα κορακάτα κατσαρωτά γένια του, με τα τσόχινα σαλβάρια του, με τα μαύρα στιβάνια, αργός, αλαφροπάτης, περνούσε ο θεόρατος άντρας, και τα κρόσσια του κεφαλομάντηλου του σκέπαζαν τα φρύδια. ….. ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

Περιγραφή της ενδυμασία Τούρκου (Οθωμανού, μουσουλμάνου) μπέη μετα το 1821 από το Ν. Καζαντζάκη: «Ο καπετάν Μιχάλης! Μουρμούρισαν και κόλλησαν πάλι τα μάτια τους στις τρύπες. Τούρκος μπέης. Είχε ο μπέης ετούτος μια γαληνεμένη ανατολίτισσα ομορφιά, έμοιαζε με φεγγαροπρόσωπα λιοντάρια που ύφαιναν τους περασμένους καιρούς οι χανούμισσες στ’ ακριβά περσιάνικα ταπέτα. Φορούσε σαλβάρια από γαλάζια τσόχα, μα η ζώνη του ήταν καρνάδα κόκκινη, και κάτασπρο το σαρίκι, που ανάδειδε τα σγουρά του. Έκανε ένα βήμα, άπλωσε το παχύ κοντοδάχτυλο χέρι» ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

 

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpa1/t31.0-8/12138395_923215894400725_2969465545194591335_o.jpgΑπεικόνιση της πόλης των Χανίων το 1686, δηλαδή λίγο μετά την κατάκτηση τους απο τους οθωμανους το 1645 – 1669

196a500109a3ea99Το λιμάνι Ηράκλειο (Candia) φρουρούμενο από Αιγύπτιους στρατιώτες 1830 – 1840. Η παραχωρήθηκε στον Αιγύπτιο Μεχμέτ Αλή Πασά Κρήτη το 1830 ως αντάλλαγμα της βοήθειας που προσέφερε στο Σουλτάνο των Οθωμανών. Η αιγυπτιοκρατία της Κρήτης κράτησε από το 1830 - 1840 οπότε οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν να επανέλθει η Κρήτη στην επικυριαρχία του  Σουλτάνου.

 

 

ΓΚΡΑΒΟΥΡΕΣ  ΤΟΥ  ΠΕΡΙΗΓΗΤΗ ROBERT PASHLEY

ΜΕ ΚΡΗΤΕΣ ΤΟ 1834

 

Ο Βρετανός   περιηγητής  Robert Pashley (1805-1859) είχε επισκεφτεί την Κρήτη το 1834, άρα αφενός επί τουρκοαιγυπτιοκρατίας (1830 – 1840) και μετά από το 1821 που οι Έλληνες είχαν πάρει τα επάνω και ως εξ αυτού είχαν αποβάλει την ενδυμασία που τους είχαν επιβάλει οι Τούρκοι επι γενιτσαριάς (πριν από το 1821) και άλλοι φορούσαν ό,τι και οι Τούρκοι και άλλοι ευρωπαϊκές ή ό,τι ήθελαν. Έτσι σε πολλές γκραβούρες του Pashley δεν διακρίνεται αν γίνεται λόγος για χριστιανό ή για μουσουλμάνος.

 

1834 γυναικα (2015_08_10 15_17_39 UTC)

Κρητικιά της υπαίθρου το 1834.

1834 (2015_08_10 15_17_39 UTC)
Κρητικοί με χειμωνιάτικη ενδυμασία του 1834. Ο  καθιστός φορά ρασίδι και ο όρθιος γαμπά

Facsimile

Κρητικός με όπλο εποχής 1834

Facsimile

Κρητικός  υπαίθρου του 1834

194_Bild_05Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο) Βαλιδέ τζαμί 1834 Η σημερινή πλατεία Κορνάρου όπως ήταν κατά την τουρκοκρατία. Στο μέσο, ο σεμπίλ-χανές, η ωραιότερη από τις φιλανθρωπικές κρήνες (σεμπίλια) που κατασκεύασαν οι Τούρκοι, αντιγράφοντας τις βυζαντινές "φιάλες". Αριστερά, η ενετική κρήνη Μπέμπο και πίσω ο μιναρές και τμήμα του τζαμιού της Βαλιδέ σουλτάνας - απ΄όπου και η ακόμα σε χρήση ονομασία της πλατείας: Βαλιδέ (παραφθαρμένο, Φαλτέ) τζαμί. Σχέδιο από το Μεγάλο Κάστρο, του Pashley.

 

 

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ  M. ΧΟΥΡΜΟΥΖΗ – BYZANTIOY ΤΟ 1842

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΟΤΕ

 

<<Ενδυμασία ανδρών: Οι άνδρες φορούσι φέσι περιτυλιγμένο με λευκόν τι περικάλυμμα (Πέτσα ονομαζόμενον) του οποίου μία άκρα κρέμαται όπισθεν, και φθάνουσα πολλάκις έως την ζώνην. Τα βράκιά των είναι κοντά έως τα γόνατα και στενά, και των μεν ορεινών (οίτινες και Αορείται λέγονται) είναι μάλλινα, των δε πεδινών (οίτινες καί Κατωμερίται λέγονται) είναι βαμβακερά και λευκά ως επί το πλείστον.  Εις τους πόδας φορούσιν υποδήματα φθάνοντα έως τα γόνατα· έχουν δε τριών ειδών· Τσαρδίνια, τα όποια είναι ωραία, Στιβάλια μονά, και Στιβάλια διπλά· και τα τρία ταύτα είδη είναι κάλλιστα, διότι προφυλάττουν τους πόδας, από άκανθας, ψύχος, λάσπην, και λ.π. εις τους ώμους των φέρουν (οδοιπορούντες) μίαν πήραν (βούργια λεγομένην) ένθα βάζουν τα χρειώδη των.

Ενδυμασία γυναικών: Δύο ειδών ως επί το πλείστον είναι ενδυμασία των γυναικών Κίσσαμος, Σέλινον, Χανιά, Μαλεβύζι, Τέμενος, Πεδιάδα, Πυργιώτισσα, Μονοφάτσι, Καινούριον, Αρκαδία, Ιεράπετρος και Σητεία», είναι σχεδόν ομοία’ φορούσαι φουστάνια με μανίκια, εις τας άκρας σχιστά και πλατέα, φέρουν και μανδήλι εις την κεφαλήν, έχουσαι τα μαλλιά των απλωμένα εις τους ώμους· εις δε τα Σφακιά, Αποκόρωνα, μέρος του Ρεθύμνου και Μυλοποτάμου, (το λοιπόν φορεί ομοίαν των πρώτων) Άμάρι, Άγιος Βασίλης, Λασίθι και Μεραμπέλον είναι σύμμικτα, δηλ. Τουρκοενετικά, περιτιλύσσουν δε την κεφαλήν με λευκόν μακρύ πανίον (βαμβακερόν, μεταξωτόν) μπόλια ονοραζόμενον, του όποιου μία άκρα κρέμαται όπισθεν, και φθάνει έως εις τας κνήμας, η δε άλλη διερχομένη μεταξύ των μαστών τίθεται υπό την αριστεράν μασχάλην. Εις τον τράχηλον φορούσι πλεκτήν τραχηλιάν (κολέτο λεγομένην) της οποίας το κυκλωειδές σχήμα καλύπτει τους ώμους, την ράχην και το στήθος.  Το έπανωφόριόν των (σοφόρι λεγόμενον εις τας Ανατολικώς έπαρχίας) είναι πορφυρούν, και αι μεν ευκατάσταται το έχουν τζόχινον, μεταξωτόν (στόφαν) αι δε πτωχαί μάλλινον βαμβακιρόν. Τα υποκάμισα των φθάνουν έως εις την πτέρναν και όσαι φορούν πλατομάνικα φουστάνια έχουν και τα μανίκια του υποκαμίσου των πλατέα· όσαι δε φορούν τα σοφόρια, έχουν τα μανίκια και την τραχηλιάν του υποκαμίσου των σουφρομένα, ως τα των Ευρωπαίων.  Φορούν προσέτι κεντητήν (εις τον γύρον) ποδιάν· και περιδέρραια εις τον λαιμόν, μποτόναια λεγόμενα. Εν γένει δε άνδρες και γυναίκες ενδύονται καλά, προφυλατόμενοι και από το ψύχος και από τον καύσωνα· και είναι σπάνιον να ίδη τις Κρήτα ρακενδύτην.>> (Μ. Χουρμούζης –Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842)

 

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/14222154_1201892439833141_1491078651336322993_n.jpg?oh=1f5a886a8cc0d20e9ba0a20a3ffedc87&oe=5878DD52

Τουρκοκρητική οικογένεια., photo by Hamza Rüstem.

Η ως άνω περιγραφή του Μ. Χουρμούζη-Βυζαντίου για την κρητική ενδυμασία  είναι αφενός μετά το 1821, άρα επι εποχής που οι Έλληνες είχαν πάρει τα πάνω τους και προ αυτού οι Κρήτες φορούσαν ό,τι και οι Οθωμανοί ή ό,τι ήθελαν και αφετέρου πολύ περιληπτική, αφού και π.χ. ως ενδύματα για τους άνδρες αναφέρει μόνο τη βράκα και το φέσι και δεν αναφέρει το ζιπούνι ή μεϊτάνι, την πουκαμίσα, το καπότο κλπ .

Το  «λευκόν τι περικάλυμμα, πέτσα ονομαζόμενον» που αναφέρει ο Χουρμούζης ήταν μια λεπτή κορδέλα που ονομαζόταν και σαρίκι και το οποίο φορούσαν γύρω από το φέσι τους οι μουσουλμάνοι (Τούρκοι και εξισλαμισμένοι Κρήτες) ιερείς,  τα επίλεκτα τμήματα των γενιτσάρων κ.α.. Μετά το 1896, που η Κρήτη έγινε αυτόνομη πολιτεία, το τριγωνικό φέσι και η πέτσα καταργήθηκαν, επειδή στην Κρήτη επεκράτησε η χριστιανική ενδυμασία. «Τραχηλιά ή κολέτο» =  το κασκόλ. (Ιταλ. Colletto=Κολάρο), μόνο που αρχικά είχε σχήμα κυκλωειδές. Από το κολέτο κατάγεται και η γραβάτα. «Στιβάλια» = τα στιβάνια, οι μπότες. Τα «Μάλλινα βρακιά»  που γίνεται λόγος εδώ ήσαν  οι καλούμενες «ρασόβράκες», Οι καθημερινές ανδρικές  βράκες παλιότερα γίνονταν είτε από μαύρο μαμβακερό ή και λινό πανί (πάνινες βράκες) είτε από την καλούμενη ρασά (ρασόβράκες), που κι αυτή ήταν μαύρου χρώματος, τι πρόλαβα στην οικογενένειά μου. Η ρασά ήταν μαύρο μάλλινο ύφασμα ντόπιας παράγωγης. Οι ράσινες βράκες ήταν κυρίως για τους ορεινούς, επειδή είναι θερμές και οι πάνινες για τους πεδινούς και αστούς.  Οι τσόχινες βράκες ήταν μόνο για τις επίσημες εμφανίσεις, επειδή η τσόχα ήταν ύφασμα εισαγωγής και ως εκ τούτου ακριβό. Από το ίδιο ύφασμα που γινόταν η βράκα, από το ίδιο γινόταν και το γελέκι, το ζιπούνι και το καπότο. Η κατασκευή της πάνινης βράκας και της ρασόβράκας ήταν απλή στην κατασκευή και ως εξ αυτού κατασκευάζονταν από την οικοκυρά του σπιτιού ή τη μάνα της, όπως η μακαρίτισσα η γιαγιά μου. Αντίθετα η τσόχινη βράκα κατασκευαζόταν από επαγγελματίες ράφτες, τους καλούμενους τερζήδες.

Ο  Μ. Χουρμούζης-Βυζάντιος στα "Κρητικά»  αναφέρει επίσης ότι: «καθώς το πάλαι ούτω και σήμερο τα κρητικά όπλα είναι εκλεκτά και περίφημα. Ένεκα τούτου έχουν και το τραγούδι. στην Μπαρμπαριά ν’ τα ρούχα μου, στην Κρήτη τ’ άρματά μου και μες της Κάσσος, το νησί, η αγαπητικιά μου».  Διευκρινίζεται ότι ο Χουρμούζης πήγε στην Κρήτη το 1842 οπότε τότε ήταν ακόμη Τουρκοκρατία και Κρητη και Μπαμπαριά ήταν το αυτό κράτος και από την Μπαρπαρια εισαγόταν πολλά είδη ενδυμάτων και υφασμάτων. Η Μπαρμπαριά ή αλλιώς Ακτή των Βερβέρων, ήταν ο όρος που χρησιμοποιούνταν από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα, για να αναφερθούν στο σύνολο των τόπων των Βερβέρων, που θεωρούνταν τότε οι παράκτιες περιφέρειες της Βόρειας Αφρικής: Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία και Λιβύη και που σχεδόν όλη αυτή η περιοχή μαζί με την Αίγυπτο και άλλα μερη της Ασίας και Ευρώπης αποτελούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία . Από  την πόλη Φες του Μαρόκου εισάγονταν  το ύφασμα «φες» που με αυτό γίνονταν τα φέσια, από την πόλη Φοστ της Λιβύης εισγόταν το ύφασμα «φουστάνο»με το οποίο γίνονταν τα φουστάνια και οι φούστες, από την πόλη Γάζα της Αιγύπτου εισαγόταν το ύφασμα «γάζα» με το οποίο γίνονται οι λευκοί κεφαλόδεσμοι και οι επίδεσμοι τραυμάτων κ.α..

 

 

Β. ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΗΤΕΣ ή ΜΠΟΥΡΜΑΔΕΣ ΚΑΙ Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

 

http://history.heraklion.gr/content/images/3146.jpgΟ Καδής (ιεροδίκης) του Ηρακλείου Χουσεΐν Μπαμπά Ψυχοπαιδάκης (Ηράκλειο, Ιστορικό Μουσείο Κρήτης,)

 

Τουρκοκρήτες λέγονταν επί Τουρκοκρατίας της Κρήτης (1669 – 1898)  όσοι από τους Κρήτες είχαν εξισλαμιστεί, δηλαδή είχαν ασπαστεί τη μουσουλμανική θρησκεία. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669, καθώς αναφέρουν οι συγγραφεις της εποχής (βλέπε π.χ. Ιωάννης Κονδυλάκης «Τα Άπαντα», εκδ. Αηδών, σελ. 372-385]: «Και οι χθες ραγιάδες εφόρεσαν το σαρίκι του αγά και ανέπνευσαν»)  πλείστοι χριστιανοί αναγκάστηκαν να ασπασθούν τον ισλαμισμό, ώστε να διασώσουν τη ζωή την περιουσία, αλλά και τις οικογένειες τους, κάτι που συνέβαινε και σε όποιες άλλες περιοχές καταλάμβαναν οι Οθωμανοί. Ο Γάλλος βοτανολόγος και περιηγητής Tournefort που επισκέφθηκε την Κρήτη το 1700 αναφέρει ότι "όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι είναι εξωμότες ή τέκνα εξωμοτών". Οι Τούρκοι ονόμαζαν τους εξωμότες Τουρκοκρητικούς και «μπουρμάδες» (η τουρκική λέξη "μπουρμά" σημαίνει "αυθάδης, θρασύς"), γιατί από τον υπερβάλλοντα ζήλο του νεοφώτιστου φέρονταν χειρότερα προς τους Χριστιανούς απ' ό,τι οι Τούρκοι. Πολλοί συν τω χρόνο εθίστηκαν στον τρόπο ζωής των Τούρκων και εξισλαμίστηκαν πλήρως. Ολόκληρα χωριά του Σελίνου και Μονοφατσίου, οι κάτοικοι μαζί με τους ιερείς, πήγαιναν στα Χανιά ή το Ηράκλειο και δήλωναν ότι ασπάζονται τον Μωάμεθ. Μερικές φορές η προσέλευση ήταν τόσο μαζική ώστε οι ιμάμηδες δεν προλάβαιναν να τελέσουν τις σχετικές τελετές και αρκούνταν στη φράση: "Άϊντε, Τούρκος" .

Οι Τουρκοκρήτες φορούσαν ό,τι και οι Τούρκοι μουσουλμάνοι ή τουλάχιστον το χαρακτηριστικό κόκκινο Οθωμανικό φέσι, (βλέπε Οθωμανική ενδυμασία). Οι τουρκοκρητικές φορούσαν ό,τι και οι Τουρκάλες μουσουλμάνες. Δηλαδή βράκες (μακρές παντελόνες), ζιπούνια, πουκαμίσες κλπ και όταν πήγαιναν επίσκεψη σε συγγενικό ή φιλικό σπίτι ή όταν πήγαιναν περίπατο κλπ, ήταν σκεπασμένες, από την κορφή της κεφαλής τους ως τους αστραγάλους των ποδιών τους, με ολόμαυρο φόρεμα που αποτελούνταν από τα εξής τρία κομμάτια:

α) Το φερετζέ: Ένα λεπτό διάφανο μαύρο τούλι που σκέπαζε το πρόσωπο και που η διαφάνεια του μόλις επέτρεπε στην όραση να διακρίνει τ' αντικείμενα σε μικρή απόσταση. Ο Ν. Κονδυλάκης στον Πατούχα λέει και ότι όταν οι μουσουλμάνες των χωριών βοηθούσαν τους άντρες τους στις γεωργικές εργασίες σπάνια φορούσαν φερετζέ, απλώς κάλυπταν το κεφάλι τους «δια τουλιού λεπτού ή δαμάσκου το οποίον κρέμεται επί των νώτων».

β) Τη μελάγια: Ένα λεπτό μαύρο ύφασμα που σκέπαζε το κεφάλι, τους ώμους, την πλάτη και το στήθος,

γ) Τη φούστα, από μαύρο πανί, που έφτανε ως τους αστραγάλους.

Οι μουσουλμάνες της πόλης , φρόντιζαν πολύ τη φιλαρέσκειά τους. Έβαφαν το πρόσωπό τους με διάφορες βαφές καθώς και τα νύχια τους με χρώμα κόκκινο. Χρησιμοποιούσαν επίσης πολλά αρώματα. Αγαπημένη τους συνήθεια ήταν και το κάπνισμα. Το πάχος και το άσπρο δέρμα θεωρούνταν κριτήρια ομορφιάς γι’ αυτό και όταν έβγαινε από το σπίτι τους, όσο βάδιζαν στους δρόμους, κρατούσαν μια μαύρη ομπρέλα. Ποτέ μια Τουρκάλα δεν έβγαινε από το σπίτι της ολομόναχη. Πάντα δυο, τρεις ή περισσότερες Τουρκάλες βάδιζαν στους δρόμους. Στο σπίτι ασχολούνταν με οικιακές εργασίες. Ύφαινα, έπλεκαν και κεντούσαν πάνω στο  γκεργκέφι, (είδος τελάρου), με χρυσό σύρμα και μεταξωτή κλωστή

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΣΟΥΛΗ

 (Δημοτικό , παραλλαγή Κασταμονίτσας, για το φόνο  του γενίτσαρου Τσούλη το 1817.

Μιλά και για την ενδυμασία των Τουρκοκρητών, Πηγή: Ν. Ψιλάκης )

 «…Κι ο Τσουλάκης κατεβαίνει

ροδαρά ξεφουντωμένη

με τσι τσόχινες τσι βράκες

και τσι δυο του σαλταμάκες (είδος ζακέτα)

με την άσπρη καμιζόλα

την ασημωτή μπιστόλα

με τα δυο του γιαταγάνια

με τα γαλανά στιβάνια,

τα βιολιά του τα παντέρμα

στα μουλάρια κρεμασμένα

και την παραδοσακούλα

να φουσκών’ ως την καπούλα……»

 

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΤΗ  Τ.Α.Β. SPRATT ΤΟ 1850

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ ΤΟΤΕ

 

 «Οι Μωαμεθανοί αποτελούν σήμερα περίπου το ένα τρίτο ολόκληρου του πληθυσμού της Κρήτης και μπορούμε να τους υπολογίσουμε ανάμεσα στις εξήντα και εβδομήντα χιλιάδες. Πολλοί από αυτούς κατάγονται από Χριστιανούς γονείς οι πρόγονοι των οποίων, κάτω από πειθαναγκασμό ή συμφέρον, άλλαξαν την πίστη αλλά όχι και τη γλώσσα τους, με αντάλλαγμα προσωπικά οφέλη. Έτσι η Ελληνική είναι ακόμα η κοινή γλώσσα της Κρήτης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και λόγω της χρήσης μιας κοινής γλώσσας, οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μωαμεθανούς της Κρήτης είναι στενότερες παρά σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της τουρκικής αυτοκρατορίας. Παρατηρούνται δε συχνοί γάμοι μεταξύ τους, παρά τις διαφορές θρησκεύματος, εθίμων και προκαταλήψεων. Οι Κρητικοί και των δύο δογμάτων ντύνονται τόσο όμοια ώστε συχνά οι μόνιμοι κάτοικοι αλλά και οι Έλληνες των γειτονικών νησιών να μην τους ξεχωρίζουν. Ψηλές δερμάτινες μπότες [στιβάνια], καφέ ή κόκκινες, και συχνά καλοραμμένες και με κορδόνια είναι το χαρακτηριστικό εξάρτημα της ενδυμασίας του Κρητικού. Χρησιμεύουν και ως παπούτσια και ως εφαρμοστό πανταλόνι, ενώ οι κάλτσες είναι άχρηστο εξάρτημα για τον Κρητικό χωρικό. Η μορφή ενός καλοντυμένου Κρητικού είναι εντυπωσιακή, με τη γιορτινή ενδυμασία, με τις εφαρμοστές ψηλές του μπότες σε ζωηρό κόκκινο χρώμα και με το καλοκεντημένο γιλέκο του. Μερικές φορές οι νέοι και πλούσιοι Κρητικοί της επαρχίας επιδεικνύουν πολλή φιλαρέσκεια στην ενδυμασία τους, αλλά στις πόλεις η ευρωπαϊκή ενδυμασία εκτοπίζει γρήγορα την κρητική. Η στενή σχέση των δύο θρησκειών στην Κρήτη άρχισε γρήγορα να σβήνει τις αντιπάθειες που υπήρχαν πρωτύτερα μεταξύ τους ως αποτέλεσμα προηγούμενης καταπίεσης και του μακρύ καταστροφικού πολέμου που έγινε από το 1820 ως το 1828. Όμως, η εξέγερση των Ελλήνων το 1859 διέκοψε τη σχέση αυτή και αντικατέστησε την αυξανόμενη εμπιστοσύνη με δυσπιστία και μίσος, και είναι πάντα πολύ ευκολότερο να περνάς από την πρώτη κατάσταση στη δεύτερη, παρά να επιστρέφεις από τη δυσπιστία και το μίσος στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και τη φιλία. Το κακό και τα τραύματα που προκλήθηκαν σε μια ολόκληρη κοινωνία από αυτήν την επαναστατική κίνηση ήταν πολύ μεγάλα: απώλεια εμπορίου, απώλεια περιουσιών, απώλεια ανθρώπινων ζωών από αρρώστιες, τρομοκρατία και βία……. ( Από την έκδοση: T.A.B. Spratt, Ταξίδια και έρευνες στην Κρήτη του 1850, Μετάφραση: Μαρία Ψιλάκη,  Ηράκλειο, ΚΑΡΜΑΝΩΡ 2007)

 

http://3.bp.blogspot.com/-BpgJOiQRSvU/VUzquJcJL4I/AAAAAAAAKek/ym1qLbBFu18/s640/faA.jpg

Τουρκοκρητικιά κυρία

http://3.bp.blogspot.com/-eLHzgySEhok/VU059rMa7aI/AAAAAAAAKgc/3Aqb_23unp8/s1600/xanoym.jpg

Τουρκοκρητικιά Χανούμισα

Αποτέλεσμα εικόνας για JACQUES GRASSET crete

Τουρκοκρητικός– επιστολικό δελτάριο

http://images-01.delcampe-static.net/img_large/auction/000/235/568/850_001.jpg

Οθωμανή Τουρκάλα σε  επιστολικό δελτάριο Τουρκίας


Ο Τουρκοκρήτας αξιωματικός  Χαλήμ Αγάς στα τέλη του 19ου αιώνα.

http://40.media.tumblr.com/c2502af126890036517802399552ec0d/tumblr_n7hm9xF0Iw1qzfmh5o1_r1_1280.jpg

Τουρκοκρήτες – επιστολικό δελτάριο

 

 

ΟΙ ΤΕΡΖΗΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΡΑΠΤΕΣ

 

Επι εποχής Τουρκοκρατίας τα σαλβάρια  κεντούσαν και έραβαν  ειδικοί ράφτες, οι καλούμενοι «τερζήδες». Τα διακοσμητικά κεντήματα του σαλβαριού λέγονται «χάρτζα» και τα οποία φτιάχνονταν από ειδικούς τεχνίτες, τους καλούμενους «καζάζηδες» (κανονικά «καζάζης»  = μεταξουργός, μεταξοπώλης,  από το αραβικό-τουρκικό kazaz = μεταξάς). Φραγκοραφτες ή απλά ράφτες λεγόταν αυτοί που έραβαν ευρωπαϊκές φορεσιές. Φραγκοράπτες δεν υπήρχαν στην Κρήτη επι γενιτσαριάς, δηλαδή πριν από το 1821, αλλά μετά το 1821 που οι Έλληνες πήραν τα πάνω τους και ως εξ αυτού άρχιζαν να βάζουν και ευρωπαϊκές ενδυμασίες. Σημειωτέον και ότι τότε τα καθημερινά ενδύματα κατασκευάζονταν - ράβονταν από τις μεγαλύτερες γυναίκες της οικογένειας. Στα μη πολυτελή καθημερινά ενδύματα περιλαμβάνονταν οι πάνινες και οι ράσινες βράκες, το ρασίδι, ο αμπάς κ.α.

 

http://77.235.53.28/~englisht/archive/fullsize/3478fa20fa32cd41db8fc19a79d146c5.jpg

Candiote 1833 = Κρητικός 1833 [LE BLANC, Theodore. Croquis d' après nature faits pendat trois ans de sejour en Grèce et dans le Levant, Paris, Gihaut, 1833-4].

Candia  = το Ηράκλειο και ως εξ αυτού και η Κρήτη. Candiote = ο Ηρακλειώτης ή ο Κρητικός

Ο Τ. Le Blanc επισκέφτηγκε την Κρήτη το 1833, άρα επι αιγυπτιοκρατίας Κρήτης (1830 – 1840), εποχή που οι Κρήτες είχαν αποβάλει την μαύρη ενδυμασία που τους είχε επιβάλει η γενιτσαριά πριν από το 1821 και φορούσαν ό,τι και οι Οθωμανοί ή ό,τι ήθελαν και εδώ ο Τ. Le Blanc απεικονίζει Κρητικό επαναστάτη.

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας

JACQUES GRASSET DE ST.SAUVEUR (1757-1810) (painter) & J. LAROQUE (engraver] Man from Crete in local attire 1784, coloured etching, 21 x 14.5 cm:

Κρητικός και Κρητικιά του 1784 του Jacques Grasset se saint Sauveur (1757-1810) (painter) & J. LAROQUE, coloured etching, 21 x 14.5 cm. Φορούν βρακες, της κρητικιάς είναι ποδήρης και κάτω από τη σαρτζα (Τουρκοενετκή φορεσιά).

 

 

 

http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/addb1439ee141051c6ae03fa4bf8cd32.jpg

Χαλκογραφία του Pierre-Auguste Guys με χορευτική σκηνή του ελληνικού χορού «κανδιοτ» στην ύπαιθρο το 1783. Μουσικοί και χορευτές φορούν βράκες

http://77.235.53.28/~travelog/archive/fullsize/5338d4b15a99a647048975843c0b3a69.jpg

Χαλκογραφία του  Pierre Augustin Guy με Ελληνικό γάμο στην ύπαιθρο,  1783. Μουσικοί , νύφη και καλεσμένοι έχουν φορεσιές με βρακες. Οι γυναικείς φορεσιές είναι τουρκοενετικές.

 

Guys: Voyage littéraire de la Grèce: ou, Lettres sur les Grecs, anciens et modernes, avec un parallèle de leurs moeurs, 3e édition,  Tome premier. Paris, 1783.)

 

 

5. Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΠΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Η περίοδος της Ενετοκρατίας (1211 – 1669) ξεκίνησε με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1211 και την παραχώρηση της Κρήτης από το Λατίνο αυτοκράτορα στο Βονιφάτιο Μονφερατικό. Ο τελευταίος, το 1210 πούλησε το νησί στους Βενετούς για περίπου χίλια νομίσματα από ασήμι, οι οποίοι αφού αντιμετώπισαν με επιτυχία τις επιθέσεις των Γενουατών, κατάφεραν να εγκατασταθούν εκεί οριστικά το 1212 έως το 1669, εκτός από τα Σφακιά που δεν υποτάχθηκαν ολοκληρωτικά.  ‘Όρισαν πρωτεύουσα του νησιού το Ηράκλειο. Κατά τη διάρκεια της Βενετικής κατοχής η Ιταλική αρχιτεκτονική εξαπλώθηκε γρήγορα σ’ όλο το νησί. Οι Κρητικές πόλεις  άρχισαν να μοιάζουν με τις Βενετικές Μεσογειακές πόλεις καθώς τα κτίρια, τα κάστρα, τα λιμάνια και οι εκκλησίες τους σχεδιάστηκαν από Ιταλούς αρχιτέκτονες.  Το δέκατο έκτο αιώνα, και ενώ κυριαρχούσε η απειλή της Τουρκικής εισβολής, άρχισε η προσπάθεια να χτιστούν ξανά τα μεγάλα κάστρα. Προς το τέλος του αιώνα, με την επιβολή καταναγκαστικής εργασίας κτίστηκε το “Μεγάλο Κάστρο”, το οχυρό του Ηρακλείου που διατηρείται ως σήμερα. Όλες οι μεγάλες πόλεις και τα λιμάνια της Κρήτης απόχτησαν τέτοια κάστρα.

Οι Κρητες κατά την περίδο της ενετοκρατίας, επειδή αφενός είχε διαρκέσει μεγάλο διάστημα, από το 1211- 1669 και αφετέρου κατά την περίοδό της δεν ήταν όλα ομαλά, αλλά με επαναστασεις κλπ, δεν ειχαν πάντα την αυτή ενδυμασία. Αρχικά οι Κρήτες εξακολουθούσαν να φορούν την ενδυμασία που ειχαν επι Βυζαντινών. Μετά, βάσει διατάγματος η ενδυμασία τους έπρεπε χρώμα και επί μέρους ενδύματα - χαρακτηριστικά ανάλογα με την εθνικότητά του  (Βενετός ή Γραικός), το θρήσκευμα (καθολικός ή ορθόδοξος), το φύλο (γυναίκα ή άνδρας) και το επάγγελμα ή την ιδιότητα του. Αλλα φορούσαν οι Βενετοί και άλλα οι Γραικοί (Έλληνες), άλλα οι δικηγόροι, άλλα οι δημόσιοι λειτουργοί κλπ. Οι εύποροι αστοί Κρήτες  φορούσαν ζιπούνι με άσπρη ζώνη, μακρύ μανδύα (καβάδι από το περσικό κάνδυξ, τουρκικά καφτάνι), στενές περισκελίδες, κάλτσες μέχρι το γόνατο, μποτίνες έως τη μέση της κνήμης και καπέλο με μπόρ. Οι απλοί αστοί φορούσαν πουκάμισο, ζιπόνι, το κουρτσουβάδι (κούρτο=κοντό κατά τους βυζαντινούς και καβάδι) από καλής ποιότητας ύφασμα, γουνέλλα (γούνα ζώου για το κρύο του χειμώνα), σκούφια σωληνωτή και στιβάνια ή παπούτσια ανάλογα πάντα με την οικονομική τους δυνατότητα.

https://c1.staticflickr.com/9/8061/8190826534_c6c1d44a99_b.jpg

Μπολώνια, Μαθήματα ξιφασκίας όπου οι μαθητές φορούν βράκες ( Figures 6 & 7 - Illustrations from Achille Marrozo "Arte dell' Armi", 1568 BOLOGNESE)

Ο Γάλλος φυσιοδίφης και περιηγητής  Pierre Belon (1517-1565), που είχε επισκεφτεί την Κρήτη κάπου το 1550, άρα επι εποχής Ενετοκρατίας, σχετικά με τις ενδυμασίες και τους χορούς των Σφακιανών αναφέρει τα εξής:  «Βρέθηκα στο αρχοντικό του Αντωνίου Μπορότσου κοντά στην πόλη των Σφακιών κι είδα τους χωρικούς της περιοχής να μαζεύονται στο πανηγύρι άλλοι με τις γυναίκες τους κι άλλοι με τις αγαπητικές τους. Κι αφού ήπιαν άρχισαν να χορεύουν μέσα στη βαρειά κάψα του μεσημεριού, όχι σε ίσκιο, μα έξω στον ήλιο. Ήταν Ιούλιος, ο πιο φλογερός μήνας του καλοκαιριού. Και μ’ όλο που ήταν φορτωμένοι με τ’ άρματά τους δεν σταμάτησαν να χορεύουν ίσαμε που νύχτωσε. Αυτοί οι χωρικοί φορούν πάντα άσπρη πουκαμίσα (ζωσμένη με φαρδύ ζουνάρι με πλατειά πόρπη) που κρέμεται ελεύθερη μπρος και πίσω. Αντί για υποδήματα και κάλτσες φορούν μπότες που φτάνουν ως τη μέση, όπου προσδένονται. Είναι φορτωμένοι στην πλάτη με μια αρμαθιά από 150 σαΐτες βαλμένες σε τάξη. Το τόξο κρέμεται από τον ώμο μ’ έναν τελαμώνα. Πασχίζουν να κάνουν τα μεγαλύτερα πηδήματα. Και θα ήταν χαριτωμένοι αν άφηναν κατά γης τη βαρειά αρματωσιά τους. Αυτός ο χορός θυμίζει τον χορό των αρχαίων Κουρητών. Χορεύουν τραγουδώντας: άλλοτε σε κύκλο, άλλοτε στην αράδα, άλλοτε τραγουδώντας (το ότι οι Έλληνες χόρευαν πάντοτε τραγουδώντας φαίνεται κι από τον Αριστοτέλη). Οι γυναίκες φορούν μαντήλι στο κεφάλι, ριγμένο ελεύθερα σαν πέπλο. Τα στήθη είναι πάντοτε γυμνά. Το ίδιο και οι ώμοι. Είναι μαυρισμένες από τον ήλιο και δεν φορούν διόλου κάλτσες. Οι Ελληνίδες όμως των πόλεων είναι πάντοτε κλεισμένες στο σπίτι. Τη νύχτα δεν βγαίνουν ποτέ στο δρόμο.» (Κ. Σιμόπουλου «Ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα».)

Ο ιστορικός Σπύρος Ζαμπέλιος (Λευκάδα 1815 – 1881), σχετικά με την ενδυμασία των Κρητών επι εποχής Ενετοκρατίας (1211-1669), αναφέρει τα εξής (βάσει ενετικών εγγράφων που είχε στη διάθεσή του και αυτό για διαφώτιση της τραγωδίας «Κρητικοί Γάμοι»):   «Τας διακρίσεις ταύτας, ουκ ανομοίας προς τα εθιματικά χαρακτηριστικά των Πρασίνων και των Βενετών, εισήγαγεν η Βενετία εις τας ελληνικά αποικίας της απ αρχής. Εν Κρήτη θα διέκρινες τον μεν γνήσιον ευπατρίδην βενετόν από την φοινικήν στολήν, και από ξίφος, εξαιρετικόν  ευγενείας γνώρισμα, τον δε ευπατρίδη Κρήτα από τον μέλανα και πολύπτυχον επενδύτην. Άλλο το φόρεμα του δικηγόρου, του συμβολαιογράφου, του δικαστού, άλλα δε τα ιμάτια και τα χρώματα των ανωτέρων θεραπόντων της πολιτείας, και άλλα πάλιν τα των βαναυσών. Το μεν φαιόν προς τον μυλωθρόν και τον αρτοποιον, το δε πράσινον προς τους γεωργούς και δουλοπάρικους και λαχανοπώλας, το δε βαθύ κυανού προς τους μαγείρους, τους κτηνοτρόφους, τους κρεοπώλας, το δε μέλαν (χωρίς ξίφους και περιλαιμίου) προς τον βυρσοδέψην και τον υποδηματοποιόν. Χάριν της ποικιλίας ταύτης, ο δημόσιος λειτουργός, ο ευγενής, ο ιερεύς, ο στρατιωτικός, ο αγρότης, ο έμπορος, ο χειρόβιος, ο κατεργάρης συναπήρτιζον έκαστος εν ιδιαιτέρω σχήματι και εν τεταγμενη αποχρώσει, τοιούτό τι θέαμα πολύμορφον και ετερορρυθμον, οποίον μόλις θεάτρου, ιματοφυλάκιον, ή τις μεταμφιαστική χορεορτή θα ηδύνατο την σήμερον να μας πάρασχωσι». (Σπ. Ζαμπέλιου «Οι Κρητικοί γάμοι» ανέκδοτον επεισόδιον της Κρητικής Ιστορίας 1570, Μέρος πρώτον, σελίδες 19-20)«Ενώ ταύτα εις Χάντακα κατηπείγοντο, βήμασι γιγαντιαίοις προώδευε, πόρω της πρωτευούσης, η υπό των ανδρείων Ψαρομηλίγγων συνταχθείσα επανάστασης. Συνέρρεεν αυθορμήτως εις την κατά Λατίνων Σταυροφορίαν αρθρόος της Κρήτης ο λαός. Απερίγραπτος ποικιλία φύλλου, τάξεως, ηλικίας, οπλισμού, ιματισμού περιποικιλε της ανταρσίας το στρατόπεδον. Εκεί κατέβησαν αι λευκαί Πέτσαι του Κισάμου, του Μαλεβυζίου, του Τεμένους, της Σηθείας. Εκεί τα μάλλινα βράκεία των Αορειτών, και τα βαμβακερά των Κατωμεριτών. Εκεί γυναίκες των Σφακιών, του Λασσιθίου, των Αποκορώνων, άπλετον επι τους ώμους την κόμην έχουσαι, και την βούργιαν φέρουσαι μετα του βρέφους εις τα νώτα. Εκεί Πρεσβύτεροι ρασσοφόροι …».   (Σπύρου Ζαμπέλιου, Ιστορικά σκηνογραφήματα, 1860, σελίδα 65)

Γενικά η ανδρική ενδυμασία επί ενετοκρατίας, όπως προκύπτει  από τις γκραβούρες – εικονογραφίες της εποχής, περιλάμβανε παπούτσια τύπου σκαρπίνια για τους αστούς, κάλτσες, κοντές (αρβύλες) και ψηλές μπότες, για τους ανθρώπους της υπαίθρου, τους στρατιωτικούς κ.α., τη βράκα που πάνω από αυτή έμπαινε μια κοντή φούστα, την πουκαμίσα, το εσώρουχο, την  κάπα, το σκούφο ή καπέλο κ.α. Η γυναικεία  ενδυμασία περιλάμβανε: τα παπούτσια τύπου γόβας, τις κάλτσες,  τη μαντήλα για το κεφάλι,  την πουκαμίσα, τη  μακρά (ποδήρη) φούστα ή το φουστάνι (σακοφούτστανο), τη γυναικεία κάπα κ.α. 

Ο Ιωσήφ Χατζιδάκης στο βιβλίο του «Περιήγησις εις Κρήτη» (1881) αναφέρει : «Ο Βελών, περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε Μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους. Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης  «Περιήγησις εις Κρήτη», 1881).

 

https://s-media-cache-ak0.pinimg.com/736x/0f/70/5c/0f705c9daaab2a493ef0e9f9ad25372c.jpg

Σφακιανός τοξότης του Dapper  Olfert , 1688 ("Sphachioti" Amsterdam Wolfgangh, Waesbergen, Boom. Someren en Goethals 1688)

16 (2015_08_10 15_17_39 UTC)

Ορεσίβιος Κρητικός του 16ου αιώνα του Robert Pashley (1805-1859)

 

Aretusa and FrosiniΑπό τη 181η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου. Είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 .  Η Φροσύνη επισκέπτεται την Αρετούσα στο κελί της. Η Αρετούσα φορά στο κεφάλι στέμμα ως πριγκίπισσα και  η Φροσύνη  μαντήλα. Φορούν επίσης παπούτσια, μακρές (ποδήρης) φούστεςκλπ

Rotokritos and PolidorosΑπό τη 19η σελίδα του επτανησιακού χειρογράφου του Ερωτόκριτου. Είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644.  Ο Ερωτόκριτος με τον  Πολύδωρο έξω από τα ανάκτορα του βασιλιά των Αθηνών Ηρακλή κάνουν καντάδα με μαντολίνο. Φορούν στιβάνια (stivale), βράκα (bracae) και πάνω από τη βράκα κοντή γλωσσωτή φούστα. Επίσης φορούν  κοντομάνικη και με μεγάλο γιακά πουκαμίσα, που καταλήγει σε φούστα, εσώρουχο , στο κεφάλι σκούφο και  σπαθί στη μέση.

Η υπόθεση του ποιήματος  "Ερωτόκριτος" του Βιτσέντζου Κορνάρου ( 1553 – 1613) διαδραματίζεται στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Είναι ένα ειδύλλιο ανάμεσα στον Ερωτόκριτο, το γιο του συμβούλου του βασιλιά, και τη βασιλοπούλα Αρετούσα, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ηρακλή,

 

http://4.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcVLFYqxeI/AAAAAAAAAfY/JoM-jGJWW4M/s1600/%25CE%2591%25CE%259A%25CE%259F%25CE%25A5%25CE%259C%25CE%2599%25CE%2591+1389.jpgΑκούμια, Μεταμόρφωση Σωτήρα, 1389.

http://2.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcUoPZkxNI/AAAAAAAAAfQ/bU9QIJ2JnVk/s1600/%25CE%2591%25CE%259B%25CE%2599%25CE%259A%25CE%2591%25CE%259C%25CE%25A0%25CE%259F%25CE%25A3+1316.jpg

Αλίκαμπος Αποκορώνου, εκκλησία της Παναγίας, 1316 (Ενετοκρατία). Οι κτήτορες του ναού με το χαρακτηριστικό Βυζαντινό ένδυμα , το "στιχάριο"

http://2.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcVhAvbk5I/AAAAAAAAAfg/n67Q8p7Rcck/s1600/%25CE%25A3%25CE%2595%25CE%259B%25CE%2599%25CE%259D%25CE%259F+1497.jpg

Κάτω Φλώρη Σελίνου, εκκλησία Αγίου Γεωργίου, 1497. ευρωπαϊκός τρόπος: Ο ένδυσης ΕΧΕΙ Πλήρως ΠΙΑ μπει ΣΤΗΝ Κρητική Κοινωνία

 

http://3.bp.blogspot.com/_uD5bh3mZzgI/TUcVVMRyfHI/AAAAAAAAAfc/VqfmutCQfRE/s1600/%25CE%259C%25CE%2595%25CE%25A1%25CE%2591%25CE%259C%25CE%25A0%25CE%2595%25CE%259B%25CE%259F+1432.jpg

Μέσα Λακώνια Μεραμπέλου, εκκλησία Μιχαήλ Αρχαγέλου, 1432 (ενετοκρατία), ο κτήτορας της εκκλησίας

 

 

 

6. ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΜΑ ΣΤΙΣ ΑΝΑΣΥΡΙΔΕΣ Ή ΒΡΆΚΕΣ Ή  ΣΑΛ(Α)ΒΑΡΙΑ  ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΣΤΑ: ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ, ΚΟΛΑΝ, ΓΚΙΛΟΤΑ

 

Το πρώτο ένδυμα του ανθρώπου, όπως προκύπτει από τη Γένεση (1 – 4), καθώς και από τις  αρχαίες τοιχογραφίες και τα αρχαία αγάλματα της Κνωσού, της αρχαίας Αιγύπτου κ.α., ήταν το καλούμενο ζώμα. Το ζώμα αρχικά ήταν από προβιές ζώων και μετά η ορθογώνια υφασμάτινη ταινία  ( το  ορθογώνιο ιμάτιο) που βγαίνει από τον αργαλειό και με το οποίο οι αρχαίοι έζωναν , απ΄ όπου και ζώμα, αρχικά μόνο τα σκέλη τους, δηλαδή το μέρος του σώματός τους όπου βρίσκονται τα καλούμενα ευαίσθητα σημεία ή άλλως αιδοία, για λόγους αισθητικής, αλλά και λόγους προστασίας τους. Το ζώμα  τυλίγονταν  γύρω από τα σκέλη ή και ανάμεσα από τα σκέλη με διάφορους τρόπους. Ο πιο απλός και ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν αυτός με τον οποίο σχηματίζεται  φούστα. Δηλαδή το ζώμα τυλιγόταν γύρω από τα σκέλη  και συνάμα με μια ζώνη ή κάτι τέτοιο δενόταν-συγκρατιόνταν στη μέση. Ακολούθως, επειδή οι άνθρωποι μετοίκησαν σε ψυχρά, ανώμαλα κλπ μέρη, άρχισαν  να καλύπτουν και τα υπόλοιπα μέρη του  σώματός τους με τέτοια άλλα ιμάτια, για να το προστατέψουν είτε από τις άσχημες καιρικές συνθήκες είτε και από δέντρα, βράχια κλπ. Αρχικά αυτά ήταν  μεγάλα τετράγωνα υφάσματα (ιμάτιο = το ύφασμα όπως βγαίνει από τον αργαλειό), που στην αρχαία Ελλάδα καλούνταν ιμάτια απ΄ όπου και ιματισμός = η ενδυμασία . Από τα ιμάτια αυτά προέκυψε καταρχήν ο καλούμενος χιτώνας και  η καλούμενη χλαμύδα (λατινικά manteluum > μανδύας), που και τα δυο ήσαν ορθογώνια ιμάτια ή άλλως υφάσματα, κάτι όπως τα σημερινά κλινοσκεπάσματα. Άλλωστε τα ρούχα αυτά ήταν και κλινοσκεπάσματα τη νύχτα. Ο χιτώνας ήταν λεπτός, ενώ ο μανδύας χοντρός, για να μπαίνει πάνω από το χιτώνα, όταν κάνει κρύο, Δηλαδή ήταν κάτι ως το σημερινό παλτό. Ο μανδύας έμπαινε πάνω από το χιτώνα και αφού κάλυπτε την πλάτη, οι δυο άκρες του δενόταν με πόρπη ή περόνη πάνω στον ένα από τους δυο ώμους, συνήθως στον αριστερό, για να είναι ακάλυπτος και ελεύθερος ο δεξιός. Ο χιτώνας, επειδή ήταν καθημερινό ένδυμα έμπαινε με άλλο τρόπο. Για να μην πέφτει, αφού διπλώνονταν στη μέση από την κάθετο πλευρά, στις παρυφές του επάνω  σωλήνα  που σχηματιζόταν ενώνονταν δυο σημεία, ώστε να κρεμνιέται από εκεί στους ώμους του χρήστη.

Κάποια στιγμή, επειδή η φούστα φούστα/φουστανέλα και ο χιτώνας ήταν ανοικτά από κάτω και ως εξ αυτού δεν προστάτευε καλά από το κρύο,  ενώθηκε –ράφτηκε το κάτω μέρος τους, πλην δυο σημείων, για να περνούν από εκεί τα πόδια και έτσι προέκυψαν οι καλούμενες  ανασυρίδες ή αναξυρίδες (δηλαδή ενδύματα που για να φορεθούν ανασύρονται ), οι οποίες  στα Γαλατικά (λατινικά) λέγονταν bracae > βράκες . Από τις ανασυρίδες μετά προέκυψαν μετά  το παντελόνι, το κολάν, η κυλόττα (γκιλότα ), το σώβρακο  κλπ. 

Οι Μινωίτες ήταν αυτοί που πρώτοι έκοψαν  και έραψαν ρούχα στα μέτρα του χρήστη και από αυτά προέρχονται αυτά που φορούν  σήμερα οι υπόλοιποι οι Έλληνες, καθώς και όλη η Ευρώπη και τα οποία σήμερα λέγονται φούστα, σακάκι, παντελόνι, κάπα, παλτό κλπ, αφού οι υπόλοιποι Έλληνες (Αθηναίοι, Σπαρτιάτες κλπ), καθώς  και οι υπολοιποι λαοί: Ρωμαίοι κλπ  φορούσαν τότε ρούχα που ήσαν ιμάτια, ρούχα όπως τα κλινοσκεπάσματα (τις κουβέρτες), που το λεπτό λεγόταν χιτώνας και το χοντρό χλαμύδα ή μανδύας, Ο λόγος και για τον οποίο σήμερα λέμε χιτώνα κάθε τι λεπτό που περιβάλει κάτι και μανδύα κάθε τι  χοντρό που περιβάλει κάτι. (Περισσότερα βλέπε «Η μινωική ενδυμασία και η ιστορία της ενδυμασίας» του Α.Γ. Κρασανάκη)

 

http://ancientlights.org/CalendarHouse/images/ch4/image048.png

Πως το παραλληλόγραμμα ύφασμα που βγήκε από τον αργαλειού σχηματίζει μινωικό ζωμα και μινωική φούστα.

Τελετή ανακτορικής θυσίας σε τοιχογραφία των ανακτόρων της Κνωσού, 1600 – 1450 π.Χ. που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Οι κουροι  που κουβαλούν τα ιερα υγρά: μέλι, οίνο  κλπ φορούν ζώμα που σχηματίζει φούστα, ενώ η ιερεια στη μεση φορα πολυτελή ενδυμασία που αποτελείται από ποδήρη φούστα, κοντογούνι κλπ. Μια γυναικεία χορωδία παίζει κιθάρα, αυλό και κρόταλα . Φορούν διάφορες ποδήρεις  φούστες και εφαρμοστά κοντομάνικα και ανοικτάαπό μπροστά επανωκόρμια, κάτι όπως οι σημερινές ζακέτες
http://www.hellinon.net/NeesSelides/Kriti/fotos/Zoe.ht20.jpg

 

 

28Μινωική τελετή θυσίας με  μουσικό να παίζει 7χορδη κιθάρα και Μινωίτες και μινωίτισες να φορούν  εντυπωσιακές φορεσιές με κοντομάνικα ζιπούνια (πανωκόρμια), μακρά ( ποδήρη) φούστα, κλπ ( Από τη λίθινη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας Κρήτης, 1400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

 

sarcophagus_from_chamber_tomb1335751180943Μινωική τελετή θυσίας με μουσικό που παίζει αυλό και    Μινωίτισες  με εντυπωσιακές τουαλέτες με ποδήρη (μάξι) φούστα, με ζιπούνι (κοντογούν, ζακέτα), κοσμήματα κλπ (Από τη λίθινη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας Κρήτης, 1400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

 

ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΩΝ ΑΝΑΣΥΡΙΔΩΝ ή ΑΛΛΩΣ ΠΕΡΙΣΚΕΛΙΔΩΝ: ΒΡΑΚΑ, ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ, ΚΥΛΟΤΑ, ΚΟΛΑΝ

Οι ανασυρίδες ή λατινικά bracae > βράκες, όπως προκύπτει από τις απεικονίσεις στα αττικά αλάβαστρα και αγγεία του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., αρχικά ήταν μόνο γυναικείο ένδυμα, το φορούσαν οι αμαζόνες και επειδή οι αμαζόνες δεν ουρούν όρθιες, γι αυτό οι ανασυρίδες  δεν έχουν άνοιγμα για ούρηση, όπως συμβαίνει στο παντελόνι, που αυτό, επειδή αρχικά ήταν ανδρικό ένδυμα, έχει άνοιγμα. Ακολούθως από τις ανασυρίδες των αμαζώνων προέκυψε η παραδοσιακή γυναικεία βράκα και η ανδρική βράκα. Η ανδρική βράκα διαφέρει της γυναικείας στο ότι από τα γόνατα και κάτω τα σκέλη (= τα μπατσάκια) της ανδρικής είναι εφαρμοστά, για να μπαίνουν μεσα στα στιβάνια, ώστε να μην βρίσκουν στους θάμνους, βράχια κλπ κατά τις μετακινήσεις. Οι ανδρικές βράκες συνήθως είναι και με φουφούλα.

Το παντελόνι , το οποίο αρχικά ήταν μόνο ανδρικό κάλυμμα των σκελών, διαφέρει των  αρχαίων αναξυρίδων απλώς και μόνο στο ότι το παντελόνι από τη μια δεν εχει φουφούλα και συνάμα έχει σκέλη (μπατσάκια) που δεν καταλήγουν ούτε πολύ φαρδιά ούτε και πολύ εφαρμοστά και από την άλλη έχει σχιστό άνοιγμα μπροστά στο ύψος των γεννητικών οργάνων, που κουμπώνει  με κουμπιά ή φερμουάρ, ενώ οι αναξυρίδες δεν έχουν, επειδή οι γυναίκες δεν είναι δυνατόν να ουρήσουν όρθιες. Το εφαρμοστό παντελόνι λέγεται σήμερα κολάν (από την ελληνική λέξη κολώ, κόλα).

Το παντελόνι ή η βράκα που τα σκέλη τους είναι κομμένα είτε από τα γόνατα και κάτω είτε που δεν έχει καθόλου λέγεται στα γαλλικά culottes και κρητικά (γ)κιλότα, από την ελληνική λέξη κυλός = κουλός), η οποία  αρχικά ήταν μόνο ανδρικό κάλυμμα των σκελών. Τα μπατσάκια κόβονται συνήθως, επειδή από εκεί και κάτω υπάρχουν οι μπότες Αρχικά τα σκέλη της γκιλότας έφταναν έως τα γόνατα (= η γκιλότα πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, η των ευγενών κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση). Μετά έφταναν έως το μέσο της κνήμης (= η γκιλότα των Αξιωματούχων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,

Η βράκα και η κυλόττα διακρίνονται σε γυνακεία και ανδρική, καθώς και σε εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική λέγεται και σώβρακο. Στην εσωτερική βράκα τα σκέλη φρανουν έως στους αστραγάλους, ενώ στην εσωτερική κυλόττα φτάνουν είτε έως τα γόνατα είτε δεν έχει καθόλου.  Η γυναικεία γκιλότα με φαρδιά σκέλη που μοιάζουν ως διχαλωτή φούστα λέγεται jupe cilutte.

Αρχαιότερη   απεικονίση αναξυρίδων (βράκας), που σημειωτέον πολλές από αυτές είναι όπως τα σημερινά παντελόνια, είναι  αυτές στα αττικά αλάβαστρα και αγγεία του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. (βλέπε πιο κάτω), τις οποίες φορούσαν οι αμαζόνες και μετά και οι ιππείς. Επίσης  στο «Χρονικό του Μεγάλου Αλεξάνδρου» του Ψευδο-Καλλισθένη που σώζεται στο  Istituto Ellenico της Βενετίας φιλοτεχνημένο το 14ο αιώνα. Οι βράκες που απεικονίζονται εκεί είναι  αφενός αρκετά όμοιες με τις σημερινές κρητικές και αφετέρου σε πάρα πολλά χρώματα και σχέδια, γιατί άλλου χρώματος  φορούσαν οι του ιππικού και άλλου του πεζικού κλπ. Μερικοί λένε και ότι αρχαιότερη απεικόνιση αναξυρίδων (βράκας) είναι αυτή που βλέπουμε στη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδος Κρήτης (1400 π.χ.), μόνο που εκεί έχουμε το πρωτόγονό της στάδιο.  Δηλαδή έχουμε φούστα που μετατρέπεται σε χαμηλοκάβαλη βράκα ενώνοντας το κάτω μέρος της φούστα και αφήνοντας ανοικτά δυο μέρη, για να περνούν τα πόδια, κάτι όπως γίνεται /γινόταν και με το χιτώνα που με παρόμοιο τρόπο μετατρέπονταν σε φόρεμα.  

 

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/5/58/Amazon_trousers_BM_VaseB673.jpg/320px-Amazon_trousers_BM_VaseB673.jpgΑττικό αλάβαστρο με αμαζόνα που φορά αναξυρίδες ,  470 π.Χ. Attic white-ground alabastron, ca. 470 BC ( British Museum, London). Το αλάβαστρον είναι αγγείο που χρησιμοποιείτο από γυναίκες, κυρίως για την αποθήκευση αρωματικών ελαίων.

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/e/ef/Alabastron_490_BC_with_Amazon_and_man_01.jpgΑττικό αλάβαστρο  490 π.Χ. με πρόσωπο που κρατά τσεκούρι και τόξο,  μάλλον αμαζόνα, αφού είναι αμούστακο και με μακριά μαλλιά). Φορά αναξυρίδες, κράνος, χιτώνα

http://shakespeare.berkeley.edu/gallery2/main.php?g2_view=core.DownloadItem&g2_itemId=17159&g2_serialNumber=2Αμαζόνα,  Ελληνικό αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, 450 π.Χ. με αμαζόνα που φορά αναξυρίδα εφαρμοστή, τύπου κολάν ( Νέα Υόρκη. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης)

http://www.hellenica.de/Griechenland/Mythos/Bild/AmazonMannheimPainter.jpg

Αττικό ερυθρόμορφο αγγείο με  τοξότες που φορούν κάτω από το επανοφόρι αναξυρίδες ως τους αστραγάλους

 

Αρχαιότερη γραπτή περιγραφή-αναφορά για τις αναξυρίδες ή βράκες, που στα αρχαία ελληνικά λεγόταν αναξυρίδες και στα λατινικά  bracae > ελληνικά βράκες > αγγλικά breeches κλπ, είναι αυτή του Ηρόδοτου (Ιστορία Ζ’ 61-65), ο οποίος αναφέρει  ότι  οι στρατιώτες των Περσών κατά την εκστρατεία του Ξέρξη ( 486 π.Χ. - 465 π.Χ. ) κατά της Ελλάδος είχαν γύρω από τα σκέλη τους αναξυρίδες. Αναφέρει επίσης ότι η ενδυμασία των ήταν όμοια με αυτή των Περσών, γιατί η όλη στρατιωτική ενδυμασία των Περσών ήταν έργο των Μήδων με τους οποίους ήταν σύμμαχοι - ίδιο κράτος Μήδων  και δεν λέει ότι οι αναξυρίδες επινοήθηκεαν από τους Μήδους ή από τους Πέρσες, όπως ισχυρίζοζνται μερικοί, πρβ: << Μετέσχον της εκστρατείας (του Ξέρξη) οι εξής: οι Πέρσαι, οι οποίοι ήσαν ενδεδυμένοι ως ακολούθως : εις τας κεφαλάς των έφερον πίλους μαλακούς, οι οποίοι ωνομάζοντο τιάραι, γύρω δε από το σώμα χιτώνας με μανίκια διαφόρων χρωμάτων  και θώρακας με σιδηρά λέπια όμοια κατά την όψιν με λέπια ψαριών , γύρω δε από τα σκέλη είχον αναξυρίδας («περ δ τ σκέλεα ναξυρίδας») και αντί ασπίδων γέρρα, κάτω δε από αυτά εκρέμοντο φαρέτραι. Δόρατα είχον μικρά, τόξα μεγάλα και βέλη καλαμένια. Εκρέματο δε προς το δεξιόν μερος εγχειρίδιον  δεμενον με ζώνη…. Οι Μήδοι εξεστρατευον ενδεδυμενοι καθώς και οι Πέρσες, διότι η ενδυμασία αυτή είναι Μηδική και όχι Περσική («Μηδική γαρ αύτη η σκευή έστι και ουχί Περσική»)  …..… Οι Κίσιοι μεσχοντες της εκστρατείας κατά μεν τα άλλα ήσαν ενδεδυμενοι όπως οι Πέρσαι, μόνο δε αντί των πίλων εφόρουν εις τας κεφαλάς των μίτρας…. Οι Σάκαι, δηλαδή οι Σκύθαι , εις τα κεφαλάς είχον κυρβασίας στημένας ορθάς και μυτεράς, εφόρουν αναξυρίδας, έφερον τόξα»..  (Ηροδότου, Ιστορία Ζ’ 61-63)

 

Βυζαντινό Ψηφιδωτό 565 μ.Χ. στη Βασιλική του Sant' Apollinare Nuovo στη Ραβέννα της Ιταλίας με τους  Τρεις Μάγους, οι οποίοι φορούν περσική στολή. Δηλαδή   τιάρες, μακρούς μανδύες και κάτω από αυτούς θωράκια και  χιτώνες και κάτω από τους χιτώνες αναξυρίδες (εφαρμοστές περισκελίδες ως τους αστραγάλους)

 

 

Η ΒΡΆΚΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ

 

Στα αγγλικά με τη λέξη breeches (στον πληθυντικό), λέξη που προέρχεται από τη λατινική ονομασία bracae (στον πληθυντικό) >  ελληνικά η βράκα,  ονομάζεται γενικά η περισκελίδα και ειδικά  το ένδυμα των σκελών από τη μέση έως τους μηρούς, επειδή κατά τους Άγγλους η  Έξοδος (28:38-39)  αναφέρει ότι ο Ααρών και οι γιοί του προκειμένου να ιερουργούν θα πρέπει επιπλέον να κατασκευάσουν και να φορούν λινές περισκελίδες που να καλύπτουν το μέρος του σώματος από τη μέση έως τους μηρούς, ώστε να καλύψουν τη ασχημοσύνη που προκαλεί η γύμνια τους, πρβ: «και ποιήσεις αυτοίς περισκελή λινά καλύψαι ασχημοσύνην χρωτς αυτών· από οσφύος έως μηρών έσται…… (Εξοδος,28, μετάφραση Ο’) . = σε νέα ελληνική: «θα κατασκευάσης ακόμη δι' αυτούς περισκελίδας λινάς, δια να σκεπάζουν την γυμνότητα του δέρματός των από την μέσην μέχρι και των μηρών. Θα φορούν αυτά ο Ααρών και οι υιοί του, όταν εισέρχονται εις τη Σκηνήν του Μαρτυρίου η όταν προπορεύονται δια να προσφέρουν θυσίαν στο θυσιαστήριον των αγίων, δια να μην επισύρουν εις εαυτούς αμαρτίαν και καταδικασθούν εις θάνατον. Τούτο θα είναι αιώνιος και απαράβατος νόμος δι' αυτόν και δια τους απογόνους του». (Έξοδος 28:38-39).  Το ως άνω εδάφιο της Βίβλου έχει μεταφραστεί  στα αγγλικά από την καλούμενη «Βίβλος της Γενεύης» (Geneva-edited Bible of 1560), καθώς και  από τη Βίβλο του King James, έκδοση 1611 μ.Χ.,   ως εξής: <<And thou shalt make them linen breeches to cover their nakedness; from the loins even unto the thighs they shall reach…….>> (Exodus 28:42-43, King James Version).

 

http://www.warfare.altervista.org/12/Copte_13-fol83v-Crucifixion.jpgΗ σταύρωση του Ιησού σε χειρόγραφο Ευαγγέλιο στην Κοπτική. Οι Φρουροί φορούν βράκες και το εσώρουχο του Ιησού είναι στυλ βράκας ( Coptic Gospel, Damietta, Egypt, 1179-80, Folio 83v. Crucifixion.). Σύμφωνα με το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (19, 23-24): «Οι ουν στρατιώται, ότε εσταύρωσαν τον Ιησούν, έλαβον τα ιμάτια αυτού και εποίησαν τέσσαρα μέρη, εκάστῳ στρατιώτη μέρος, και τον χιτώνα. ήν δε ο χιτὼν άρραφος, εκ των άνωθεν υφαντός δι’ όλου. είπαν ούν προς αλλήλους· μη σχίσωμεν αυτόν, αλλά λάχωμεν περί αυτού τίνος έσται· ίνα ἡ γραφή πληρωθή [ἡ λέγουσα]· διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. Οι μεν ούν στρατιώται ταύτα εποίησαν».

http://www.warfare.altervista.org/12/Copte_13-fol131r-Joseph_dArimathie_reclamant_le_corps_du_Christ.jpg

Folio 131r. Ο Ιωσήφ από Αριμαθία ζητεί να θάψει το σώμα του Ιησού. Φορά χιτώνα και πάνω από αυτό χλαμύδα. Ο φρουρός φορεί ενδυμασία βράκας

 

Η ΒΡΑΚΑ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

 

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/1c/Leo_Phokas_sents_the_captive_Arab_general_Apolasaeir_to_Constantinople.png

 

Απελευθέρωση Κρήτης από Σαρακηνούς. Βρακοφόροι φέρουν στο στρατηγό Λέοντα Φωκά  αιχμάλωτο τον Αρχηγό των Αράβων Σαρακηνών Αμπούλ Asair, τον οποίο νίκησε ο Βυζαντινός στρατός στο Duluk το 956, επί  αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ στην Κωνσταντινούπολη (Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη, Matritensis, Biblioteca Nacional de España)

 

 

 

Byzantine Greek Alexander Manuscript Bracca (cropped).JPG

Ο Μέγας Αλέξανδρος, δίδει εντολές στο Σέλευκο,  αρχηγό στρατού, παρουσία των άλλων στρατηγών του, οι οποίοι φαίνεται να φορούν  βράκα με τα μπατσάκια έξω από τα στιβάνια, ζώνες κλπ.

Byzantine_Alexander_Romance_Vraka (2015_07_21 18_20_19 UTC)

Ο Μέγας Αλέξανδρος σε θρόνο δίνει εντολές στους στρατηγούς του, οι οποίοι φορούν βράκες με τα μπατζάκια έξω από τα καλάμια των μποτινιών ,  ζώνες , κουκούλες κλπ.

http://194.177.217.107/scanned/manuscripts/0402_min_01_54v.jpg

Οι εικόνες είναι από το χειρόγραφο «Χρονικό του Μεγάλου Αλεξάνδρου» του Ψευδο-Καλλισθένη που σώζεται στο  Istituto Ellenico της Βενετίας και φιλοτεχνημένο το 14ο αιώνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο :

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 

1. ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΡΗΤΩΝ

 

Κρητική Πολιτεία (1898 – 1913) ήταν το επίσημο όνομα με το οποίο αναγνωρίστηκε η Κρήτη ως αυτόνομο κράτος με έδρα τα Χανιά,  μετά την Κρητική Επανάσταση του 1896-7 και την απόσχισή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου και τέθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων: του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ρωσίας.

Ειδικότερα η Τουρκοκρατία ή άλλως Οθωμανική κατάκτηση της Κρήτης διήρκεσε από το 1669  έως το 1898, οπότε εκείνη τη χρονιά η Αγγλία και η Ρωσία συμφώνησαν να δοθεί μια αυτονομία στη μεγαλόνησο υπό τουρκική επικυριαρχία. Σύμφωνα με το  νέο καθεστώς της Κρητικής Πολιτείας, στο νησί παραχωρείται διευρυμένη αυτονομία, αλλά υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου και την προστασία των ευρωπαϊκών δυνάμεων, που εξασφαλίζουν με στρατιωτικές δυνάμεις την τάξη και την ηρεμία στο νησί. Η 3η Νοεμβρίου 1898 υπήρξε μια ιστορική ημερομηνία, αφού και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης εγκατέλειψε την Κρήτη και έγινε υποστολή της τουρκικής σημαίας. Άρχισε έτσι η περίοδος της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. 

 

http://images-02.delcampe-static.net/img_large/auction/000/315/742/150_001.jpg

http://www.elvenizelos.org.gr/assets/gallery/21_venizelos199.jpg

theriso neo

http://www.krassanakis.gr/Venizelos.files/image104.jpg

 

 

Πρώτος ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας (1898) ορίστηκε ο πρίγκιπας Γεώργιος, ο οποίος στις 9 Δεκεμβρίου 1898 αποβιβάστηκε  στην Κρήτη. Οι θεσμοί, η νομοθεσία, η διοίκηση, η ίδια η κρητική κοινωνία εισέρχονται σε πορεία εκσυγχρονισμού. Η Κρήτη απομακρύνεται από τον οθωμανικό κόσμο και συνδέεται όλο και στενότερα με την Ελλάδα. Το νέο καθεστώς προχωρεί σε νέα νομοθεσία, κόβει νόμισμα - την κρητική δραχμή - και οργανώνει νέες διοικητικές υπηρεσίες. Οι πολιτικές και θεσμικές αυτές μεταβολές επιταχύνουν τις αλλαγές στις νοοτροπίες, τον τρόπο ζωής και τα ήθη της κρητικής κοινωνίας. Ωστόσο ο πρίγκιπας Γεώργιος δεν άργησε να έρθει σε  αντίθεση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, γιατί αφενός ο πρίγκιπας σιγά-σιγά άρχισε να διοικεί αυταρχικά  και αφετέρου ο Βενιζέλος με τους οπαδούς του δεν  ήθελαν την αρμοστεία, αλλά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα,  κάτι που δεν ήθελε ο πρίγκιπας, για να μη χάσει τη θέση του, με συνέπεια να επακολουθήσει η ένοπλη εξέγερση του Θερίσου (1905). Οι επαναστάτες ζητούσαν: κατάργηση της αρμοστείας, εκλογή ανωτάτου άρχοντος από την κρητική συνέλευση και ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.  Στις 10 Μαρτίου 1905 μεγάλος αριθμός διαφωνούντων συγκεντρώνεται στο χωριό Θέρισο της επαρχίας Κυδωνίας και κηρύσσει επανάσταση εναντίον του πρίγκιπα. Ηγετική μορφή του κινήματος είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος που πλαισιώνεται από ισχυρές προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας, και εξασφαλίζει την υποστήριξη σημαντικής μερίδας της κρητικής κοινής γνώμης. Οι επαναστάτες προχωρούν στο σχηματισμό επαναστατικής κυβέρνησης, ιδρύουν διοικητικές υπηρεσίες και εκδίδουν τη δική τους εφημερίδα με την επωνυμία «Το Θέρισο». Τελικά, οι όροι των επαναστατών γίνονται, κατόπιν επίπονων διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ουσιαστικά αποδεκτοί. Ο πρίγκιπας Γεώργιος παραιτείται στις 12 Σεπτεμβρίου 1906 και λίγες ημέρες αργότερα, στις 18 του ίδιου μήνα, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης αναλαμβάνει το αξίωμα του Ύπατου Αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας. Ωστόσο η ένωση με την Ελλάδα δεν γίνεται. Αυτό θα γίνει βασικά με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913.

 

Φωτογραφίες του Άγγλου αρχαιολόγου R.C. Bosanquet που τράβηξε κατά την παραμονή του στην Κρήτη την περίοδο 1900 – 1905, των ανασκαφών στην Πραισό και το Παλαίκαστρο Σητείας Φωτογραφία της Helene Semanderes.

Φωτογραφία της Helene Semanderes.

Μουσικοί και χορευτές σε γάμο κοντά στην Πραισό  το 1904. 

Φωτογραφία της Helene Semanderes.Κρητικός γάμος

Φωτογραφία της Helene Semanderes.Οικογένεια ορεσίβιων Κρητικών στην ανατολική Κρήτη, 1904

 

 

 

σάρωση0395

Κρητική Πολιτεία: Κάτοικοι Οροπεδίου Λασιθίου το 1900 με τοπική παραδοσιακή φορεσιά.

 

 

-

Οι στρατιωτικές ενδυμασίες στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912 – 1913 μεταξύ Οθωμανών και συμμάχων: Ελλάδος, Βουλγαρίας κλπ

 

 

2. Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

 

Ο περιηγητής T.A.B. Spratt («Ταξίδια και έρευνες στην Κρήτη» του 1850), αναφέρει ότι  τότε που επισκέφτηκε την Κρήτη, δηλαδή το 1850, η ευρωπαϊκή φορεσιά: τα παπούτσια, το παντελόνι, το σακάκι κλπ ήδη είχε αρχίσει και αντικαθιστούσε την τοπική ενδυμασία με τα στιβάνια, βράκες κλπ .

Ο Ι. Κονδυλάκης στον «Πατούχα», όπως είδαμε πιο πριν, αναφέρει ότι οι Κρήτες,  μετα το 1821 που οι Έλληνες πήραν τα πάνω τους, άρχισαν να αποβάλουν τη φορεσιά που τους είχαν επιβάλει οι κατακτητες Τούρκοι και άλλοι φορούσαν ό,τι και οι Τούρκοι και άλλοι ό,τι και οι Ευρωπαίοι. Μάλιστα τότε στις πόλεις οι Κρητικιές άρχισαν να ακολουθούν την ευρωπαϊκή μόδα. Μια ιδέα του πως εισέβαλε τότε στην Κρήτη η ευρωπαική ενδυμασία μας δίδει ο ίδιος, όταν περιγραφει την αλλαγή της φορεσιάς που φορούσε μια κοπέλα, η οποία μετοίκησε στην πόλη, καθώς και την εντύπωση που προκάλεσε στους κατοίκους του χωριού της κατά την επιστροφή της πριν από την Κρητική Επανάσταση του 1866:

<< Από την χώραν το Μαρούλι επέστρεψε με νέα ενδύματα, νέους τρόπους, νέαν γλώσσαν, νέον όνομα και νέαν μύτην. Αι αφελείς γειτόνισσαι, αίτινες δεν είχαν ποτέ απομακρυνθή από το χωριό, ήκουσαν με απορίαν την Ζερβούδαιναν να φωνάζη την θυγατέρα της «Μαργή». Η δε χήρα εξήγησεν ότι στη χώρα δε λένε Μαρούλι, αλλά Μαργή· και ότι η κόρη της δεν ήθελε πλέον να της λένε αυτό το χωριάτικο όνομα. Αλήθεια όμως το νέον όνομα δεν είχε περισσοτέραν αρχοντιά; Η χήρα το επανελάμβανεν επισύρουσα την φωνήν, διά να δείξη όλην του την μουσικήν και την ευγένειαν. Έπειτα σείουσα την κεφαλήν έλεγεν:

— Είντα λέμε κ' εμείς πως ζούμε στον κόσμο και κάνομε! Να την ακούσετε να σάςε δηγάται τςη χώρας τα καλά και τς' αρχοντιές και να στουπίρη ο νους σας!

Αλλ' όσα θαυμάσια δεν διηγείτο η ίδια τα διηγούντο οι στολισμοί, με τους οποίους ήλθεν από την πόλιν· η μεταξωτή γάζα η αστροποίκιλτη, που περιέβαλλε την ξανθήν της κόμην, ο χρυσούς σταυρός, όστις έπαιζε κεμάρμαιρεν εις τα χιόνια του λαιμού της, το χρυσοποίκιλτον κοντόχι ή κοντογούνι, το οποίον, ανοικτόν εκ των έμπροσθεν, άφινε να μαντεύωνται υπό το αραχνοΰφαντον προστήθιον τα θέλγητρα του παρθενικού στήθους· και έπειτα το φόρεμα το πολύπτυχον με τους φαρμπαλάδες, και αι περικνημίδες και τα υποδήμητα με τα υψηλά τακούνια. Αλλά την μεγαλειτέραν έκπληξιν επεφύλαττεν εις τους χωριανούς η Μαργή διά την επομένην Κυριακήν, ότε μετέβη εις την εκκλησίαν με κρινολίνον ή, όπως κοινότερον το έλεγον τότε, «μαλακό». Η κόρη της χήρας εισήλθεν εις τον ναόν με βήμα βασιλίσσης, ακολουθουμένη υπό της μητρός της, ήτις τόσο πολύ εφούσκωνεν από υπερηφάνειαν, ώστε ηδύνατο να υποτεθή ότι και αυτή εφόρει κρινολίνον· θροούσα δε, ως μηχανή, επέρασε διά μέσου μικρών επιφωνημάτων εκπλήξεως και θαυμασμού και εστάθη εμπρός εμπρός, όχι πλέον ως «κολώνα», αλλ' ως αληθινός πύργος Μαλακώφ. ……… .Εις τους άνδρας το κρινολίνον έκαμεν απλώς αστείαν εντύπωσιν. Και όταν, κατά την απόλυσιν της λειτουργίας, το Μαρούλι διήρχετο μεταξύ αυτών εις την αυλήν του ναού, την υπεδέχθησαν μικραί εκρήξεις γέλωτος. Φουστάνι ήτον αυτό ή κοφινίδα; Να το βάλη κανείς στον κήπο του, δεν ήθελε καλλίτερο σκιάχτρο για τα πουλιά. Την εύθυμον δ' εντύπωσιν ενέτεινεν η παρατήρησις του Αστρονόμου, ότι ήθελε μια σπορά τόπο για να περάση….>> (Ιωάννης Δ. Κονδυλάκης, 1861–1920, «Ο Πατούχας» )

Σημειώνεται ότι το «κρινολίνον ή μαλακό» που γίνεται λόγος εδώ ήταν είδος αστικού γυναικείου λεπτού και λινού φορέματος, το οποίο είχε πολύ φαρδιά και φουσκωτή φούστα, και το οποίο ο  Κονδυλάκης το περιγράφει ως φουστάνι που μοιάζει με κοφινίδα. Το αραχνοΰφαντο περιστήθιο και το κρινολίνο ήταν μινωικά ενδύματα που τα έφερε η μόδα επί εποχής Κονδυλάκη.

 

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xfa1/v/t1.0-9/524332_375956575760069_1861094278_n.jpg?oh=a9368fb3052db7e1e1a5332f1ddadf1d&oe=56A96996

http://history.heraklion.gr/content/images/3747.jpg

Κρητικόπουλα με χαρακτηριστικές φορεσιές, αρχές 20ου αιώνα (φωτ. Χαμζά Ρουστέμ, συλ. Τζανή Ιωάννη)

 

ΨΑΛΙΔΟΚΩΛΟΙ, ΤΣΑΤΑΛΟΚΩΛΟΙ, ΚΟΡΔΟΚΩΛΑΔΕΣ

 

Κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1912)  ο εξευρωπαϊσμός της ενδυμασίας των Κρητών άρχισε να επιταχύνθηκε αρκετά.  Οι κάτοικοι των αστικών κέντρων άρχισαν να αντικαθιστούν τις τοπικές φορεσιές με τα ενδυματολογικά πρότυπα της ευρωπαϊκής μόδας. Στους άνδρες η βράκα άρχισε να παραχωρεί τη θέση της στο παντελόνι, τα στιβάνια στα λουστρινένια παπούτσια, το φέσι στο ψαθάκι και τη ρεπούμπλικα. Η επικράτηση της ευρωπαϊκής μόδας είναι εντονότερη στη γυναικεία ενδυμασία. Ρούχα, υποδήματα και αξεσουάρ, όπως η βεντάλια και τα εντυπωσιακά καπέλα, κερδίζουν την προτίμηση του θηλυκού πληθυσμού της πόλης. Ακόμα και οι μουσουλμάνες υποκύπτουν στον πειρασμό, έστω και αν δεν αποχωρίζονται τον παραδοσιακό φερετζέ.

Προ αυτού οι πιστοί οπαδοί της παραδοσιακής βράκας με μεγάλη δόση περιφρόνησης και ειρωνείας ονόμαζαν όσους φορούσαν  παντελόνι «ψαλιδόκωλους», «τσαταλόκωλους», «χαχαλόκωλους», «κορδοκωλάδες» κ.α.

 «Σπουδάζει, λέει, τι διαολο σπουδάζει: Θα καταντήσει κι ετούτος σαν τον μπάρμπα του τον Τίτυρο, δάσκαλος! Ψαλιδόκωλος, μπουμπουνοκέφαλος, με γυαλάκια». (Ν. Καζαντζάκης, «Καπεταν Μιχάλης»)

Κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1912)  είχε οριστεί  νομικά μόνο οι στολές των κρατικών λειτουργών : βουλευτών, αστυνομικών, ταχυδρομικών κλπ της να αποτελούνται από την κρητική παραδοσιακή φορεσιά της βράκας.

Ο Ελ.  Βενιζέλος στην Ευρώπη και στην Κρητική Βουλή φαίνεται να είναι ντυμένος   κομψότατα ευρωπαϊκά (με παπούτσια, πουκάμισο κλπ) και στην επανάσταση  Θερίσου  να είναι ντυμένος μεικτά, δηλαδή με στιβάνια,  γελέκι και παντελόνι  βάζοντας μέσα στα στιβάνια τα μπατζάκια του παντελονιού.

 

__1_~4

1-VENIZELOS

ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

 

http://history.heraklion.gr/content/images/3728.jpg

Ηρακλειώτες αστοί την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (συλ. Τζανή Ιωάννη)

http://history.heraklion.gr/content/images/3729.jpg

Κρητικιά αστή (φωτ. Μαρκουλάκης Γεώργιος, συλ. Τζανή Ιωάννη)

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο :

ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ, ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΚΛΠ

ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ

 

1. ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ: ΜΑΝΤΗΛΙ, ΦΕΣΙ, ΦΑΡΙΟ, ΣΑΡΙΚΙ ΚΛΠ

 

Α. ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ: ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΣΧΗΜΑ, ΕΙΔΗ ΚΛΠ 

 

Η λέξη  μαντήλι είναι ο δημοτικός τύπος της μεσαιωνικής λέξης «μανδήλι(ον) ή μανδύλιον, μαντίλιν», η οποία προέρχεται από τη λατινική  λέξη  mantelium ή mantilium, υποκοριστικό της λατινικής mantelum (= μανδύας, η χλαμύδα) , άρα η λέξη μαντήλι =σημαίνει  ο μικρός μανδύας. Η λέξη μανδύας  με τη σειρά της προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις ιμάτιον > ιμάντας  (Ιλιάδα Ραψωδία Ψ, 683-686) > λατινικά mantelum  > μανδύας (Βυζαντινά).   Η χρήση του μαντηλιού κανονίζει την ποιότητα, το χρώμα και το μέγεθός του υφάσματός του. Τα της χειρός (μύτης, ιδρώτα κλπ) είναι μικρά και από απορροφητικό ύφασμα, τα κεφαλομάντηλα είναι από βαμβάκι ή μετάξι ή μπόλια κλπ , ώστε να είναι ελαφρά, ωραία κλπ. Τα μαντήλια  ανάλογα επίσης με τη χρήση τους  ονομάζονται: κεφαλομάντηλα, τραπεζομάντηλα, μαντήλια μύτης, μαντήλια λαιμού κλπ.

_Αν πας στην Καλαμάτα και ‘ρθεις με το καλό,

κράτα μου ένα μαντήλι να δένω στο λαιμό. (Μαντινάδα)

 

_Στην άκρη του γιαλού ξανθή κάθεται κόρη

κι ωριόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντίλι,

μαντίλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι.

Την θάλασσα κεντάει, με τα νησιά της όλα,

κεντάει τον ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,

τη γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,

κεντάει κ' ένα βουνό, ψηλό ψηλό και μέγα:

το χάραμα γλυκά προβάλει στην κορφή του’

(«Το κέντημα του μαντηλιού», Κ. Κρυστάλλης)

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xpa1/v/t1.0-9/9494_441025122629761_1514923855_n.jpg?oh=ada9e5fc369de8c4d2c11a995150c7aa&oe=5718D87B
Εμμ Πατακός >  Πατακομανωλης, Πρόεδρος Π.Σ. Κουρήτες

Τα ανδρικά μαντήλια είναι  πάντα μαύρου χρώματος και με κρόσσια (κρουσαλιδάτα), αν έχουμε φορεσιά Εθνικής Αντίστασης Κρήτης.  Λευκό μαντήλι φορεί μόνο ο γαμπρός και οι καλεσμένοι σε γάμο. Το ανδρικό κρητικό μαντήλι, αφού διπλωθεί διαγωνίως σε σχήμα τριγώνου,  τυλίγεται με δεξιοτεχνία γύρω-γύρω από το κεφάλι ως στέφανο,  όπου τα κρόσσια πέφτουν πάνω στο κούτελο. Σήμερα τα ανδρικά πλεχτά μαντήλια γίνονται  κατευθείαν τρίγωνα. Στην κακοκαιρία, στην έρημο κλπ φοριέται όπως το φορούν και οι γυναίκες, για προστασία του κεφαλιού ,  στην εκκλησία βγαίνει από το κεφάλι και κρεμνιέται στο λαιμό ως ένδειξη σεβασμού, στη μάχη γίνεται φουλάρι,  για να μη το χάσουμε, στην πληγή γίνεται επίδεσμος και στις συλλήψεις ζώων και ανθρώπων γίνεται χειροδέτης ή ποδοδέτης.  

Τα γυναικεία μαντήλια έχουν πολλά χρώματα και το τι χρώμα μαντηλιού θα φορέσει μια γυναίκα εξαρτάται  από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία,  το πένθος, η μόδα, η συνάρτηση με τα άλλα ρούχα κλπ. Στο πένθος  μπαίνει μαύρου χρώματος, στο γάμο λευκό, στον ήλιο λευκό (είναι αντηλιακό),  οι νέες φορούν ανοιχτά χρώματα και οι ενήλικες σκούρα κλπ. Το γυναικείο κρητικό μαντήλι, αφού διπλωθεί διαγωνίως σε σχήμα τριγώνου, ζώνει το κεφάλι με τις δυο αντίθετες άκρες του να δένονται κάτω από το λαιμό , που τότε μιλούμε για τσεμπέρι, ή πάνω στο μέτωπο, αφού εξ αντιθέτου περάσουν πρώτα πίσω από το λαιμό, που τότε μιλούμε για φακιόλι. Σημειώνεται ότι:

1) Το κρητικό κεφαλομάντηλο ή απλώς μαντήλι, ανδρικό και γυναικείο,  είναι διαφορετικός κεφαλόδεσμος από το σαρίκι και το τουρμπάνι. Το κρητικό μαντήλι, όπως είδαμε πιο πριν είναι μικρός μανδύας, τετράγωνο ύφασμα, ενώ το τουρμπάνι και το σαρίκι, όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι πολύ μακρές ταινίες που μπαίνουν με άλλο τρόπο στο κεφάλι, δε διπλώνονται διαγωνίως, και επίσης έχουν άλλο δέσιμο.

2) Οι γυναίκες εκτός από μαντήλια φορούν στο κεφάλι τους και τουρμπάνια, δηλαδή φαρδιές μακρές ταινίες, που κι αυτά πολλοί τα λένε μανδήλια, ενώ δεν είνα. (Περισσότερα βλέπε «Γυναικείοι Κεφαλόδεσμοι» πιο κάτω)

3) Μερικοί ισχυρίζονται πως το μαύρο κρουσσαλιδάτο κρητικό μαντήλι το φόρεσαν πρώτοι οι Κρήτες μαχητές που υπερασπίστηκαν  το 1453 την Κωνσταντινούπολη ως ένδειξη πένθους και δακρύων για την πτώση της Κωνσταντινούπολης, κάτι που δεν είναι σωστό, γιατί η αλήθεια είναι ότι:

https://z-p3-scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/14045533_1057516007657345_3327577466040172796_n.jpg?oh=bc51be452b0ea192a4a846941bc90a7e&oe=584FC67B

Κρητικός με μη κρουσσαλιδάτο μαντηλι

Α) Δεν υπάρχει κάποια έγκυρη πηγή που να αναφέρει κάτι τέτοιο. Έπειτα η πτώση της Κωνσταντινούπολης έγινε το 1453 στην Κρήτη, δηλαδή εποχή που τότε είχαμε Ενετοκρατία στην Κρήτη (η Κρήτη έπεσε στους Τούρκους μετά από δυο αιώνες, το 1669) και οι συγγραφείς της τότε εποχής δεν αναφέρουν κάτι τέτοιο, ενώ αναφέρουν το γεγονός των Κρητών υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης. Πέραν αυτού  την εποχή αυτή οι Κρήτες δε φορούσαν μαντήλι στο κεφάλι, αλλά σκούφους ή κουκούλες. 

Β) Ο Ι. Κονδυλάκης στον «Πατούχα» και ο Ν. Καζανζάκης στον «Καπεταν Μιχάλη» αναφέρουν ότι οι Κρήτες επι Τουρκοκρατίας, 1669 – 1898, ήταν μαυροφορεμένοι. Ειδικά ο Κονδυλάκης αναφέρει και ότι οι Κρήτες έως το 1821 δεν ήταν ελεύθεροι να φορούν ό,τι ήθελαν, αλλά, αν ήταν χριστιανοί,  έπρεπε να φορούν μια «μαύρη πετσέτα» στο κεφάλι και μαύρα σαλβάρια (μαύρες ράσινες ή πάνινες βράκες, μαύρο γιλέκο κλπ) για διάκρισή τους και ως ένδειξη υποτέλειας. Μετά το 1821, που οι Έλληνες πήραν τα πάνω τους,  άρχισαν να φορούν ό,τι ήθελαν και άλλοι φορούσαν «άσπρη πετσέτα» στο κεφάλι τους ως ένδειξη ελευθερίας και όχι μαύρης σκλαβιάς  και άλλοι «μαύρο μανδήλι» λέγοντας ότι θα το βγάλουν, όταν ελευθερωθεί η Κρήτη.

 «Διά να μη είνε εντελώς ασκεπής (ο Μανώλης ή άλλως Πατούχας», είχε δέσει περί την κεφαλήν του μαύρον μανδήλι, από το οποίον εξέφευγε προς τα επάνω θύσανος τριχών, ορθούμενος ως λοφίον αγρίου». (Ι. Κονδυλάκης,1861 – 1920, «Ο Πατούχας»)

«Ο καπετάν Μιχάλης! Μουρμούρισαν και κόλλησαν πάλι τα μάτια τους στις τρύπες. Αγκουσεμένος, με τα κορακάτα κατσαρωτά γένια του, με τα τσόχινα σαλβάρια του, με τα μαύρα στιβάνια, αργός, αλαφροπάτης, περνούσε ο θεόρατος άντρας, και τα κρόσσια του κεφαλομάντηλου του σκέπαζαν τα φρύδια. ….. ( Νίκος Καζαντζάκης,  1883 – 1957, «Καπεταν Μιχάλης")

Γ) Η Αλήθεια είναι, όπως ειδαμε να λένε οι οπλαρχηγοί επι Γερμανικής κατοχής (βλέπε «Παραδοσιακή φορεσιά της γκιλότας»),  το μαύρο κρητικό μαντήλι με τα κρόσια του συμβολίζει το πένθος και τα δάκρυα για τους Κρήτες που έπεσαν στο βωμό της ελευθερίας της Κρήτης.

 

Β. ΤΟ ΣΑΡΙΚΙ ΚΑΙ Η (ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΑΣΠΡΗ) ΠΕΤΣΕΤΑ

 

Η λέξη «σαρίκι», όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι ελληνική που προέρχεται από σύντμηση της βυζαντινής λέξης «(και)σαρίκιον», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη «Καίσαρας» (Caesar = ο Βασιλεύς) και σημαίνει το στέφανο ή άλλως το στέμμα  που είναι διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια και το οποίο φορούσαν οι Βασιλιάδες ή στα λατινικά καίσαρες των Βυζαντινών και μετά και οι αρχηγοί στρατού κ.α. Απλά και κατ’ επέκταση με την ονομασία  «σαρίκι»  λέγεται κάθε τι που τυλίγει το κεφάλι  ή που μπαίνει ως στέφανο στο κεφάλι, όπως το κρητικό μαντήλι, το ανατολίτικο τουρμπάνι κ.α., όμως άλλο το κρητικό μαντήλι,   άλλο το τούρκικο σαρίκι και άλλο το ινδικό τουρμπάνι  κλπ.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία άπαντες οι μουσουλμάνοι  στο θρήσκευμα φορούσαν στο κεφάλι τους το χαρακτηριστικό οθωμανικό φέσι και γύρω από αυτό οι ιερείς και οι αξιωματούχοι περιτύλιγαν το καλούμενο σαρίκι. Το τούρκικο σαρίκι, όπως προκύπτει και από τα λεγόμενα του Κονδυλάκη στον «Πατούχα» και στην «Πρώτη μου αγάπη»,  του Μ. Χουρμούζιου – Βυζάντιου στα «Κρητικά» (1842) κ.α.,  ήταν  μια μακρά λευκή κορδέλα, ταινία που αφενός έμπαινε γύρω από το φέσι των υψηλά ιστάμενα μουσουλμάνων (των ιερέων, των αξιωματούχων,  των επίλεκτων γενιτσάρων κ.α.) για ένδειξη του αξιώματός τους και κάτι όπως κάνουμε σήμερα που βάζουμε το καλούμενο στέμμα στα καπέλα.

 «Επλησίασε και η Πηγή μετ' ολίγον και οι τρεις παρετήρουν την τουρκικήν κηδείαν. Η απόστασις δεν ήτο μεγάλη, διεκρίνετο δε και το «νταβούτι» ακόμη εις το οποίον ήτο κλεισμένος ο νεκρός. Ο ιμάμης επροπορεύετο κοντός κοντός με την σαρίκα του. Διά την Σαϊτονικολίναν ήτο διττώς ευχάριστον το θέαμα εκείνο· και διότι ωλιγόστευαν οι Τούρκοι κατά ένα και διότι ο Λαδομπραΐμης ήτο και προσωπικός εχθρός του ανδρός της». (Ιωάννης Κονδυλάκης «Ο Πατούχας»)

Ειδικότερα ο Κονδυλάκης στον «Πατούχα» αναφέρει ότι οι Κρήτες χριστιανοί επί εποχής «γενιτσαριάς» , δηλαδή επί εποχής τουρκοκρατίας 1869 – 1898, δεν έπρεπε να φορούν φέσι και σαρίκι, αλλά μια «πετσέτα μαύρου χρώματος σε ένδειξη δουλικής υποταγής και ταπείνωσης», άλλως οι Τούρκοι θα τους σκότωναν. Μάλιστα πολλοί Κρήτες, για να γλιτώσουν τη ζωή τους από τους φανατικούς Οθωμανούς φόρεσαν σαρίκι τούρκικο, καθώς αναφέρει ο Ι. Κονδυλάκης τόσο σε άρθρο του στην εφημερίδα «Εστία» (15 και 16.6.1896, βλ. Ιωάννη Κονδυλάκη, Τα Άπαντα, εκδ. Αηδών, Αθήναι 1961, σελ. 372-385]: «Και οι χθες ραγιάδες εφόρεσαν το σαρίκι του αγά και ανέπνευσαν», όσο και στην «Πρωτη αγάπη» (εδώ αναφερει ότι κατόπιν εντολής του αγά πολλοί γινόταν με το έτσι θέλω τούρκοι) :

«Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι. Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού και της περιοχής του. Κιως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς, χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα…………….. Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέωμαι Γιάννης και θα λέωμαι Τζαφέρης. Θα φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι τούρκος…». (Ιωάννης Κονδυλάκης- «Πρώτη αγάπη»)

$(KGrHqN,!lUE-4ywfT7vBP)8S+fU4Q--60_57 (2015_07_10 21_03_51 UTC)

Πρώτη σελίδα της γαλλικής εφημερίδας le monde illustre  27 Φεβρουαρίου 1897 με Κρήτες επαναστάτες.

Μετά το 1821, που οι Έλληνες πήραν τα επάνω τους, συνεχίζει να λέει ο Κονδυλάκης στον Πατούχα,  οι Κρήτες χριστιανοί άρχισαν να φορούν είτε ό,τι φορούσαν και οι Μουσουλμάνοι,  και έτσι «τα διακρίνοντα κυρίως τους Τούρκους από τους Χριστιανούς ήσαν τα ζωηρά και ανοικτά χρώματα του ιματισμού» ή να φορούν γύρω από το φέσι του σκοτεινού χρώματος μανδήλι πλην των γερόντων που αυτοί δεν έβαζαν φέσι, αλλά φορούσαν στο κεφάλι τους σκέτα μια «λευκή πετσέτα», η οποία διέφερε από το σαρίκι μόνο στο δέσιμο: «Και εκ των Χριστιανών πολλοί περιέβαλλον το φέσι με μανδήλι, αλλά σκοτεινού μάλλον χρωματισμού. Εκ των γερόντων όμως ικανοί εφόρουν επί της κεφαλής «πετσέταν» λευκήν, ήτις μόνον κατά το δέσιμον διέφερεν από το σαρίκι».  Αναφέρει επίσης ότι πολλοί Κρήτες Χριστιανοί εξακολουθούσαν «πεισματικά» να φορούν μαύρη πετσέτα στο κεφάλι, για να δίδουν στους νεωτέρους πιο ζωηρή την εικόνα της εποχής τους και το μίσος κατά των Τούρκων και να μεταδίδουν σε αυτούς το μίσος με μεγαλύτερη ένταση  και να παραμένει άσβηστο μέσα στη ψυχή τους:

<<….Εις τούτο δε συνετέλει και η ποικιλία ην έδιδεν εις το θέαμα η ανάμιξις των Τούρκων, γερόντων με σαρίκια μεγάλα, τσιμπούκια και παπούτσια κόκκινα ή μαύρα, αφίνοντα γυμνάς τας κνήμας, και νεωτέρων με φέσια τυνησιακά, τα οποία κατά το πλείστον περιέβαλε λεπτόν στρόφιον, συγκρατούν την ογκώδη κυανήν φούνταν…….. Και εκ των Χριστιανών πολλοί περιέβαλλον το φέσι με μανδήλι, αλλά σκοτεινού μάλλον χρωματισμού. Εκ των γερόντων όμως ικανοί εφόρουν επί της κεφαλής «πετσέταν» λευκήν, ήτις μόνον κατά το δέσιμον διέφερεν από το σαρίκι .…………  Και όμως δύο ή τρεις εκ της γενεάς εκείνης εξηκολούθουν ακόμη με παράδοξον επιμονήν να φορούν την μαύρην πετσέταν, την οποίαν οι χριστιανοί ήσαν υποχρεωμένοι προ του 21 να φέρουν επί της κεφαλής των εις ένδειξιν δουλικής υποταγής και ταπεινώσεων. Ίσως όμως ήθελον ούτω να δίδουν εις τους νεωτέρους ζωηροτέραν την εικόνα της εποχής των, ίνα και το μίσος κατά των Τούρκων μεταδίδωσιν εις αυτούς ασπονδότερον και, όπως ήτο εις ιδικήν των ψυχήν, ακοίμητον. Πράγματι δε ο Σαϊτονικολής, δείξας εις τον υιόν του ένα εκ των γερόντων εκείνων, όστις διήρχετο στηριζόμενος επί βακτηρίας, του εψιθύρισε με φωνήν σοβαράν, εις την οποίαν επάλλετο η εκδίκησις:

— Θωρείς πώς ήσανε ντυμένοι στα μαύρα οι Χριστιανοί τον καιρό της γιανιτσαριάς, για να μη τση σκοτώνουν οι Τούρκοι; ……  (Ιωάννης Κονδυλάκης «Ο Πατούχας»)

Το  φέσι, το σαρίκι  και η πέτσα ή άλλως πετσέτα  που φορούσαν οι Κρήτες επί τουρκοκρατίας άρχισαν να αντικαθίστανται μετά το 1821 από το κρητικό μαντήλι και πλήρως επι Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1912). Το κρητικό μαντήλι αφενός δε σχετίζεται με ιερείς και αξιώματα, το βάζουν όσοι θέλουν είτε για λόγους διακόσμησης είτε και κυρίως για λόγους προστασίας του κεφαλιού από τις καιρικές συνθήκες  και αφετέρου δεν είναι κορδέλα λευκού χρώματος, αλλά μαντήλι, δηλαδή μικρός  τετράγωνος  μανδύας (= λατινικά mantelum > mantelium > μανδήλιον > μαντήλι), που, αφού διπλωθεί διαγωνίως σε σχήμα τριγώνου, τυλίγεται  στο κεφάλι ειτε ως στέφανο στους άνδρες είτε ως ζωστήρας στις γυναίκες.

 

papous_n.jpgΟροπέδιο Λασιθίου, Άγιος Γεώργιος.   Ο Καπεταν Κρασαναδάμης (1887 – 1981)  με άνδρες του σε γεροντική πλέον ηλικία. Φορουν όλοι τους μαυρα κρουσσαλιδάτα μαντήλια.Ο Κρασαναδάμης έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους,  Μικρασιατική Εκστρατεία και  Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως Καπετάνιος  έλαβε μερις στη Μάχη και  Εθνική Αντίσταση Κρήτης 1941-44.

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Οι Άραβες αξιωματούχοι και ιερείς αντι για φέσι και λευκή κορδέλα γύρω από το φέσι (δηλαδή αντι για σαρίκι τουρκικο) φορούν μαντήλα και πάνω από τη μαντήλα κορδόνια ως σαρίκια, που ανάλογα με το είδος τους φανερώνει το αξίωμα εκείνου που τα φορά.

0344

Β) Μερικοί ισχυρίζονται ότι η λέξη σαρίκι είναι τουρκική, η οποία σημαίνει τυλίγω, από το τουρκικό sarmac = το τύλιγμα απ όπου και σαρμάς = μακεδονικά ο ντολμάς. Ωστόσο η λέξη «σαρίκι» είναι ελληνικότατη, λέξη που προέρχεται από σύντμηση της βυζαντινής λέξης «(και)σαρίκιον», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη λατινική λέξη «Καίσαρας» (Caesar = ο βασιλεύς) και σημαίνει το στέφανο ή άλλως το στέμμα  που είναι διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια και το οποίο φορούσαν οι βασιλιάδες ή στα λατινικά καίσαρες των Βυζαντινών και μετά και οι αρχηγοί στρατού κ.α. Απλά και κατ’ επέκταση με την ονομασία  «σαρίκι»  λέγεται κάθε κάθε τι που τυλίγει το κεφάλι  ή που μπαίνει ως στέφανο στο κεφάλι, όπως το κρητικό μαντήλι, το ανατολίτικο τουρμπάνι κ.α., όμως άλλο το κρητικό μαντήλι,   άλλο το τούρκικο σαρίκι και άλλο το ινδικό τουρμπάνι  κλπ.

Από τη λέξη σαρίκι προέρχεται η λέξη σαρικόπιτα = η τυρόπιτα ή χορτόπιτα που μοιάζει με σαρίκι. Αντίθετα οι τουρκικές λέξεις sarmac - σαρμας δεν προέρχεται από την ελληνική λέξη σαρίκι, αλλά απ’ όπου και η περσική λέξη: «σάρ-απις» =  η λευκή περσική εσθής, το λευκό ένδυμα που τυλίγεται στο σώμα.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας και συγγραφέας  Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος  αναφέρει ότι ο βασιλεύς των Βυζαντινών Μιχαήλ Γ’ , όταν δέχτηκε αντιπροσωπία Σλαύων,  τους υποδέχτηκε: «Περιβαλλόμενος ο βασιλεύς σαγίον πορφυρούν έχον περικλεισιν χρυσήν, από μαργαριτών ημφιεσμένην, περιθείς και στέφανον επί της εαυτού κεφαλής εκ λίθων και μάργαρων ημφιεσμένον, όπερ καισαρίκιον λέγεται, εκάθισιν επί του σεντζου εν τω χρυσοτρικλίνω» (Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, «Περί βασιλείου τάξεως», λζ' κεφάλαιο).

Επίσης ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, σχετικά με τη χειροτονία των βυζαντινών βασιλέων ή λατινικά καισάρων, αναφέρει και ότι:  <<Ακτολογία των δήμων επί χειροτονία καίσαρος……… Και μετά την τελείωσιν της ευχής αίρει ο πατριάρχης τον στέφανον, ήτοι το καισαρίκιον, φιλών αυτό, και επιδίδωσιν αυτό τω βασιλεί. Ο δε βασιλεύς ασπάζεται αυτό, και ποιεί φιλήσαι αυτό και τον καίσαρα, και ευθέως κατασφραγιζει επάνω της κεφαλής αυτού λέγων εις το όνομα του πατρός και του υιού και πνεύματος αγίου. Και ειθ ούτως περιτίθησι τον στέφανον εις την κορυφήν του χειροτονημένου καίσαρος…….…>> (Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος , τόμος 1, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Τόμος 5, Μέρος 1). Ο Κωνσταντίνος. Παπαρηγόπουλος (που έζησε το 1815-1891, άρα διαρκούσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) στην  Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Επίλογος - Τόμος στ) αναφέρει και ότι ο βασιλεύς των Βυζαντινών Μιχαήλ Γ’ δήχθηκε απεσταλμένους των Σλάβων «καθήμενος επί θρόνου, περιβεβλημένος το μακρόν πορφυρούν ιμάτιο το καλούμενον σαγίον, του οποίου η χρυσή παρυφή ήτο διακοσμημένη δια μαργαριτών  κεκοσμημένη και φέρων επί κεφαλής στέφανον λιθοκόλλητον, όστις εκαλείτο σαρίκιον». Επομένως σαρίκι και καισαρίον είναι το αυτό.

Γ) Ο Μ. Χουρμούζης-Βυζάντιος στα «Κρητικά» (1842) αναφέρει ότι στην Κρήτη: «Οι άνδρες φορούσι φέσι περιτυλιγμένο με λευκόν τι περικάλυμμα (Πέτσα ονομαζόμενον) του οποίου μία άκρα κρέμαται όπισθεν, και φθάνουσα πολλάκις έως την ζώνην» . Η «πετσέτα» που γίνεται λόγος εδώ είναι το τούρκικο σαρίκι και όχι  το κρητικό ανδρικό κεφαλομάντηλο ή απλώς μαντήλι, αφού το χαρακτηριστικό μαύρο ανδρικό κρητικό μαντήλι αφενός δεν υπήρχε ακόμη και αφετερου δεν μπαίνει πάνω από φέσι.

 

http://4.bp.blogspot.com/-VWjfBxgoSU8/UhqJ7eBXW0I/AAAAAAAAGhs/az8pYoVKgI4/s1600/kantanoleonSkordilis.jpgΟοπλαρχηγός επί Ενετών Γ. Καντανολέων, 1570 μ.Χ. 

img20170423_14364565

 

Γ. ΤΟ ΦΕΣΙ, ΤΟ ΦΑΡΙΟ, Ο ΚΟΥΚΟΣ, ΤΟ ΚΑΛΥΜΜΑΥΚΙ ΚΛΠ

 

 «Φέσι» λέγεται ο στητός πίλος που κατασκευάζεται από κόκκινη (στο Μαρόκο λευκή) τσόχα και με σχήμα  κυλινδρικό , όπως περίπου ο κούλουρος κώνος, επίπεδη κορυφή,  χωρίς γείσο και το οποίο μπορεί να φέρει φούντα (θύσανο) από μετάξι.  Το «φέσι» ήταν το επίσημο κάλυμμα της κεφαλής  στην Οθωμανική αυτοκρατορία, δηλαδή των μουσουλμάνων στην Τουρκία, την Αίγυπτο, την Τυνησία και το Μαρόκο  και το οποίο ονομάστηκε έτσι, επειδή εισαγόταν ή επειδή τέτοια καπέλα πρωτοφόρεσαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης Φες του Μαρόκου.  Οι ιερείς και οι αξιωματούχοι  μουσουλμάνοι φορούσαν μια λευκή κορδέλα γύρω από το φέσι τους για διάκρισή και η κορδέλα αυτή λεγόταν σαρίκι.

 «Τουρμπάνι» λέγεται ο κεφαλόδεσμος που συνηθίζεται σε πολλές χώρες της Ασίας (Ινδία κ.α.) και αποτελείται από μια μακρά υφασμάτινη ταινία. Φοριέται κατάσαρκα τυλιγμένο  πολλές φορές και κατάσαρκα γύρω από το κεφάλι.  Μάλιστα ανάλογα με την ποιότητα, το χρώμα και τον τρόπο που δένεται το τουρμπάνι φανερώνει  και την εθνικότητα ή την ιδιότητα εκείνου που το φορεί. Η λέξη τουρμπάνι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «τυρβάζω» = περιστρέφω, τυλίγω > ιταλικά  turbante (> τούρμπο = ο στρόβιλος)  > τουρμπάνι > τουλουπάνι κ.α.  Το ινδικό τουρμπάνι είναι μια πάρα πολύ μακρά κορδέλα  με την οποία  τυλίγουν πάρα πολλές φορές και κατάσαρκα το κεφάλι τους οι Ινδοί και από τους οποίους οι μαχαραγιάδες  π.χ. φορούν άσπρο και μεταξωτό τουρμπάνι, ενώ οι υπόλοιποι σε άλλα χρώματα.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι το φάριο  που φορούν οι εύζωνοι, φουστανελάδες και βρακοφόροι, είναι το φέσι των Τούρκων και για ευνόητους λόγους η ελληνική πλευρά αποφεύγει τους συσχετισμούς, κάτι που είναι  εκτός πραγματικότητας, γιατί το φέσι  είναι  στητός χαρακτηριστικός είδος πίλου από κόκκινη τσόχα σε σχήμα  ως ο κόλουρος κώνος με μικρή φούντα από μετάξι, ενώ το φάριο είναι σκούφος από κόκκινη τσόχα με πυκνό, μακρύ και μαύρο θύσανο που φορούσαν οι Έλληνες οπλαρχηγοί και οι αρματολοί επί Τουρκοκρατίας, Το μόνο κοινό σημείο που έχει το φάριο με το φέσι είναι ότι και το φέσι έχει θύσανο ή άλλως φούντα, που όμως ο ένας είναι διαφορετικός του άλλου.

Το φάριο υπήρχε στην Κρήτη και γενικά στην Ελλάδα ήδη επί Ενετών,  όπως μαρτυρούν και οι γκραβούρες του ίδιου του Κορνάρου κ.α.  στο επτανησιακό χειρογράφου του «Ερωτόκριτου»  του Β. Κορνάρου «Ερωτόκριτος»  (είναι του 1710 μ.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο με τον κωδικό Harley 5644 ), ο πίνακας με τον επί Ενετοκρατίας οπλαρχηγό Γ. Καντανολέων από το Κουστογέρακο Σελίνου Χανίων, τον οποίο διέσωσε  ο Σπ. Ζαμπέλιος κ.α., ενώ ο Σ. Ζαμπέλιος στους «Κρητικούς Γάμους» αναφέρει:  «_Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού! Επιφωνούν οι του κλήρου…. Σκούφοι εξεσφενδονίσθησαν μετέωροι, κηρία εχόρευσαν περιμανώς….»  (Σπ. Ζαμπέλιου «Οι Κρητικοί γάμοι» ανέκδοτον επεισόδιον της Κρητικής Ιστορίας 1570, Μέρος πρώτον, σελίδα 136).

Οι Κρήτες χριστιανοί (‘Έλληνες κ.α.) πριν από το 1821 απαγορεύονταν ρητώς να φορούν Οθωμανικό φέσι και Οθωμανικό σαρίκι. Προ αυτού οι αντιστασιακοί  χριστιανοί (οι καλούμενοι αρματολοί και καπεταναίοι): Δασκαλογιάννης,  Κόρακας, Καζάνης κλπ φορούσαν  στο κεφάλι τους σκούφο με θύσανο, δηλαδή το κάλυμμα που είναι όπως αυτός που φορούν τιμής ένεκεν σήμερα οι εύζωνοι  και το οποίο λέγεται «φάριον».  Το φάριο ήταν  σκούφος, κουκούλα με θύσανο (φούντα), απ΄όπου και το παρανόμι του οπλαρχηγού Νικόλαου Σπανάκη ή Χατζηκουκούλας από το Αβδού Πεδιάδος 1798 – 1889. Χατζής λέγεται κάποιος που έχει επισκεφτεί τους Άγιους τόπους και κουκούλας αυτός που φορεί κουκούλα = ο σκούφος.

 Μετά το 1821 που πήραν τα επάνω τους οι Έλληνες οι Κρητες χριστιανοί άρχισαν να φορούν ό,τι ήθελαν. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς φορούσαν και ένα είδος φεσιού που ήταν σπαστός μαύρος πίλος, που λεγόταν κούκος ή κουπάκι, επειδή ήταν ως η κούπα (= λατινικά cupella). Ο πίλος αυτός στους ιερείς χριστιανούς ήταν λίγο διαφορετικός και  λεγόταν «καλυμμαύκι» (κάλυμμα καυκίου = κρανίου). Και ο κούκος και το καλυμμαύκι είναι  πίλοι χωρίς θύσανο (χωρίς φούντα).

 

επανασταση 1821 κρητη

Νικόλαος Σπανάκης ή Καγιαμπής ή Χατζηκουκούλας, Αρχηγός από το Αβδού Πεδιάδος 1798 – 1889. Χατζής λέγεται κάποιος που έχει επισκεφτεί τους Άγιους τόπους και κουκούλας αυτός που φορεί κουκούλι = ο σκούφος.

Image hebergee par Planeteoueb.com : hebergeur d'images

Κρητικός 1860 (Φωτογράφος Π. Μωραίτης GRECE : CHEF CRETOIS , PISTOLET  c.1860, P MORAITES)

 

image031

Καπεταν Μιχαήλ Κόρακας (1797-1892).

image033

Καπεταν Μανώλης Καζάνης 1796 – 1843.

 

 

http://history.heraklion.gr/content/images/1057.jpg

Κρητικοί με τοπική ενδυμασία. Φορούν στο κεφάλι το λεγόμενο κούκο, 1900 (R. Behaeddin, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη)

http://mickmctiernan.com/history/wp-content/uploads/2012/08/cretan-muslim03053.jpgΤουρκοκρήτας με φέσι που γύρω από αυτό είναι τυλιγμενο το σαρίκι

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για επιστολικο δελταριο κρητη

Επιστολικό δελτάριο στο οποίο απεικονίζονται οι οπλαρχηγοί Ανωγείων Μυλοποτάμου Κρήτης με ημερομηνία 24 Δεκεμβρίου 1903 

 

 

 

Δ. ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΙ ΚΕΦΑΛΟΔΕΣΜΟΙ: ΓΑΖΑ, ΜΠΟΛΙΔΑ, ΦΑΚΙΟΛΙ ΚΛΠ

 

«Τσεμπέρι» λέγεται το μαύρο γυναικείο μαντήλι ή αυτό που κατά τόπους συνηθίζεται να φορούν οι γυναίκες με πένθος .  Το μαντήλι αυτό, αφού διπλωθεί στα δυο σε σχήμα τριγώνου, ζώνει το κεφάλι,  με την άκρη του τριγώνου στο πίσω μέρος του κεφαλιού,   και ακολούθως οι δυο άκρες που σχηματίζονται δένονται κάτω από το σαγόνι ή διασταυρώνονται κάτω από το σαγόνι και στη συνέχεια δένονται στην κορυφή του κεφαλιού. Τουρκική çember < περσική chambar = ο ζωστήρας.

«Φακιόλι»  λέγεται το γυναικείο μαντήλι που,  αφού διπλωθεί στα δυο σε σχήμα τριγώνου,  μπαίνει επάνω από τα μαλλιά , με την άκρη του τριγώνου στο πίσω μέρος του κεφαλιού,  και ακολούθως οι δυο άκρες του μαντηλιού που σχηματίζονται διέρχονται σταυρωτά πίσω από το σβέρκο και δένονται πάνω από το μέτωπο (στο κούτελο). Βυζαντινά φακίολος, από το λατινικό Faciāle, . facies = η όψη, το πρόσωπο, η φάτσα >  μσν φακιόλιον και  φακεώλιον/ φακιώλιον/ φακιάλιον και φακιάριον κ.α. Επειδή το φακιόλι μοιάζει με τα καλύμματα κεφαλής των Οθωμανών ηγεμόνων, ο ανθενωτικός  πρωθυπουργός των Βυζαντινών Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς  είπε το περίφημο και συνάμα καταστροφικό, όπως αποδείχτηκε  στη συνέχεια: "Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν."

 «Γάζα» λέγεται ο γυναικείος κεφαλόδεσμος που είναι ως ταινία, άρα είναι είδος τουρμπανιού,  και κατασκευασμένος  από το καλούμενο ύφασμα «γάζα»: «η μεταξωτή γάζα η αστροποίκιλτη, που περιέβαλλε την ξανθήν της κόμην» (Ι. Κονδυλάκης, Πατούχας). Επίσης «γάζα» λέγεται και η λευκή ταινία που χρησιμοποιείται ως αποστειρωμένη ταινία,  επίδεσμος  των τραυμάτων.

«Μπολίδα» λέγεται ο γυναικείος κεφαλόδεσμος που είναι ως ταινία, άρα είναι είδος τουρμπανιού,  και κατασκευασμένος  από το καλούμενο ύφασμα μπόλια και «μπολίδι» το μικρό ανδρικό. Η «μπόλια» είναι ένα είδος μεταξωτού ή βαμβακερού λευκού υφάσματος:  "πέταξε τη μαύρη μπολίδα, χύθηκαν τα κατάξανθα μαλλιά στην πλάτη" (Ν, Καζαντζάκης, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται). «περιτιλύσσουν δε την κεφαλήν με λευκόν μακρύ πανίον (βαμβακερόν, μεταξωτόν) μπόλια ονοραζόμενον, του όποιου μία άκρα κρέμαται όπισθεν, και φθάνει έως εις τας κνήμας, η δε άλλη διερχομένη μεταξύ των μαστών τίθεται υπό την αριστεράν μασχάλην» (Μ. Χουρμουζης –Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842)

«Λαχούρι» λέγεται ο γυναικείος κεφαλόδεσμος που είναι ως ταινία, άρα είναι είδος τουρμπανιού,  και κατασκευασμένος  από το καλούμενο ύφασμα  «λαχούρ», ένα είδος υφάσματος μάλλινου και μεταξωτού που πρωτοϋφάνθηκε στην πόλη Λαχώρη (< τουρκική lahuri < ινδικά Lahore ) στο Πακιστάν  και το οποίο έχει  δικά του χαρακτηριστικά και πολύχρωμα στοιχεία (μοτίβα) .

 «Τραχηλιά ή κολέτο» παλιά λεγόταν το κασκόλ (Ιταλικά Colletto > Κολάρο =ο τράχηλος), μόνο που αρχικά ήταν σε σχήμα κυκλωειδές. Από την τραχηλιά κατάγεται και ο λαιμοδέτης ή γραβάτα: «Εις τον τράχηλον (οι Κρητικιές) φορούσι πλεκτήν τραχηλιάν (κολέτο λεγομένην) της οποίας το κυκλωειδές σχήμα καλύπτει τους ώμους, την ράχην και το στήθος. (Μ. Χουρμουζης –Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842)

«Τσεβρές» (τουρκική çevre) λέγεται το χρυσοκέντητο τετράγωνο και μεταξοκέντητο  εργόχειρο, τραπεζομάντηκο ή κεφαλομάντηλο: Φροσύν΄, σε κλαίει η άνοιξη, σε κλαίει το καλοκαίρι, / σε κλαίει κι ο Μουχτάρ-πασάς με τον τσεβρέ στο χέρι. (Δημοτικό)

 «Φερετζές»  λέγεται το λεπτό διάφανο μαύρο τούλι με το οποίο σκεπάζουν το πρόσωπό τους οι μουσουλμάνες και που η διαφάνεια του επιτρέπει απλώς  στην όραση να διακρίνει τ' αντικείμενα σε μικρή απόσταση. Ο Ν. Κονδυλάκης στον Πατούχα λέει και ότι όταν οι μουσουλμάνες των χωριών της Κρήτης βοηθούσαν τους άντρες τους στις γεωργικές εργασίες σπάνια φορούσαν φερετζέ, απλώς κάλυπταν το κεφάλι τους «δια τουλιού λεπτού ή δαμάσκου το οποίον κρέμεται επί των νώτων».

 

2. ΤΑ  ΚΡΗΤΙΚΑ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ: ΤΑ ΣΤΙΒΑΝΙΑ ή ΜΠΟΤΕΣ ΚΛΠ

 

Οι γυναίκες και οι άνδρες της Κρήτης ήδη επι μινωικής εποχής, όπως προκύπτει από τις τοιχογραφίες και από τις αφηγήσεις των αρχαίων ,  ήσαν «καλώς υποδεδημένοι» και τα κύρια υποδήματά τους ήταν τα σανδάλια και οι μπότες, «τα υποδήματα των Κρητων  «ανέβαινον μέχρι του ημίσεως του σκέλους». Απλά μέσα στο σπίτι και στους ναούς φαίνεται να είναι ξυπόλυτοι, όπως κάνουν οι μουσουλμάνοι σήμερα.

Ο γιατρός και Δ/ντης  Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου Ιωσήφ Χατζιδάκης στην «Περιήγησή» του στην Κρήτη το 1881, σχετικά με τα υποδήματα των Κρητων αναφέρει: «Προς τούτοις δε μόνον εν Ηρακλείω κατασκευάζουσι τα κομψότατα και πολυτελή κρητικά υποδήματα τα καλούμενα Τσαρδήνια. Το είδος τούτο των υποδημάτων είναι αρχαιότατον και ανέκαθεν ιδιάζον εν Κρήτη, αφού και ο Ιπποκράτης λέγει τους Κρήτας καλώς υποδεδημένους ο δε Γαληνός, σχολιάζων το χωρίον τούτο του Ιπποκράτους, βεβαιοί ότι τα υποδήματα των Κρητών ανέβαινον μέχρι του ημίσεως του σκέλους και ήσαν εις πολλά μέρη διάτρητα, ίνα διαπερώσιν ιμάντας προς ακριβή εφαρμογήν… (Ιωσήφ Χατζιδάκης  «Περιήγηση Κρήτης» 1881)

Ο Γάλλος βοτανολόγος  J. Pitton de Tournefor,  που επισκέφτηκε την Κρήτη στα 1700, σχετικά με τα υποδήματα των Κρητών, αναφέρει: «Δεν βλέπεις κανέναν σε τούτο το νησί που να μην είναι καλά παπουτσωμένος, αντίθετα με τους χωρικούς της Ευρώπης όπου οι περισσότεροι έχουν τα πόδια τους μισόγυμνα. Μέσα στις πόλεις φορούν σκαρπίνια από μαροκινό δέρμα κόκκινο πολύ καθαρά και ελαφρά. Στην εξοχή φορούν μποτίνες από το ίδιο πράγμα, που διαρκούν χρόνια  ολόκληρα και είναι καλά ποδεμένοι, όπως οι Αρχαίοι Κρήτες του Ιπποκράτους. Ο περίφημος αυτός γιατρός μιλεί για υπόδηση πολύ βολική και ο Γαληνός πως ανεβαίνει έως τη μέση της κνήμης...»( J. Pitton de Tournefor)

 Μερικοί ισχυρίζονται ότι στην ανατολική Κρήτη φορούσαν μαύρα στιβάνια και λευκά στη δυτική και άλλοι ότι άσπρα στιβάνια φορούσαν παλιά οι αντιστασιακοί, κάτι που είναι ψευδές. Η  αλήθεια είναι ότι τα στιβάνια είναι μαύρου χρώματος στο πένθος και λευκά στις χαρές  και γενικά στις επίσημες εμφανίσεις, όπως όταν πάμε στην εκκλησία ή  όταν κατεβαίνουν οι βοσκοί στο χωριό, στις εκδηλώσεις κλπ. Στην εργασία, στο βουνό στους αγρούς κλπ τα στιβάνια και να τα βάψεις λίγο καιρό κρατούν το χώμα αυτό.

Μαύρα στιβάνια  και κρουσαλιδάτο μαντήλι άρχισαν να φορούν οι καπεταναίοι  στην καθημερινότητα μετά το 1821, κυρίως μετά την επανάσταση του 1866, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του Ν. Καζαντζάκη στο «Καπεταν Μιχάλη»:

σάρωση0 λασιθιΟροπέδιο Λασιθίου 1938

 «Ο καπετάν Μιχάλης! Μουρμούρισαν και κόλλησαν πάλι τα μάτια τους στις τρύπες. Αγκουσεμένος, με τα κορακάτα κατσαρωτά γένια του, με τα τσόχινα σαλβάρια του, με τα μαύρα στιβάνια, αργός, αλαφροπάτης, περνούσε ο θεόρατος άντρας, και τα κρόσσια του κεφαλομάντηλου του σκέπαζαν τα φρύδια. …..  ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

 «ακούγαμε τους γέρους να μιλούν για σφαγές, παλικαριές και πολέμους, για λευτεριά κι Έλλάδα, και καμαρώναμε, να κατεβαίνουν από τα βουνά, με τις φουφοϋλες βράκες τους, με τ' άσπρα στιβάνια τους, μέ το μαυρομάνικο παραχωμένο στη ζώνη, οι γέροι καπεταναίοι, σαν άγαθά θεριά, και να κυκλοφορούν στα στενά σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου…».(Ν. Καζαντζάκης, «Καπετάν Μιχάλης,»)

Τα στιβάνια (ιταλικά stivalia) υπήρχαν ήδη επι ενετοκρατίας, πρβ: «Καταρδινιάζει μιαν αυγή, κουρφή γραφή του κάνει,/ και κάτω στο στιβάνιν του εις τσι ραφές τη βάνει…… Πολλές βολές το δούλον του ήπεμπε να μαθαίνη,/ και πάντα την κουρφή γραφή ήβανε στο στιβάνι». (Ερωτόκριτος στίχοι Δ. 779 -820, Β. Κορνάρος).

 Στιβάνια ή μπότες λέγονται  τα κλειστά και ψηλά υποδήματα, δηλαδή με δερμάτινο καλάμι που φτάνει έως λίγο πιο κάτω από το γόνατο, για να προστατεύουν τα πόδια στις ιππασίες και στις πεζοπορίες. Είναι τα πιο κατάλληλα υποδήματα της υπαίθρου,  Μποτίνια λέγονται οι μπότες που φτάνουν έως τη μέση της κνήμης, Οι ονομασίες στιβάνια και μπότες προέρχονται από τις βενετσιάνικες - ιταλικές λέξεις stivale και  bota / botta  (γαλλικά botte). Είναι ακριβά υποδήματα, επειδή φτιάχνονται με τέχνη και από δέρμα καλής ποιότητας και επεξεργασίας.

«Καταρδινιάζει μιαν αυγή, κουρφή γραφή του κάνει,

και κάτω στο στιβάνιν του εις τσι ραφές τη βάνει……

Πολλές βολές το δούλον του ήπεμπε να μαθαίνη,

και πάντα την κουρφή γραφή ήβανε στο στιβάνι».

(Ερωτόκριτος στίχοι Δ. 779 -820, Β. Κορνάρος)

Το κρητικό σακούλι ή άλλως βούργια ή αρχαία ελληνικά πήρα

Τα τσαρδίνια ήταν είδος κομψής μπότας και συγκεκριμένα στιβάνια άσπρα ή ασπροκίτρινα, εφαρμοστά στην κνήμη  και ανοικτά στο πίσω μέρος καθ’ όλο το μήκος της κνήμης, για να ξεφανερώνεται στο περπάτημα η στέρεα ανδρική γάμπα,  και έκλειναν με μεταξωτά, συνήθως κόκκινα, κορδόνια. (Ν. Καζαντζάκης. «καπεταν Μιχάλης» ).

«Οι πλείστοι εκ των τελευταίων (των Τουρκοκρητικών)  είχον την αυτήν με τους χριστιανούς υπόδυσιν, στιβάνια απλά ή τσαρδίνια σχιστά, σφιγγόμενα δι' ιμάντων, ώστε να προσαρμόζονται τελείως εις την κνήμην. (Ι. Κονδυλάκης, «Ο Πατούχας»)

Σανδάλια λέγονται τα δερμάτινα υποδήματα που καλύπτουν - προστατεύουν μόνο το πέλμα του ποδιού αφήνοντας το υπόλοιπο μέρος του ποδιού ακάλυπτο και τα όποια δένονται με δερμάτινους ιμάντες γύρω από το πέλμα και την κνήμη. Είδος παπουτσιού που αποτελείται από ξύλινο ή δερμάτινο πέλμα που προσδένεται με λουριά πάνω από τον αστράγαλο, αλλιώς και πέδιλο, 

Πέδιλα λέγονται τα υποδήματα που καλύπτουν και προστατεύουν μόνο το πέλμα και λίγα από τα υπόλοιπα μέρη του  ποδιού. Διακρίνονται σε αντρικά και γυναικεία, παγοδρομίου, βατραχοπέδιλα κ.α.. Είναι παραλλαγή του αρχαίου σανδαλιού: λόγ. < αρχ. πέδιλον, γαλλ. sabot

Παντόφλες ή παντούφλες λέγονται τα μαλακά, ελαφρά και αναπαυτικά υποδήματα και τα οποία, ως εξ αυτού, χρησιμοποιούνται συνήθως μέσα στο σπίτι. Είναι ένας από τους παλαιότερους τύπους υποδήματος. Ετυμολογία από τη γαλλική λέξη pantoufle < λατινική pantofolla < αρχαία ελληνική παντόφελλος (= κάτι που έχει παντού φελλό και δεν  ως οι καλούμενοι φελλοί).

Φελλοί λεγόταν τα υποδήματα που ήσαν όπως ακριβώς τα σημερινά τσόκαρα και οι σαγιονάρες και τα οποία κατασκευάζονταν από μια ξύλινη πατούσα ή από ξύλο φελλού απ΄ όπου και η ονομασία φελλοί. Ειδικότερα τα υποδήματα αυτά αφενός προστατεύουν μόνο το πέλμα  και αφετέρου  συγκρατιούνται από το μπροστινό μέρος του ποδιού με δυο δερμάτινες ή υφαντές λουρίδες.

Παπούτσια λέγονται γενικά τα υποδήματα του ποδιού ή αρχαία ελληνικά «πους»,  δηλαδή αυτά που δεν έχουν καλάμι, όπως έχουν η μπότα, τα μποτίνια και οι αρβύλες. Από τη ρίζα των λέξεων: «πους (= πόδας), πάω = λέξεις ηχοποιητικές από το πατ-πουτ >  απ΄όπου και πους, πάω > πατώ κλπ Ομοίως και  παπούτσι < τουρκική pabuç /papuç  (υπόδημα) < περσική  pāpuš) pa = πόδι + puş = κάλυμμα.

Σκαρπίνια λέγονται  στην ιταλική τα παπούτσια των αστών (εμπόρων, υπαλλήλων κλπ),  τα οποία ήταν και είναι   υποδήματα με χαμηλό τακούνι, με γλώσσα και άνοιγμα σχιστό μπροστά, το οποίο δένει με κορδόνια και αφήνει ελεύθερο τον αστράγαλο (< ιταλική scarpini = παπούτσια)

Περικνημίδες λέγονται τα καλύμματα της κνήμης. Κατασκευάζονται είτε από πανί ή δέρμα, όταν τις θέλουμε για προστασία από κλαδιά, αγκάθια κλπ  είτε από μέταλλο, όταν τις θέλουμε για προστασία  από βέλη ή την ακμή του δόρατος. Οι περικνημίδες σήμερα δε χρησιμοποιούνται αφενός γιατί δεν υπάρχουν πια βέλη και δόρατα και αφετέρου η προστασία της κνήμης γίνεται από τα καλάμια που έχουν οι μπότες. Χρησιμοποιούνται μόνο από χορεύτριες ή αθλήτριες για λόγους αισθησιακούς.

Γκέτες λέγονται οι περικνημίδες  από  ύφασμα ή δέρμα, που είναι συνέχεια του παπουτσιού,  ενίοτε είναι πρόσθετο των παπουτσιών και τότε μιλάμε για άρβυλα, με σκοπό είτε να προστατεύουν τους αστραγάλους είτε να ζώνουν  το κάτω μέρος τους παντελονιού, τα μπατζάκια,  να μην αιωρούνται ή για να σκίζονται στα κλαδιά  [βεν. gheta , ιταλ. ghetta].

 

 :

Κρητικό ζευγάρι του 19 αιώνα. Ο κρητιικός φορ ειδος περικνιμίδων

Helene Semanderes's photo.

Στεφανής Στεφανάκης του Μανέλη  από τις Κουρούτες και η σύζυγος του Μαριγώ Μουρτζανού. 1921

εμμ και χρυση πλευρη

Εμμ και Χρυσή Πλεύρη κάπου 1970, Άγιος Γεώργιος Οροπεδίου Λασιθίου. Ο άνδρας φορά είδος περικνημίδων, βράκα και κουπάκι ή άλλως κούκο.

Old Man in Traditional Costume, Crete, Greece Photographic Print

Κωνσταντίνος Πλευράκης, κάπου 1970   Άγιος Γεώργιος Οροπεδίου Λασιθίου. Φορά μπότες, κουπάκι ή άλλως κούκο , ποδια, γιλέκο κλπ

 

 

 

 

3. Η ΚΑΤΣΟΥΝΑ Ή ΒΕΡΓΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΡΓΙΑ (ΣΑΚΟΥΛΙ)

 

Η κατσούνα ή βέργα είναι το χαρακτηριστικό κρητικό μπαστούνι. Κατασκευάζεται συνήθως από βλαστό δέντρου, απ΄όπου και βέργα  (< λατινική virga = ο βλαστός), κυρίως  πρίνο και έχει  κυκλικό χερούλι είτε για να κρεμιέται εύκολα κάπου, όπως π.χ.  στο μπράτσο είτε για να μπαίνει εκεί ο λαιμός των ζώων για σύλληψη.

Η βούργια ή άλλως σακούλι είναι μάλλινος υφαντός μικρός σάκος,  που κρεμιέται στην πλάτη και μέσα στον οποίο μπαίνουν τα χρειαζούμενα για όση ώρα θα μείνει αυτός που τη φέρει εκτός οικίας, Επομένως η βούργια είναι κάτι όπως η αρχαία ελληνική «πήρα»: «έκαστος άνθρωπος δυο πήρας φέρει….» και κάτι αντίστοιχο με τη σημερινή τσάντα. Φέρει κορδόνια , τα καλούμενα  "βαστάγια" , τα οποία είναι πλεγμένα με τετράκλωνο νήμα και βοηθούν αφενός στο να κρεμιέται στους ώμους και αφετέρου στο να σουφρώνει-κλείνει το άνοιγμα.  Οι δυο άκρες από τα βασταγια καταλήγουν σε κόμπο, στην άκρη του οποίου τα βαστάγια μαδιούνται και σχηματίζουν φούντα.  Στη βούργια οι πολεμιστές  έβαζαν το μπαρούτι και τις σφαίρες τους,  οι γεωργοκτηνοτρόφοι το κολατσιό , συνήθως ντάκος, ελιές και τυρί,  το κρητικό μαχαίρι και  το φλασκί με το κρασί ή το νερό τους, οι μαθητές τα βιβλία τους κλπ. Μια καλή βούργια, μαζί με ένα μεταξωτό μαντίλι, ήταν το δώρο της νύφης στο γαμπρό στους  οι αρραβώνες τους. Σήμερα η βούργια χρησιμοποιείται στους γάμους για να βάζουν μέσα τα "χαρίσματα" που κάνουν οι καλεσμένοι στο ζευγάρι, αλλά και σαν αναμνηστικό δώρο.  

«Κάλλιο το λίγο και συχνό γεμίζει το σακούλι,

Και στη φτηνειά κατέχεις το το πώς γλακούσιν ούλοι»

 (Κατζούρμπος, πράξη Α΄, στ. 327-329, Γεώργιος Χορτάτζης 1550–1610)

«Έχω τα στο σακούλι μου, και πλιότερα, να ζήσω,

Άνοιξε την παλάμη σου και θε να τα μετρήσω»

 (Κατζούρμπος, Β΄, στ. 11-13, Γεώργιος Χορτάτζης 1550–1610)

 

47385_126285294086429_428787_n

Γιάννης Παναγιωτάκης (Καθηγητής Φ.Α., Ερευνητής Εθνογραφίας και ιδρυτής του Ομίλου Παιδείας και Πολιτισμού "ΑΕΤΟΓΙΑΝΝΗΣ"

 

4. ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

 

Τα παλιότερα χρόνια στην Κρήτη υπήρχε μεγάλη άνθηση της μαχαιροποιίας, γιατί το μαχαίρι θεωρούνταν απαραίτητο εργαλείο όχι μόνο για την καθημερινότητα, τον πόλεμο και την άμυνα, αλλά και απαραίτητο συμπλήρωμα της  κρητικής φορεσιάς και αυτό ήδη από την εποχή του Ομήρου.

Το χαρακτηριστικό κρητικό μαχαίρι τοποθετείτε λοξά μέσα σε μια πτυχή της ζώνης και με τη λαβή να ανίσταται προς τη δεξιά πλευρά-χείρα, εκτός και αν έχουμε αριστερόχειρα, που τότε το μαχαίρι μπαίνει αντίθετα.  Οι Μινωίτες, σύμφωνα με την Ιλιάδα του Ομήρου (Ραψωδία Σ 590 – 605), όμως είναι και κάτι που φαίνεται και στα ειδώλια που έχουν βρεθεί στην Κνωσό, καθώς και σε άλλα μέρη της Κρήτης, έβαζαν στη ζώνη της μέσης τους  μάχαιρα με χρυσή λαβή ή κρεμιόταν με αργυρή τελαμώνα: «οι δε (Κρήτες) μαχαρας είχον χρυσεας ξ ργυρων τελαμνων», κάτι που συναντάται και στην παραδοσιακή κρητική ενδυμασία της βράκας, αλλά και της γκιλότας.  Επομένως το κρητικό μαχαίρι  έχει τις ρίζες του στη μινωική εποχή. Απλά οι Κρήτες είχαν άλλου σχήματος-τύπο  μαχαίρι μέσης επι Γερμανικής κατοχής, άλλου επι Τουρκοκρατίας, άλλου επί εποχής Ομήρου κλπ.

Μαχαίρια χειροποίητα με ατσάλι<