ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ (ΜΑΚΗΣ)

Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ

 

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ

 

ΠεντοζάληςΟ ΧΟΡΟΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΤΕΡΠΕΙ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙ,  ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΜΕΤΑ ΔΙΑΔΟΘΗΚΑΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

 

 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Η ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΤΤΙΚΗΣ 2016

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠεντοζάληςΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

Ο ΧΟΡΟΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΤΕΡΠΕΙ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙ,

ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΔΙΑΔΟΘΗΚΑΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 

ΤΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ (ΜΑΚΗ) Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

(Επίτιμου Δ/ντη Υπ. Πολιτισμού, Προέδρου Κρητών

και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής, τ. Γραμματέας Παγκρητίου Ενώσεως)

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Περιεχόμενα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. 2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο. 4

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ  - ΙΣΤΟΡΙΚΟ.. 4

1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΟΣ Ή ΑΛΛΩΣ ΟΡΧΗΣΗ. 4

2. Ο ΧΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΤΕΡΠΕΙ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙ,  ΧΟΡΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΘΕΑΤΕΣ. 4

3. Η ΚΡΑΙΠΑΛΗ, ΤΑ ΟΡΓΙΑ, ΟΙ ΜΗ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ. 9

4. Ο ΧΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑ, ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΝ ΚΑΙ ΕΔΕΙΞΑΝ ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ  10

5. Ο ΧΟΡΟΣ, Η ΘΕΑ ΡΕΑ, Ο ΔΙΑΣ  ΚΑΙ Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ Κ(ΟΥ)ΡΗΤΕΣ > ΚΡΗΤΕΣ. 15

6. Ο ΚΟΥΡΗΤΗΣ ΠΥΡΡΙΧΟΣ, ΟΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ, Η ΑΘΗΝΑ ΚΛΠ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ. 16

7. Η ΠΡΥΛΙΣ, Ο ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ. 18

8. Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ ΧΟΡΕΥΤΩΝ ΕΠΙ  ΜΙΝΩΑ. 19

9. ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΒΡΗΚΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ: ΚΙΘΑΡΑ, ΛΥΡΑ ΚΑΙ ΑΥΛΟ.. 20

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο. 23

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ 23

1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΧΟΡΩΝ. 23

2. ΤΑ ΕΙΔΗ, ΟΙ ΟΡΟΛΟΓΙΕΣ, ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΛΠ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΧΟΡΩΝ. 25

3. Ο ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΧΟΡΕΥΤΗΣ. 27

4.  ΟΙ  (ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ) ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ 27

1) Ο ΠΗΔΗΧΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΖΙΩΤΗΣ ή ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ. 27

2) Ο ΣΥΡΤΟΣ ΧΑΝΙΩΤΙΚΟΣ. 30

3)  Ο ΣΙΓΑΝΟΣ ΣΥΡΤΟΣ. 33

4)  Η ΣΟΥΣΤΑ. 34

5)  Ο ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ. 37

6) Ο ΤΡΙΖΑΛΗΣ ΠΗΔΗΚΤΟΣ. 40

7) Ο ΑΝΩΓΕΙΑΝΟΣ ΠΗΔΗΚΤΟΣ. 40

8) Ο ΛΑΣΙΘΙΩΤΙΚΟΣ  (ΣΤΕΙΑΚΟΣ / ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΙΚΟΣ) ΠΗΔΗΚΤΟΣ. 40

9) Ο ΠΡΙΝΙΑΝΟΣ Ή ΠΡΙΝΙΩΤΗΣ. 42

10) Η ΓΙΤΣΙΚΙΑ ‘Η ΡΟΥΜΑΘΙΑΝΗ ΣΟΥΣΤΑ. 44

11) Ο ΚΟΥΤΣΑΜΠΑΔΙΑΝΟΣ ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ. 45

12) Ο ΑΠΑΝΩΜΕΡΙΤΗΣ ή ΠΡΟΒΑΤΙΝΙΣΤΙΚΟΣ. 45

13) Ο ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΟΣ ΣΙΓΑΝΟΣ. 46

14) Ο ΞΕΝΟΜΠΑΣΑΡΗΣ ΣΙΓΑΝΟΣ. 47

15) Ο ΖΕΡΒΟΔΕΞΟΣ. 47

16) ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΕΡΑΚΙΑ. 47

17) Ο ΛΑΖΩΤΗΣ. 49

5. ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ. 51

6. ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ. 60

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο 67

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΧΟΡΩΝ. 67

ΚΑΙ Η ΟΡΧΗΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ. 67

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΧΟΡΩΝ. 67

2. ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ: ΧΟΡΟΣ, ΟΡΧΗΣΗ, ΧΟΡΩΔΙΑ, ΟΡΧΗΣΤΡΑ, ΧΟΡΗΓΟΣ ΚΛΠ. 68

3. Η ΟΡΧΗΣΤΙΚΗ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ. 69

4. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΟΡΧΗΣΗΣ: ΤΟ ΥΠΟΡΧΗΜΑ, ΟΙ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟΙ, ΕΙΡΗΝΙΚΟΙΙ ΚΑΙ ΕΝΟΠΛΙΟΙ ΧΟΡΟΙ 71

5. Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ 73

6. ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΝΟΠΛΙΟΙ ΧΟΡΟΙ: ΠΥΡΡΙΧΗ, ΠΥΡΙΧΙΟΣ, ΟΡΣΙΤΗΣ, ΕΠΙΚΡΗΔΙΟΣ,  ΟΡΜΟΣ, ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΕΙΕΣ. 74

7. Ο ΥΜΕΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ « ΕΥΟΙ ΕΥΑΝ > ΕΒΙΒΑ = ΩΡΑΙΑ ΖΩΗ». 76

8.  Η ΚΑΡΠΑΙΑ,  Ο ΑΡΝΑΟΥΤΙΚΟΣ ή ΧΑΣΑΠΙΚΟΣ, Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ «ΣΕΡΑ» ΚΛΠ. 76

9. Ο ΓΕΡΑΝΟΣ Ή ΛΑΒΥΡΥΝΘΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΣΥΡΤΟΙ ΧΟΡΟΙ 78

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο. 80

ΕΘΝΙΚΟΤΟΠΙΚΟΙ ΚΑΙ ΛΑΙΚΟΙ 80

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ 80

1. ΕΘΝΙΚΟΤΟΠΙΚΟΙ ΚΑΙ ΛΑΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ 80

2. ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ. 82

4. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ  ΚΑΙ Η ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΟΡΩΝ. 95

5. ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ. 96

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο 98

ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΧΟΡΟΙ 98

1. ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΟΡΙΕΝΤΑΛ (ΑΝΑΤΟΛΗΣ) 98

2. Ο ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΜΕΝΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΔΕΡΒΙΣΙΔΩΝ. 99

3. Ο ΚΛΑΣΣΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ή ΑΛΛΩΣ ΜΠΑΛΕΤΟ.. 101

4. ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ 102

5. ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΛΑΤΙΝ. 103

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ. 106

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: 106

 

ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΡΗΤΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ ΚΡΗΤΗΣ

ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 2016

 

 

ΜΕΛΗ Δ.Σ.: Κρασανάκης. Αδαμάντιος – Μάκης (Πρόεδρος),  Θεοδωράκη Αικατερίνη (Αντιπρόεδρος), Χριστοφοράτου Δήμητρα (Γ. Γραμματέας), Νικολουδάκης Γιάννης (Ταμίας), Στρατάκη Αγγελική (Κοσμήτορας), Καλλονάκης Εμμ (Υπεύθυνος Χορευτικού), Ξυρουχάκη Ελευθερία, Κουρή Γιάννα, Παλιούρας Ευάγγελος

ΜΕΛΗ Ε.Ε.: Μάνος Χουρδάκης, Βαρδουλάκης Μιχάλης, Γεωργίου Δημήτριος

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ  - ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

 

Ο ΧΟΡΟΣ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΤΕΡΠΕΙ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙ, ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΔΙΑΘΟΘΗΚΑΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 

1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΧΟΡΟΣ Ή ΑΛΛΩΣ ΟΡΧΗΣΗ

 

Χορός, που στην αρχαία ελληνική γλώσσα λεγόταν και «όρχησις» > δημοτική όρχηση, λέγεται η ρυθμική κίνηση ενός η περισσότερων προσώπων, που εκτελείται με συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού. Οι διαδοχικές κινήσεις του σώματος (ποδιών, χεριών και ενίοτε και της κεφαλής ) με προκαθορισμένη τάξη και σύμφωνα με ένα ρυθμό, που δίνεται από τη μουσική και το τραγούδι. Ο χορός εκτελείται  είτε από ένα μόνο πρόσωπο είτε από ζευγάρια είτε από μια ομάδα προσώπων και αυτό είτε προς τέρψη είτε για λόγους τελετουργικούς είτε ως γύμνασμα. Αποτελεί μια από τις κυριότερες εκφράσεις της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων και συνδέεται άμεσα µε την ιστορία, τον πολιτισμό και την εξέλιξη µιας κοινωνίας. Αυτό που διαφοροποιεί το χορό από το παιγνίδι και τη γυμναστική και γενικά απ΄όλες τις άλλες κινήσεις είναι ο ρυθμός και η αρμονία.  «Ο χορός είναι σιωπηλή ποίηση», (Σιμωνίδης ο Κείος)

 

2. Ο ΧΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΤΕΡΠΕΙ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙ,  ΧΟΡΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΘΕΑΤΕΣ

 

Ο χορός, σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες: Λουκιανό, Πλάτωνα κλπ, είναι μια τέχνη που και τέρπει και ωφελεί, είναι χρήσιμη, γιατί γυμνάζει,  ψυχαγωγεί, ενώνει ανθρώπους, μορφώνει κλπ και μάλιστα όχι μόνο τους χορευτές, αλλά και τους θεατές. Οι χορευτές με το χορό διατηρούν το σώμα τους  υγιές,  σωματικά και ψυχικά, αφού με το χορό αφενός διασκεδάζουν και ψυχαγωγούνται και αφετέρου γυμνάζονται, άρα ασκούν το σώμα τους και έτσι το διατηρούν ευλύγιστο, ευκίνητο, όμορφο και υγιές. Η κίνηση χαλαρώνει, εκτονώνει, κάνει απώλεια περιττού βάρους και συνεπώς εξασφαλίζει στο σώμα αντοχή, καλή υγεία, ευεξία, καλή φυσική κατάσταση και όμορφο σώμα. Ο χορός  με τη μουσική αποτελούν μία αιτία να έρθουν κοντά, σε επικοινωνία και συναναστροφή,  οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι και οι νέες είτε για να γνωριστούν και να συζητήσουν, να βρουν ταίρι κλπ  είτε για να αναπτύξουν κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους και συνάμα  να ζήσουν πολλές ευχάριστες στιγμές. Οι θεατές με το χορό και τέρπονται και μορφώνονται και  διδάσκονται με τα ωραία του θέματα και των εξαίρετων ακουσμάτων του και επιδεικνύουν μίαν ωραία αρμονία μεταξύ ψυχής και σώματος. Ο χορός προσφέρει στους θεατές  τέρψη, αλλά  και μόρφωση στο νου και καλλιέργεια στην ψυχή  μέσω της μουσικής και  της χορογραφίας. Ο  χορός δεν είναι μόνο οι κινήσεις,  αλλά και η χορογραφία, η μουσική, το τραγούδι, η ενδυματολογία κλπ  και συνεπώς ένα σύνολο γνώσεων και συναισθημάτων. Ο Χορός είναι µέσο εκτόνωσης από το άγχος και τα καθημερινά προβλήματα και συνάμα αποτελεί  µια μορφή επικοινωνίας του χορευτή τόσο µε τον εαυτό του, όσο και µε τους άλλους συγχορευτές του, καθώς και με τους θεατές. Μέσα από το χορό, χορευτές και θεατές, αναπτύσσουν ηθικές και πνευματικές αξίες, ξεφεύγοντας από τις τυπικές και καθημερινές τους ασχολίες. Ο Λουκιανός στο  «Περί ορχήσεως», σχετικά με το τι παρέχει ο χορός,  αναφέρει χαρακτηριστικά:

 «Θέλεις ν' αφήσης, αγαπητέ μου, αυτάς τας ύβρεις και να μ' ακούσης να σου ομιλήσω περί ορχήσεως και δια τα καλά της και να σου αποδείξω ότι δεν είνε μόνον τερπνή, αλλά και οφελεί τους θεατάς, να σου παραστήσω πως τους μορφώνει και τους διδάσκει και πως ρυθμίζει τας ψυχάς των, γυμνάζουσα αυτάς δι' ωραίων θεμάτων και εξαίρετων ακουσμάτων και επιδεικνύουσα μίαν ωραίαν αρμονίαν μεταξύ ψυχής και σώματος; Το ότι η όρχησις εκτελεί πάντα ταύτα με μουσικήν και ρυθμόν, δεν είνε λόγος δια να κατακριθή, αλλά μάλλον να επαινεθή.»  (Λουκιανός, «Περί ορχήσεως» 6,μτφ Ι. Κονδυλάκης) 

«Διότι ο μεν Όμηρος, αναφέρων τα πλέον ευχάριστα και ωραιότερα των πραγμάτων, τον υπνον, την ερωτικήν απόλαυσιν, το άσμα και τον χορόν, μόνον τον τελευταίον ωνόμασεν αμύμονα (άμεπτον). Ως λέγει, η τέρψις γεννάται εκ της μουσικής, και τα δύο δε ταύτα είνε ηνωμένα εις τον χορόν, το γλυκερόν άσμα και η αμύμων (άμεπτος) όρχησις»· (Λουκιανός «Περί ορχήσεως», 23 μτφ  Ι. Κονδυλάκης)

 «Ενώ δε εκ των άλλων έργων τα μεν υπόσχονται το τερπνόν, τα δε το χρήσιμον, μόνον η όρχησις παρέχει και τα δύο· είνε δε το χρήσιμον πολύ ωφελιμώτερον όταν συνοδεύεται υπό του τερπνού. Πόσον τωόντι πλέον ευχάριστον είνε να βλέπη τις χορόν παρά νέους πυγμαχούντας και καθημαγμένους, των οποίων το αίμα τρέχει, και άλλους παλαίοντας και κυλιόμενους εις τον κονιορτόν, πράγματα τα οποία η όρχησις πολλάκις εκτελεί κατά τρόπον ακριβέστερον, ωραιότερον και τερπνότερον. Η συνεχής κίνησις του χορού, αι συστροφαί και αι περιστροφαί αυτού, τα πηδήματα και του σώματος οι υπτιασμοί δια μεν τους θεατάς είνε τερπνά, δια δε τους χορεύοντας υγιεινότατα· διότι εκ των ασκήσεων εκείνην εγώ τουλάχιστον θεωρώ ως την ωραιοτέραν και ευρυθμοτέραν, η οποία μαλάσσει το σώμα και το λυγίζει και το ελαφρώνει και του δίδει την ευκολίαν εις την αλλαγήν στάσεων και συγχρόνως του παρέχει όχι μικράν δύναμι. Πώς λοιπόν να μη είνε κάτι το παναρμόνιον η όρχησις, η οποία οξύνει την ψυχήν και εξασκεί το σώμα, τέρπει τους βλέποντας και διδάσκει πολλά εκ των παλαιών συμβάντων δια των αυλών και των κυμβάλων και της ευρυθμίας των μελών, δια της γοητείας των οφθαλμών και της ακοής; Αλλά και αν θέλης ν' ακούσης μίαν ωραίαν φωνήν, που αλλού δύνασαι να εύρης συναυλίαν πολυφωνοτέραν και αρμονικωτέραν; Αλλ' εάν περισσότερον σου αρέσουν οι ήχοι του αυλού και της σύριγγας, και τούτους δύνασαι αφθόνως ν' απόλαυσης εις την όρχησιν. Παραλείπω ότι ο χαρακτήρ σου θα βελτιωθή εις αυτά τα θεάματα, όταν θα βλέπης τους θεατάς να εκδηλούν μίσος κατά των κακών πράξεων και να δακρύουν δια τ' αδικήματα. Εν γένει το θέαμα είνε ηθοπλαστικόν δια τους θεατάς. Αλλ' ο μεγαλείτερος έπαινος δια τον χορόν είνε ότι κατορθώνει να δίδη εις τα μέλη συγχρόνως ευκαμψίαν και δύναμιν, πράγμα τόσον παράδοξον, ως εάν τις κατώρθωνε να ενώση εις εν σώμα την δύναμιν του Ηρακλέους και την αβρότητα της Αφροδίτη (Λουκιανός, «Περί ορχήσεως» 71-73, μτφ Ι. Κονδυλάκης)

Ο Πλάτωνας στους Νόμους (Ζ 795 – 797) αναφέρει ότι μόρφωση είναι και το να αναπτύσσει κάποιος το σώμα με τη γυμναστική και να καλλιεργεί την ψυχή με τη μουσική . Ο χορός είναι ένα είδος γυμναστικής  που χαρίζει στο σώμα ρωμαλεότητα, ευκινησία και ευλυγισία και για να το επιτύχει αυτό πρέπει να κάνει μίμηση της έκφρασης κάποιων ποιημάτων, αλλά και των ενόπλιων παιγνιδιών των Κουρητών στην Κρήτη,  στη Λακεδαίμονα των Διοσκούρων και στην πατρίδα του την Αθήνα της κόρης ( = η θεά Αθηνά), πρβ:

«Η μόρφωση, για να εκφρασθούμε έτσι, είναι δυο ειδών: οφείλει δηλαδή να αναπτύξει το σώμα με τη γυμναστική και να καλλιεργήσει την ψυχή με τη μουσική. Και τα δυο είδη πάλι της γυμναστικής είναι δυο. Ο χορός και η πάλη. Ένα είδος του χορού είναι η μίμηση της έκφρασης των ποιημάτων και η προσπάθεια να αποδοθούν πιστά ό,τι μεγαλειώδες και φιλελεύθερο κλείνουν μέσα τους. Το άλλο είδος αποβλέπει στη διατήρηση της ρωμαλεότητας, της ευκινησίας, της ομορφιάς των μελών και των άλλων μελών του σώματος, χαρίζοντας τους το βαθμό ευλυγισίας και της της έκτασης που τους ταιριάζει και αποδίδονται στο καθένα απ΄αυτά τη ρυθμική κίνηση που μοιράζεται συμμετρικά σ’ όλο το χορό συνοδεύοντας τον συγχρόνως με ικανοποιητικό τρόπο…….. Ούτε πάλι να παραλείψουμε τις χορευτικές κινήσεις που είναι άξιες μιμήσεως, όπως συμβαίνει στην Κρήτη, τον τόπο αυτών των Κουρητών με τα ενόπλια παιχνίδια και στη Σπάρτη με τα παιχνίδια των Διοσκούρων. Στην πατρίδα μου πάλι, η κόρη (= η Αθηνά) κι η δέσποινα Περσεφόνη, επειδή ευχαριστήθηκε από το παιχνίδι του χορού, νόμισε ότι δεν έπρεπε να παίζει με άδεια χέρια, αλλά, αφού στολιστεί φορώντας όλη της την πανοπλία, να τελειώνει έτσι στολισμένη το χορό. Αυτά ασφαλώς πρέπει να τα μιμούνται οι νέοι, καθώς κι οι νέες τιμώντας το παιχνίδι που γοήτευσε τη θεά και προετοιμαζόμενοι έτσι για τον πόλεμο ή για την τελετή των εορτών»….. (Πλάτων, Νόμοι Ζ 795 – 797)

Ο Πλάτωνας στους «Νόμους» (Β 653 - 658) αναφέρει επίσης ότι οι θεοί, ο Διόνυσος (= ο εφευρέτης του οίνου), οι Μούσες και ο Απόλλωνας (=αυτός που εφεύρε τη λύρα και τη μουσική), χάρισαν στον άνθρωπο τις γιορτές, ώστε με τα τραγούδια, τη μουσική, τους χορούς και τις τελετές τους να είναι ανάπαυλα στα βάσανα και στους κόπους τους. Ο χορός προέκυψε από τη φυσική επιθυμία των νεαρών πλασμάτων να κινήσουν τα σώματά τους, για να εκφράσουν διάφορα συναισθήματα και ειδικά τη χαρά. Ο χορός είναι η κίνηση που ενυπάρχει στον άνθρωπο, ιδίως στους νέους, όταν γίνεται συνάμα με ρυθμό και αρμονία και όχι άτακτα, όπως συμβαίνει στα ζώα. Η ρυθμική κίνηση και η ηδονή, η οποία μας προκαλεί σε χορό, υπάρχει μόνο στους ανθρώπους, άρα η αίσθηση της αρμονίας και του ρυθμού που διακρίνουν τους χορούς από τις φυσικές και ενστικτώδεις κινήσεις είναι χάρισμα των Θεών. Επειδή χορός επιτυγχάνονται ύστερα από παιδεία, αλλά και επειδή ο χορός μορφώνει, καλλιεργεί κλπ, όποιος δεν ξέρει να χορεύει είναι αμόρφωτος, ενώ αυτός που ξέρει είναι μορφωμένος. Ο χορός είναι ο συνδυασμός χορευτικών κινήσεων με το τραγούδι. Η τέχνη του χορού, η χορογραφία,  συνίσταται στη μίμηση χαρακτήρων που γίνεται με κάθε είδους πράξεις και τυχαία γεγονότα και όσοι παίρνουν μέρος σ’ αυτήν θέτουν σ’ ενέργεια τις συνήθειες και τις υποκριτικές τους ικανότητες κλπ, πρβ: 

«Και οι θεοί, από οίκτο στο ανθρώπινο γένος που από τη φύση του πλάστηκε να υποφέρει, μας χάρισαν σαν διαλείμματα στους κόπους μας διαδοχικές εορτές με τους θεούς και μας έδωσαν τις Μούσες με αρχηγό τον Απόλλωνα και το Διόνυσο για συνεορταστές, για να διορθώσουν την ανατροφή μας με τις εορτές που γίνονται με τους θεούς……  Όλα εν γένει τα νεαρά άτομα δεν μπορούν να κρατήσουν σε ησυχία ούτε τα σώματα ούτε τη φωνή τους, αλλά ζητούν πάντοτε να κινούνται και να μιλούν, και άλλα πηδούν και σκιρτούν, άλλα χορεύουν ηδονικά και παίζουν μεταξύ τους και άλλα τέλος φωνάζουν με κάθε λογής φωνή. Λοιπόν τα άλλα ζώα δεν έχουν την αίσθηση της τάξεως ούτε της αταξία στις κινήσεις τους, που τα ονομάζουμε, καθώς είναι γνωστό, ρυθμό και αρμονία. Σε μας όμως οι Θεοί που είπαμε πως μας δόθηκαν σαν συνεορταστές, μας χάρισαν την ρυθμική αίσθηση μαζί με την ηδονή, με την οποία μας παρακινούν και γίνονται χορηγοί μας, συνδυάζοντας με τραγούδια και χορούς το ένα μετά το άλλο και δίδοντας στους χορούς αυτό το όνομα που παράγεται φυσικά από τη χαρά, που αισθάνονται. Θέλετε, λοιπόν, να παραδεχτούμε πρώτα αυτό: ότι δηλαδή η πρώτη εκπαίδευση είναι έργο του Απόλλωνα και των Μουσών ή όχι? Λοιπόν, δεν πρέπει να πούμε ότι εκείνος που δεν ξέρει να χορεύει είναι απαίδευτος και δεν θα παραδεχτούμε σα μορφωμένο εκείνο που έχει εξασκηθεί αρκετά στο χορό? Ο συνδυασμός, χορευτικών κινήσεων (κινήσεων με ρυθμό και αρμονία) και τραγουδιού λέγεται χορός. Επομένως εκείνος που έχει εκπαιδευτεί σωστά θα είναι ικανός να τραγουδά και να χορεύει ωραία……..  Επειδή η τέχνη του χορού συνίσταται στη μίμηση χαρακτήρων που γίνεται με κάθε είδους πράξεις και τυχαία γεγονότα και όσοι παίρνουν μέρος σ’ αυτήν θέτουν σ’ ενέργεια τις συνήθειες και τις υποκριτικές τους ικανότητες,  δεν είναι φυσικό να ευχαριστιούνται, να εγκωμιάζουν και να θεωρούν ωραία όσα από εκείνα που  απαγγέλθηκαν ή τραγουδήθηκαν ή χορεύτηκαν κατά κάποιο τρόπο, ταιριάζουν με τον χαρακτήρα ή τις συνήθειες τους ή και με τα δύο αυτά;  Όσοι όμως τα βρίσκουν αντίθετα με τη φύση , το χαρακτήρα ή κάποια συνήθεια τους δεν είναι δυνατό ούτε να ευχαριστιούνται μ’ αυτά ούτε να τα εγκωμιάζουν, αλλά να τα ονομάζουν άσχημα ……Και φυσικά, όταν μας κυριεύει ένα τέτοιο συναίσθημα χαράς, δεν μπορούμε να μείνουμε ήσυχοι. Γι αυτό, λοιπόν, οι πιο νέοι από μας δεν είναι έτοιμοι να στήσουν το χορό κι εμείς οι ηλικιωμένοι δεν νιώθουμε ευχαριστημένοι, βλέποντας τους καμαρώνοντας για τα παιγνίδια και τις γιορτές τους, επειδή τώρα μας λείπει η ελαφράδα της νιότης: Αυτήν, επειδή ποθούμε και λαχταρούμε, δεν ορίζουμε αγώνες για όσους μπορούν, να μας ξαναφέρουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στη νεότητα με την ανάμνηση……..» (Πλάτων Νόμοι, Β 653 - 658)

Η Madame Chénier, ελληνίδα με άριστη γνώση της Γαλλικής γλώσσας, αλλά και της ελληνικής ιστορίας, σε μια από τις επιστολές που έστειλε το 1783 , δηλαδή επί Τουρκοκρατίας, στο συγγραφέα Pierre-Auguste de Guys, σχετικά με την ωφέλεια των ελληνικών χορών,  αναφέρει τα εξής (μετάφραση, επιμέλεια Αλκης Ράφτης):

<< Τα έθιμά μας, κύριε, διαφέρουν από την υπόλοιπη Ευρώπη. Κάνουμε συχνά επισκέψεις για να πολλαπλασιάζουμε τις ευκαιρίες να βλεπόμαστε. Κάθε επίσκεψη είναι μια μικρή γιορτή όπου ο χορός μάς αποζημιώνει για τα πάντα. Χωρίς κανένα περιορισμό στην ηλικία, το πιο αξιοπρόσεκτο άτομο έχει την τιμή να ανοίξει τον χορό αν θέλει. Έχει τύχει να δούμε, εγώ όπως κι εσείς, τη γιαγιά να χορεύει μαζί με την εγγονή. Αντίθετα, στο Παρίσι δεν χορεύεις όταν είσαι πάνω από 30 χρονών. Ποιος είναι αυτός που έχει το δικαίωμα να καθορίζει κάποιο όριο ηλικίας στις απολαύσεις των συναναστροφών; Γιατί τελικά οι χάρες, η υγεία, η όμορφη διάθεση, είναι δώρα της φύσης και δεν έχει κανείς δικαίωμα να τα στερεί. Υπάρχει μια τέτοια σύμβαση; Ποιος την θεσμοθέτησε; Μήπως οι νέοι; Σίγουρα βγαίνουν χαμένοι, αφού κάθε στιγμή που περνά τους φέρνει πλησιέστερα στο όριο που έβαλαν σ’ αυτές τις διασκεδάσεις. Γιατί, έχει ήδη λεχθεί και η εμπειρία δεν παύει να το επιβεβαιώνει: η νεότητα είναι σύντομη. Μήπως είναι τα άτομα της ώριμης ηλικίας που έχουν καθιερώσει αυτόν τον θεσμό; Τότε χάνουν ακόμα περισσότερο. Αν υπάρχουν μερικοί που δεν αγαπούν καθόλου τον χορό, δεν φοβούνται μήπως μαθευτεί ότι εφαρμόζουν τον μύθο της αλεπούς του Λα Φονταίν, που πρότεινε στις άλλες να κόψουν την ουρά τους γιατί η ίδια δεν είχε; Κατά τα άλλα, δεν πιστεύω ότι όλος σχεδόν ο κόσμος πρέπει να χορεύει. Θα ήθελα να είναι ο καθένας ελεύθερος να χορεύει, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να δείχνει πιστοποιητικό γεννήσεως. Κάνοντας σύγκριση των εθίμων των δύο χωρών για τις οποίες τρέφω τα ίδια αισθήματα, κατέληξα σε αυτούς τους συλλογισμούς. Εξάλλου, υπερασπιζόμενη τον χορό διεκδικώ υπέρ της συντροφιάς το δικαίωμα στα ευχάριστα ταλέντα χωρίς διάκριση ηλικίας, εφόσον τελικά το φθινόπωρο έχει τις χάρες του όπως η άνοιξη τις δικές της. Ο κύριος Μπελεγκσέρ από την Γενεύη, διακεκριμένος συγγραφέας, έχει αποδείξει στο βιβλίο του “Φυσική αγωγή” ότι η ευθυμία συμβάλλει πολύ στην υγεία. Οι σοφοί της Αρχαιότητας πιστεύουν το ίδιο για τον χορό. Ο Σωκράτης, τον οποίον αναφέρετε, πίστευε ότι εμποδίζει κάποιον να βαρύνει. Οι φιλόσοφοι που θεωρούν τον χορό μέσον για τη διατήρηση της υγείας, δεν κάνουν εξαίρεση, εφόσον η υγεία είναι απαραίτητη σε κάθε ηλικία. Ο ίδιος ο Σωκράτης, αναγνωρισμένος σαν ο σοφότερος από όλους, χόρευε στα εξήντα του χρόνια και συμβούλευε τους μαθητές του να κάνουν το ίδιο. Να λοιπόν τι πιστεύουν ορισμένες αυθεντίες υπέρ του χορού, ο οποίος όσον αφορά την υγεία θα έπρεπε να έχει μια πιο γενική χρήση σε χώρες όπου οι άνθρωποι ασκούνται λίγο. Σας ομολογώ ότι, αν είχα την τιμή να έχω σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή, θα έδινα συνταγές για τη χρήση του χορού. Αλλά θα μου πείτε ίσως ότι μοιάζω με τον γιατρό εκείνο που επειδή του άρεσε ο καφές τον συνιστούσε σε όλους τους ασθενείς του………………………… Η συνήθεια του χορού υπάρχει σε όλους τους λαούς και σε όλες τις εποχές, είναι ωστόσο αναμφισβήτητο ότι οι Έλληνες έχουν χορέψει περισσότερο από όλους τους άλλους λαούς. Ο χορός γι' αυτούς ήταν μέρος της γυμναστικής, συχνά τον συνιστούσαν οι γιατροί. Ήταν τμήμα των στρατιωτικών ασκήσεων. Ήταν παρών σε όλες τις περιστάσεις. Ήταν πάντα το κλείσιμο των επίσημων γευμάτων. Έδινε ζωντάνια σε όλες τις γιορτές. Οι ίδιοι οι ποιητές απήγγειλαν και τραγουδούσαν τα ποιήματά τους χορεύοντας. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Αθήναιος, ο Ξενοφών, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός, όλοι όσους γνωρίζουμε από τους Έλληνες συγγραφείς, όλοι επαινούσαν τον χορό. Ο Ανακρέων, ο πατήρ της ηδονής, είναι μέσα στα γεράματά του πάντα έτοιμος να χορέψει. Η Ασπασία, που δεν είχε παρά να εμφανιστεί κάπου για να κάνει τα βλέμματα να ζωηρέψουν αμέσως, έκανε μέχρι και τον γέρο Σωκράτη να χορεύει.. Γελάτε, έλεγε ο Σωκράτης στους φίλους του, επειδή επιθυμώ να χορεύω σαν αυτά τα νέα παιδιά. Βρίσκετε λοιπόν ότι είμαι γελοίος κάνοντας μια άσκηση τόσο απαραίτητη για την υγεία, μόνο και μόνο για να ελαφρύνω το σώμα μου; Έχω άδικο να θέλω να μειώσω λίγο το βάρος του σώματός μου χορεύοντας; Δεν γνωρίζετε λοιπόν ότι ο Χαρμίδης, ο οποίος με ακούει τώρα, με εξέπληξε πρόσφατα χορεύοντας σήμερα το πρωί στο σπίτι μου; Είναι αλήθεια, είπε ο Χαρμίδης, ότι εξεπλάγην και μάλιστα φοβήθηκα ότι τρελαθήκατε. Όταν όμως άκουσα αυτά που μόλις είπατε περί του χορού, δεν έβλεπα την ώρα να δοκιμάσω να σας μιμηθώ, αμέσως μόλις επιστρέψω εις την οικία μου…( Guys, Pierre Augustin: Voyage littéraire de la Grèce, ou lettres sur les Grecs,  anciens et modernes, avec un parallèle de leurs moeurs par M. Guys, secrétaire du Roi, de l’Académie des Sciences et Belles Lettres de Marseille. Tome premier. Paris, 1783.):

«Ο μέγιστος μάλιστα της αρχαιότητας, ο Σωκράτης, εξετίμα μεγάλως την ευεργετικήν αυτού επίδρασιν επί της υγιείας και δια τούτο δεν απώκνει να χορεύη και κατά την πρεσβυτικήν του έτι ηλικίαν. Ημέραν τινά συνέλαβον αυτόν εκτελούντα ζωηράν τινά όρχησιν και κατεγελασαν αυτού επί τούτω πως αυτός πρεσβύτης ήδη, να χοροπηδά ως νεανίας! Αλλά ο σοφός γέρων δεν εδίστασε  να απαντήσει: Θέλετε να γελάσετε εις βάρος μου! Και διατί; Διότι θέλω να επιρρώσω την υγείαν μου δια της ασκήσεως, να καταστήσω ευγεστότερα τα φαγητά μου, να δώσω περισσότεραν γλυκύτητα εις τον ύπνο μου; Διότι θέλων να ασκηθώ εκλέγω ως την καταλληλοτάτην άσκησιν τον χορόν, δια του οποίου δεν κινδυνεύω να ομοιάσω με τους δρομείς, οι οποίοι έχουσι παχείας τας κνήμας και τους ώμους ισνούς ή με τους παλαιστάς, των οποίων οι ώμοι παχύνονται υπερμέτρως, ενώ οι κνήμαι λεπτύνονται; Διότι τέλος εκγυμνάζων όλα ομού τα μέλη μου δίδω εις το σώμα μου ωραίας και κανονικάς αναλογίας; Ο,τωι και αν είπητε, εγω θα χορεύω υπό στέγην μεν το χειμώνα, εις το ύπαιθρον δε κατά τα υπερβολικά θάλπη του θερους. Ο δε Πλάτων λέγει περι του χορού τα εξης: εν τελει ενουσιώδους εγκωμίου, το οποίον έπλεξε εις την τέχνη ταυτην: Αι μετρημεναι και κανονικαί κινήσεις του χορού ως αποτέλεσμα έχουσι να δίδωσιν εις το σώμα και εις τα μέλη αυτού την υγείαν, την ευλιγισίαν, το κάλλος, εθιζουσαι ταυτα να κάπτωνται και να κινώνται μετά χάριτος και ευρυθμίας. Σοβαρός ή ζωηρός, φαιδρός ή πενθήρης, ο χορός διερμηνεύει πολλάκις δια των κινημάτων αυτού και των σχημάτων τους λόγους της συνοδευούσης αυτόν μουσικής. (Αργυρίου Ν. Ανδρεοπουλου «Διδασκαλία του Χορού», 1897)

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Τα βασικά πλεονεκτήματα, τα οφέλη που προσφέρει ο χορός στον άνθρωπο, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορούν να καταταχθούν σε τέσσερις βασικές κατηγορίες: Τα σωματικά, τα πνευματικά, τα κοινωνικά και τα εκπαιδευτικά.

IMG_2791Παιδικό Συλλόγου Κρητών και Φίλων Κρήτης Αγιας Παρασκευής με την Αντιπρόεδρο κ. Κατερίνα Θεοδωρακη

• Σωματικά οφέλη: 1. Αύξηση αντοχής 2. Ενδυνάμωση καρδιοαγγειακού συστήματος 3. Πρόληψη από σοβαρές ασθένειες ( έμφραγμα, οστεοπόρωση ) 4. Ενδυνάμωση οστών και σπονδυλικής στήλης à Σωστή στάση, σώμα ίσιο και στητό 5. Διατήρηση ή απόκτηση σωστού σωματικού βάρους à Καύση θερμίδων, μείωση λίπους, αύξηση του μεταβολισμού. 6. Καθυστέρηση γήρατος και των συνεπειών του

• Ψυχολογικά οφέλη: 1. Βελτίωση αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης 2. Απελευθέρωση και τρόπος έκφρασης 3. Αύξηση κοινωνικότητας 4. Καλλιέργεια αξιών à υπομονή, κατανόηση 5. Χαλάρωση από την πίεση της καθημερινότητας à αποβολή δυσάρεστων συναισθημάτων 6. Βελτίωση της συγκέντρωσης à καλύτερη κυκλοφορία του αίματος 7. Αποβολή της υποχρεωτικής καθημερινής ακινησίας à « Αντίδοτο στη ρουτίνα»

Διανοητικά οφέλη: 1. Βελτίωση της μνήμης à απομνημόνευση τεχνικών στοιχείων, βημάτων χορογραφίας 2. Όξυνση του νου à η απομνημόνευση κινήσεων δε γίνεται αυτόματα. Απαιτούν νοητικές διεργασίες οι οποίες κρατούν το μυαλό σε άριστη φόρμα 3. Μύηση ουσιαστικού τρόπου αντίληψης à κατανόηση γνώσεων, κάνοντάς τις κτήμα και όχι απομνημόνευση στείρων γνώσεων

Β) Γενικά το όφελος από την εκμάθηση χορού και ιδιαίτερα παραδοσιακών είναι πολλαπλό. Η μουσική συμβάλλει στην ψυχική ισορροπία και ο χορός είναι μια δυνατότητα έκφρασης, μια διέξοδος από την καθημερινότητα και το στρες. Ο χορός είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους άθλησης και διατήρησης της φυσικής μας κατάστασης.  Ο χορός αυξάνει το ρυθμό του μεταβολισμού ,  βοηθάει στις καύσεις του οργανισμού και επομένως συμβάλλει στην απώλεια κιλών. Έχει μάλιστα υπολογιστεί ότι 90" χορογραφίας διαγωνιστικού τύπου (υψηλού δηλαδή επιπέδου) ισοδυναμεί με 800 μέτρα σπριντ. Ο χορός βοηθά στη σύσφιγξη των κοιλιακών, δυναμώνει τον κορμό και γυμνάζει τα άκρα, ενώ παράλληλα χαρίζει ευλυγισία. O μαθητής διδάσκεται να συντονίζει τα διάφορα μέλη του σώματός του, αποκτώντας αρμονία στην κίνηση. Επίσης, μέσα από το χορό, διδάσκεται κανείς να στέκεται και να περπατάει σωστά, ελέγχοντας το σώμα του. Όλα αυτά επιτυγχάνονται και με τη βοήθεια της διαφραγματική αναπνοής, που ισχυροποιεί την καρδιά και διευρύνει την ελαστικότητα των πνευμόνων.  Με το χορό επίσης εκτονωνόμαστε, γιατί ξεφεύγουμε από όλα μας τα προβλήματα και συνάμα μαθαίνουμε να συνεργαζόμαστε και επίσης μορφωνόμαστε, αφού μαθαίνουμε μουσικά, λαογραφικά, ενδυματολογικά, γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία. Ο χορός είναι ένα από τους καλύτερα   ψυχαγωγικά παιγνίδια και ο καλύτερος τρόπος επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Ο χορός είναι φυσική σωματική και συνάμα ψυχική δραστηριότητα, που προκαλεί φυσιολογικά φαινόμενα : κυκλοφορία του αίματος, οξυγόνωση και μάλαξη των οργάνων, διεγερτικά ή χαλαρωτικά αποτελέσματα, καλή φυσική κατάσταση των αρθρώσεων, της καρδιάς κτλ Ο χορός ενισχύει τη σωματική υγεία (μειώνει χοληστερίνη κλπ)  και επίσης ανεβάζει τη διάθεση,  μειώνει το στρες και ενισχύει την αυτοεκτίμηση, βελτιώνοντας την εμφάνιση και τη σωματική δύναμη. Πέρα αυτού ο χορός βοηθά τα άτομα στο  να επικοινωνήσουν και να εξωτερικεύσουν  τα συναισθήματά τους. Γνωρίζοντας να χορεύουμε δεν πλήττουμε,  όταν πάμε σε μια εκδήλωση. Χορεύοντας  ξεχνούμε τις έννοιες και το άγχος, εκτονωνόμαστε. Χορεύοντας γυμναζόμαστε, χορεύοντας  γνωρίζουμε άλλους χορευτές και κάνουμε γνωριμίες.. Με το χορό οι συμμετέχοντες εκτονώνονται και µε τη μουσική ξεχνούν την κούραση.  Ο χορός δημιουργεί  άνθρωπο αφενός κοινωνικό, άρα πολιτισμένο και αφετέρου μορφωμένο. Ο χορός σε συνδυασμό µε τη µμουσική είναι η απόλυτη έκφραση συναισθημάτων. Ο χορός είναι ο πιο άμεσος τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων, ενώ η μουσική ασκεί  ακατανίκητη έλξη.  Σήμερα, ο χορός χρησιμοποιείται και ως μέθοδος ψυχοθεραπείας. Ο χορός θεραπευτικά έχει πολλές διαστάσεις. Αρχικά βοηθά τα άτομα να επικοινωνήσουν και να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους, μέσα από το κράτημα των χεριών προωθείται η προσαρμοστικότητα και η αποδοχή των άλλων. Τα άτομα µέσω του χορού αλληλεπιδρούν κοινωνικά.

Μέσα από το χορό, τα παιδιά γυμνάζονται διασκεδάζοντας. Έτσι, μαθαίνουν να αγαπούν τη σωματική άσκηση γνωρίζοντας παράλληλα πόσο σημαντική είναι για το σώμα τους. Εκτός όμως από την καλή φυσική κατάσταση, ο χορός συμβάλλει και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού, ενισχύοντας την κοινωνικότητα και την αυτοπεποίθησή του, διδάσκοντας του το σεβασμό προς τον εαυτό του και τους άλλους και μαθαίνοντάς την έννοια της πειθαρχίας. Επιπλέον, το παιδί μαθαίνει να συγκεντρώνεται σε έναν συγκεκριμένο στόχο, χωρίς να αποσπάται η προσοχή του, ενώ βελτιώνεται η μνήμη του.

 

3. Η ΚΡΑΙΠΑΛΗ, ΤΑ ΟΡΓΙΑ, ΟΙ ΜΗ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Κανονικά χορός που να μην είναι χρήσιμος και επωφελής δεν υπάρχει, γιατί αφενός όλοι οι χοροί τέρπουν και ωφελούν και αφετέρου άλλα πράγματα είναι εκείνα που μπορεί αρχικά να τέρπουν και στο τέλος να αποβαίνουν βλαβερά, άρα μη χρήσιμα, μη επωφελή, όπως το ποτό, το ξενύχτι, το τσιγάρο, τα ναρκωτικά κλπ.

 

«Χύθηκε στο χορό, χτυπούσε τα παλαμάκια, στρουφογύριζε στον αγέρα, έπεφτε κάτω με λυγισμένα γόνατα κι αντιπηδούσε ανάερα καθιστός σα λάστιχο. Άξαφνα τινάζουνταν πάλι αψηλά στον αγέρα σαν να το ‘χε βάλει πείσμα να νικήσει τους μεγάλους νόμους, να κάνει φτερά και να φύγει. Ένιωθες μέσα στο σαρακοφαγωμένο αυτό ταγαριασμένο κορμί την ψυχή να μάχεται να συνεπάρει τη σάρκα και να χυθεί μαζί της, αστροβολίδα μέσα στο σκοτάδι. Τίναζε η ψυχή το κορμί, μα αυτό έπεφτε, δε βαστούσε πολλή ώρα στον αγέρα, το ξανατίναζε, ανήλεη, λίγο τώρα πιο αψηλά, μα πάλι το έρμο ξανάπεφτε αγκομαχώντας….» (Ζορμπάς, Ν. Καζαντζάκης, 1883 - 1987)

Ο συνδυασμός χορού, μουσικής και γυμνοχορογραφίας, όπως π.χ. ο  καλούμενος χορός της κοιλιάς, είναι σαφώς πορνογραφία ή άλλως οργιακή,  που, αν δεν πρέπει να απαγορεύεται είναι μόνο για ειδικές ώρες και ειδικές περιπτώσεις.  Ο συνδυασμός χορού, μουσικής, γυμνογραφία  και υπέρ κατανάλωση ποτού, δηλαδή  με μέθη είναι πάνω από το όργιο, είναι κραιπάλη και ακολασία,  και πρέπει να αποδοκιμάζεται αυτού του είδους η διασκέδαση. 

Ο Λουκιανός στο «Περί ορχήσεως» (34), επικαλούμενος τον Πλάτωνα (Νόμοι, ομιλεί για χορούς που τέρπουν και είναι χρήσιμοι (γιατί γυμνάζουν, ψυχαγωγούν κλπ)  και σ’ αυτούς που υποθέτουν χορευτές μεθυσμένους, αγροίκους κλπ και ως εξ αυτού πρέπει να αποδοκιμάζονται, όπως οι φρυγικοί χοροί, πρβ:  «Όχι εξ αγνοίας επίσης παρέλειψα τον Φρυγικόν χορόν, ο οποίος υποθέτει χορευτάς μεθυσμένους και κραιπαλώντας ή και αγροίκους, τους οποίους συνοδεύει μουσική αυλών, παιζομένων υπό γυναικών, και οίτινες κάνουν πηδήματα μεγάλα και επίπονα. Ο χορός ούτος εξακολουθεί ακόμη, να χορεύεται εις τα εξοχικά μέρη, αλλ' ουδεμίαν σχέσιν έχει με την σημερινήν όρχησιν. Και ο Πλάτων εις τους Νόμους του επαινεί είδη τινά ορχήσεως, άλλα δε εντελώς αποκρούει και αποδοκιμάζει, διαιρών τα είδη των χορών κατά το τερπνόν και το χρήσιμον και απορρίπτων μεν τα ασχημότερα, επιδοκιμάζων δε και θαυμάζων τα αλλά. (Λουκιανός «Περι Ορχήσεως» 34 μτφ Ι. Κονδυλάκης)

Η Εκκλησία κατά τη Βυζαντινή περίοδο θεώρησε ως εχθρό της και τον χορό και ο λόγος γι αυτό ήταν το ότι την εποχή αυτή υπήρχαν ακόμη πολλοί καλλιτέχνες (ηθοποιοί , μουσικοί, μίμοι κλπ), που εθνικιστές, δηλαδή πιστοί στη θρησκεία των Ολύμπιων θεών,  και στα έργα τους έδειχναν ασέβεια προς τον χριστιανισμό και συνάμα  προέβαλαν τη θρησκεία των Ολύμπιων Θεών κλπ.  Προ αυτού ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτήριζε ακόμη και τους χορούς ως “σατανικούς και ολέθριους”, όμως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επέτρεπε μεν τους ευπρεπείς χορούς, αλλά δεν ξεχνούσε ποτέ τον χορό της Σαλώμης..: «Ει δε δε ορχήσασθαι ως πανηγυριστικήν και φιλέορτον, ορχήσαι μεν, αλλά μη της Ηρωδιάδος όρχησιν της ασχήμονος». Παρ' όλα αυτά, οι Βυζαντινοί δεν έχαναν ευκαιρία για χορό, “ιδίως κατά τις θρησκευτικές πανηγύρεις, οπότε μετά το τέλος της Λειτουργίας χόρευαν συμποσιάζοντες”. Οι Βυζαντινοί, άνδρες και γυναίκες, σαφώς διασκέδαζαν (χόρευαν κλπ) στις διάφορες σημαντικές εορτές (Απόκριες, Πάσχα κλπ) και μάλιστα, κατά τη Ρωμαϊκή συνήθεια, κατά τις Καλάνδες (Απόκριες) μεταμφιεσμένοι χόρευαν στους δρόμους και συνάμα διακωμωδούσαν και λοιδορούσαν τους πάντες και κυρίως τους κρατούντες, κάτι όπως γίνεται και σήμερα.. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι βεβαια συνέχεια των Διονυσιακών και προ αυτού η Εκκλησία  τις θεωρεί ως μη σεμνές και μη επιτρεπτές  και καλώς κάνει από τη θέση της, γιατί κάποιος πρέπει να κρατεί και το «φρένο». Απλά δεν πρέπει να θεωρεί συνολικά ως απαράδεκτες όλες τις εκδηλώσεις των αποκριών Να θεωρεί ως τέτοιες μόνο αυτές τις κραιπάλης,

Κατ άλλους, επειδή ο χορός και η μουσική γίνονται αιτία να συγκεντρώνονται πολλοί  νέοι, που ενίοτε πολλοί από αυτούς οδηγούνται σε ακολασίες και στα ναρκωτικά, πολλοί θεωρούν ότι ο χορός και η μουσική πρέπει να απαγορευτούν, κάτι που δεν είναι σωστό, γιατί δεν είναι η μουσική και ο χορός που οδηγούν στα ναρκωτικά κλπ, αλλά άλλα πράγματα, όπως η ανεργία, οι κακές συναναστροφές,  τα προβλήματα , η κακή διαπαιδαγώγηση, η εγκατάλειψη των παιδιών, οι χωρισμοί των γονιών κλπ και αυτά πρέπει να καταπολεμούνται.

 

4. Ο ΧΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑ, ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΝ ΚΑΙ ΕΔΕΙΞΑΝ ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Ο χορός, που είναι τέχνη που τέρπει και ωφελεί,  επινοήθηκε μαζί με τη μουσική από τους Κ(ου)ρήτες  στην Κρήτη  και από εκεί μετά διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο.

 

Οι αρχαίοι συγγραφείς: Διονύσιος Αλικαρνασεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Λόγος 2ος LXIΧ, 5 και Λόγος 7,72), Πλάτων (Νόμοι Ζ 795 – 797), Στράβων (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16), Διόδωρος Σικελιώτης (5.65), Πολυδεύκης («Ονομαστικό Λεξικό») , Ευριπίδης («Βάκχαι» αντιστροφή β΄, στ. 120-134)  κ.α., αναφέρουν ότι ο χορός είναι «ελληνικό επιτήδευμα»,  το οποίο «βρήκαν πρώτοι και έδειξαν οι Κουρήτες» στο Δικταίο άντρο στο όρος Δίκτη της Κρήτης, τότε που ανατρεφόταν εκεί ο Δίας και από εκεί μετά διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, αρχικά στους Σπαρτιάτες, μετά στους Ρωμαίους κ.α.

http://www.followodysseus.gr/portals/54/mousikhxoros/6_music_b3_Dias_Koyrites.jpg

Οι Κουρήτες χορεύουν και  ο μικρός Δίας θηλάζει την αίγα Αμάλθεια. Μαρμάρινο ρωμαϊκό ανάγλυφο,  160 μ.Χ., Musei Capitolini, Ρώμη.

Αναφέρουν επίσης ότι ο πρώτος χορός, ο χορός των Κουρητών, ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα εκείνου του Κουρήτη, του Πύρριχου, που τον οργάνωσε και επίσης ότι  η Πυρρίχη προέκυψε ως ένα από τα παιγνίδια των Κουρητών με το Δία, όταν αυτός ανατρεφόταν στο ιερό ‘άντρο στο Δικταίον όρος της Κρήτης. Θέλοντας, λένε,  οι Κουρήτες από τη μια να παίξουν-ηρεμήσουν το Δία ως θετοί γονείς και από την άλλη να σκεπάσουν με το ποδοβολητό τους και τις ιαχές τους τα κλάματά του από το αυτί του πατροκτόνου πατέρα του, γύρναγαν γύρω  από το μικρό Δία ένοπλοι και κτυπώντας με το ξίφος τους ο ένας την ασπίδα του άλλου. κάνοντας τάχα μου ότι διεξάχουν μάχη ή προπόνηση  για μάχη και αυτές τις κινήσεις μετά ο Κουρήτης Πύρριχος τις έκανε χορό.  Και το ότι πράγματι οι Κ(ου)ρήτες > Κρήτες είναι αυτοί που βρήκαν και έδειξαν πρώτοι το χορό στο Δικταίο άντρο της Κρήτης προκύπτει, λένε οι αρχαίοι συγγραφείς,  και από το ότι  αφενός αρχαιότερη  μαρτυρία για το χορό έχουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου (Σ 590 – 605, όπου γίνεται περιγραφή  ενός χορού που είχε διδάξει ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα. Και το ότι οι Κρήτες, όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι αυτοί που βρήκαν πρώτοι όχι μόνο το χορό, αλλά και τα μουσικά όργανα (κιθάρα, λύρα και αυλό) με τη μουσική προκύπτει και από το ότι οι ελληνικές λέξεις: χορός,  χορογραφία, χορογράφος, χορωδία, όρχηση, ορχήστρα, μουσική, λύρα, αυλός κλπ είναι διεθνείς, παγκόσμιες, πρβ στα λατινικά chorus, coro, hor, orchestra, musica…  = αγγλικά:  chorus/dance, choreography, chorographer, choral group, choir, orchitic, orchestra, music =   γαλλικά: chouer, chorale, chorégraphie, orchisi, orchestre, choeur, musique  = γερμανικά:  chor, choreografie, choreograf, chorédrame, chorist, orchester/musikkapelle, music κ.α. Συγκεκριμένα ο Στράβωνας (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16 κ.α.) αναφέρει ότι οι Κουρήτες στην Κρήτη πρώτοι βρήκαν και δίδαξαν το χορό, και ότι ο χορός αυτός ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα εκείνου του Κουρήτη, του Πυρρίχου, που τον οργάνωσε, πρβ:

«Να ασκούν (οι νέοι της Κρήτης) επίσης την τοξοβολία και τον ένοπλο χορό, που βρήκαν πρώτοι και έδειξαν οι Κουρήτες και ο οποίος έπειτα ονομάστηκε Πυρρίχη από το όνομα αυτού που τον οργάνωσε. Έτσι το παιγνίδι δεν ήταν άσχετο με πράξη χρήσιμη στον πόλεμο. Επίσης στα τραγούδια τους χρησιμοποιούν κρητικούς ρυθμούς που είναι πολύ γρήγοροι και τους βρήκε ο Θάλης. Ορίστηκε επίσης να φοράνε στρατιωτικά ρούχα και υποδήματα. Τα όπλα εξάλλου θεωρούνται τα καλύτερα δώρα». (Στράβων  10 ΙV 16). 

«Η δε ενπλιος όρχησις στρατιωτικ, και η πυρρχη δηλοί και ο Πύρριχος, ον φασιν ευρετήν είναι της τοιαύτης ασκσεως των νων και τα στρατιωτικά» (Στραβων, 10.5 ΙΙΙ 8).

 

img20170423_15233849

 «Τον χορό που συνηθίζουν στη Λακεδαίμονα, τους ρυθμούς, τους παιάνες που τραγουδάνε σύμφωνα με τους κανονισμούς τους, καθώς και πολλά ακόμη έθιμά τους τα λενε οι ίδιοι  Κρητικά, ωσαν να έρχονται από εκεί…». (Στράβων Ι, IV, 18 C 471)

 «Στην Κρήτη δεν υπήρχαν μόνο αυτά αλλά και τελετουργίες για το Δία με οργιαστική λατρεία και με διακόνους, ωσάν αυτούς που βρίσκονται στην υπηρεσία του Διονύσου, δηλαδή Σάτυροι. Τους έλεγαν Κουρήτες και ήταν νέοι άνθρωποι που απέδιδαν ένοπλη κίνηση με χορευτικό βήμα, παρασταίνοντας τον μύθο της γέννησης του Δία, όπου παίζουν τον Κρόνο που συνήθιζε να καταπίνει τα παιδιά του, μόλις γεννιούνταν, και τη Ρέα να παλεύει να κρύψει τους πόνους της γέννας, να γεννάει το παιδί και να το κρύβει προσπαθώντας να γλιτώσει τη ζωή του με κάθε τρόπο. Λένε ότι γι αυτό πήρε βοηθούς τους Κουρήτες, που με τα τύμπανα και με παρόμοιους ήχους, με ένοπλο χορό και θόρυβο περιστοίχιζαν τη θεά και τρόμαξαν τον Κρόνο, ώστε να πάρουν το παιδί. Κουρήτες, λοιπόν, ονομάστηκαν, είτε επειδή ήταν νέοι , δηλαδή «κούροι», και πρόσφεραν αυτήν την υπηρεσία είτε επειδή «φρόντισαν τη νιότη» του Δία. Υπάρχουν και οι δυο εκδοχές.». (ώσθ’ οι Κουρήτες ήτοι δια το νεοι και κόροι όντες υπουργείν ή δια το κουροτροφείν τον Δία (λεγεται γαρ αμφοτέρως). ( Στράβων 10.ΙΙΙ,11 C 469, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»).

Ο Ιούλιος Πολυδευκης  (γραμματικός και λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ.,  γνωστός ως Pollux)  αναφέρει ότι δυο είναι οι ενόπλιοι χοροί, η Πυρρίχη και η Τελεσιάς και  αυτούς τους οργάνωσαν δυο επώνυμοι Κρήτες ορχηστές, ο Πυρρίχος και ο Τελεσίος, πρβ: «Είδη δε ορχημάτων, εμμέλεια, τραγική, κόρδακες, κωμικοί, σικιννίς, σατυρική. Ενόπλιοι ορχήσεις, πυρρχη τε, κα τελεσίας, πνυμοι δο Κρητών ορχηστών, Πυρρχου τε κα Τελεσου. εκαλετο δε τι και ξιφισμός, και ποδισμς, και διαρρικνούσθαι, όπερ ην το την οσφν φορτικώς περιγειν. Ην δε και κώμος ειδος ορχήσεως. Και τετράκωμος, Ηρακλέους ιερά, και πολεμική. Ην δε και κωμαστική, μάχην και πληγάς έχουσα…..(Pollux = Πολυδεύκης Ιούλιος «Ονομαστικό Λεξικό»)

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (5.65 κ.α.) αναφέρει ότι οι Κουρήτες ήσαν οι πρώτοι που εισηγήθηκαν τη συναναστροφή, τη συμβίωση και ευταξία μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς τους χορούς , άρα οι Κρήτες είναι αυτοί που έθεσαν τα θεμέλια του πολιτισμού, πρβ: «Μετά τους Ιδαίους Δακτύλους έγιναν οι Κουρήτες, … Καθώς διακρινόταν για τη σύνεσή τους, έδειξαν στους ανθρώπους πολλά χρήσιμα πράγματα, διότι πρώτοι αυτοί συγκέντρωσαν τα πρόβατα σε κοπάδια, εξημέρωσαν τα υπόλοιπα είδη ζώων, ανακάλυψαν τη μελισσοκομία, εισηγήθηκαν την τέχνη του κυνηγίου, εισηγήθηκαν τη συναναστροφή και τη συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που δίδαξαν την ομόνοια και κάποια ευταξία στην κοινωνική ζωή. Ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς. Λένε πως σ’ αυτούς παρέδωσε το Δία η Ρέα, κρυφά από τον πατέρα του Κρόνο,  και κείνοι τον πήραν και τον ανέθρεψαν….. (Διόδωρος Σικελιώτης 5,65, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»)

Ο Ευριπίδης ( «Βακχαι»  Πάροδος, αντιστροφή β΄, στ. 120-134) αναφέρει ότι  ο Δίας γεννήθηκε σε άντρο της Κρήτη και εκει οι Κουρήτες τον «άρπαξαν και τό 'σμιξαν με τους χορούς τους», πρβ:  «Ώ των Κουρητών κατοικία, της Κρήτης θεοτικά βουνά, σεις που το Δία γεννήσατε ! Μες στις σπηλιές σας τούτο εδώ το τσέρκι με το τανυστό τουμπανοπέτσι μιά φορά μου βρήκαν οι Κορύβαντες,πού 'χουν τα κράνη τρίκορφα·και μπλέξανε το βρόντο του, μες στη βακχεία τους τη σφοδρή, με τη γλυκόλαλη πνοή απ' τους αυλούς τους φρυγικούς, και μες στα χέρια τό 'βαλαν της Ρέας της μάνας να βαρεί με των βακχών τα ευάν ευοί κ' οι μανιασμένοι οι Σάτυροι της θεάς μητέρας το άρπαξαν και τό 'σμιξαν με τους χορούς τους ταχτικούς στα Δίχρονα που κάνει ο Διόνυσος χαρά. (ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΒΑΚΧΑΙ, Πάροδος, αντιστροφή β΄, στ. 120-134 Μετάφραση Παντελή Πρεβελκη)

Ο Παυσανίας  και ο Στράβωνας αναφέρουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι διδάχτηκαν  από τον Κρητικό Κουρήτη Πύρριχο την «Πυρρίχη», αφού από τη μια ο Στράβων αναφέρει «Τον χορό που συνηθίζουν στη Λακεδαίμονα, τους ρυθμούς, τους παιάνες που τραγουδάνε σύμφωνα με τους κανονισμούς τους, καθώς και πολλά ακόμη έθιμά τους τα λενε οι ίδιοι  Κρητικά, ωσαν να έρχονται από εκεί…». (Στράβων Ι, IV, 18 C 471) και  από την άλλη ο Παυσανίας  ότι στη Λακεδαίμονα υπήρχε  η πόλη  Πύρριχος, που πήρε το όνομα αυτό από το ότι ιδρύθηκε είτε από τον Πύρριχον των καλούμενων Κουρητών είτε από το γιο του Αχιλλέα, τον (Νεοπτόλεμο, τον καλούμενο) Πύρρο: «Πύρριχος εν μεσογαί. το δε όνομα τη πόλει γενέσθαι φασν από Πύρρου του Αχιλλέως, οι δε είναι θεόν Πύρριχον των καλουμένων  Κουρήτων….». (Παυσανίας, Λακωνικά 25, 1-3)

Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς στη «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» (Λογος 2, LXI, 2  - LXΧ, 3-5 και Λόγος 7,72)  αναφέρει ότι ο χορός είναι ελληνικό επιτήδευμα,  τον οποίον είχαν βρει πρώτοι οι Κουρήτες στο «ιερόν άντρον» στο «Δικταίον όρος» της Κρήτης, όταν ανέτρεφαν εκεί το Δία και οι Ρωμαίοι πήραν το χορό από τους Έλληνες, κάτι που αποδεικνύεται και από το ότι αρχαιότερη μαρτυρία για χορό είναι αυτή του Ομήρου (βλέπε Οδύσεια Σ 590 όπου μιλά για το χορό που σύνθεσε ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα στην Κνωσό κλπ), πρβ:

 «Ελληνικόν δ´ άρα και τούτ´ ην εν τοις πνυ παλαιν επιτδευμα, ενόπλιος όρχησις καλουμνη πυρρχη, ειτ´ Αθηνάς πρώτης επί Τιτάνων αφανισμώ χορεειν και ορχείσθαι συν τοις όπλοις ταπινίκια υπό χαράς αρξαμνης, είτε παλατερον έτι Κουρτων αυτήν καταστησαμνων, ότε τον Δα τιθηνομενοι θλγειν εβολοντο κτπ τε όπλων και κινσει μελών ενρθμ καθπερ ο μύθος έχει. Δηλοί δε και τούτου την αρχαιότητα ως επιχωρίου τοις Έλλησιν Όμηρος πολλαχή μεν και άλλη, μάλιστα δ´ εν ασπίδος κατασκευή, ήν Αχιλλεί δωρήσασθα φησιν Ήφαιστον. Υποθμενος γάρ εν αυτή δύο πόλεις την μεν ειρήνη κοσμουμνην, την δε πολέμ κακοπαθούσαν, εν η την αμενω καθστησι τχην εορτάς ποιών και γάμους και θαλας ώσπερ εικος και ταύτα λέγει· Κούροι δ´ ορχηστήρες εδίνεον· εν δ´ άρα τοίσιν  Αυλοί φόρμιγγς τε βοήν έχον· αι δε γυναίκες  Ιστάμεναι θαύμαζον επί προθροισιν εκάστη. Κα αύθις έτερον εν αατή λγων διακεκοσμήσθαι Κρητικν ηιθέων τε και παρθνων χορν ώδε είρηκεν· Εν δε χορν ποκιλλε περικλυτός αμφιγυήεις,  Τω ίκελον οίν ποτ´ ενί Κνωσσώ ευρεί  Δαίδαλος ήσκησεν καλλιπλοκμ Αριάδνη… .(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» Λογος 7,72)

 «Λαβείν δε αυτόν την τούτων μμησιν αποφανουσιν εκ τν Ελληνικών παραδειγμάτων ζηλωτν γενμενον της τε Μνω του Κρητς κα τς Λυκοργου του Λακεδαιμονίου σοφας· ων μεν ομιλητής έφη γενσθαι του Διός και φοιτών εις το Δικταίον όρος, εν ω τραφήναι τον Δία μυθολογούσιν οι Κρήτες υπ των Κουρήτων νεογνν όντα, κατβαινεν εις το ιερν άντρον και τους νόμους εκεί συντιθες εκμιζεν, ους απφαινε παρά του Διός λαμβάνειν· ο δε Λυκούργος εις Δελφούς αφικνομενος υπό του Απόλλωνος έφη διδσκεσθαι την νομοθεσαν ……………………………. Παρζωσται δ´ έκαστος αυτών ξίφος και τη μεν δεξιά χειρ λγχην ῥάβδον τι τοιούθ´ έτερον κρατεί, τη δ´ ευωνύμ κατχει πλτην Θρκαν· δ´ εστί ομβοειδεί θυρεώ στενωτρας έχοντι τας λαγνας εμφερς, οίας λγονται φρειν οι τα Κουρτων παρ´ Έλλησιν πιτελούντες ιερά. Και εσιν οι Σλιοι κατά γουν την εμήν γνώμην Ελληνικώ μεθερμηνευθντες ονματι Κουρήτες, φ´ ημών μεν επί της ηλικίας ούτως ωνομασμνοι παρά τους κούρους, υπό δε Ρωμαίων επί της συντόνου κινήσεως. Το γάρ εξλλεσθα τε και πηδάν σαλίρε π´ αυτών λέγεται. από δε της αυτής αιτίας και τους άλλους άπαντας ορχηστς, επει καν τούτοις πολύ το άλμα και σκίρτημα ένεστι, παράγοντες από των σαλίων τούνομα σαλτάτωρας καλούσιν. Κινούνται (οι Ρωμαίοι χορευτές) γαρ προς αυλν εν ρυθμώ τας ενοπλους κινσεις τοτ μεν ομού, τότε δε παραλλξ και πατρους τινς ύμνους άδουσιν άμα ταις χορεαις. χορεαν δε και κνησιν ενπλιον και τον εν ταις ασπσιν ποτελομενον υπό των εγχειριδων ψφον, ει τι δει τοις αρχαοις τεκμηριούσθαι λγοις, Κουρήτες ήσαν οι πρώτοι καταστησμενοι. Τον δε περί αυτών μύθον ουέν δομαι προς εδτας λγου δειν πντας γρφειν» (Διονύσιος Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Livre/Λόγος 2  LXI, 2  - LXΧ, 3-5).

Ομοίως ο ρήτορας, συγγραφέας και φιλόσοφος Δίων ο Χρυσόστομος (40 – 120 μ.Χ.), αναφέρει ότι η ενόπλιος όρχηση ονομαζόταν «κουριτική» και ήταν επιχώρια των Κρητων: «Μηριόνη, τάχα κέν σε κα ορχηστήν περ εόντα / έγχος μν κατέπαυσε διαμπερές, ει ς΄ έβαλόν περ./ σ οίει άλλην τιν {λέγειν} επίστασθαι τον του Μόλου υιόν,/ ριθμούμενον εν τοις αρίστοις των Αχαιών, την ενόπλιον, την Κουρητικήν, ήπερ ην πιχώριος τοις Κρησίν, την οξείαν και ελαφρν κίνησιν / προς το διακλίναι και φυλάξασθαι ρδίως το βέλος» (Δίωνος του Χρυσόστομου Λόγοι, «Περί βασιλείας», ΙΙ Β, 60-61, Dio Chrysostom, Orationes J. de Arnim, Ed.)

Ομοίως ο  Ολλανδός περιηγητής-κατάσκοπος Dapper Olfert (1636-1689) στο βιβλίο «Description exacte des isles de l'Archipel» 1688 (που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1705 από το Βερνάρδο Μανουήλ με τον τίτλο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» του Α.Ο. Δάπερ), σχετικά με το χορό και τους Κρήτες, αναφέρει τα εξής:<< Όρχησις Πυρρίχη: Εγυμνάζοντο δε (οι Κρήτες) εκ νεαράς των ηλικίας ου μόνο την τοξευτικήν, αλλά και κάποιον χορόν, τον οποίον εχόρευον συγκρούοντες τα όπλα των προς αλλήλους, ως να ερρίθμιζον με τούτο τα βήματά των. Εκαλείτο δ’ ο χορός ούτος Πυρρίχη όρχησις, της οποίας νομίζουσι ότι ούτοι αυτοί  εστάθησαν οι εφευρεταί, καθώς αναφερουσιν ο Διόδωρος, Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς και ο Πλίνιος: «Ασκείν δε και τοξική και ενόπλω ορχήσαι, ην καταδίξαι Κουρήτα πρωτον, ύστερον δε συνταξαντα και την κληθήσαν υπ αυτού Πυρρίχην» (Στραβ.) …. Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι εδίδαξαν πρωτοι εις τους ανθρώπους την χρήση του πυρός, καθώς και την φύσιν του χαλκού και του σιδήρου, και τον τρόπο του να τα εργάζονται. Ούτω μαρτυρεί και ο Στράβων, ότι αυτοί πρώτοι εργάσθηκαν τον σίδηρον και εδίδαξαν το να εκτείνωσι με τα σφυρία. Ομοίως ο Πλίνιος και ο Πλίνιος διηγείται κατά τον Ησίοδον, ότι πρώτοι ούτοι εδίδαξεν εις τους ανθρώπους την γνώσιν του Σιδήρου και τον τρόπον να τον μεταχειρίζονται. …….. Μετά τούτο οι Κουρήτες, επινοήσαντες τον τρόπον του φυλλάτειν και τρέφει τα ποίμνια….. Εγυμνάζοντο πολύ εις την θηρευτικήν και εις την τοξευτικήν, των οποίων ήσαν οι εφευρέται., ομοίως και των βελών. Εισήγαγον εις τον κόσμον τας κοινάς  συνελεύσεις και τα συμπόσια, και εφεύρον τας σπάθας και τας μαχαίρας, τας περικεφαλαίας και τα περικαλύμματα της κεφαλής, και την Πυρρίχην όρχησιν, την οποία χορεύουσιν και την σήμερον με γυμνά σπαθια……. Τέλος ο Διόδωρος αναφέρει ότι οι Δάκτυλοι εφεύρον την Μουσικήν. Ούτοι ιδιοποιούνται ομοίως την εφεύρεσιν των χαρακτήρων και των γραμμάτων, τα οποία ωνόμασαν Φοινίκεια, επειδή το πάλαι τα έγραφον επάνω εις τα φύλλα της Φοινίκης.>> («Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μεταφρασθείσα από την Φλαμανδικήν εις την Γαλλικήν Διάλεκτον κατά το 1705 παρα του Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ. και μεταφρασθείσα στην Ελληνικήν παρά του Μ. Βεναρδου του Κρητός»)

Ομοίως ο γιατρός Ιωσήφ Χατζηδάκης, ο μετέπειτα πρώτος Έφορος Αρχαιοτήτων Κρητικής Πολιτείας (1698-1912), σχετικά με το χορό, αναφέρει: «Ο Βελών (Pierre Belon , γάλλος φυσιοδίφης, που επισκέφθηκε την Κρήτη το 1548), περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την Πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε Μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους.  Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης «Περιήγησις εις Κρήτη», Ερμούπολις 1881).

Σύμφωνα µε την Ελληνική Μυθολογία (Θεογονία Ησιόδου, Απολλόδωρο κλπ) ο Κρόνος, ο πατέρας του Δία, κατάπινε όσα παιδιά γεννούσε η σύζυγός του Ρέα, γιατί φοβόταν μήπως πραγματοποιηθεί η προφητεία του πατέρα του, του Ουρανού, η οποία έλεγε ότι κάποιο από τα παιδιά του θα του έπαιρνε το θρόνο. Και επειδή η Ρέα δεν μπορούσε να αλλάξει τη γνώμη του συζύγου της, ζήτησε τη συμβουλή των γονέων της. Στη συνέχεια, ύστερα από συμβουλή των γονέων της, κατέφυγε στην πόλη Λύκτο της Κρήτης όπου εκεί  στο Δικταίο άντρο, γέννησε κρυφά το Δία. Στη συνέχεια επέστρεψε στον Όλυμπο, για να μην καταλάβει κάτι ο σύζυγος της  ο Κρόνος και συνάμα εμπιστεύτηκε το Θείο Βρέφος στους Ιδαίους Δακτύλους, όπως ονομάζονται οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης, για να το επικουρούν, απ΄ όπου μετά αυτοί μετονομάστηκαν σε  Κ(ου)ρήτες – Κρήτες. Όταν η Ρέα επέστρεψε στον Όλυμπο,  ο σύζυγός της,  ο Κρόνος, επειδή είχε μάθει τα καθέκαστα, της ζήτησε να δει το παιδί και εκείνη του  έδωσε μια πέτρα τυλιγμένη στα  σπάργανα,  σαν να ήταν το παιδί του και εκείνος την καταβρόχθισε και την οποία μετά ξέρασε στον Παρνασσό.  Οι Κουρήτες που φρουρούσαν το Δία, είτε για να παίξουν με το Δία και έτσι να τον ησυχάσουν είτε για να σκεπάσουν τα κλάματα του από τ΄ αυτί του πατροκτόνου πατέρα του, αφενός χόρευαν µε πολύ θόρυβο και αφετέρου χτυπούσαν τις ασπίδες τους με τα σπαθιά και τα δόρατα και έτσι ο Δίας σώθηκε από τα δόντια του παιδοκτόνου πατέρα του. Ο χορός αυτός ονομάστηκε Πυρρίχη, από τον Κουρήτη Πύρριχο που τον οργάνωσε.

 

http://www.kritikamonopatia.gr/wp-content/uploads/2010/12/pilino_omioma1.jpgΠήλινο σύμπλεγμα του 1700-1580. π.Χ.  που αποδίδει κυκλικό  επιλήνιο (σε πατητήρι) χορό  τεσσάρων ανδρών, που κρατιούνται από τους ώμους, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα στους Κρητικούς χορούς Πεντοζάλη και Σιγανό. Βρέθηκε σε θολωτό τάφο στο Καμηλάρι Αγίας Τριάδας Κρήτης (Μουσείο Ηρακλείου).

Ο επιλήνιος χορός ήταν Διονυσιακός, του θεού Διόνυσου. Οι Διονυσιακοί χοροί ήταν έκφραση μιμητικά, όμως καλλιτεχνική   των κινήσεων που γίνονται κατά τον τρύγο, πάτημα σταφυλιών και κρασοποσία.

 

5. Ο ΧΟΡΟΣ, Η ΘΕΑ ΡΕΑ, Ο ΔΙΑΣ  ΚΑΙ Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ Κ(ΟΥ)ΡΗΤΕΣ > ΚΡΗΤΕΣ

 

Μερικοί ισχυρίζονται ότι η θεά Ρέα δίδαξε το χορό τους Κουρήτες και τους Κορύβαντες, κάτι που δεν ευσταθεί, γιατί, όπως είδαμε πιο πριν,  οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι Κ(ου)ρήτες, οι φρουροί και φροντιστές του Δία στο Δικταίο άντρο της Κρήτης,  ήσαν αυτοί που βρήκαν και δίδαξαν πρώτοι το χορό και επίσης ότι ο Κουρήτης Πύρριχος ήταν αυτός που που τον οργάνωσε κλπ.   Απλά ο Λουκιανός στο «Περί Ορχήσεως» αναφέρει ότι από τους πρώτους που θέλχτηκαν από την ορχηστική τέχνη ήταν η Ρέα και ως εξ αυτού «έβαλε» στη Φρυγία τους Κορύβαντες και στην Κρήτη τους Κουρήτες να χορεύουν και έτσι ο Δίας χρωστά τη σωτηρία του στο χορό, πρβ: «Αναφέρεται ότι πρώτη η Ρέα εθέλχθη υπό της τέχνης ταύτης (της όρχησης) και εις μεν την Φρυγίαν έβαλε τους Κορύβαντας να χορεύσουν, εις δε την Κρήτην τους Κουρήτας, και δεν ωφελήθη ολίγον εκ της τέχνης αυτών, αφού δια του χορού των της έσωσαν τον Δία, ώστε και δικαίως ο Ζευς να ομολογή ότι οφείλει εις αυτούς σώστρα, διότι χάρις εις την όρχησίν των εσώθη από τους οδόντας του πατρός του. Εχόρευον δε ένοπλοι και εν τω μεταξύ εκρότουν τα ξίφη επί των ασπίδων και ανεπήδων κατά τρόπον ενθουσιώδη και πολεμικόν. Έπειτα οι επιφανέστεροι των Κρητών επιμελώς ασκηθέντες έγιναν άριστοι χορευταί, όχι μόνον οι απλοί πολίται αλλά και οι ανήκοντες εις ηγεμονικάς οικογενείας και πρωτεύοντες. Ο Όμηρος όχι δια να ψέξη, αλλά δια, να επαινέση τον Μηριόνην, τον ωνόμασεν ορχηστήν, και τόσον ήτο γνωστός και διεκρίνετο ούτος δια την χορευτικήν του τέχνην, ώστε όχι μόνον οι Έλληνες εγνώριζον τούτο, αλλά και αυτοί οι Τρώες, καίτοι εχθροί· και υποθέτω ότι το εμάντευον βλέποντες την ευκινησίαν και ευρυθμίαν με την οποίαν επολέμει και την οποίαν είχεν εκ της ορχήσεως. Ιδού δε τί λέγουν τα Ομηρικά έπη·  Μηρινη, τχα κεν σε κα ρχηστν περ' ἐόντα γχος μν κατπαυσε. Εν τοσούτω δεν τον επέτυχε, διότι ο Μηριόνης, ως εξησκημένος εις τον χορόν, υποθέτω, ευκόλως διέφευγε τα ριπτόμενα εναντίον του ακόντια. (Λουκιανός, «Περί ορχήσεως» 8-10,  Μετάφραση Ιωάννη Κονδυλάκη)

Ο περιηγητής Διονύσιος, 2ος αι. μ.Χ., αναφέρει ότι η Κρήτη, καθώς λένε οι παλαιοί, ονομάστηκε έτσι λόγω των Κ(ου)ρήτων – Κρητών που κατοίκησαν εκεί, δηλαδή Κ(ου)ρήτη και με σύντμηση > Κρήτη, όμως  άλλοι υποστηρίζουν ότι ονόμασαν αυτήν Κρήτη από κάποιο Κρήτα γιο του Δία, που όμως ο Αρριανός λέει πως  ο Κρης, το επώνυμο του οποίου έχει η Κρήτη,  ήταν αυτός, ο Κουρήτης,  που  έκρυψε το Δία στο όρος Δίκτη, για να μην τον αφανίσει ο πατέρας του ο Κρόνος τότε που ο Δίας βύζανε, πρβ:  “Κρήτη δε λέγεται, ως οι παλαιοί φασίν, από των εκεί οικησάντων Κουρήτων, οιονεί Κουρήτη, και εν συγκοπή Κ(ου)ρήτη. οι δε από Κρητός τινός αυτήν Κρήτη ωνόμασεν υιού του Διός. Αρριανός δε φησί Κρης, ου Κρήτη επώνυμον,ο τον Δια κρύψας εν όρει Δικταίω, ότε Κρόνος εμαστευεν εθέλων αφανίσαι αυτόν» (Dionysius Periegetes graece et latine, Τόμος 1  498.5-10: Ευσταθίου Υπομνήματα 498 Τόμος 2).

 

img20170423_14404205Ρωμαϊκό αναγλυφο  (Γλυπτοθήκη Ny Carlsberg) με τους Κουρήτες  να κρούουν τις ασπίδες  με τα ξίφη τους και τη Ρέα να νανουρίζει το Δία στο Δικταίο άντρο.

«Οργισθείσα δε επί τούτοις Ρέα  παραγίνεται μεν εις Κρήτη, οπηνίκα τον Δία εγκυμονούσα ετύγχανε,  γεννά δε εν τω άντρω της Δίκτης Δία και τούτον μεν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε και ταις Μελισσέως παισί νύμφαις, Αδραστεία τε και Ίδῃ.αύται μεν ουν τον παίδα έτρεφον τω της Αμαλθείας γάλακτι, οι δε Κούρητες ένοπλοι εν τω άντρω το βρέφος φυλάσσοντες τοις δόρασι τας ασπίδας συνέκρουον, ίνα μη της του παιδός φωνής ο Κρόνος ακούση.Ρέα δε λίθον σπαργανώσασα δέδωκε Κρόνω καταπιείν ως τον γεγεννημένον παίδα». (Απολλόδωρος Α, 1, 6 - 7).

 

6. Ο ΚΟΥΡΗΤΗΣ ΠΥΡΡΙΧΟΣ, ΟΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ, Η ΑΘΗΝΑ ΚΛΠ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ

 

Μερικοί ισχυρίζονται ότι  το χορό Πυρρίχη τον βρήκε ο Λάκωνας Πύρριχος, που όμως το πρόσωπο αυτό είναι με τον Κρητικό, όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω,  και άλλοι ότι τον βρήκε ο Νεοπτόλεμος ο γιος του Αχιλλέα ή οι Διόσκουροι  κ.α. , που όμως αυτοί βρήκαν παραλλαγές της Πυρρίχη, όπως επίσης θα δούμε αμέσως πιο κάτω.

Ειδικότερα ο  Ησύχιος  αναφέρει ότι η Πυρρίχη ονομάστηκε έτσι  είτε από τον Κρητικό Πύρριχο που τον βρήκε είτε από το Νεοπτόλεμο τον Πυρρό, το γιο του Αχιλλέα (ο Νεοπτόλεμος ονομαζόταν και Πυρρός, επειδή στην όψη ήταν διάπυρος, δηλαδή ξανθωπός), είτε από το διάπυρο χρώμα του χαλκού, με το οποίο οπλίζονταν οι χορευτές: «πυρριχίζειν· την ενόπλιον όρχησιν και σύντονον Πυρρίχην έλεγον· οι μεν από Πυρρίχου του Κρητός·οι δε από τού διάπυρον είναι· οι δε από Πύρρου του Αχιλλέως» (Ησύχιος).  Επίσης στα  σχόλια στον «Πυθιόνικο» του Πινδάρου αναφέρεται ότι κατ’ άλλους η ένοπλος όρχηση είναι εύρημα των Διοσκούρων και της Αθηνάς και από αυτούς τον πήραν οι Λάκωνες, κατ’ άλλους άλλους η ένοπλος όρχηση είναι εύρημα των Κουρητών και  η όρχηση αυτή ονομάστηκε Πυρρίχη από το όνομα εκείνου, του Πύρριχου του Κρήτα που τον οργάνωσε. Επίσης αναφέρεται ότι  κατ’ άλλους η Πυρρίχη ονομάστηκε έτσι από τον Πύρρο, το γιο του Αχιλλέα, που τον χόρεψε μετά από μια νίκη του και κατ’ άλλους η Πυρρίχη ονομάστηκε έτσι από την πυρά, επειδή ο Αχιλλέας το χόρεψε όταν έκαψε το σώμα του Πατρόκλου: «…δια το την ένοπλον όρχησιν κατ’ ενίους τους Διοσκούρους ευρείν. Ορχηστικοί γαρ τινες οι Διόσκουροι. Ο δε Επίχαρμος την Αθηνάν φησι τοις Διοσκούροις τον ενόπλιο νόμον επαυλήσαι, εξ εκείνου δε τους Λάκωνας μετ αυλού τοις πολεμίοις προσιέναι. Τινές δε ρυθμόν τινά φασί το Καστόρειον, χρήσθαι δε αυτώ τους Λάκωνας εν ταις προς τους πολεμίου συμβολαίς. Διέλκεται δε η της Πυρρίχης όρχησις, προς ην τα υπορχήματα εγράφησαν. Ένιοι μεν ουν φασί, πρωτον Κούρητας την ένοπλον ορχήσασθαι όρχησιν, αύθις δε Πυρριχον Κρήτα συνταξασαθαι, Θάλητα δεν πρωτον τα εις αυτήν υπορχήματα. Σωσίβιος δε τα υπορχηματικά πάντα μέλη Κρητικά αξιοί λέγεσθαι. Ενιοι δε ουκ από Πυρρίχου του Κρητός την Πυρρίχην ωνομάσθαι, αλλ΄από Πύρρου του Αχιλλέως παιδός, εν τοις όπλοις ορχησαμένου, εν τη κατά Ευρυπύλου του Τηλέφου νίκη. Αριστοτέλης δε, πρώτον Αχιλλέα επι του Πατρόκλου πυρά τη Πυρρίχη φησί κεχρήσθαι, ην παρα Κυπρίους φησί πρύλιν λέγεσθαι, ώστε παρά την πυράν της Πυρρίχης το όνομα θεσθαι…» (Scholia Vetera in Pindari Carmina Scholia in Pythionicas 127,  VOLUMEN II ).

Ωστόσο τα ως άνω σχόλια κάπου δεν είναι σωστά, γιατί η πραγματικότητα είναι ότι η Πυρρίχη είναι εφεύρημα των Κουρητών, του Κουρήτη Πύρριχου, αφού:

Α)  Ο Όμηρος δεν αναφέρει ότι ο Αχιλλέας ή ο γιος του ο Νεοπτόλεμος ο Πυρρός βρήκαν αυτόν τούτο το χορό ή την Πυρρίχη ή τον Πυρρίχιο χορό, αλλά ότι ο Αχιλλέας, όταν  έκαψε το πτώμα του Πατρόκλου, χόρεψε γύρω από την πυρά ένα χορό και επίσης ότι το ίδιο έκανε και ο γιος του ο Νεοπτόλεμος, που ονομαζόταν και Πύρρος (αυτό, επειδή ήταν διάπυρος, δηλαδή ξανθωπός), όταν νίκησε τον Ευρύπυλο, το γιο του Τήλεφου.

Β) Οι αρχαιότεροι του Ησύχιου και του Αριστόξενου συγγραφείς και μάλιστα όχι μόνο ένας, αλλά πάμπολλοι, όπως είδαμε πιο πριν (Στράνων, Διόδωρος, Παυσανίας, Διονύσιος Αλικαρνασεύς κλπ), αναφέρουν πως οι Κουρήτες ήταν εκείνοι «που βρήκαν πρώτοι και δίδαξαν» το χορό, που ονομάστηκε Πυρρίχη από το όνομα του Κουρήτη εκείνου, του Πύρριχου, που τον οργάνωσε και επίσης ότι ο Λάκωνας Πύρριχος ήταν ο Κουρήτης Πύρριχος που είχε μετοικήσει στη Λακωνία, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Γ) Ο Λουκιανός αναφέρει ότι ο Νεοπτόλεμος, ο γιος του Αχιλλέα,  δε βρήκε αυτή τούτην την Πυρρίχη, αλλά «επενόησε νέον είδος χορού, τον εξ αυτού ονομασθέντα Πυρρίχιον», πρβ: «Καίτοι έχω να αναφέρω και πολλούς άλλους εκ των ηρώων, οίτινες ήσαν γυμνασμένοι εις την όρχησιν και είχον αναγάγη αυτήν εις τέχνην, θεωρώ αρκετόν να αναφέρω μόνον τον Νεοπτόλεμον τον υιόν του Αχιλλέως, όστις διέπρεψε ως χορευτής και επενόησε νέον είδος χορού, το ωραιότερον, τον εξ αυτού ονομασθέντα Πυρρίχιον. Ο δε Αχιλλεύς μανθάνων ταύτα περί του υιού του έχαιρεν, υποθέτω, περισσότερον παρά δια το κάλλος και την άλλην ανδρείαν του. Τωόντι δε η ορχηστική τέχνη εκείνου συνετέλεσεν εις το να εκπορθηθή και καταστραφή η δυσπόρθητος πόλις των Τρωών». (Λουκιανού, «Περί ορχήσεως» 9 Μετάφραση Ιωάννη Κονδυλάκη)

Δ) Ο  Λουκιανός στο «Θεών Διάλογοι Ηφαίστου Διός» αναφέρει  πως η παρθένος και γλαυκώπις κόρη του Δία, η Αθηνά, δεν επινόησε τον Πυρρίχο χορό, αλλά ότι γεννήθηκε  (βγήκε από το κεφάλι του Δία)  ένοπλη, πηδώντας,  πυρριχίζοντας, τινάσσοντας την ασπίδα της και πάλλοντας το δόρυ της: «κατοσω· τι γαρ χρη ποιείν σου κελεοντος; τι τούτο; κόρη ένοπλος; μέγα, ω Ζεύ, κακν είχες εν τη κεφαλή· εικτως γουν οξθυμος ήσθα τηλικατην υπ την μνιγγα παρθνον ζωογονών και ταύτα ένοπλον·  η δε (παρθένος Αθηνά) πηδά και πυρριχζει και την ασπδα τινσσει και το δρυ πάλλει και ενθουσιά και το μγιστον, καλή πνυ και ακμαία γεγνηται δη εν βραχεί· γλαυκώπις μεν, αλλά κοσμεί τούτο κρυς. ώστε, ω Ζεύ, μαωτρ μοι απδος εγγυσας ήδη αυτν.» (Λουκιανός, «Θεών Διάλογοι»: «ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣ»).

Ε) Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο αναφέρει ότι η Αθηνά ονομάστηκε Παλλάδα όχι γιατι βρήκε αυτό τον ενόπλιο χορό, αλλά γιατί, όταν υψώνει κανείς τον εαυτόν του ή κανένα άλλο πράγμα ή υπό τη γη, ή μέσα στα χέρια του, λέμε ότι και πάλλει και πάλλεται ή ότι το χορεύει ή χορεύει ο ίδιος, το δόρυ, γιατί όταν υψώνει κάποιος το δόρυ είναι σαν να κάνει πολεμικό χορό, πρβ:  «τούτο μεν τοίνυν από της εν τοις όπλοις ορχήσεως  ηγούμενοι τεθήναι ορθώς αν, ως εγώμαι, ηγοίμεθα: το γαρ που ή αυτν ή τι άλλο μετεωρίζειν ή απ της γης ή εν ταις χερσν “πάλλειν” τε και “πάλλεσθαι” και ρχείν και ορχείσθαι καλουμεν». (Πλάτωνας, Κρατύλος, 406-407).

 

Σημειώνεται ότι:

1) Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο χορός ήλθε στην Ελλάδα από την Αφρική ή από την Ασία και οι ρίζες του φτάνουν στις τελετουργίες που έκαναν εκεί οι μάγοι με σκοπό  να κάνουν τον εξευμενισμό των φυσικών ή των σκοτεινών δυνάμεων που ρυθμίζουν τη ζωή, κάτι που δεν ευσταθεί, γιατί η ελληνική όρχηση  έχει τις ρίζες της στην όρχηση των Κουρητών που γινόταν στην Κρήτη προς χάρη του πατέρα των θνητών και θεών, του Δία,  με σκοπό την τέρψη, αλλά και συνάμα  πολλαπλή ωφέλεια , σωματική, ψυχική και πνευματική, των χορευτών και  των θεατών. Χοροί που ίσως να έχουν σχέση με μαγεία είναι κάποιοι  μη ελληνικοί χοροί , όπως ο σαγηνευτικός χορός της Κοιλιάς ή άλλως χορός της Σαλώμης κ.α.

2) Μερικοί ισχυρίζονται ότι η  Έξοδος αναφέρει πως οι Ισραηλίτες μετά που πέρασαν την Ερυθρά Θάλασσα εφεύραν το χορό, κάτι που δεν είναι αληθές, γιατί η Έξοδος αναφέρει απλά ότι ότι μόλις οι Ισραηλίτες πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα  η Μαριάμ, η προφήτης και αδελφή του Ααρών, πήρε στο χέρι της τύμπανο και μαζί με αυτήν και οπίσω από αυτήν βγήκαν όλες οι γυναίκες των Ισραηλιτών με τύμπανα και χορούς, δια να πανηγυρίσουν τη θαυμαστή σωτηρία των:  «Λαβούσα δ Μαριάμ, προφήτις, αδελφή Ααρών, το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τυμπάνων και χορών» (Έξοδος 15,20)

 

7. Η ΠΡΥΛΙΣ, Ο ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ

 

Ο υμνογράφος Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (310 - 240 π.Χ.) στον ύμνο του «Ες Δία» (στίχος 51) αναφέρει ότι «η πρύλις» ήταν ο ενόπλιος χορός που χόρευαν οι Κουρήτες κατά τη γέννησε του Δία:  "Κούρητές σε περί πρύλιν ωρχήσαντο" (οι Κουρήτες χόρεψαν τον πολεμικό χορό γύρω σου». Ωστόσο εδώ ο Καλλίμαχος ψεύδεται και αυτό λόγω θρησκευτικού φανατισμού, αφού στην αρχαιότητα  δεν υπήρχε καν τέτοιος χορός. Αντίθετα η Πυρρίχη αναφέρεται και από τη μυθολογία ως χορός των Κουρητών  και από τους διάφορους συγγραφείς ως χορός που χόρευαν οι Κρήτες ανελλιπώς έως και επι τουρκοκρατίας

Απλά, επειδή ο  υμνογράφος Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (310 - 240 π.Χ.) , καθώς λέει ο ίδιος στον ύμνο που «Εις Δία», έμαθε ότι οι Κρήτες λέγανε το μύθο ότι ο Δίας πέθανε και τον θάψανε στην Κρήτη (μάλιστα ο Πορφύριος στο ‘‘Βίος Πυθαγόρου’’ αναφέρει ότι τον εν λόγω  τάφο επισκέφτηκε και ο περίφημος Πυθαγόρας ο Σάμιος), θύμωσε, γιατί δεν του άρεσε που οι Κρήτες τον κάνανε θνητό και προ αυτού έγραψε τον ύμνο «Εις Δία», στον οποίο αποκαλεί ψεύτες τους Κρήτες και παράλληλα παραλλάσσει το μύθο του Δία μεταφέροντας  τη γέννηση και ανατροφή του Δία από το όρος Δίκτη των Ιδαίων ορέων της Κρήτης  όρος Λύκαιον της Αρκαδίας και τονίζοντας ότι ο Δίας δεν πέθανε, διότι είναι αιώνιος. Μάλιστα,  στην παραποίηση του μύθου που κάνει, η  νήσος Κρήτη γίνεται περιοχή «Κρητέα» στην Αρκαδία, η αρχαία πόλη Λύκτος (= η πόλη στην περιοχή της οποίας βρισκόταν η Δίκτη, όπου γεννήθηκε ο Δίας, σύμφωνα με τον Ησίοδο) γίνεται το Λύκαιον όρος στην Αρκαδία, η πόλη  το  Πράσον ή η Πραισός  (= η πόλη όπου υπήρχε το Δικταίο ιερό, σύμφωνα με το Στράβωνα) γίνεται η περιοχή «Παρράσιον» στην Αρκαδία, οι Δικταίοι Κουρήτες γίνονται Δικταίαι Μελίαι , ο ενόπλιος χορός των Κουρητών «πυρρρίχη» γίνεται «πρύλις» κλπ, ώστε να βλάψει «τουριστικά» τους Κρήτες, όπως θα λέγαμε σήμερα, πρβ:

«Ζηνός έοι τί κεν άλλο παρά σπονδήσιν αείδειν / λώϊον ή θεόν αυτόν, αεί μέγαν, αιέν άνακτα, / Πηλαγόνων ελατήρα, δικασπόλον Ουρανίδησι; / πώς και νιν, Δικταίον αείσομεν ηέ Λυκαίον; / εν δοιή μάλα θυμός, επεί γένος αμφήριστον. / Ζεύ, σε μεν Ιδαίοισιν εν ούρεσί φασι γενέσθαι,/ Ζευ, σε δ' εν 'Αρκαδίη: πότεροι, πάτερ, εψεύσαντο; / Κρήτες αεί ψεύσται’: και γαρ τάφον, ώ άνα, σείο / Κρήτες ετεκτήναντο: σύ δ' ου θάνες, εσσί γάρ αιεί. / εν δέ σε Παρρασίη `Ρείη τέκεν, ήχι μάλιστα / έσκεν όρος θάμνοισι περισκεπές: ένθεν ο χώρος / ιερός, ουδέ τί μιν κεχρημένον Ειλειθυίης / ερπετόν ουδέ γυνή επιμίσγεται, αλλά ε `Ρείης / ωγύγιον καλέουσι λεχώιον 'Απιδανήες»…  (Καλλιμάχος, Ύμνος «Εις  Δία»)

Μετάφραση: «……Πώς καλλύτερα θα μπορούσε κανείς να υμνήσει κατά τις θυσίες το Δία παρά να τον ειπεί θεό, πάντοτε μέγα, αιώνιο άνακτα, διώκτη των Πηλαγόνων, δικαστή των επουρανίων θεών; Πώς θα τον εξυμνήσωμεν, ως Δικταίο ή ως Λυκαίον; Ο νους μου ευρίσκεται σε μεγάλη αμφιβολία, διότι το γένος του είναι αμφισβητήσιμον. Ω Δία, για σένα οι μεν  λέγουν ότι γεννήθηκες στα  Ιδαία  όρη! Ω  Δία, για σένα οι δε λένε ότι γεννήθηκες στην Αρκαδία, ποιοι, πατέρα,  λένε ψέματα; Οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες  και διότι τάφο, ω άνακτα,  για σένα οι Κρήτες κατασκεύασαν, εσύ όμως δεν απέθανες διότι εσύ είσαι αιώνιος. Αλλά εσένα σε γέννησε η Ρέα εις το Παρράσιον, όπου ήταν ένα βουνό πολυσκέπαστο με θάμνους,  γι αυτό το λόγο  ο τόπος αυτός είναι ιερός»…………(Καλλιμάχου, «Ύμνος εις  Δία» 1 - 15)

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Για τον ίδιο λόγο που ο Καλλίμαχος  παράλλαξε το μύθο του Δία,  παράλλαξε και το μύθο της θεάς Βριτόμαρτης (βλέπε Καλλίμαχος «Ύμνος εις Άρτεμιν») φέροντας το βασιλιά των Κρητών Μίνωα να θέλει να βιάσει τη θεά Βριτόμαρτη (Άρτεμη) στο όρος Δίκτη της Κυδωνίας (= σημερινά Χανιά) με σκοπό να μειώσει τους Κρητικούς, και γι αυτά  ο Διόδωρος (Βιβλιοθήκη 5η, 77)  και ο Στράβωνας (Γεωγραφικά Ι, IV 12) του λένε ότι δεν έχει δίκιο.

Β) «Πρυλέες» στον Όμηρο (Ιλιάδα Λ 11) ονομάζονται οι ομάδες πεζών  σε σχεση προς τους ιππείς.

 

8. Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ ΧΟΡΕΥΤΩΝ ΕΠΙ  ΜΙΝΩΑ

 

Ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Ραψωδία Σ 590 – 605), που είναι και η αρχαιότερη περιγραφή χορού,  αναφέρει ότι ο Ήφαιστος είχε σχεδιάσει στο κάτω μέρος  της ασπίδας του Αχιλλέα ένα χορό όμοιο μ’ εκείνο που κάποτε στην Κνωσό  είχε συνθέσει ο Δαίδαλος στην καλλιπλόκαμο Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα (βλέπε χορός Γέρανος, ο χορός που αποτύπωνε τα βήματα για να μπουν Αριάδνη και Θησέας στο Λαβύρινθο ) και συνάμα λέει  ότι στο χορό αυτό, που κάποιος οργανοπαίχτης έπαιζε κιθάρα,  οι νεοι  χόρευαν κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου από τον καρπό ( "ωρχεύντ', αλλήλων επί καρπώ χείρας έχοντες" ),  δηλαδή η λαβή  μεταξύ των χορευτών στο χορό αυτό γινόταν όχι από τις παλάμες- δάκτυλα, αλλά χουφτώνοντας ο ένας τον καρπό της χειρός του άλλου, άλλοτε κυκλικά, (σε σχήμα κύκλου  "ως ότε τις τροχόν άρμενον εν παλάμησιν εζόμενος κεραμεύς παρήσεται, αί κε θέησιν" ) και άλλοτε αντικριστα (,  "άλλοτε δ' αυ θρέξασχον επί στίχας αλλήλοισι") και μάλιστα σε έντονο ρυθμό, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε η παρομοίωση με τον τροχό του αγγειοπλάστη, και που οι χορευτές άλλοτε περιστρέφονται όλοι μαζί με ταχύτητα και ευκινησία (στ. 598-600) και άλλοτε σχηματίζοντας δυο ομάδες σε αντικριστές σειρές (στ. 601), όπως σήμερα οι κυκλικοί ή αντικριστοί χοροί της δημοτικής μας παράδοσης, τους κρητικούς, ποντιακούς κλπ παραδοσιακούς χορούς.

Ο Όμηρος αναφέρει επίσης ότι οι κόρες των Κρητών φορούσαν ελαφρά, λεπτά και λινά, ενδύματα («οθόνας»), ενώ οι κούροι (οι νέοι) καλογνεμένους και στιλπνούς (χρησιμοποιούνταν λάδι στο γνέψιμο των κλωστών, για να γίνουν λαμπεροί) χιτώνες. Ο Όμηρος αναφέρει επίσης, όμως είναι και κάτι που φαίνεται και στα ειδώλια που έχουν βρεθεί στην Κνωσό, καθώς και σε άλλα μέρη της Κρήτης, ότι οι κόρες των Κρητων φορούσαν στο κεφάλι στεφάνια, ενώ οι κούροι των Κρητών έβαζαν στη μέση τους  μάχαιρα με χρυσή λαβή που κρεμιόταν με αργυρή τελαμώνα: «οι δε (Κρήτες) μαχαρας είχον χρυσεας ξ ργυρων τελαμνων», κάτι που συναντάται και στην παραδοσιακή Κρητική ενδυμασία της βράκας, αλλά και της γκιλότας.  Αναφέρει επίσης ότι δυο διαλεχτοί χορευτές άρχισαν να κάνουν κυβισμούς (αεράτα άλματα) μόλις ο κιθαρίστας άρχισε το τραγούδι, κάτι που μας θυμίζει τους πυρρίχιους κρητικούς χορούς (Πηδηκτό, Πεντοζάλη κλπ), στους οποίους οι χορευτές χορεύουν με τα ξίφη στη μέση.

 

«Εν δέ χορν ποίκιλλε περικλυτς αμφιγυήεις,
τω ίκελον οίόν ποτ' ν Κνωσώ ευρεί
Δαίδαλος ήσκησεν καλλιπλοκάμ Αριάδνη ,
ένθα μέν ηΐθεοι και παρθένοι αλφεσίβοιαι
ωρχεύντ', αλλήλων επί καρπώ χείρας έχοντες,
των δ' αι μ
ν λεπτς οθόνας έχον, οι δε χιτώνας
είατ' εϋννήτους, ήκα στίλβοντας ελαί
·
και ' αι μεν καλς στεφάνας έχον, οι δε μαχαίρας
είχον χρυσείας εξ αργυρέων τελαμώνων και

ῥ᾽ αι μεν καλς στεφνας έχον, οι δε μαχαρας

είχον χρυσεας ξ ργυρων τελαμνων.

οι δ οτε μην θρξασκον επισταμνοισι πδεσσι

ρεία μλ, ς ότε τις τροχν άρμενον εν παλμσιν  

εζμενος κεραμεύς πειρσεται, αι κε θέῃσιν·

άλλοτε δ αυ θρξασκον π στχας λλλοισι.

 πολλς δ μερεντα χορν περιίσταθ όμιλος

τερπμενοι δοιώ δε κυβιστητήρε κατ αυτούς

μολπής εξάρχοντες εδίνευον κατά μέσσους.

 (Ιλιάδα,  Σ 590 – 60)

Κι έναν χορόν ιστόρησεν ο μέγας ζαβοπόδης,
όμοιον μ' αυτόν που ο Δαίδαλος είχε φιλοτεχνήσει
της Αριάδνης της λαμπρής εις της Κνωσού τα μέρη. 
Αγόρια εκεί, πολύπροικες παρθένες εχορεύαν
κι εγύριζαν χεροπιαστοί· και οι κόρες εφορούσαν
λινά ενδύματα λεπτά, κι είχαν τα παλικάρια
από το λάδι λαμπερούς καλόγνεστους χιτώνες.
Λαμπρά στεφάνια είχαν αυτές, είχαν χρυσά εκείνοι
μαχαίρια, που απ' αργυρούς κρεμιόταν τελαμώνες·
και πότ' ετρέχαν κυκλικά με πόδια μαθημένα, 
ωσάν σταμνάς, οπού τροχόν 
αρμόδιον στην παλάμην
τον τριγυρνά καθήμενος να δοκιμάσει αν τρέχει, 
και πότε αράδα έτρεχαν αντίκρυ στην αράδα
.
Και τον ασύγκριτον χορόν τριγύρω εδιασκεδάζαν
πολύς λαός και ανάμεσα ο αοιδός ο θείος
κιθάριζε· και ως άρχιζεν εκείνος το τραγούδι 
δυο χορευτές στη μέση τους πηδούσαν κι εγυρίζαν.

 (Ιλιάδα,  Σ 590 – 605, μεταφραση Ι. Πολυλά)

 

https://s-media-cache-ak0.pinimg.com/originals/d6/49/0f/d6490f52bbb257abe846344d5a6111a9.jpg

Χάλκινο μινωικό εγχειρίδιο, με χρυσή και διακοσμημένη λαβή,  αρχές της 2ου π.Χ. χιλιετίας (Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων)

Double axehead and two figurines from Knossos, late Minoan, c.1500 BC (from L to R bronze, terracotta and bronze) (see also 419819):

Πήλινο αγαλματίδο Μινωίτη πολεμιστή, 1500 π.Χ.,  με μαχαίρι στη μέση (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

 Τοιχογραφία στο  ιερό άλσος της  Κνωσού, 1600 – 1450 π.Χ.,  με γυναικεία χορευτική θρησκευτική παράσταση. Οι χορεύτριες φορούν τα ρούχα που σήμερα ονομάζουμε  φούστες, επικρόρμια ή ζακέτες/ζιπούνια κλ ( Λεπτομέρεια από τοιχογραφία Κνωσού, 1600 – 1450 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου) 

 

 

9. ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΒΡΗΚΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ: ΚΙΘΑΡΑ, ΛΥΡΑ ΚΑΙ ΑΥΛΟ

 

Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι οι Κρήτες δε βρήκαν μόνο το χορό (βλέπε Διόδωρος 5.65), αλλά και τη μουσική και τα μουσικά όργανα (βλέπε Διόδωρος 5.72-77). Συγκεκριμένα, σχετικά με τη μουσική και τα μουσικά όργανα,  αναφέρει αφενός ότι ο Δίας και τα παιδιά του: Απόλλωνας, Ερμής, Αθηνά κ.α. ήταν Κρητικοί, ο Δίας, που από αυτούς ο Δίας  γεννήθηκε και ανατράφηκε στη Δίκτη της Κρήτης και αφετέρου ότι μετά ο Δίας μετέδωσε τη γνώση που ο ίδιος είχε ανακαλύψει και τελειοποιήσει στα παιδιά του και τους απένειμε την τιμή της ανακάλυψης, επιθυμώντας να τους περιβάλει έτσι με αιώνια δόξα από μέρους του ανθρωπίνου γένους.  Από τα παιδιά του Δία η Αθηνά  βρήκε, λέει, την κατασκευήν των ενδυμάτων, την ξυλουργική, την κατασκευή των αυλών και τη μουσική που παράγεται  από αυτούς και,  γενικά,  πολλά έργα που απαιτούν τέχνη στην κατασκευή, γεγονός για το οποίο ονομάστηκε Εργάνη:  «Αθηνά δε ….. ευρειν δε και την των αυλών κατασκευήν και δια τούτων συντελούμενη μουσικήν ….. ( Διόδωρος 5.72,4).  Στις Μούσες δόθηκε, λέει, από τον πατέρα τους το Δία, η ανακάλυψη των γραμμάτων και η σύνθεση των επών, η λεγόμενη ποιητική και σ’ αυτούς που λένε πως οι Σύριοι είναι οι εφευρέτες των γραμμάτων, πως οι Φοίνικες τα έμαθαν από εκείνους και τα παρέδωσαν στους Έλληνες δεν είναι αλήθεια και το μόνο που έκαναν οι Φοίνικες ήταν να αλλάξουν το σχήμα των γραμμάτων: «ταις δε Μούσας….την των γραμμάτων εύρεσιν και την των επών συνθεσιν την προσαγορευόμενην ποιητική….. ( Διόδωρος 5.74,1).   Οι Κρήτες αναγορεύουν, λέει, τον Απόλλωνα εφευρέτη της κιθάρας και της μουσική της και καθώς βρήκε και το τόξο , δίδαξε στους ντόπιους τα περί την τοξοβολία, αιτία για την οποία οι Κρήτες επιδόθηκαν με ζέση στην τοξοβολία και το τόξο ονομάστηκε Κρητικό κλπ. Στον Ερμή αποδίδεται ότι είναι ο πρώτος που επινόησε τη λύρα από καύκαλο χελώνας, κάτι που έκανε μετά από το μουσικό διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα και αυτό, επειδή ο Απόλλωνας είχε σπάσει την κιθάρα του: «Τον Απόλλωνα (οι Κρήτες) δε της κιθάρας ευρετήν αναγορεύουσι και της κατ αυτην μουσικής…….ευρετήν δε και του τόξου γενόμενον διδαξαι τους εγχωρίους ….Τω δ’ Ερμή προσαπτουσι (οι Κρήτες) τα εν τοις πολέμοις   ….. εισηγητήν δε αυτόν  και  παλαίστρας γενέσθαι, και την εκ της χελώνης λύραν επινοήσαι  μετά  την Απολλωνος προς Μαρσύαν σύγκρισιν, καθ’ ην λέγεται τον Απόλλωνα νικήσαντα και τιμωρίαν υπέρ την αξίαν λαβοντα παρα του λειφθεντος μεταμεληθηναι  και τας εκ της κιθάρας χορδας εκρήξαντο μεχρι τινός χρόνου της εν αυτή μουσικής αποστήναι …» ( Διόδωρος 5.74-77). 

img20170423_14353284

Πήλινο ομοίωμα του 1420 – 1380 π.Χ. από το Παλαίκαστρο Σητείας. Αποδίδει ανοικτό κυκλικό χορό με τρεις γυναίκες που κρατιούνται από τα χερια σε απόσταση, ενώ μια άλλη στη μεση παίζει κιθάρα. (Μουσείο Ηρακλείου)

Και το ότι αυτό είναι αληθές προκύπτει και από το ότι οι ελληνικές λέξεις: χορός,  χορογραφία, χορογράφος, χορωδία, όρχηση, ορχήστρα, μουσική κλπ είναι διεθνείς, παγκόσμιες, πρβ στα λατινικά chorus, coro, hor, orchestra, musica…  = αγγλικά:  chorus/dance, choreography, chorographer, choral group, choir, orchitic, orchestra, music =   γαλλικά: chouer, chorale, chorégraphie, orchisi, orchestre, choeur, musique  = γερμανικά:  chor, choreografie, choreograf, chorédrame, chorist, orchester/musikkapelle, music κ.α

Ανατρέχοντας επίσης στους αρχαίους συγγραφείς βλέπουμε ότι οι Κρήτες δε βρήκαν μόνο το χορό και τη μουσική, αλλά γενικά τον πολιτισμό. Ο Πλάτωνας («Νόμοι» και «Μίνως»), ο Αριστοτέλης («Πολιτικά» Β, 1271, 10), ο Πλούταρχος («Σόλων» και «Λυκούργος»), ο Διογένης Λαέρτιος («Επιμενίδης»), ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»), ο Ισοκράτης (Παναθηναϊκός 205). κ.α., αναφέρουν ότι ο πρώτος αξιόλογος πολιτισμός που δημιουργήθηκε επί γης ήταν αυτός που δημιούργησε στην Κρήτη ο Μίνωας, δηλαδή ο πολιτισμός που σήμερα ονομάζουμε Μινωικό. Στη συνέχεια την Κρητική Πολιτεία, τους θεσμούς που δημιούργησε ο Μίνωας με τον αδελφό του Ραδάμανθυ και εκπολίτισε τους Κρητικούς,  αντέγραψαν  όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, καθώς και οι Ρωμαίοι. Πρώτα οι Σπαρτιάτες με το Λυκούργο και τη βοήθεια του Κρητικού νομοθέτη Θάλητα ,  μετά οι Αθηναίοι με το Σόλωνα και τη βοήθεια του Κρητικού σοφού και χρησμολόγου Επιμενίδη και τέλος και οι Ρωμαίοι με το Νόμα και   έτσι ευημέρησαν – εκπολιτίστηκαν. Ο λόγος και για τον οποίον Έλληνες, Ρωμαίοι κ.α. ί υμνούν το Μίνωα και το Ραδάμανθυ και συνάμα τους ανακήρυξαν ημίθεους, γιους του Θεού Δία και κριτές στον Άδη λόγω της μεγάλης δικαιοσύνη τους εν ζωή (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο «Κρητική Ιστορία», Αδαμάντιου (Μάκη) Κρασανάκη)

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Στράβωνας αναφέρει ότι «όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, τον ρυθμό και τα όργανα…… οι ιδρυτές της αρχαίας μουσικής αναφέρονται ως θράκες: Ορφέας, Μουσαίος, Θάμυρις…..  μερικά όργανα εξάλλου έχουν βαρβαρικά ονόματα , καθώς νάβλες, σαμβύκη, βάρβιτος, μαγάδις και τέτοια πολλά » (Στράβων Γεωγραφικά 10. ΙΙΙ,17 C 471), κάτι που δίνει την εντύπωση ότι τα πρώτα μουσικά όργανα και η μουσική δεν είναι ελληνική και ιδιαίτερα κρητική  επινόηση, όπως αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης ( 5, 64- 77), αλλά ξένη, ασιατική, ενώ δεν είναι έτσι, γιατί:

Α) Οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως π.χ. ο Διόδωρο Σικελιώτης ( 1, 96), αναφέρουν πως η αρχαία Θράκη, όπως και πολλά μέρη της Ασίας (που τότε Ασία ονομαζόταν η καλούμενη σήμερα Μικρά Ασία): Ιωνία, Πόντος κλπ, ήταν μέρη της Αρχαίας Ελλάδος και επίσης ότι ο Ορφέας,  ο Μουσαίος κ.α. ήταν περίφημοι Έλληνες από τη Θράκη μουσικοί. Ομοίως ο Απολλώνιος Ρόδιος (Αργοναυτικά Α 24- 30 και Β 210 κ.α.) αναφέρει ότι ο Ορφέας ήταν μουσικός και ένας από τους «άριστους Πανέλληνες», που αποτελούσαν το πλήρωμα της Αργοναυτικής Εκστρατείας: «Κλύτε Πανελλήνων προφερέστατοι, ει ετεον…»). Απλά ο Ορφέας κατά το Διόδωρο Σικελιώτη (5.74-77)  ήταν γιος της μούσας Καλλιόπης και του Κρητικού μουσικού  Απόλλωνα και κατά τον Απολλώνιο (Αργοναυτικά) γιος του βασιλιά της Θράκης Οίαγρου.

Β) Ο Στράβωνας αφενός δεν αναφέρει ότι η κιθάρα, ο αυλός και η λύρα είναι βαρβαρικής επινόησης πλην μόνο οι ναύλες, η μάγαδις, η βάρβιτος κ.α. και αφετέρου θεωρεί ότι οι Φρύγες και οι Κρήτες είναι θρακικής καταγωγής, γιατί κατ’ αυτόν οι Φρύγες ήταν άποικοι από τη Θράκη που ζούσαν στην Τρωάδα (βλέπε Στράβων 10.ΙΙΙ,16 C 471), που ως εξ αυτού η Τρωάδα λεγόταν και Φρυγία και  οι Κρήτες  ήταν στο νησί τους άποικοι από τη Φρυγία, απόγονοι των Ιδαίων Δακτύλων, οι οποίοι είχαν έρθει στην Κρήτη από τη Φρυγία συνοδεύοντας τη Ρέα προκειμένου να την επικουρήσουν στη γέννηση και ανατροφή του Δία  και ως εξ αυτού μετονομάστηκαν Κουρήτες και ακολούθως ένας εξ αυτών, ο Κύρβας,  ίδρυσε την Ιεράπυτνα  (Ιεράπετρα), κοντά στην πόλη Πραισό  (βλέπε Στράβων 10.ΙΙΙ,19 C 471).

2) Οι «Ιδαίοι Δάκτυλοι» , σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, ονομάζονταν οι πρώτοι άνθρωποι που κατοίκησαν στην οροσειρά Ίδη της Κρήτης, καθώς  και της Φρυγίας ή άλλως Τρωάδας στη Μικρά Ασία, που  κατ’ άλλους (Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά Α 1125 – 1135)  ήταν ντόπιοι Κρήτες και  κατ’ άλλους (Στράβων 10.ΙΙΙ,19 C 472) τους είχε φέρει στην Κρήτη η Ρέα από τη Φρυγία μέσω Ρόδου και εκεί , στο Δικταίο άντρο, ανέλαβαν τη νιότη (φρούρηση και φροντίδα)  και γι αυτό μετά αυτοί μετονομάστηκαν σε Κουρήτες και μάλιστα τότε ένας από αυτούς, ο Κύρβας, ίδρυσε την Ιεράπυτνα. Αναφέρουν επίσης ότι με την ονομασία «Ίδη» ονομάζονταν οι κορυφές, άρα η οροσειρά, τα όρη,  τόσο της Κρήτης, όσο και της Μ. Ασίας που είχαν αφιερωθεί στην Ιδαία μητέρα, δηλαδή τη θεά Ρέα, τη μάνα του Δία, και  στα όρη της Ίδης της Κρήτης περιλαμβάνονταν και η Δίκτη , όπου γεννήθηκε ο Δίας, και ο λόφος Πύτνα όπου η πόλη Ιεράπυτνα (Ιεράπετρα), πρβ:

 «Οι μούνοι πλεόνων μοιρηγέται ηδέ πάρεδροι Μητέρος Ιδαίης κεκληαται, όσοι έασιν Δάκτυλοι Ιδαίοι Κρηταιέες, ους ποτέ νύμφη Αγχιάλη Δικταίο ανά σπέος, αμφοτέρησιν δραξάμενη γαίης Οιαξιλίδος, εβλάστησε.» (Απολλώνιος Ρόδιος Αργοναυτικά Α 1125 – 1135).

«Ίδη γαρ το όρος τοτε Κρητικόν και το Τρωικόν, και Δίκτη τόπος εν τη Σκηψία και όρος εν Κρήτη’ της δε Ίδης λόφος είναι η Πύτνα, όπου Ιεράπυτνα η πόλις….» «Ίδη όρος υπάρχει στην Τρωάδα και στην Κρήτη. Δίκτη είναι τόπος στη Σκηψία και όρος στην Κρήτη. Λόφος της Ίδης είναι η Πύτνα, απ’ όπου και η Ιεράπυτνα η πόλη ……. Οι διάφορες κορυφές της Ίδης, που ήταν όλες αφιερωμένες στη μητέρα των θεών (τη Ρέα), λέγονταν Δάκτυλοι……..» (Στράβων, Ι, C 471, ΙΙΙ 20 και C 473, ΙΙΙ, 22)

 «Στα Κρητικά κείμενα, οι Κουρήτες λέγονται του Διός οι τροφοί και οι φύλακες. Η Ρέα τους έστειλε στην Κρήτη από τη Φρυγία. ‘Άλλοι λένε ότι στη Ρόδο ήσαν εννιά Τελχίνες. Ακολούθησαν τη Ρέα στην Κρήτη, ανέθρεψαν το Δία και μετονομάστηκαν Κουρήτες. Ο Κύρβας, ένας σύντροφός τους που ίδρυσε την Ιεράπυτνα (Κύρβαντα δε τούτον εταίρον Ιεραπύτνης όντα κτίστην), έδωσε αφορμή στους Πραισίους να λένε ανάμεσα στους Ροδίους ότι οι Κορύβαντες ήταν δαίμονες, παιδιά του Ήλιου και της Αθηνάς. Κάποιοι  λένε τους Κορύβαντες παιδιά του Κρόνου κι άλλοι παιδιά του Δία και της Καλλιόπης , ταυτόσημους με τους Καβείρους…….( Στράβων 10.ΙΙΙ,19 C 472, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»).

« Ο Σκήψιος θεωρεί πιθανόν Κουρήτες και Κορύβαντες να είναι οι ίδιοι: οι νεαροί («Κουρήτες») που εκτελούσαν τον πολεμικό χορό για τις τελετές της Μητέρας των Θεών, οι ίδιοι που ονομάστηκαν Κορύβαντες από το ότι έβγαιναν να χορέψουν χτυπώντας το κεφάλι τους όπως βάδιζαν ρυθμικά. Ο ποιητής (Οδύσσεια θ 250) τους λέει «ανθρώπους που βαδίζουν ρυθμικά»: «Ελάτε τώρα οι καλύτεροι Φαίακες ποτ βαδίζετε ρυθμικά». Κι επειδή οι Κορύβαντες χόρευαν και μάλιστα με ένθεη μανία, λέμε «κορυβαντιώντες» όσους κινούνται φρενιασμένα». ( Στράβων 10.ΙΙΙ,20 C 472, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»).

«Αυτοί που μας παρέδωσαν τις αρχαίες παραδόσεις των Φρυγών και των Κρητών θεωρούν τους Κουρήτες πνεύματα ή βοηθούς των θεών. Άλλοτε εμφανίζονται μπλεγμένοι σε μερικές μυστικές ιερουργίες κι άλλοτε  σχετίζονται με το μεγάλωμα του Δία, όταν ήταν μωρό, στην  Κρήτη. Ακόμη , με τις οργιστικές τελετές στη Φρυγία προς τιμή της Μητέρας των Θεών, καθώς και στην Ίδη της Τρωάδας γης. Η ποικιλία των αφηγήσεων είναι τόσο μικρή, ώστε μερικοί ταυτίζουν τους Κουρήτες με τους Κυρβαντες, τους Καβείρους, τους Ιδαίου δακτύλους και τους Τελχίνες, μερικοί τους θεωρούν συγγενείς μεταξύ τους και τους διαφοροποιούν αντιδιαστέλλοντας μικρές μεταξύ τους διαφορές. Μιλώντας γενικά και περιληπτικά, τους εμφανίζουν όλους να κατέχονται από ιερό ενθουσιασμό, ν’ ακολουθούν τη μανία του Βάκχου και, λειτουργώντας στις ιερές τελετές ως διάκονοι, να εμπνέουν τρόμο με πολεμικούς χορούς, γεμάτους θόρυβο, κρότους, κύμβαλα, τύμπανα και κλαγγή όπλων, αλλά και ήχους αυλού και μεγάλες κραυγές….». (Στράβων, Γεωγραφικά Ι, C 466, ΙΙΙ, 7)

Κουρήτες ονομάστηκαν τα παιδιά (από το κούροι > Κουρήτες = κοράσια, νεοι, παιδιά)  των Ιδαίων Δακτύλων της Κρήτης. Οι Κορύβαντες ονομάστηκαν τα παιδιά των Ιδαίων Δακτύλων της Φρυγίας. Εξ αυτών οι Κουρήτες ήσαν αυτοί που βρήκαν στην Κρήτη το πρώτο οργανωμένο χορό, τον οποίο χόρευαν για το Δία στο Δικταίο άντρο και ο οποίος ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα του Κουρήτη Πύρριχου, που τον οργάνωσε. Οι Κορύβαντες απλά «κουρυβαντιούσαν»  στα βακχικά όργια, δηλαδή χόρευαν λικνιστικούς εκστασιαστικούς χορούς και απ΄όπου  προέρχονταν ο «φρυγικός χορός», ο οποίος, καθώς λέει ο Λουκιανός στο «Περί Ορχήσεως (34)», υπέθετε χορευτές μέθυσους και αγροίκους.  Από τους χορούς αυτούς θεωρείται ότι προέρχονται και οι σημερινοί αισθησιακοί χοροί: ο σαγηνευτικός χορός της κοιλιάς ή άλλως χορός της Σαλώμης, το τσιφτετέλι κ.α.  ( Περισσότερα, σχετικά με το ποιος βρήκε τη μουσική και τα πρώτα μουσικά όργανα, στο βιβλίο: «Περί μουσικής και μουσικών οργάνων» Α.Γ.Κρασανάκη)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

 

1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΧΟΡΩΝ

 

 1.- Ο χορός, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς: Διονύσιο Αλικαρνασσέα («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Λόγος 2ος LXIΧ, 5 και Λόγος 7,72), Πλάτων (Νόμοι Ζ 795 – 797), Στράβων (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16), Διόδωρο Σικελιώτη (5.65), Πολυδεύκης Ιούλιος (Pollux «Ονομαστικό Λεξικό») , Ευριπίδη («Βάκχαι» αντιστροφή β΄, στ. 120-134)  κ.α. είναι ελληνικό επιτήδευμα,  το οποίο «είχαν βρει και διδάξει πρώτοι οι Κουρήτες», δηλαδή οι φρουροί του Δία στο Δικταίο άντρο της Κρήτης ως παιγνίδι, αφενός για να μην ακούει τα κλάματά του ο πατροκτόνος πατέρας του και αφετέρου για να τον παίζουν-ηρεμούν και από εκεί μετά διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, αρχικά στους Σπαρτιάτες, μετά στους Ρωμαίους κ.α. (Περισσότερα βλέπε «Κεφάλαιο Πρώτο: Ιστορία χορού»). Και το ότι πράγματι οι Κ(ου)ρήτες > Κρήτες είναι οι αυτοί που βρήκαν και δίδαξαν πρώτοι το χορό, όπως και τη μουσική, προκύπτει, λένε οι αρχαίοι συγγραφείς,  και από το ότι  αφενός αρχαιότερη  μαρτυρία για χορό έχουμε στη Ραψωδία Σ (590 – 605) της Ιλιάδας του Ομήρου, όπου γίνεται περιγραφή  ενός χορού που είχε διδάξει ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα. και αφετέρου οι ελληνικές λέξεις: χορός,  χορογραφία, χορογράφος, χορωδία, όρχηση, ορχήστρα, μουσική κλπ είναι διεθνείς, παγκόσμιες, πρβ στα λατινικά chorus, coro, hor, orchestra, musica…  = αγγλικά:  chorus/dance, choreography, chorographer, choral group, choir, orchitic, orchestra, music =   γαλλικά: chouer, chorale, chorégraphie, orchisi, orchestre, choeur, musique  = γερμανικά:  chor, choreografie, choreograf, chorédrame, chorist, orchester/musikkapelle, music κ.α.

 

 2.- Ο πρώτος Κρητικός και συνάμα πρώτος  παγκόσμιος χορός ήταν η καλούμενη Πυρρίχη, που ήταν ενόπλιος χορός και ο οποίος ονομάστηκε έτσι, επειδή τον οργάνωσε και δίδαξε πρώτος ο Κουρήτης Πύρριχος, καθώς λένε: (Στράβωνα  (10 ΙV 16),  Πολυδεύκης Ιούλιος (Pollux, “Ονομαστικό Λεξικό”) κ.α. Ακολούθως από την Πυρρίχη προέκυψαν και άλλοι χοροί, όπως οι Κρητικοί χοροί «Ορσίτης» και «Επικρήδιος» κ.α., που μετά εξελίχτηκαν σε θεαματικούς χορούς με βακχικά (Διονυσιακά) στοιχεία, καθώς λέει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί» ΙΔ', 629C, 26).

3.-Οι Κρητικοί, αλλά και γενικά οι ελληνικοί χοροί δεν έχουν επηρεαστοί από άλλους χορούς, γιατί απλούστατα οι λαοί από τους οποίους κατακτήθηκαν ήσαν αφενός οι Ρωμαίοι και οι απόγονοί τους οι Ενετοί, οι οποίοι είχαν πάρει το χορό από τους αρχαίους Έλληνες, καθώς λέει στη «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» ο Διονύσιος Αλεξανδρέας, ο Αθήναιος στους  «Δειπνοσοφισταί» κ.α. και αφετέρου οι Οθωμανοί (Τούρκοι κλπ), οι οποίοι, καθώς αναφέρουν οι περιηγητές επι τουρκοκρατίας, π.χ.: Sir James Porter ( “Observations on the religion, law, governemnet, and manners of the Turks”. London, Nourse, MDCCLXVIII = 1768, VOL 1), Jones, Edward ( “Lyric airs” Λονδίνο, G. & J. Robinson, 1804.), Ignace  Mouradgea d’ Ohsson («Tableau général de l'Empire Othoman» 1788) κ.α., δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το χορό γιατί το έβλεπαν ως περιττό, κάτι αργόσχολους.  Οι μουσουλμάνοι αρέσκονται στο να βλέπουν είτε γυναίκες να χορεύουν χορούς Οριεντάλ (χορούς της κοιλιάς) είτε τους Δερβίσηδες τους να χορεύουν τον καλούμενο περιστροφικό μυσταγωγικό χορό, το οποίον μάλιστα είχε οργανώσει ένας εξισλαμισμένος Ρωμιός, ο  Τζελαλεντίν Ρουμί (= ο Εξαίσιος Ρωμιός), και  με το χορό αυτό  υμνούσαν το θεό τους,  Απλά κατά τον 17ο αιώνα και εξής  άρχισαν και οι Τούρκοι να χόρευαν πυρρίχιους χορούς ως αυτούς των Ποντίων και των Αρβανιτών απ΄όπου τους είχαν πάρει.

4.- Αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για  Κρητικό χορό, που είναι και για το χορό γενικά, έχουμε στη Ραψωδία Σ (590 – 605) της Ιλιάδας του Ομήρου, όπου γίνεται περιγραφή  ενός χορού που είχε διδάξει ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα, άρα, αφού ο Μίνωας βασίλευε το έτος 1450 π.Χ. , σύμφωνα με το Πάριο Χρονικό (κατά  τον Ηρόδοτο και τον Όμηρο, ο Μίνωας βασίλευε τρεις γενιές πριν από τον Τρωικό Πόλεμο,  ο Ιδομενέας, ο εγγονός του Μίνωα, ήταν αρχηγός των Κρητων στον πόλεμο αυτό), άρα  οι κρητικοί χοροί έχουν αποδεδειγμένη ιστορία πάνω από (1450 + 2016) = 3466 χρόνια. Απλά δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς επινοήθηκε ο κάθε Κρητικός χορός, καθώς και το τι βήματα-κινήσεις ακριβώς χορεύονταν ο κάθε ένας από αυτούς τους χορούς, αλλά χοντρικά, επειδή δεν έχουν σωθεί λεπτομερείς καταγραφές..

5.- Ανατρέχοντας στους συγγραφείς και περιηγητές επί εποχής Τουρκοκρατίας στην Κρήτη (1669 - 1898)  ),  βλέπε π.χ. Savary, Claude-Etienne («Letters on Greece»,1779), Guys, Pierre Augustin («Voyage littéraire de la Grèce». Tome premier. Paris, 1783) κ.α.,  βλέπουμε ότι επειδή  οι ελληνικοί χοροί δεν έχαιραν της εκτίμησης των κατακτητών για αυτονόητους λόγους, δεν υπήρχαν πολλοί ελληνικοί χοροί, παρά μόνο οι εξής συγκεκριμένα: ο Συρτός, με πιο γνωστές παραλλαγές του τον Κανδιώτη ή Κρητικό και την Ρωμαίικα ή Ελληνικό,  και την Πυρρίχη,  με πιο γνωστές παραλλαγές τον Πυρρίχιο, τον Βλάχικο και το Αρναούτικο ή  Χασάπικο. Το 1783 π.χ. ο συγγραφέας Guys, Pierre Augustin («Voyage littéraire de la Grèce». Tome premier. Paris, 1783) αναφέρει: «Οι κυριότεροι χοροί που εκτελούνται σήμερα στην Ελλάδα είναι ο Κανδιώτης, ο Ελληνικός Χορός, ο Αρναούτικος, οι Χοροί της Υπαίθρου, ο Βλάχικος και η Πυρρίχη», οι οποίοι χορεύονταν κατά τόπους κατά τι διαφορετικά. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821, που οι Έλληνες έκαναν ό,τι ήθελαν και στο χορό, αφενός οι οργανοπαίχτες και οι χορευτές και αφετέρου οι συγγραφείς (ερευνητές, λαογράφοι, μελετητές κλπ) των Κρητικών παραδοσιακών χορών βρήκαν νέους χορούς και συνάμα προσέδωσαν και ονομασίες στις παραλλαγές των παλαιότερων χορών που είχαν δημιουργηθεί στο μεταξύ βάσει της ονομασία της περιοχής στην οποία αυτός διαμορφώθηκε ή τον τρόπο που χορευόταν κλπ. Έτσι προέκυψαν οι ονομασίες π.χ.: Χανιώτικος/Καλαματιανός κλπ Συρτός. Μαλεβυζιώτης/ Μυλοποταμίτικος ή Ανωγειανός/ Λασιθιώτικος/ Ιεραπετρίτικος κλπ  πηδηχτός κλπ. Οι ονομασίες «Μαλεβιζιώτης», «Πεντοζάλης», «Χανιώτικος» κλπ δεν υπήρχαν επι τουρκοκρατίας. Η Κρήτη ελευθερώθηκε  το 1898, όμως οι Κρήτες που έμεναν στα ελευθερωμένα ήδη μέρη, όπως στην Αθήνα, άρχισαν ήδη από το 1821 να κάνουν εκείνο που αυτοί ήθελαν ακόμη και στο χορό. Από τον Κρητικό Πυρρίχιο χορό της τουρκοκρατίας, όπως θα δούμε πιο κάτω, προέκυψε πρώτα ο Πηδηχτός χορός  και μετά από αυτόν η Σούστα , ο Πεντοζάλης, ο Τριζάλης, ο Μαλεβιζιώτης κ.α, και από το Συρτό χορό Κανδιώτη ή Κρητικό προήλθαν ο Συρτός Χανιώτικος, ο Σιγανός κ.α.,

6.- Το ότι υπάρχει ο χορός Χανιώτικος και ο χορός Μαλεβιζώτης δε σημαίνει και ότι η Σούστα επινοήθηκε στο Ρέθυμνο και ο Πεντοζάλης στο Λασίθι, όπως λένε μερικοί, γιατί  αφενός υπάρχουν και πάρα άλλοι χοροί, όπως π.χ. ο Σιγανός, ο Λαζώτης, ο Αγκαλιαστός, ο Στειακός κλπ και αφετέρου οι χοροί αυτοί δεν είναι οι πιο παλιοί, όπως θα δούμε πιο κάτω. Απλά στην Κρήτη υπάρχουν και τοπικές παραλλαγές των χορών, που σήμερα τείνουν να εξαλειφθούν.

 

2. ΤΑ ΕΙΔΗ, ΟΙ ΟΡΟΛΟΓΙΕΣ, ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΛΠ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΧΟΡΩΝ

 

Οι κρητικοί χοροί βασικά διακρίνονται σε δυο είδη, τους συρτούς και τους πηδηκτούς και από τους οποίους οι συρτοί χοροί διακρίνονται σε αργούς ή άλλως σιγανούς, Αγκαλιαστός, Ξενομπασάρης κλπ και σε γρήγορους : Χανιώτης, Λαζώτης, κλπ. Οι πηδηκτοί χοροί είναι όλοι τους γρήγοροι και μάλιστα πολύ πιο γρήγοροι και από τους γρήγορους συρτούς,  Η ονομασία του κάθε κρητικοί χορού σχετίζεται είτε με τον τρόπο που χορεύεται είτε με με την εντοπιότητά του,  π.χ.:  Πεντοζάλης  = ο χορός που χορεύεται με πέντε ζάλα (βήματα), Τριζάλης, (Συρτός) Χανιώτικος = ο συρτός χορός που χορεύεται στα Χανιά, (Πηδηχτός) Μαλεβιζιώτης = ο πηδηχτός χορός που χορεύεται στο Μαλεβύζι κλπ.

Οι κυριότεροι – γνωστότεροι Κρητικοί χοροί σήμερα  οι εξής πέντε: η Σούστα, ο Συρτός (Χανιώτικος), ο Πεντοζάλης, ο Σιγανός  και ο Πηδηχτός (Καστρινός ή Μαλεβιζιώτικος).   Οι χοροί αυτοί είναι  όλοι τους μεικτοί και κυκλικοί πλην της Σούστας, η οποία ξεκινά ως κυκλικός και μετά γίνεται ζευγαρωτός αντικριστός χορός. Οι χοροί Πηδηχτός, Πεντοζάλης και Σούστα είναι πηδηχτοί χοροί, ενώ ο Σιγανός και ο Χανιώτικος συρτοί, ο πρώτος αργός και ο δευτερος γρήγορος. Ο Σιγανός  είναι αναπνευστικός χορός και συνάμα «μελωδικός». Δηλαδή χορεύεται πριν ή μετά από τους πηδηχτούς    είτε για προθέρμανση είτε για χαλάρωση των χορευτών και συνάμα δίδει την ευκαιρία στους μεν οργανοπαίχτες να παίξουν και άλλους ωραίους μουσικούς σκοπούς, στους δε χορευτές να ανταλλάξουν ωραίες μαντινάδες με μηνύματα ή επίδειξη της ποιητικής τους τέχνης, κάτι που δεν είναι δυνατόν να γίνει στους άλλους χορούς, επειδή είναι γρήγοροι και πηδηκτοί και έτσι οι χορευτές λαχανιάζουν.

Υπάρχουν επίσης και πολλοί άλλοι κρητικοί χοροί, όπως  οι εξής:   ο Γεραπετρίτικος Πηδηχτός, ο Καστρινός Πηδηχτός, ο Στειακός Πηδηχτός, ο Ανωγειανός ή Μυλοποταμίτικος Πηδηχτός, ο Πρινιανός Πηδηχτός, ο Τριζάλης, η Ρουμαθιανή Σούστα,  ο Απανωμερίτης, ο Zερβόδεξος, ο Αγκαλιαστός, ο Σιγανός Ξενωμπασάρης, ο Κατσαμπαδιανός Πεντοζάλης,  τα Ντουρνεράκια, ο Λαζώτης, το Μικρό - Μικράκι κ.α.  

Οι περισσότεροι από τους χορούς αυτούς, όπως φανερώνει και ο χαρακτηρισμός τους είναι είτε τοπική παραλλαγή, π.χ. Πηδηχτός Μαλεβιζιώτης και  Πηδηχτός Στειακός κλπ  είτε παραλλαγή για λόγους ποικιλίας ή σάτιρας κτλ, πρβ  π.χ.  Πεντοζάλης και Κουτσικός ή Κουτσαμπαδιανός Πεντοζάλης, Σούστα και Γητσικιά Σούστα, Σιγανός και Σιγανός Ξενομπασάρης κλπ.

Προ αυτού άλλοι βγάζουν τους κρητικούς χορούς 15, άλλοι τους βγάζουν 25 κλπ. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα Παγκρήτιοι χοροί είναι οι ως άνω πέντε κύριοι χοροί συν τους : Ανωγειανό Πηδηχτό, Κουτσαμπαδιανό Πεντοζάλη, Ντουρνεράκια και Λαζώτη. Οι υπόλοιποι χορεύονται από τα χορευτικά συγκροτήματα στα πλαίσια των «ξεχασμένων χορών».

Όπως θα σούμε πιο κάτω, οι χοροί Λαζώτης και Ντουρνεράκια  είναι χοροί αφενός παγκρήτιοι και αφετέρου λαϊκοί, παρόμοιοι του χασαποσέρβικου, είναι η κρητική έκδοση του αρχαίου ελληνικού χορού Χασάπικου.  Οι χοροί Ζερβόδεξος, Αγκαλιαστός και Ξενομπασάρης, που δεν είναι κυκλικοί χοροί (ο ένας χορευτής πάει πίσω από τον άλλο),  είναι χοροί αφενός παραλλαγές του Σιγανού και αφετερου  αναπνευστικοί και συνάμα ευθυμοσατυρικοί (κατά το χορό λέγονται σατυρικές και όχι μόνο μαντινάδες). Οι χοροί Απανωμερίτης ή Προβατινίστικος, Ρουμαθιανή ή Γιτσική Σούστα κ.α. είναι χοροί  κωμικοί.

 

47385_126285294086429_428787_n

Γιάννης Παναγιωτάκης, καθηγητής Φ.Α., ερευνητής Εθνογραφίας και ιδρυτής του Ομίλου Παιδείας και Πολιτισμού "ΑΕΤΟΓΙΑΝΝΗΣ", με το χορευτικό συγκρότημα του Ομίλου

 

 

 

Οι κρητικοί χοροί χορεύονται με κρητική μουσική, η οποία εκτελείται  με όλα τα γνωστά μουσικά όργανα. Ωστόσο χαρακτηριστικά παραδοσιακά μουσικά όργανα θεωρούνται  η λύρα ή το βιολί ή η βιολόλυρα,  συν  το λαούτο ή μαντολίνο ή κιθάρα ή το μπουλγαρί, η μ(π)αντούρα, το χαμπιόλι,  το νταούλι και η ασκομ(π)αντούρα (γκάιντα). Μπορεί να είναι και όλα μαζί αυτά τα όργανα. Οι συνδυασμοί τους λέγονται «ζυγιές».

Οι χορευτές, γυναίκες κι άντρες, στους κρητικούς χορού κρατούνε σε κύκλο ανοιχτό και συνήθως στη μέση-μέση του κύκλου κάθονται οι οργανοπαίχτες. Για λόγους ευγενείας ποτέ δεν μείνει το τέλος του κύκλου μια γυναίκα. Η αρχή, η κορυφή του κύκλου του χορού στους κρητικούς χορούς καλείται «ομπρός μερά», αυτός που σέρνει, που άγει το χορό λέγεται «πρώτος χορευτής» ή  «μπροστινός» και η τελευταία θέση «κουντούρα», που, όπως προαναφέραμε, για λόγους ευγενείας δεν καταλαμβάνεται ποτέ από μια γυναίκα.

Τα βήματα των Κρητικών χορών ονομάζονται ζάλα, οι μουσικές μελωδικές τους φράσεις κοντυλιές και τα δίστιχα που τραγουδιούνται  μαντινάδες. Ο χορός, η μουσική και οι μαντινάδες στην Κρήτη πάνε αντάμα. Στους κρητικούς χορούς τα βήματα ή άλλως ζάλα  του κάθε χορού είναι τόσα όσα και οι συλλαβές  του κάθε στίχου ή του κάθε ημιστιχίου ( ο στίχος = 8+7=15 συλλαβές-βήματα)  της μαντινάδας  με την οποία χορεύεται ή γίνονται το πολύ από δύο ακέραιες φορές σε κάθε ημιστίχιο. Οι τόνοι των λέξεων των μαντινάδων συμπίπτουν με το τόνο (ρυθμό) της μουσικής κλπ

Στους κρητικούς χορούς επίσης οι άνδρες ποτέ δεν αφήνουν μια γυναίκα ως «κουντούρα» (= ουρά, τελευταία) του χορού. Ο τραγουδιστής του χορού, που είναι ένας από τους οργανοπαίχτες, έχει πάντα κάτι να πει και για τους χορευτές, αν δει ότι δεν τηρούν τους κανόνες, αλλά και όταν χορεύουν ωραία:

 «Μα στην ομπρός μερά κρατεί ο λύχνος με το φ(υ)τίλι

και σέρνει κι αξοπίσω του το ξεπασουλιστήρι.

«Έχεις αετού πορπατησά, τση πέρδικας τη χάρη

και τη χρυσή σου ομορφιά ζηλεύει το φεγγάρι».

Στα αρχαία ελληνικά ο πρώτος χορευτής λεγόταν «χορηγός» , επειδή άγει το χορό, απ’ όπου μετά και μεταφορικά «χορηγός» λεγόταν και αυτός που έχει αναλάβει να πληρώσει τα έξοδα του χορού ή και γενικά μιας εκδήλωσης. Στα αρχαία ελληνικά οι φιγούρες του χορευτή λέγονταν δεξιοτεχνίες και μια από τις οποίες ήταν «οι κυβισμοί» (Αθήναιος, «Δειπνοσοφισταί»), δηλαδή οι εναέρις ή οι χορευτικές κινήσεις με τα πόδια πάνω και τα χέρια κάτω.  Στην τούρκική γλώσσα «τσαλίμι (çalιm)» και στον πληθυντικό «τσαλίμια» λέγονται  οι επιδέξιες , επιτηδευμένες,  δεξιοτεχνικές κινήσεις που κάνει ο πρώτος στη σειρά χορευτής. Συνώνυμα: φιγούρες, κόλπα, νάζια, σκέρτσα κ.α.  Στα ιταλικά όρτσα ( <ιταλ.  Orza), πληθυντικός όρτσες  = οι αεράτες αυτοσχέδιες κινητικές δημιουργίες, «όρτσα τα πανιά κόντρα στο Δεληβοριά" = άνοιγμα των πανιών στην κατεύθυνση του ανέμου). Η ιταλική λέξη «όρτσα» μάλλον είναι παρμένη από τα ελληνικά, από τον κρητικό χορό «ορσίτη» ( όρνυμι).

 

3. Ο ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΧΟΡΕΥΤΗΣ

 

Στους κρητικούς χορούς  ο αυτοσχεδιασμός, εδικά του πρώτου χορευτή (αρχαία ελληνικά χορηγού) παίζει το σπουδαιότερο ρόλο, γιατί είναι αυτός που με τη δική του δεξιοτεχνία, γνώση κλπ,  κάνει το χορό ωραίο, σπάει τη μονοτονία, δημιουργεί ποικιλία και γενικά κάνει το χορό μοναδικό . Καλός χορευτής θεωρείται όχι μόνο αυτός που εκτελεί τα βήματά του χορού σωστά και πάνω στο ρυθμό της μουσικής (να έχει αίσθηση του ρυθμού), αλλά και αυτός που χορεύει αφενός πάνω στο ύφος του χορού και αφετέρου με πάρα πολλούς αυτοσχεδιασμούς, δηλαδή με πολλές και ωραίες δεξιότητες (τσαλίμια, φιγούρες). Φυσικά οι αυτοσχεδιασμός  και οι δεξιότητες δε γίνονται όποτε θέλει ο  κάθε χορευτής, αλλά μόνο όταν αυτός είναι πρώτος στον κύκλο, δηλαδή όταν αυτός είναι εκείνος  που άγει ή που σύρει το συρτό χορό.  Οι ομαδικοί αυτοσχεδιασμοί (φιγούρες) γίνονται μόνο από χορευτικά συγκροτήματα, όπου έχει γίνει εξάσκηση και πρόβες, ώστε να επιτύχει ο συντονισμός. Ο πρώτος χορευτής στους κρητικούς χορούς όχι μόνο έχει την απόλυτη ελευθερία, αλλά και επιβάλλεται να κάνει στο χορό τις ανάλογες με το χορό δεξιοτεχνίες (τσαλίμια, όρτσες, καμπανούς, κυβισμούς κλπ) που κατέχει» ( γνωρίζει), όμως με  σεμνότητα,  ώστε να εμπλουτίσει το χορό. Ο δεύτερος που ακολουθεί στο χορό βοηθά τον πρώτο στις δεξιοτεχνίες  , ενώ οι άλλοι απλώς ακολουθούν μέχρι να έρθει η σειρά τους να πιάσουν κι αυτοί πρώτοι (στην «ομπρός μερά =  κορυφή > κορυφαίος) της σειράς του χορού.

 

4.  ΟΙ  (ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ) ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

 

1) Ο ΠΗΔΗΧΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΖΙΩΤΗΣ ή ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ

Με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Πηδηχτός» ονομάζεται ο χορός, που,  όπως υποδηλώνει η ετυμολογία της λέξης,  χορεύεται με πηδήματα, πηδηχτά και όχι συρτά.  Με πηδήματα που έχουν  μέτρο - ρυθμό όπως  αυτός που έχει ο σκοπός της μουσικής, αλλά και οι 15 σύλλαβοι στίχοι της μαντινάδας που χορεύεται.  Παραλλαγές του Πηδηκτού χορού υπάρχουν σήμερα πάρα πολλοί στην Κρήτη, οι οποίοι λέγονται: Πηδηκτός Μαλεβιζιώτης / Καστρινός/ Λασιθιώτης ή Γεραπετρίτης ή Στειακός / Ανωγειανός ή Μυλοποταμίτικος κ.α.  Ο Πηδηχτός Μαλεβιζιώτικος, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι μια από τις παραλλαγές του Πηδηχτού χορού που εκτελείται κατά τον τρόπο που συνηθίζεται στην περιοχή Μαλεβιζίου Ηρακλείου Κρήτης. Ο Μαλεβιζιώτης ονομάζεται και «Καστρινός», επειδή με την ονομασία «Κάστρο» ονομάζεται η πόλη του Ηρακλείου και από εκεί και κατ’ επέκταση με την ονομασία «καστρινός,ή,ό» καλείται και κάθε τι του νομού Ηρακλείου. Ο Πηδηχτός χορός σε όλες του τις παραλλαγές, επειδή εκτελείται με πηδήματα, είναι  είναι αλματώδης, θορυβώδης, ενθουσιώδης και δυναμικός χορός, κάτι όπως και η αρχαία Πυρρίχη απ΄όπου έχει προέλθει. Ο πρώτος χορευτής στον Πηδηχτό χορό έχει όχι μόνο την απόλυτη δυνατότητα, αλλά και επιβάλλεται, να κάνει δεξιοτεχνικούς αυτοσχεδιασμούς, τα καλούμενα τσαλίμια ή άλλως φιγούρες, αφενός για  να δείξει την τέχνη που κατέχει, τη δεξιοτεχνική δημιουργία του, το πόσο καλός χορευτής είναι και αφετέρου και κυρίως για να «απογειώσει» το χορό, δηλαδή  για να σπάσει τη μονοτονία του και να τον ωραιοποιήσει.

734959_10208638519827902_7616829120722732786_nΚρητικό χορευτικό συγκρότημα Ετεοκρήτες  χορεύοντας Πηδηκτό . Χοροδιδάσκαλος Μ. Παπαδάκης. 

Ο έμπειρος, αυτός που γνωρίζει την τεχνική του χορού, ξεκινά αεράτα (όρτσα, με όρτσα τα πανιά), κάνοντας τσαλίμια ή άλλως φιγούρες, δηλαδή πηδήματα, περιστροφές του σώματος, παύσεις και επιδέξια ληκτικά  πηδήματα (καμπανούς),  μετακινείται με χάρη στο χώρο και ταυτόχρονα κάνει χτυπήματα των ποδιών στο έδαφος και των χεριών στα πόδια του κλπ. Άλλοτε πάλι δυο χορευτές, ταυτόχρονα, αφήνουν τις θέσεις τους και πιάνουν ο ένας «πρώτος» και ο άλλος «δεύτερος» και ο πρώτος, αφού κάνει τους αυτοσχεδιασμούς του, κάνει και αεράτα άλματα (ίπταται), καθώς και τους καλούμενους «κυβισμούς»  (φέρει τα πόδια επάνω και το κεφάλι προς τα επάνω) βοηθούμενος από τον δεύτερο.  Άλλοτε πάλι δυο χορευτές, μία γυναίκα και ένας άνδρας, ταυτόχρονα, αφήνουν τις θέσεις τους και πιάνουν ο ένας «πρώτος» (η γυναίκα) και ο άλλος «δεύτερος» (αστάρι = στήριγμα) και η γυναίκα κάνει γυναικείες φιγούρες και ο άντρας την υποβοηθά. Από αυτή τη φιγούρα ξεκίνησε και έγινε αυτόνομος χορός η Σούστα (αρχικά, όπως είδαμε πιο πριν, δεν υπήρχε η Σούστα και ο χορός λεγόταν Πηδηχτός ή Σούστα). Λόγω δε αυτής της ελευθερίας των κινήσεων που παρέχει ο πηδηχτός χορός είναι και η αιτία που υπάρχουν πολλές παραλλαγές πηδηχτού χορού στην Κρήτη: Μαλεβιζιώτης, Στειακός, Γεραπετρίτικος, Εθιανός κλπ.

Ο πηδηχτός χορός και ειδικά ο Μαλεβιζιώτης είναι  ο πιο δύσκολος και ο πιο κουραστικός, χορός της Κρήτης, ίσως και του κόσμου, όμως είναι και ο πρώτος, ο καλύτερος του κόσμου. Ο χορός όπου ο χορευτής και γλεντά, αλλά και που μπορεί να εντυπωσιάσει με τις γνώσεις και τις ικανότητές του.  Με το γρήγορο ρυθμό του ο χορός Πηδηχτός δίνει την ευκαιρία στο κάθε χορευτή αφενός να γυμναστεί και να ξεδώσει (ψυχαγωγηθεί) και αφετέρου να επιδείξει τη σβελτοσύνη του, την αντοχή του, την ικανότητά του στο να αυτοσχεδιάζει και να εντυπωσιάζει με τα τσαλίμια (φιγούρες) και τα αεράτα πηδήματά του.

Ο πηδηχτός χορός, όπως η αρχαία Πυρρίχη,  κανονικά είναι χορός όχι για ηλικιωμένους, αλλά για νέους ή αρχαία ελληνικά «κούρους > Κουρήτες, κοράσια, επειδή εκτελείται με πηδήματα και ως εξ αυτού είναι κουραστικός. Προ αυτού παλιότερα υπήρχε ο «Γεροντίστικος πηδηχτός χορός», που αυτός μάλλον δε σώζεται σήμερα, όμως είδα πολλάκις να τον χορεύουν  οι «παπουδογιαγιάδες» , το αναφέρει και  ο Θ. Προβατάκης 1990, 69, «Κρήτη»: «Ο Γεροντίστικος είναι ένας από τους 23 Κρητικούς χορούς».

Ο Πηδηχτός χορός σε όλες του τις παραλλαγές  είναι κυκλικός ή τοξωτός χορός και στον οποίο οι χορευτές κρατιούνται  με λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων (με λυγισμένους τους αγκώνες).   Ο χορός ξεκινά με με το δεξί πόδι και ειδικά στο Μαλεβιζιώτη εκτελείται με 6 βηματικές κινήσεις συν 2 αναπηδήματα με σύγχρονη άρση –εκτίναξη προς τα έξω πότε του ενός και πότε του άλλου ποδιού = 8 κινήσεις-χρόνοι. 

 

Βήματα προς το κέντρο ή προς τα δεξιά του κύκλου:

1: Το δεξί πόδι μ’ ένα πηδηματάκι πατάει προς το κέντρο του κύκλου. 2: Το αριστερό περνάει μπροστά από το δεξί και πατάει προς το κέντρο. 3: Το δεξί έρχεται και πατάει κοντά στη φτέρνα του αριστερού. 4: Το αριστερό πόδι πατάει προς τα εμπρός. 5: Το δεξί πόδι περνάει μπροστά από το αριστερό και πατάει προς το κέντρο. 6: Το αριστερό πόδι πατάει κοντά στη φτέρνα του δεξιού. 7: Το δεξί πόδι πατάει προς τα εμπρός. 8: Κάνουμε μια αναπήδηση πάνω στο δεξί πόδι, με ταυτόχρονη άρση του αριστερού ποδιού προς το κέντρο του κύκλου ελαφρά λυγισμένο στο γόνατο.

Βήματα προς τα πίσω ή προς αριστερά του κύκλου

1: Το αριστερό πόδι μ’ ένα πηδηματάκι πατάει προς τα πίσω. 2: Το δεξί πόδι πατάει πίσω από το αριστερό. 3: Το αριστερό πόδι έρχεται κα πατάει κοντά στο δεξί. 4: Το δεξί πατάει προς τα πίσω. 5: Το αριστερό πόδι πατάει πίσω από το δεξί. 6: Το δεξί πόδι έρχεται και πατάει κοντά στο αριστερό. 7: Το αριστερό πόδι πατάει προς τα πίσω. 8: Αναπήδηση στο αριστερό πόδι, με άρση του δεξιού προς το κέντρο, ελαφρά λυγισμένο στο γόνατο

«Χρυ-σός στα-υρός εί-ν’ο γα-μπρός, κι η νύ-φη δια-μα-ντέ-νιος = 1ος 15 σύλλαβος

Κι εί-ναι και ο κου-μπά-ρος τους χρυ-σός μα-λα-μα-τένιος»       = 2ος 15 σύλλαβος

http://www.kritikoi.gr/main_titles/culture/xoroi/images/maleviz.jpg

ΒΗΜΑΤΑ ΠΗΔΗΚΤΟΥ ΧΟΡΟΥ

 Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή τον χαρακτηρισμό «Πηδηχτός» ή «Μαλεβιζιώτικος» παρά μόνο  κάποιους ελληνικούς χορούς και στους κρητικούς την «Πυρρίχη» και το συρτό «Κανδιώτη ή Κρητικό», οι οποίοι χορεύονταν κατά τόπους με μικρές διαφορές. Συνεπώς ο χορός που γνωρίζουμε σήμερα με την ονομασία «Πηδηχτός» ( Μαλεβιζιώτης/Λασιθιώτικος κλπ)   δημιουργήθηκε ή ονοματίστηκε έτσι κάποια παραλαγή της Πυρρίχης  μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821  και  αυτό πρέπει να έγινε πριν από το 1835, αφού to 1835 ο Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρής στη μετάφραση που έκανε του βιβλίου του Ολλανδού περιηγητή – κατασκόπου  Dapper Olfert (1636-1689) «Description exacte des isles de l'Archipel» 1688, του οποίου έδωσε τον τίτλο «Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» (1835) σε σχόλιό του, σχετικά με τους χορούς των Κρητών,   αφενός τον αναφέρει και  αφετέρου λέει ότι ίσως έχει προέλθει από τον αρχαίον «επικρέδιον» χορό, πρβ

:  «Είχον δε και άλλους χορούς (οι Κρήτες) συνήθεις εις αυτούς, ως τους καλούμενους Επικρέδιον και Ορσίτην, περί ως αναφέρει ο Αθήναιος: Ο Ορσίτης ίσως εστί ο παρ’ αυτοίς νυν καλούμενοι ο Συρτός, Επικρέδιος δε η νυν Σούστα, ή Πηδηκτόν». (Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μτφ Μ. Βερνάρδου του Κρητός, 1835). Ο  Αθήναιος («Δειπνοσοφισταί» 14, 26) αναφέρει: «όθεν εκινήθησαν αι καλούμεναι Πυρρίχαι και πας ο τοιούτος τρόπος της ορχήσεως· πολλαί γαρ αι παρονομασίαι αυτών, ως παρά Κρησίν ορσίτης και επικρήδιος.. εμμέλεια, κόρδαξ, σίκιννις… θράκιος, τελεσιάς η μακεδονική, …. »  («και μπήκαν τότε σε χρήση οι λεγόμενες πυρρίχες και κάθε τέτοιο είδος χορού· πολυάριθμες είναι αληθινά οι ονομασίες τους, όπως λ.χ. στους Κρητικούς ο ορσίτης και ο επικρήδιος»,  Αθήναιος ΙΔ' 629C, 26)

 Το  1842 ο Μιλτιάδης Χουρμούζης – Βυζάντιος στο βιβλίο του «Κρητικά» (1842) αναφέρει ότι στην Κρήτη υπάρχουν δυο χοροί, δυο είδη χορών, ο Σιγανός και ο Πηδηχτός και από αυτούς ο Πηδηχτός λεγόταν και με την ονομασία Σούστα (σήμερα η Σούστα είναι ξέχωρος χορός) και του οποίου παραλλαγές είναι ο Τριζάλης και ο Πεντοζάλης (που σήμερα είναι ξέχωροι χοροί), πρβ:  <<Ο χορός των Κρητών είναι συνήθως δυο ειδών, ο Σιγανός και ο Πηδηκτός, ή η Σούστα. Κρατώνται δε άνδρες και γυναίκες ούτω, ο εις με την δεξιάντου κρατεί την αριστεράν του προς δεξιά τρίτου, και με την αριστεράν του προς δεξιάν, του προς δεξιά προς αριστερά τρίτου, ο δε πρώτος όστις με την αριστεράν κρατεί πότε την δεξιά του προς αριστερά τρίτου, και πότε τον δεύτερον από την ζώνην, αφήνει την  δεξιά του ελευθέραν δι ης κάμνει διαφόρους χειρονομίας και εις μεν τον Σιγανόν προχωρούσι δυο βήματα πλαγίως δεξιά, και εν πλαγίως αριστερά, τραγωδών πρώτον εις και έπειτα επαναλαμβάνουν όλοι σχεδόν. Εις δε τον Πηδηκτόν, όστις έχει τριπλήν ταχύτητα από τον Σιγανόν, πότε κάμνουν τρία βήματα δεξιά και ένα αριστερά (πλαγίως) και τότε λέγεται Τριζάλης και πότε πέντε δεξιά και εν αριστερά και λέγεται Πεντοζάλης, αλλά κάθε επαρχίας ο χορός διαφέρει κατά τι. Και μάλιστα των δυτικότερων επαρχιών ο Πηδηκτός, τον οποίον λέγουν Σούστα, κάμνοντες πυκνά και ταχέα βήματα, χωρίς όμως να διαφέρει πολύ από τον αρχαίον Πυρρίχιον, διότι καθώς το πάλαι εχόρευον οπλοφορούντες, και κτυπώντες τας ασπίδας των με τα δόρατα, ούτω και σήμερον, ευχαριστούνται να χορεύουν αρματωμένοι και να κτυπώσι τους πόδες των, κάμνοντες διαφόρους στροφάς με πολλήν ευκινησίαν, και επαινούμενοι παρά πάντων όστις χορεύει καλήτερα» (Μ. Χορμούζης – Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842)

 Το 1881, δηλαδή επι εποχής τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη, ο Ιωσήφ Χατζιδάκης, ο μετέπειτα πρώτος Διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου και  πρώτος Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης επι Κρητικής Πολιτείας (1898-1912), στο «Περιήγησις εις Κρήτη» αναφέρει αφενός ότι ο Μαλεβιζιώτης Πηδηκτός προέρχεται από την Πυρρίχη και ότι  ονομάζεται και Μαλεβιζιώτης, επειδή στην περιοχή Μαλεβυζίου χορεύεται κανονικά και αφετερου ότι ο χορός αυτός είναι εκείνος που χόρευαν οι Κουρήτες στο Δικταίο άντρο της Δίκτη, όταν η Ρέα γεννησε εκεί το Δία, πρβ: «Ο Βελών (σ.σ. Pierre Belon = Γάλλος φυσιοδίφης) περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την Πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους. Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης  «Περιήγησις εις Κρήτη», 1881, σελίδα 78,79).

DSC_3815Χορευτικό συγκροτημα Συλλόγου Κρητων και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής

Το 1883, δηλαδή επί εποχής τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη,  στην τοπική εφημερίδα «Μίνως» του Ηρακλείου περιγράφεται Πηδηχτός χορός (δεν αναφέρει αν είναι Μαλεβιζιώτης ή Στειακός κλπ) ομάδας χριστιανών Ηρακλειωτών ενώπιον του Εσάτ Πασά την παραμονή του καρναβαλιού για την τότε γνωστή γιορτή των Καλτιμιριτζίδων, ως εξής: «Τριάντα Κρήτες λεβέντες, ο ένας εκλεκτώτερος του άλλου χορεύουν τον θεαματικόν πηδηχτόν, έξω από την πόρτα του Πασά, ενώ πλήθη κόσμου συρρεύσαντα τον παρακολουθούν. Σύρει πρώτος τον χορό ο ξακουστός Μιχαήλ Ζαχαριάδης, ευθυτενής σαν κυπαρίσσι, σοβαρός και ρυθμικός. Τούτον διαδέχεται ο Γιαννίκος αλλά αυτός μάλλον πετά παρά χορεύει. Πηδά υπεράνω του κύκλου, ίσταται εις τα χέρια και τους ώμους των χορευτών με ισορροπία αξιοθαύμαστον καταπλήσσων δια της ταχύτητος και της ευστροφίας του. Ακολουθούν οι λοιποί χορευταί με χάριν και πολλήν τέχνην, ευλύγιστοι, πτερόποδες». (Θεοχάρη Δετοράκη. Νεοκρητικά Μελετήματα 1975-2005, τόμος Α, σελ. 148).

Το 1916 ο Ιωάννης Κονδυλάκης στον «Πατούχα» (1916) περιγραφει χαρακτηριστικά σκηνή Πηδηχτού (δεν αναφέρει αν είναι Βιαννίτικος ή Μαλεβιζιώτης ή Λασιθώτης κλπ ), ως εξής: << Υπό την κίνησιν του δοξαριού του (λυράρη) έφευγον γοργόπτεροι του «πηδηκτού» οι ήχοι. Και όλος ο κύκλος των χορευτών εκινείτο διά μιας ως είς άνθρωπος, και των ποδών ο κρότος αντήχει ταυτοχρόνως και τόσον δυνατά, ώστε εσείετο ενόμιζες, το έδαφος. Ήρχοντο στιγμαί κατά τας οποίας η λύρα εγαύγιζε, κατά την χαρακτηριστικήν έκφρασιν, ο δε χορός εμαίνετο. Τότε δε οι χορευταί εφαίνοντο ως μεγεθυνόμενοι εις γίγαντας των οποίων αι κεφαλαί ήγγιζαν σχεδόν την οροφήν. Οι πασαλίδες ανεταράσσοντο εις τας ζώνας των νέων και τα στήθη των χορευτριών έτρεμαν και εσπαρτάριζαν υπό τα μεταξωτά «στηθούρια». Εις το μεταξύ τα δίστιχα διεσταυρούντο ως βέλη με τον γοργόν του χορού ρυθμόν· και άλλοτε μεν απετέλουν ερωτικόν ή πειρακτικόν διάλογον, άλλοτε τα ήρχιζεν ο ηγούμενος του χορού ή άλλος εκ των χορευτών και των έξω του χορού ευρισκομένων και τα επανελάμβανεν ολόκληρος ο χορός. Τα διαμειβόμενα δε πειρακτικά δίστιχα ήσαν κατά το πλείστον αυτοσχέδια. Άλλοι επεδείκνυον τους ποιητικούς θησαυρούς της μνήμης των και διά ν' απαντούν, ήρχιζαν με την λέξιν εις την οποίαν ετελείωνεν ο προηγούμενος. Την στιχομυθίαν έπειτα ηκολούθουν και διεποίκιλλον περιπαθείς περικοπαί του «Ερωτοκρίτου», μάλιστα δε ο αποχαιρετισμός της Αρετούσας. (ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ «ΠΑΤΟΥΧΑΣ», 1916)

 

2) Ο ΣΥΡΤΟΣ ΧΑΝΙΩΤΙΚΟΣ

. Ο Συρτός Χανιώτικος είναι κυκλικός, παγκρήτιος,  μεικτός και καμαρωτός χορός, που, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι είδος συρτού χορού που εκτελείται κατά τον τρόπο που συνηθίζεται στα Χανιά. Η λαβή των χορευτών σε όλους τους συρτούς χορούς  γίνεται από τις παλάμες στο ύψος των ώμων (με τα χέρια λυγισμένα στους αγκώνες) σέρνοντας ο ένας χορευτής τον άλλο, εξ ου και συρτός χορός. Ο πρώτος χορευτής με το δεύτερο, ιδίως αν είναι γυναίκα,  μπορεί να κρατιούνται και με τη βοήθεια μαντηλιού είτε για διευκόλυνση στους αυτοσχεδιασμούς (δεξιοτεχνίες) είτε για να απορροφά τον ιδρώτα, ευγένεια κ.α. Στην αρχαία εποχή συμβόλιζε, κάτι άλλο, όπως θα δούμε πιο κάτω. Ο πρωτοχορευτής  οδηγεί τον κύκλο του χορού) στους συρτούς χορούς και έχει την απόλυτη ελευθερία του αυτοσχεδιασμού, κάνοντας δεξιοτεχνίες ή άλλως φιγούρες, τσαλίμια, για εμπλουτισμό του χορού.

Τα βήματά του συρτού Χανιώτικου γίνονται δυο φορές σε κάθε μαντινάδα από αυτές που λέγονται στο χορός αυτό, επειδή από τη μια η κάθε μια από τις μαντινάδες αυτές αποτελείται από δυο 15συλλαβους στίχους και από την άλλη τα βήματα του χορού είναι 11 συν 2 αναπηδήματα συν  2 μεγάλες περιστροφικές άρσεις, από ένα και μια σε κάθε πόδι:

_Στο στάδιο που μ' έφερε η αγάπη η δική σου

κατέχει μόνο ο Θεός να κρίνει την ψυχή σου. (Κ. Μουντάκης)

_Έ-νας και-νού-ριος ά-νε-μος φύ-ση-ξε στην κα-ρδιά μου

και μου γιατρεύει τσι πληγές που μ'άνοιξες κερά μου.

_Μόνος εκείνος π αγαπά μπορεί να το πιστέψει

πως της αγάπης ο καημός τη σταματά τη σκέψη.

_Μισεύω και πολλές ευχές οπίσω μου αφήνω

Μόνο να μη σε βλάψουνε τα δάκρυα που χύνω.

 

Ο χορευτής στο Συρτό Χανιώτικο ξεκινά το χορό από στάση προσοχής και με το αριστερό πόδι και καταλήγει πάλι σε στάση προσοχής, όμως με το δεξί πόδι, ως εξής:

http://paroutsas.jmc.gr/dances/images/cr_imag/cr_syrto.jpg

 

1-3: Το αριστερό κάνει άρση (σηκώνεται και λυγίζει λίγο) και μετά κάνει προβολή και πάει και ακουμπά με τα δάχτυλα πολύ ελαφρά το έδαφος μπροστά προς το κέντρο του κύκλου ακολούθως, το ίδιο πόδι,  πάει, κάνοντας κυκλική κίνηση  προς τα πίσω αριστερά,  και πατάει πίσω και δεξιά από το δεξί.

4:  Το δεξί σηκώνεται και πατά πιο δεξιά  του αριστερού

5-6:  Το αριστερό σηκώνεται και έρχεται  και πατά μπροστά – κοντά από το δεξί και αφού πατήσει γίνεται σ’ αυτό   αναπήδηση και συγχρόνως αφενός λύγισμα του δεξιού ποδιού  και αφετερου στρέφουμε το σώμα  αριστερά κατά 90 μοίρες.

7: Ακολούθως το δεξί πόδι πάει και πατά προς τα αριστερά περνώντας πάνω και μπροστά  από το αριστερό.

8: Το αριστερό  παει και πατά πιο αριστερά

9-10. Το δεξί ακολούθως πάει και πατά μπροστά από το αριστερό και αφού πατήσει γίνεται σ’ αυτό αφενός αναπήδηση και συγχρόνως λύγισμα του αριστερού.

11: Το αριστερό πατάει   στη θέση του

12:  Το δεξί  πάει και πατάει προς δεξιά και το σώμα στρέφεται προς τα δεξία κατά 90 μοίρες,  με το μέτωπο προς τον κύκλο

13: Το αριστερό πάει και πατα προς το κέντρο του κύκλου και μπροστά από το δεξί

14-15: Με μέτωπο προς το κέντρο του κύκλου, σηκώνεται το δεξί και έρχεται δίπλα στο αριστερό και πατάει στην προσοχή, αφού πρωτα  κάνει αφενός μια άρση και μικρή κυκλική κίνηση.

 

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t1.0-9/969194_467698769987172_301621274_n.jpg?oh=c0f7904bb508cf1c3d92969792a41ec9&oe=57FF030F

Ο πρόεδρος του Κέντρου Κρητικού Πολιτισμού, χοροδιδάσκαλος και πρόεδρος της Αδελφότητας Κρητών Πειραιά  «η Ομόνοια» ΘεοδωροςΤσόντος.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Συρτός Χανιώτικος «ονομάζεται συρτός,  για το λόγο ότι τα πόδια του χορευτή σέρνονται στο έδαφος χωρίς να χάνουν την επαφή τους με τη γη την οποία οι Κρήτες λάτρεψαν ως θεά», κάτι που δεν ευσταθεί και γιατί γιατί τα βήματα του χορού αυτού δε γίνονται έτσι, αλλά με τον τρόπο που είδαμε πιο πριν  και γιατί  ο χορός αυτός ονομάζεται Συρτός από την αρχαιοελληνική λέξη «σύρω»: και για το λόγο ότι  ο πρώτος  χορευτής σέρνει το δεύτερο, ο δεύτερος τον τρίτο, κοκ,  Έπειτα ο συρτός ως  χορός υπάρχει από την  αρχαιότητα, Απλά,  επειδή σήμερα έχει πολλές παραλλαγές, η παραλλαγή των Χανίων ονομάζεται «Συρτός Χανιώτικος», ο της Καλαμάτας «Συρτός Καλαματιανός» κ.α. 

Φυσικά ο Συρτός  είναι ένας χορός που υπάρχει στην Ελλάδα από την αρχαιότητα και έχει αποτελέσει τη βάση πολλών παραλλαγών, από τις οποίες πιο γνωστές σήμερα είναι αυτός της Καλαμάτας (Καλαματιανός), αυτός των Χανίων (Χανιώτικος) , της Θράκης (Θρακιώτικος) κ.α.   Ο χορευτικός όρος «συρτός» αφενός προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «σύρω»: και για το λόγο ότι  στο χορό αυτός ο πρώτος  χορευτής σέρνει το δεύτερο, ο δεύτερος τον τρίτο, κοκ, πρβ και:  "άμε να σύρεις τον χορό" ή "η νύφη σέρνει τον χορό" κ.α. και αφετέρου είναι αρχαιότατη  προσωνυμία χορών, όπως προκύπτει και  από την Επιγραφή του Επαμεινώνδα (37-41 μ.Χ.), που βρέθηκε στη Βοιωτία και αναφέρει: "Τας δε πατρίους πομπάς μεγάλας και την των συρτών πάτριον όρχησιν θεοσεβώς επετέλεσεν", δηλαδή "με θεοσέβεια τέλεσε τις μεγάλες εθνικές πομπές και την εθνική όρχηση του συρτού". Ο βυζαντινολόγος Φαίδων Κουκουλές, σχετικά με το Συρτό χορό, λέει τα εξής:  «Εις τούς κυκλικούς χορούς υπακτέος εν πρώτοις ό συρτός. Το όνομα του χορού τούτου έχομεν το πρώτον μνημονευόμενον εν επιγραφή των χρόνων του Καλιγούλα (37-41 μ. X.) ευρεθείση έν τω εν Πτώω της Βοιωτίας ιερό του Απόλλωνος, ένθα λέγεται ότι Επαμεινώνδας τις «την των συρτών πάτριον όρχηοιν θεοσεβώς επετέλεσε» ”. Διά να λέγεται δ’ ή όρχησις αύτη πάτριος, ασφαλώς θα ήτο πολύ παλαιοτέρα τού Α' μ. X. Αιώνος. Όντως, αν και στερούμενα παλαιοτέρας του ονόματος μνείας, έχομεν εν τούτοις παραστάσεις του χορού αυτού, αίτινες παλαιότερον αυτόν πιστοποιούσιν» (Φαίδων Ι. Κουκουλές «Ο Χορός παρά Βυζαντινοίς») .

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Χανιώτικος» παρά μόνο τους ελληνικούς χορούς: Συρτός ΅Ελληνικός Χορός ή Ρωμαίικα, Αρναούτικος, Βλάχικος  και συνάμα και τους κρητικούς «Πυρρίχη» και το συρτο «Κανδιώτη ή Κρητικό ή Διάργιο», οι οποίοι χορεύονται κατά τόπους με μικρές διαφορές. Συνεπώς  ο χορός που γνωρίζουμε σήμερα με την ονομασία «Συρτός Χανιώτικος»  δημιουργήθηκε ή ονοματίστηκε έτσι κάποια παραλαγή του συρτού χορού Κανδιώτη  μετα από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821 και προ του 1840 ως παραλλαγή του  Κρητικού συρτού χορού «Κανδιώτη ή Κρητικού», αφού ο  Ρεθεμνιώτης  Ε. Bybilakis (Βυβιλάκης Εμμανουήλ,  1806-1880) στη σελίδα 43  του έργου του «Neugriechisches Leben, verglichen mit dem Altgriechischen; zur Eriduterung beider»[3], Βερολίνο 1840, σχετικά με τους Κρητικούς χορούς, αναφέρει και το χορό με την ονομασία «Αποσυρτός ή Χανιότικος», που ασφαλώς είναι ο καλούμενος σήμερα «Συρτός Χανιώτικος ή Χανιώτης», πρβ:  «Αποσυρτός (d. H.der gezogene Tanz) auch χανιότικος von der Stadt Chanea so genannt…. και περιγράφει: ".ότι ο χορός ονομάστηκε έτσι από την πόλη των Χανίων".

 Σημειωτέον ότι ο Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρής στη μετάφραση που έκανε του βιβλίου του Ολλανδού περιηγητή – κατασκόπου  Dapper Olfert (1636-1689) «Description exacte des isles de l'Archipel»  , βιβλίο που γράφτηκε  τέλος ενετοκρατίας στην Κρήτη (1204 - 1669),  και  το οποίο εκδόθηκε  με τον τίτλο «Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» (1835)  αναφέρει διευκρινιστικά,  ως σχόλιο «μεταφραστή», ότι  οι Κρήτες επι εποχής του, δηλαδή το 1835, είχαν δυο χορούς, το Συρτό, που δεν τον ονομάζει ως Χανιώτη, που ίσως, λέει,  είναι ο αρχαίος Κρητικός χορός Επικρέδιος, και τη Σούστα ή Πηδηκτό, που ίσως είναι ο αρχαίος Κρητικός χορός Ορσίτης, πρβ:  «Είχον δε και άλλους χορούς (οι Κρήτες) συνήθεις εις αυτούς, ως τους καλούμενους Επικρέδιον και Ορσίτην, περί ως αναφέρει ο Αθήναιος: Ο Ορσίτης ίσως εστί ο παρ’ αυτοίς νυν καλούμενοι ο Συρτός, Επικρέδιος δε η νυν Σούστα, ή Πηδηκτόν (Ο μεταφρ.)». (Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μτφ Μ. Βερνάρδου του Κρητός, 1835).

Ο Συρτός Χανιώτικος κατά τους παπουδολαλάδες μου τελειοποιήθηκε και να έγινε Παγκρήτιος χορός επι εποχής που τα Χανιά ήταν πρωτεύουσα της Κρήτης, δηλαδή επί εποχής Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1912). Επί εποχής ενετοκρατίας και τουρκοκρατίας πρωτεύουσα της Κρήτης ήταν το Ηράκλειο, που λεγόταν Candia, που όμως  Candia  κατ επέκταση λεγόταν  και όλη η Κρήτη, απ’ όπου και ο συρτός χορός πριν καλούνταν Κανδιώτης ή Κρητικός.

 

3)  Ο ΣΙΓΑΝΟΣ ΣΥΡΤΟΣ

Ο Σιγανός είναι  Παγκρήτιος, κυκλικός, μεικτός και αναπνευστικός χορός, που , όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι είδος συρτού χορού που εκτελείται σιγά-σιγά, αργά και αυτό, γιατί χορεύεται είτε πριν από τον Πεντοζάλη για προθέρμανση είτε μετά από τον Πεντοζάλη για χαλάρωση των χορευτών. Ο λόγος και για τον οποίο έχουν πεντοζάλης και Σιγανός έχουν ίδιο κράτημα. Συνάμα ο βραδύς και χαλαρός ρυθμός του χορού επιτρέπει στους χορευτές να πουν - ανταλλάξουν άνετα και πολλές και ωραίες μαντινάδες με μηνύματα, κάτι που δεν μπορεί να γίνει, τουλάχιστον άνετα, στους άλλους πηδηκτούς χορούς  (Μαλεβιζιώτη, Πεντοζάλη, Σούστα κλπ), λόγω του λαχανιάσματος που προκαλεί ο γρήγορος ρυθμός τους.

 «- Δακρύζω και στα μάτια μου το δάκρυ κάνει κύμα

Μα γω ‘μαι ο φταίχτης που ‘πεσα στον έρωτά σου θύμα».

 -Διαβάτης είμαι και περνώ το δρόμο του σεβδά σου

Και ζητιανευω τη χαρά μα ‘ναι σκληρή η καρδιά σου» (Χαρίδημος Σιγανός)

DSC_4818Κρητικό χορευτικό συγκροτημα Συλλόγου Κρητων και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής

Ο Σιγανός χορός και οι μαντινάδες του  μας θυμίζουν τις περιγραφές για το αρχαίο υπόρχημα.  Το υπόρχημα ήταν μια αρχέγονη μορφή δραματικής ποίησης που καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε στην Κρήτη και στην οποία συμμετείχε μεγάλη ομάδα χορευτών και συνοδεύονταν με μίμηση κινήσεων, μουσικής και τραγούδι. Σήμερα υπάρχουν πλήθος μελωδίες, οι γνωστές μας «κοντυλιές, που αποδίδουν το Σιγανό χορό με τις μαντινάδες, οι περισσότερες από τις οποίες προέρχονται από το Λασίθι και τις ανατολικές επαρχίες του Ηρακλείου και γι’ αυτό και ο Σιγανός χορός θεωρείται από πολλούς ως χορός της ανατολικής Κρήτης.

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης στον «Πατούχα» (1916) περιγράφει τον πηδηχτό να ακολουθεί το Σιγανό και αναφέρει ότι «ο σιγανός χορός επιτρέπει εις τους χορευτάς να τραγουδούν και άσματα με ρυθμούς πλατείς και βραδείς», όπου έκαστον ημιστίχιον επαναλαμβάνεται υπό ολοκλήρου του χορού» και ως τραγούδι του χορού αναφέρει την παραλογή του γυρισμού του ξενητεμένου. Ειδικότερα ο Ιωάννης Κονδυλάκης στον Πατούχα περιγράφει χαρακτηριστικά ως εξης μια σκηνή του Σιγανού: <<Τον πηδηκτόν διεδέχθη ο ήρεμος, κυματώδης και αναπαυτικός «σιγανός», του οποίου ο βραδύς και χαλαρός ρυθμός επιτρέπει εις τους χορευτάς να τραγουδούν και άσματα με ρυθμούς πλατείς και βραδείς.  Νεαρά και νόστιμη παντρεμένη, η οποία εκράτει εις τον κάβον, ήρχισεν έν από τα συνηθέστερα τραγούδια του σιγανού:  «Μια κόρη συναπόβγανε τον άντρα τση στα ξένα. Βαστά κερί και φέγγει του, ποτήρι και κερνά τον. Κι' όσα ποτήρια τον κερνά τόσα λόγια του λέει·«Μισεύγεις, Κωνσταντίνε μου, κείντα μου παραγγέρνεις .. » Και έκαστον ημίστιχον επαναλαμβάνετο υπό ολοκλήρου του χορού. Αφού δ' ετραγούδησαν και άλλα τινά τραγούδια εις συγχρόνους σκοπούς, ο χορός διεκόπη, διά να ξεκουρασθούν οι χορευταί και να εύρη καιρόν ο λυράρης να κουρδίση την λύραν του και να τρίψη με ρητίνην τας χορδάς διά νέον πηδηκτόν.>>  (ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ «ΠΑΤΟΥΧΑΣ», 1916)

 Οι χορευτές στους πηδηχτούς χορούς (Μαλεβιζιώτη Ο χορός Σιγανός χορεύεται με τα χέρια πιασμένα από τους ωμούς, κάτι όπως ακριβώς δείχνει το πήλινο σύμπλεγμα του 13ου αι. π.Χ. που βρέθηκε σε θολωτό τάφο στο Καμηλάρι Αγίας Τριάδας Κρήτης και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρήτης και το οποίο αποδίδει κυκλικό επιλήνιο (σε πατητήρι) χορό τεσσάρων ανδρών, που κρατιούνται από τους ώμους.  Είναι ένας πανεύκολος χορός.  Μπορεί πολύ γρήγορα να τον μάθει και να τον χορέψει και κάποιος που δε τον ξέρει. Στην απλή του μορφή εκτελείται με δυο βήματα πλάγια δεξιά και ένα πλάγια αριστερά.  Απλά σήμερα τα βήματα του Σιγανού χορού στη δυτική Κρήτη γίνονται με κάπως διαφορετικό τρόπο απ΄ότι στην ανατολική. Στη δυτική τα βήματα γίνονται με οκτώ κινήσεις αντί έξι που γίνονται στην ανατολική.   Κανονικά εδώ δεν υπάρχουν ατομικοί αυτοσχεδιασμοί, γιατί δεν τους το επιτρέπει αφενός το πιάσιμο και αφετέρου ο σκοπός του χορού, όμως υπάρχουν ωραιότατοι και ωραίοι συλλογικοί αυτοσχεδιασμοί-φιγούρες. Ο σκοπό της μουσικής και του χορού εδώ, όπως προαναφέραμε, είναι αφενός να χαλαρώσει τους χορευτές και αφετέρου οι χορευτές να εναλλάξουν μαντινάδες. Δηλαδή ο ο ένας μετά τον άλλο,  καθώς και ο λυράρης με τους πασαδόρους, να λένε  μαντινάδες: περιπαικτικές ή κωμικές ή αντικριστές (δηλ. να απαντάει ο ένας στον άλλο) κλπ, ώστε να ανάψει το κέφι και η διασκέδαση.

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Σιγανός». Μνημονεύουν κάποιους ελληνικούς χορούς και συνάμα στους κρητικούς αναφέρουν μόνο δυο χορούς, την «Πυρρίχη» και το συρτό «Κανδιώτη ή Κρητικό», οι οποίοι χορεύονταν κατά τόπους με μικρές διαφορές και επομένως ο χορός που γνωρίζουμε σήμερα με την ονομασία «Σιγανός»  δημιουργήθηκε ή ονοματίστηκε έτσι κάποια παραλλαγή του συρτού χορού  μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821 και πριν από το 1842, αφού το 1842 ο περιηγητής  Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος στο βιβλίο του «Κρητικά» (1842) αναφέρει,  σχετικά με τους χορούς της Κρήτης και  τον τρόπο που χορεύονται, τα εξής

<<Ο χορός των Κρητών είναι συνήθως δυο ειδών, ο Σιγανός και ο Πηδηκτός, ή η Σούστα. Κρατώνται δε άνδρες και γυναίκες ούτω, ο εις με την δεξιάν του κρατεί την αριστεράν του προς δεξιά τρίτου, και με την αριστεράν του προς δεξιάν, του προς δεξιά προς αριστερά τρίτου, ο δε πρώτος όστις με την αριστεράν κρατεί πότε την δεξιά του προς αριστερά τρίτου, και πότε τον δεύτερον από την ζώνην, αφήνει την  δεξιά του ελευθέραν δι ης κάμνει διαφόρους χειρονομίας και εις μεν τον Σιγανόν προχωρούσι δυο βήματα πλαγίως δεξιά, και εν πλαγίως αριστερά, τραγωδών πρώτον εις και έπειτα επαναλαμβάνουν όλοι σχεδόν. Εις δε τον Πηδηκτόν, όστις έχει τριπλήν ταχύτητα από τον Σιγανόν……» (Μ. Χορμούζης – Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842).

 

4)  Η ΣΟΥΣΤΑ

Η «Σούστα» είναι παγκρήτιος, ζευγαρωτός και αντικριστός χορός, που, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, εκτελείται σουσταριστά, με σείσμα, δηλαδή με λύγισμα, ανατράνισμα και νάζι του κορμιού,  κάτι όπως αυτά της άμαξας σούστας (ιταλικά susta = το ελατήριο ή η άμαξα με σούστες = γαλλικά αμορτισέρ),  καθώς λένε και οι   μαντινάδες που λέει π.χ. ο λυράρης Χ. Γαργανουράκης  στο χορό αυτό:

«Το σείσμα και το λύγισμα που κάνεις του κορμιού σου,

τρελαίνουνε τον άνθρωπο, μα δεν το βάνει ο νους σου.

Το σείσμα και το λύγισμα κερά μου και το νάζι

και το όμορφο αναντράνισμα μες στην καρδιά με σφάζει».

Η Σούστα είναι ένας εύθυμος, ερωτικός, ευχάριστος,  νεανικός και, όπως προαναφέραμε, ζευγαρωτός και αντικριστός χορός, δηλαδή χορεύεται κατά ζευγάρια. Απλά  ξεκινά ως κυκλικός χορός,  μετασχηματίζεται σε αντικριστές σειρές ανδρών και γυναικών και στη συνέχεια χορεύεται σε ζευγάρια σε διάφορους σχηματισμούς.

Ο νέος και η νέα με τη Σούστα εκφράζουν χωρίς λόγια, αλλά με τις κινήσεις του χορού, τα συναισθήματα της αγάπης και του έρωτα. Αντικριστά ο άντρας με τη γυναίκα, δίνουν «τη μάχη της κατάκτησης». Δηλαδή ο χορός αυτός είναι ως να λαμβάνει χώρα μια σιωπηλή, μα αποφασιστική μάχη για αγάπη, για έρωτα, για ένωση. Ο νεαρός με τα καμώματά του, με τις κινήσεις του και με τις σπινθηροβόλες ματιές του είναι ως να εκφράζει τις υποσχέσεις του προς τη νεα, καθώς και τον πόθο και το  ανδρισμό του και προσπαθεί να την πείσει  ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμά του. Εκείνη με τα ναζιάρικα χαριτωμένα πηδηματάκια, τους χαριεντισμούς, με τις όμορφες κινήσεις των χεριών, με τις παθιάρικες κλίσεις του κεφαλιού, πότε τον ενθαρρύνουν και πότε τον απογοητεύουν. Ο χορευτής έχει απέναντι της χορεύτριας μια στάση αγέρωχη, μια τάχα μου επιθετικότητα  και την κοιτάζει μέσα στα μάτια. Η κοπελιά πάλι με τη στάση και τις κινήσεις της δείχνει τάχα μου σεμνότητα, μια τάχα μου ντροπή, αλλά και μια χαρά μαζί. Κάνει πως πλησιάζει τον άνδρα στις προκλήσεις του, αλλά την τελευταία στιγμή τάχα μου τον αποφεύγει με χάρη και του γυρίζει ναζιάρικα τη ράχη της.

 Στη Σούστα ο νέος και η νέα είναι ο ένας απέναντι στον άλλο και ξεκινούν να κάνουν επί τόπου ή μετακινούμενα, και ανάλογα με το ρυθμό της μουσικής, μικρά, ελαφρά και μικρά πηδήματα στις μύτες των ποδιών τους και συνάμα συνάμα σείοντας, λικνίζοντας και λυγίζοντας το κορμί  τους με νάζι. Τα ζάλα (βήματα) τη Σούστας είναι λίγα κι εύκολα, όμως όσο είναι λίγα και εύκολα, τόσο επιτήδεια και με πολλά «πάσα» πρέπει να γίνονται, δηλαδή με νάζια, σείσματα , ανατρανίσματα κλπ, ώστε να δίδουμε ομορφάδα στο χορό. Μια από τις φιγούρες του χορού είναι και το ότι οι χορευτές σε μια σειρά ακολουθούν τον πρώτο χορευτή ο οποίος κινείται σε πολύπλοκα σχήματα. Οι χορευτές άλλοτε κρατιούνται από τις παλάμες ή με μαντήλι και άλλοτε όχι, βάζοντας τα χέρια στη μέση. Κατά τη διάρκεια του χορού γίνονται από τους χορευτές πάρα πολλές φιγούρες είτε κατά ζευγάρι είτε όλα μαζί, κάτι που δίδουν στο χορό μια ωραία εικόνα .

Η Σούστα είναι ένας χορός όπως και οι ευρωπαϊκοί  Ταγκό και Βαλς. Δηλαδή όλοι είναι είναι ζευγαρωτοί και αντικριστοί χοροί, οι οποίοι επινοήθηκαν για να φέρουν κοντά τους νέους, που παλιότερα λόγω των τότε ασχολιών και των τότε ηθών ήταν κάτι το δύσκολο να γίνει.  Στην Κρήτη η  Σούστα μέχρι πρότινος, το έζησα και ο ίδιος,  ήταν η μόνη ευκαιρία των νέων διαφορετικού φύλου όχι μόνο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο,  αλλά και να αγγιχτούν και να εκφράσουν με κάθε κίνηση και βλέμμα τον ερωτισμό τους. Φυσικά στις κρητικές κοινωνίες του παρελθόντος, που ήταν όλες αυστηρών ηθών, Σούστα αρχικά χόρευαν μόνο οι συγγενείς (αδερφός με αδερφή, ξάδερφος με ξαδέρφη), παντρεμένα ζευγάρια κ.λπ.) και οι γνωστοί (συγχωριανοί, συμμαθητές κλπ), ενώ το χορευτικό ζευγάρι μεταξύ «ξένων» νέων χρειαζόταν προσοχή, γιατί προκαλούσε κοινωνικά σχόλια. Την ανάγκη αυτή της προσέγγισης των δύο φίλων εξυπηρετούσαν και οι «ευρωπαϊκοί» χοροί ταγκό και βαλς,  μόνο που οι χοροί αυτοί , μετά, ιδίως μετά που αναμείχτηκαν με τους χορούς Λάτιν, ενίοτε μετατρέπονται σε αισθησιακούς χορούς που συναγωνίζονται ακόμη και το στριπτίζ.

https://scontent-mxp1-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xfl1/v/t1.0-9/12814194_1569780336681249_96005387841829747_n.jpg?oh=648259eb77af6259f46957a596de2d6f&oe=57BDB771

Ο λαογράφος και χοροδιδάσκαλος Γεώργιος Φραγκάκης με το κρητικό συγκρότημα «Δικταίοι-Καστρινοί» χορεύοντας Σούστα .

Σημειωτέον ότι οι λέξεις βάλς , μπαλέτο και μπάλος προέρχονται από τη λατινική λέξη ballo, που με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική λέξη «βαλλίζω» = χορευω κωμικά: «ότι το βαλλίζειν ήτοι κωμάζειν ή χορεύειν τι τοιούτον και το εξ αυτού παραγόμενον ο βαλλισμός, παρά πολλοίς των αρχαίων εύρηται, Επίχαρμός τε γάρ φησι και Σώφρων και Άλεξις μέμνηται της λέξεως» (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, Λόγος Β, 1, 173, 20-22).

Ο Φιλόλογος Εμμ Συμινάκης στα «Τα παλιά γλέντια» αναφέρει, και έτσι είναι/ήταν,  ότι παλιά κατά τη διάρκεια του χορού και ιδιαίτερα στους χορούς Σούστα, Ταγκό και Βάλς: «Συχνά ακούγονταν τα συνθήματα “Ντάμα λυράρη” και “Ντάμα μπουφέ” από κάποιο χορευτή. Το πρώτο σύνθημα σήμαινε ότι οι άντρες χορευτές έπρεπε να βάλουν “μπαξίσι”, δώρο στους οργανοπαίκτες. Το δεύτερο ότι ανελάμβαναν να πληρώσουν το κέρασμα που θα έκανε ο καφετζής/το κέντρο στους χορευτές και στις χορεύτριες. Οι χορευτές έβαζαν ένα κέρμα μέσα στη μαντόλα του οργανοπαίκτη.».

Τα βήματά-κινήσεις της Σούστας είναι 6, που επιτυγχάνονται με τρεις κινήσεις έκαστο, δυο του ενός ποδιού και μία του άλλου κάθε φορά και που καταλήγουνε με ελαφρό «καθιστό», δηλαδή λύγισμα του κορμιού. Ξεκινούμε το χορό σηκώνοντας το δεξί και πατώντας πιο μπροστά, μετά φέρνουμε δίπλα του το αριστερό και μόλις πατήσει το αριστερό ξανασηκώνουμε το δεξί και πατούμε πιο δεξιά και συνάμα κάνουμε καθιστό λύγισμα του κορμιού. Ακολούθως γίνεται το ίδιο πράγμα ξεκινώντας με το άλλο πόδι, το αριστερό πόδι και π’άει λέγοντας. Σε κάθε μαντινάδα γίνονται τα 6 βήματα με καθιστό λύγισμα γίνονται 4 φορές.

Η λύ-ρα θέ-λει με-ρα-κλή κι/ο με-ρα-κλής δο-ξά-ρι 

κιη σού-στα θέ-λει ό-μορ-φο και ται-ρια-στό ζε-γάρι (Μαντινάδα Σούστας)

Το ότι η ονομασία του χορού «Σούστα» προέρχεται  από την ιταλική λέξη σούστα, δε σημαίνει και ότι ο χορός Σούστα επινοήθηκε επί εποχής που οι Ιταλοί Ενετοί κατείχαν την Κρήτη, δηλαδή επί ενετοκρατίας (1204 - 1669), όπως ισχυρίζονται μερικοί, αφού οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής Ενετοκρατίας της Κρήτης (1204 – 1669), αλλά και επί εποχής τουρκοκρατίας της Κρήτης (1669 – 1898)  δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή τον χαρακτηρισμό «Σούστα» παρά μόνο κάποιους ελληνικούς χορούς και συνάμα στους κρητικούς την «Πυρρίχη» και το συρτό «Κανδιώτη ή Κρητικό», που χορεύονται κατά τόπους με μικρές διαφορές. Συνεπώς ο χορός που γνωρίζουμε σήμερα με την ονομασία «Σούστα» δημιουργήθηκε ή ονοματίστηκε έτσι κάποια παραλλαγή υπάρχοντος χορού μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821, όπως και οι άλλοι σημερινοί χοροί. Μάλιστα αυτό πρέπει να  έγινε μετά από το 1881, αρχής αρχομένου από τις δυτικότερες επαρχίες της Κρήτης (Αποκόρωνας, Κίσσαμος κλπ), όπου ακόμη και σήμερα χρησιμοποιείται η σούστα ως ταξί,  αφού, όπως θα δούμε αμέσως πιο κάτω να λένε οι της περιόδου αυτής συγγραφείς Μ. Χορμούζης, Μαν. Βερνάρδος και Ι. Χατζηδάκης κ.α., από τη μια δεν αναφέρουν ξέχωρο χορό με την ονομασία Σούστα και αφετέρου αναφέρουν ότι μέχρι τότε με την ονομασία Σούστα λεγόταν  ο Πηδηκτός, ο χορός που προέρχονταν από τον αρχαίο χορό Πυρρίχη.

Το 1842 ο  Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος, κρητικής καταγωγής και αυτός,  στα «Κρητικά» (1842)  αναφέρει ότι στην Κρήτη υπήρχαν δυο χοροί, δυο είδη χορών, ο Σιγανός και ο Πηδηχτός και που ο Πηδηχτός χορός στις δυτικότερες επαρχίες της Κρήτης λέγεται Σούστα (σήμερα η Σούστα είναι άλλος χορός), άρα η Σούστα προέκυψε ως παραλλαγή του Πηδηχτού (και αυτό έγινε μετά το 1898, όπως θα δούμε από τα παρακάτω), που εκείνος είχε προέλθει από την Πυρρίχη, πρβ: <<Ο χορός των Κρητών είναι συνήθως δυο ειδών, ο Σιγανός και ο Πηδηκτός, ή η Σούστα……. Και μάλιστα των δυτικότερων επαρχιών ο Πηδηκτός, τον οποίον λέγουν Σούστα, κάμνοντες πυκνά και ταχέα βήματα, χωρίς όμως να διαφέρει πολύ από τον αρχαίον Πυρρίχιον, διοτι καθώς το πάλαι εχορευον οπλοφορούντες, και κτυπώντες τας ασπίδας των με τα δόρατα, ούτω και σήμερον, ευχαριστούνται να χορεύουν αρματωμένοι και να κτυπώσι τους πόδες των, κάμνοντες διαφόρους στροφάς με πολλήν ευκινησίαν, και επαινούμενοι παρά πάντων όστις χορεύει καλήτερα» (Μ. Χορμούζης – Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842).

Ομοίως το 1835 ο Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρής στη μετάφραση που έκανε του βιβλίου «Description exacte des isles de l'Archipel» 1688 του Ολλανδού περιηγητή – κατασκόπου  Dapper Olfert (1636-1689) , το οποίο αφενός έγραψε τέλος ενετοκρατίας στην Κρήτη (1204 - 1669) και αφετέρου εκδόθηκε  με τον τίτλο «Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» (1835), αναφέρει διευκρινιστικά,  ως σχόλιο «μεταφραστή» (άρα αυτά που λέει εδώ ισχύουν όχι παλιά, αλλά για το έτος 1835),  ότι στην εποχή του ο Πηδηκτός λεγόταν και Σούστα, πρβ:  «……Είχον δε και άλλους χορούς (οι Κρήτες) συνήθεις εις αυτούς, ως τους καλούμενους Επικρέδιον και Ορσίτην, περί ως αναφέρει ο Αθήναιος: Ο Ορσίτης ίσως εστί ο παρ’ αυτοίς νυν καλούμενοι ο Συρτός, Επικρέδιος δε η νυν Σούστα, ή Πηδηκτόν….». (Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μτφ Μ. Βερνάρδου του Κρητός, 1835). Σημειωτέον ότι ο Dapper ως χορούς των Κρητών επι ενετροκρατίας δεν αναφέρει χορούς με ονομασίες Σούστα ή Πηδηκτό, αλλά μόνο την Πυρρίχη, τον Κνώσιο χορό, το Επικρέδιον και τον Ορσίτη..

Ομοίως το 1840 ο Ρεθεμνιώτης  Ε. Bybilakis (Βυβιλάκης Εμμανουήλ,  1806-1880): «Neugriechisches Leben, verglichen mit dem Altgriechischen; zur Eriduterung beider»[3], Βερολίνο 1840  κάνει λόγο για Κρητικούς χορούς και εκεί δεν αναφέρει  ότι υπάρχει Κρητικός χορός με την ονομασία «Σούστα». Τότε , λέε, οι Κρήτες είχαν τέσσερεις, τους : «Αποσυρτό Χανιότικος», «Πεντοζαλίτης»,  «Πηδηκτός» και ένα άλλο που δεν τον ονομάζει. 

Ομοίως το 1881, εποχή τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη, ο  πρώτος Διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου και  πρώτος Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης επι Κρητικής Πολιτείας Ιωσήφ Χατζιδάκης στο βιβλίο του «Περιήγησις εις Κρήτην» (1881) αναφέρει ότι ο Πηδηκτός χορός αλλού λεγόταν Σούστα και αλλού Πηδηκτός ή Μαλεβυζιώτης, άρα η Σούστα ως ξεχωρος χορός επινοήθηκε μετα που απελευθερώθηκε Κρήτη το 1898 , πρβ: «Ο Βελών (σ.σ. Pierre Belon = Γάλλος φυσιοδίφης) περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την Πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους. Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης  «Περιήγησις εις Κρήτη», 1881, σελίδα 78,79).

 

5)  Ο ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ

Ο Πεντοζάλης είναι κυκλικός, πηδηχτός, νεανικός και μεικτός χορός και  επιπλέον  ευχάριστος και θεαματικός και γι αυτό και είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς  και πιο διαδεδομένους  χορούς  όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Μια σύντομη περιγραφή του κάνει το γνωστό ποίημα:

Με του Μαγιού τις μυρωδιές τα κόκκινα κεράσια 

για δεστε πως χορεύουνε της Κρήτης τα κοράσια

Για δέστε πως χορεύουνε, για δέστε πως πετούνε

χάμω στη γη χορεύουνε στον ουρανό πετούνε 

Ο Πεντοζάλης, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, αλλά λένε και οι μαντινάδες του, είναι χορός  εκτελείται με πέντε ζάλα (βήματα), τα οποία γίνονται πηδηχτά, όπως και στον Πηδηχτό, το χορό απ’ όπου προέρχεται  και γι αυτό παλιότερα λεγόταν «Πηδηχτός Πεντοζάλης», όπως θα δούμε πιο κάτω.

«Άλλο χορό δεν  ’ρέγουμαι, ωσάν τον Πεντοζάλη 

που πάει τρία ζάλα εμπρός και δύο γιαγέρνει πάλι».

Κρητικό χορευτικό συγκρότημα Ετεοκρήτες (Μ. Παπαδάκης)  χορεύοντας  Πεντοζάλη

Είναι χορός για Κουρήτες (= νέους), που θέλει ζωντάνια και δύναμη, όπως και ο Πηδηχτός.  Είναι κυκλικός σαν και το Χανιώτικο και τον Πηδηχτό, με τη διαφορά  ότι στον Πεντοζάλη οι χορευτές δεν πιάνονται από τις παλάμες των χεριών, αλλά από τους ώμους.  Δηλαδή χορεύεται με τα χέρια τεντωμένα και πιασμένα από τους ώμους,  κάτι όπως ακριβώς δείχνει το πήλινο σύμπλεγμα του 13ου αι. π.Χ. που βρέθηκε σε θολωτό τάφο στο Καμηλάρι Αγίας Τριάδας Κρήτης και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρήτης και το οποίο αποδίδει κυκλικό επιλήνιο (σε πατητήρι) χορό τεσσάρων ανδρών, που κρατιούνται από τους ώμους.  Οι χορευτές στον Πεντοζάλη, αφού πιάσουν  ο ένας με τον άλλο από τους ώμους, σχηματίζουν πλήρη ή ατελή κύκλο, τόξο,  και ξεκινούν το χορό.  Στον Πεντοζάλη ο μπροστινός δεν επιδίδεται σε ατομικές φιγούρες, οι φιγούρες γίνονται ομαδικά, γιατί δεν του το επιτρέπει το πιάσιμο. Ο πρώτος χορευτής, για να  αυτοσχεδιάσει εδώ,  λύνει το πιάσιμό του με το δεύτερο και πιάνονται από τις παλάμες των χεριών, αντί από τους ώμους που ήταν πριν.  Οι γυναίκες εκτελούν το χορό και τις φιγούρες πιο συγκρατημένα, διότι το φόρεμα και τα παπούτσια τους δεν τους επιτρέπουν να κάνουν μεγάλα, εντυπωσιακά και θορυβώδη άλματα, όπως επιτρέπουν στους άντρες οι παραδοσιακές μπότες και οι παραδοσιακές  (γ)κιλότες ή και οι βράκες. Στα χορευτικά συγκροτήματα κατά τη διάρκεια του χορού με ένα-δυο βήματα οι γυναίκες οπισθοχωρούν  και συνεχίζουν οι άνδρες το χορό με μεγάλα, θορυβώδη και εντυπωσιακά πηδήματα και φιγούρες και μετά από λίγο επανέρχονται οι γυναίκες, οι οποίες κάνουν και αυτές τις δικές τους φιγούρες και μετά από αυτό πιάνονται και πάλι όλοι μαζί.

Από τα πέντε ζάλα (βήματα) του πεντοζάλη,  τα τρία γίνονται εμπρός και τα δύο προς τα πίσω-επιστροφή, καθώς λέει και μια μαντινάδα του, την οποία είδαμε πιο πριν. Ο χορευτής στον Πεντοζάλη κανονικά ξεκινά το χορό από στάση προσοχής και με το δεξί πόδι και ως εξής:

Πρώτο ζάλο   1-2-3: Ο χορευτής από στάση προσοχής (πρώτον) κάνει άρση του δεξιού ποδιού,  μετά (δεύτερο) με αυτό πατά προς τα πλάγια δεξιά και μετά (τρίτο) κάνει  αναπήδημα σ’ αυτό και ταυτόχρονο κάνει προβολή του αριστερού ποδιού  προς τα δεξιά και πάνω από το δεξί πόδι κάνοντας σταύρωμα με αυτό.

Δεύτερο ζάλο 4-5: Ο χορευτής (πρώτον) φέρει το αριστερό πόδι από τα δεξιά και πατά με αυτό προς τα αριστερά και μετά (δεύτερο) κάνει σ’ αυτό αναπήδημα και συγχρόνως  φέρνει το δεξί του πόδι σε άρση και μπροστά από το αριστερό κάνοντας σταύρωμα.

Τρίτο ζάλο     6-7: Ο χορευτής  (πρώτο) με άλμα πατά με το δεξί πόδι προς τα δεξιά και  συγχρόνως  λυγίζει το αριστερό (του κάνει κράτημα να μην πατά) και το φέρει προς τα πίσω του δεξιού και μετά (δεύτερο) πατεί με το αριστερό πόδι προς τα αριστερά και συγχρόνων κάνει κράτημα (άρση να μην πατά) στο δεξιό.

Στη δυτική Κρήτη αντί αυτού γίνονται δυο πηδηχτά σταυρωτά ψαλίδια, σε δυο χρόνους,  ένα πρώτα προς τα δεξιά και μετά ένα προς τα αριστερά. Δηλαδή με πήδημα πατούμε προς τα δεξιά συγχρόνως και με τα δυο πόδια  βάζοντας μπροστά το αριστερό και πίσω του το δεξί  και μετά πηδούμε και πατούμε τα αριστερά, όμως τώρα βάζουμε μπροστά το δεξί πόδι και πίσω το αριστερό.

Τέταρτο ζάλο 8-9-10-11: Ο χορευτής (πρώτο) πατεί με το δεξί πόδι προς τα δεξιά, μετά (δεύτερο)  πατά με το αριστερό μπροστά από το δεξί και μετά (τρίτο) με το δεξί πατά δίπλα από το αριστερό και μετά (τέταρτο) πατά με το αριστερό μπροστά από το δεξί, όμως αυτό το κάνει ως γρήγορο  διπλό βήμα, καθώς του υποδείχνει ο ρυθμός..

Πέμπτο ζάλο 12-13-14-15 Ο χορευτής επαναλαμβάνει το προηγούμενο βήμα λίγο πιο δεξιά (ή  πατώντας με το αριστερό πίσω από το δεξί), δηλαδή (πρώτο) πατά με το δεξί πόδι προς τα δεξιά, μετά (δεύτερο)  πατά με το αριστερό μπροστά από το δεξί και μετά (τρίτο) με το δεξί πατά δίπλα από το αριστερό και μετά (τέταρτο) πατά με το αριστερό μπροστά από το δεξί, ώστε να αρχίσει μετά με το δεξί, όμως αυτό το κάνει ως γρήγορο διπλό βήμα, καθώς του υποδείχνει ο ρυθμός..

Πολλοί χορευτές αρχίζουν το χορό και με το αριστερό πόδι, δηλαδή κάνοντας ανάποδα τα ζάλα του χορού,  κάτι που δεν είναι λάθος, όμως φέρνει σύγχυση στους άλλους που ξεκινούν με το δεξί και συνεπώς δεν είναι ωραίο, πλην μόνο ως φιγούρα. Τα βήματά του Πεντοζάλη  επαναλαμβάνονται δυο φορές σε κάθε μαντινάδα με τις οποίες χορεύεται ο χορός αυτός, και των οποίων ο στίχος είναι δεκαπεντασύλλαβος:

«Άλλο χορό δεν (ο)ρέγομαι ωσαν τον Πεντοζάλη = 1ος 15σύλλαβος στίχος

απού τονε χορεύουνε  όλοι μικροί μεγάλοι».         = 2ος 15σύλλαβος στίχος

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν κρητικό χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Πεντοζάλης» πλην μόνο την «Πυρρίχη» και το συρτό «Κανδιώτη ή Κρητικό», οι οποίοι  χορεύονταν κατά τόπους με μικρές διαφορές. Επομένως ο χορός με τον οποίο σήμερα γνωρίζουμε με την ονομασία «Πεντοζάλης» δημιουργήθηκε ή ονοματίστηκε έτσι κάποια παραλλαγή του χορού Πυρρίχης ή άλλως Πηδηχτού μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821. Πράγματι  το 1842 ο Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος στα «Κρητικά» (1842) αναφέρει ότι ο Πεντοζάλης και ο Τριζάλης ήταν οι δυο παραλλαγές με τις οποίες χορεύονταν ο χορός που λεγόταν Πηδηχτός  και στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης «Σούστα»: 

<<Ο χορός των Κρητών είναι συνήθως δυο ειδών, ο Σιγανός και ο Πηδηκτός, ή η Σούστα. …… Εις δε τον Πηδηκτόν, όστις έχει τριπλήν ταχύτητα από τον Σιγανόν, πότε κάμνουν τρία βήματα δεξιά και ένα αριστερά (πλαγίως) και τότε λέγεται Τριζάλης και πότε πέντε δεξιά και εν αριστερά και λέγεται Πεντοζάλης, αλλά κάθε επαρχίας ο χορός διαφέρει κατά τι….» (Μ. Χορμούζης – Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842).

Σήμερα η Σούστα είναι ξέχωρος χορός, ενώ ο Πηδηχτός χορός έχει ακόμη πιο πολλές παραλλαγές: Πηδηχτός Μαλεβιζιώτης/ Στειακός κλπ και ο Πεντοζάλης χορεύεται διαφορετικά.

Το 1840  ο  Ρεθεμνιώτης  Ε. Bybilakis (Βυβιλάκης Εμμανουήλ,  1806-1880): «Neugriechisches Leben, verglichen mit dem Altgriechischen; zur Eriduterung beider»[3], Βερολίνο 1840, στη σελίδα 43-45, σχετικά με τους Κρητικούς χορούς, αναφέρει ότι οι Κρήτες είχαν μόνο τέσσερεις χορούς, τους εξής: τον  « Αποσυρτό Χανιότικο», με εντοπιότητας από την πόλη των Χανίων, τον «Πεντοζαλίτη»,  η εντοπιότητα του οποίου βρίσκεται στις ανατολικές περιοχές της Κρήτης: Λασίθι και Κνωσό, τον  «Πηδηκτό» ή  «πυρριχός» και ένα άλλο που δεν τον ονομάζει, πρβ: <<Πεντοζαλίτης (funfschrittiger Tanz) wird ein anderer in, den ostlichen Provinzen Cretas, in Lasithe und Knossos einheimischer, Tanz genannt. Die Art dieses Tanzes, welcher nichts anders als die αυτοδαη ορχήματα des Sophocles Ajax V 693-99) ist, vermag Niemand uns besser zu schildern, als Homer (Σ 590-605) in folgender Schilderung es thut, wo er diesen Nationaltanz ….. μτφ: «Πεντοζαλίτης (ο χορός με τα πέντε βήματα). Πρόκειται για έναν άλλο χορό η εντοπιότητα του οποίου βρίσκεται στις ανατολικές περιοχές της Κρήτης, Κνωσό και Λασίθι. Το χορό αυτό, που δεν είναι άλλος από τα αυτοδαή ορχήματα του Σοφοκλή” (Σοφοκλ. Αίας 693-701), τα αναφερόμενα στην  Ιλιάδα του Ομήρου (Σ 590-605)…..

Ο χορός Πεντοζάλης ήταν ένας από τους ωραίους  Κρητικούς χορούς που χόρευαν οι Κρήτες στα διαλλείματα της μάχης στην Κρητική Επανάσταση του 1866 αφού στα «Απομνημονεύματα εθελοντού της Κρητικής Επαναστάσεως κατά τα έτη 1866-67-68 υπό Π. Γρύπου» (Αθήνα 1884) διαβάζουμε ότι τότε εκεί χορευόταν ο Τσάμικος και ο Πεντοζάλης, πρβ: «…ούτω δ’ αφ’ ού εκορέσθημεν ποτού και φαγητού αρχίσαμεν να άδωμεν και να χορεύωμεν τον Τσάμικον, ενώ και εκ των νέων Κρητικών τινές συνόδευσαν ημάς διά της Κρητικής των λύρας άδοντες και χορεύοντες τον λεγόμενον Πενταζάλη όπερ είναι ο ωραίος Κρητικός χορός, μάλιστα δε όταν ο πρωταγωνιστής είναι καλός χορευτής..» (το «επιτόπιο» αυτό γλέντι έλαβε χώρα σε ύψωμα της περιοχής Αμαρίου, δίπλα στο χωριό Γερακάρι)

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

DSC_3784

Χορευτικό συγκρότημα, του Συλλόγου Κρητων Αγίας Παρασκευής Αττικής, που χορεύει  Πεντοζάλη

Α) Το 1989 ένας Χανιώτης βιολάτορας ονόματι Κωνσταντίνος Παπαδάκης ή Ναύτης εκδίδει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Κρητική λύρα, ένας μύθος» (Χανιά, 1989), βλέπε και συνέντευξή του στις «Μουσικές διαδρομές» της ιστοσελίδα του  Ινστιτούτου Μεσογειακών Μελετών του ΙΤΕ, τις απόψεις του οποίου σήμερα προβάλει  ο γνωστός συγγραφέας Ιωάννης Τσουχλαράκης με το βιβλίο του «Οι χοροί της Κρήτης»,  στο οποίο αναφέρει αφενός ότι η λύρα είναι το εθνικό όργανο των Τούρκων,  το οποίο έφεραν  το 1723 οι Καραμανλήδες και οι Λαζοί Μουσουλμάνοι στην Αμπαριά  και στα Ανώγεια στο Ρέθυμνο, όταν ήρθαν εκεί από την Τουρκία προς ενίσχυση των Οθωμανών κατακτητών και αφετέρου ότι ο χορός Πεντοζάλης πρέπει να λέγεται «το Πεντοζάλι»,  γιατί τον επινόησε ο επίσης Χανιώτης Βιολάτορας Στέφανος Τριανταφυλάκης ή Κιόρος κατόπιν εντολής του Δασκαλογιάννη στην Κρητική Επανάσταση του  1770-71, για να «συμβολίζει το πέμπτο ζάλο (δηλαδή βήμα), όπως ειπώθηκε η θεωρούμενη πέμπτη κατά σειρά ελπίδα των Κρητικών για απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους και όχι γιατί έχει πέντε βήματα» και συνεπώς, καταλήγει,  οι βιολάτορες της Κρήτης πρόσφεραν στην ιστορία της Κρήτης και συνεπώς  κακώς δεν προβάλλονται στο τότε Ε.Ι.Ρ. τα τραγούδια αυτών με βιολί, όπως τα δικά του, αλλά αυτών που παίζουν την τούρκικη λύρα!!!!! Ωστόσο όλα αυτά είναι  κακοήθειες, πονηράδες, που τις είπε ο εν λόγω βιολάτορας χολωμένος για τον λόγο που ο ίδιος αναφέρει.  (Περισσότερα βλέπε « Αυθαίρετες και ανυπόστατες απόψεις για τους Κρητικούς χορούς»).

Β) Η λέξη «ζάλο», απ΄όπου και Πεντοζάλης, Τριζάλης κ.α.,  στην κρητική διάλεκτο σημαίνει σήμερα το βήμα, όμως παλιότερα σήμαινε η εναέριος κίνηση, ο σάλτος, αυτό που ενίοτε προξενεί ζάλη:

«και μ' ένα πήδημα ως αϊτός εστάθηκε στο ζάλο

και βάνει χέρα στο σπαθί κι ανίμενε τον άλλο…. (Ερωτόκριτος Β 1050)

«H οποιά'στεκε με λογισμόν, επόνειε, γιατί εθώρει,

πως με τα ζάλα πορπατεί στον εγκρεμνόν η Kόρη».  (Ερωτόκριτος, Β 1410)

Η λέξη το «ζάλο» έχει σχέση με τις λέξεις: (σ)άλος,  (σ)αλς > αλός,  (σ)αλεύω (= κινούμαι, σκιρτώ) >  σάλτος,  δι-αλός > ζάλη.   Ζάλλομαι = δι-άλλομαι - αλλούμαι, ηλάμην, β’ ηλόμην, άλσο, άλτο = πηδώ, τινάσομαι, σκιρτώ, κάνω άλμα… λατιτινικά salio, saltus, salix. Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (Ρωμαϊκή Αρχαιολογία, Λόγος Β) λέει ότι οι Ρωμαίοι μεθερμήνευσαν τη συντομη κίνηση, τα χορευτικά βήματα,  των Κουρητών στη γλώσσα τους με τα: salire, saltus, Salii = Κουρήτες. Πράγματι λατινικά saltio = χορεύω, saltator = χορευτής κλπ Σχετικά και τα: (β)άλς > μπάλος >  balo (λατινικά) = ελληνικά βαλλίζω  (= χορεύω, βλέπε Αθήναιος, «Δειπνοσοφισταί»). Από το: (σ)αλεύω > αλεύω > αλέθω, αλώνι, άλωσις κ.α.

 

6) Ο ΤΡΙΖΑΛΗΣ ΠΗΔΗΚΤΟΣ

Ο Τριζάλης είναι ένα ξεχασμένος κυκλικός  χορός, που, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι παραλλαγή του Πηδηχτού και ο οποίος εκτελείται με τρία ζάλα (= κρητικά τα βήματα) και που σήμερα είναι ένας από τους χορούς εκείνους που τείνουν να εμφανιστούν. Λέγεται ότι οι Ρεθεμνιώτες ονομάζουν το χορό αυτό  και "Κουρουθιανό", επειδή θεωρούν ότι ο χορός αυτός  πρωτοχορεύτηκε στο χωριό Κουρούτες της Αμπαδιάς  της επαρχίας Αμαρίου Νομού Ρεθύμνης: «Τριζάλης ο Κουρουθιανός, ρίζα του Ψηλορείτη, πολύ πανέμορφος χορός και άγνωστος στην Κρήτη».  Ωστόσο ο Τριζάλης ο Κουρουθιανός είναι παραλλαγή του Τριζάλη Πηδηχτού, αφού το 1842 ο  Μ. Χουρμούζης-Βυζάντιος στο βιβλίο του «Κρητικά» (1842) αναφέρει ότι ο Τριζάλης και ο Πεντοζάλης είναι παραλλαγές του Πηδηχτού χορού στην Κρήτη, οι οποίοι  χορεύονταν τότε ως εξής: <<. Εις δε τον πηδηκτόν, όστις έχει τριπλήν ταχύτητα από τον Σιγανόν, πότε κάμνουν τρία βήματα δεξιά και ένα αριστερά (πλαγίως) και τότε λέγεται τριζάλης και πότε πέντε δεξιά και εν αριστερά και λέγεται Πεντοζάλης, αλλά κάθε επαρχίας ο χορός διαφερει κατά τι» («Κρητικά» Μ. Χορμούζης – Βυζάντιος, 1842).

 

7) Ο ΑΝΩΓΕΙΑΝΟΣ ΠΗΔΗΚΤΟΣ

Εφηβικό χορευτικό συγκρότητα «Ετεοκρήτες» χορεύοντας Ανωγειανό πηδηκτό

Ο Ανωγειανός ή Μυλοποταμίτικος Πηδηχτός είναι ένας ωραίος, τοπικός, ανδρικός και τοξωτός χορός, που, όπως υποδηλώνει και η ονομασία του, είναι τοπική παραλλαγή του Πηδηκτού χορού στην περιοχή των Ανωγείων - Μυλοπόταμος στο Ρέθυμνο Κρήτης. Η λαβή του δεν είναι ούτε όπως του Μαλεβιζιώτη ούτε και όπως του Πεντοζάλη, αλλά από τις παλάμες και σταυρωτά μπροστά. Είναι χορός παρόμοιος με το Λασιθιώτικο Πρινιώτη. Και οι δυο χοροί έχουν  ίδια λαβή των χεριών,  παρόμοια  βασικά βήματα και ίδιο περίπου ρυθμό της συνοδευτικής μουσικής. Ειδικά ο Ανωγειανός είναι χορός βασικά όχι για γέρους, αλλά για νέους άνδρες Τα βήματα του χορού  είναι δώδεκα (12) , έξι μπροστά, έξι πίσω, συν 3 κινήσεις άρσεις των ποδιών με αναπήδημα = 15 κινήσεις-χρόνους. Τα πηδήματα γίνονται πιο δυνατά και πιο θορυβώδη απ΄ό,τι στους άλλους πηδηχτούς.  Προκειμένου ο πρωτος χορευτής (ο  κορυφαίος του χορού) να κάνει δεξιοτεχνίες (τσαλίμια, φιγούρες) λύνει το σταυρωτό πιάσιμο και πιάνεται με το δευτερο από τις παλάμες όπως γίνεται και στον Πεντοζάλη.

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή τον χαρακτηρισμό «Ανωγειανός». Παλαιότερη γνωστή αναφορά για χορό «Ανωγείων» είναι του «-[Χατζηδάκις 1910;, 37] Κρήτη: Εις την επαρχίαν Μεραμβέλλου ο χορός Σιγανός καλείται Αγκαλιαστός διότι οι χορευταί πλέκουν τας χείρας όπως γίνεται εις τση Ορτσες των Ανωγείων, με την διαφοράν ότι η πλοκή των χειρών διέρχεται διά των ώμων και του αυχένος των εχόντων περιττόν αριθμόν χορευτών».

 

8) Ο ΛΑΣΙΘΙΩΤΙΚΟΣ  (ΣΤΕΙΑΚΟΣ / ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΙΚΟΣ) ΠΗΔΗΚΤΟΣ

Ο Λασιθιώτικος Πηδηχτός είναι κυκλικός, μεικτός, τοπικός χορός, που, όπως υποδηλώνει το όνομά του, είναι παραλλαγή του Πηδηκτού που υπήρχε από παλιά στην Κρήτη και κατά τον τρόπο που χορεύεται  στην περιοχή του Νομού Λασιθίου.

Η Λασιθιώτικη εφημερίδα «ΑΝΑΤΟΛΗ», σχετικά με τον Λασιθιώτικο Πηδηκτό, έχει γράψει τα εξής:  «Ένας ιδιαίτερος Κρητικός χορός είναι ο Λασιθιώτικος Πηδηχτός με καταγωγή, όπως και οι υπόλοιποι πηδηχτοί χοροί της Κρήτης, από τον αρχαίο Πυρρίχιο. Χορεύεται από άντρες και γυναίκες πιασμένους από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Στο Λασιθιώτικο απεικονίζεται όλη η σεμνότητα των ανθρώπων της Ανατολικής Κρήτης. Ο Λασιθιώτικος έχει πολλά κοινά με το Μαλεβιζιώτη στη λαβή των χεριών, στον τυπικό βηματισμό, στη συνοδευτική μουσική. Στη Σητεία τον λένε «Στειακό» , στην Ιεράπετρα «Γεραπετρίτικο» και στο Χαμέζι Σητείας θα τον ακούσουμε «Χαμεζανό» με μικρές παραλλαγές στα βήματα και στη συνοδευτική μουσική, μας βεβαιώνει ο (Λασιθιώτης χοροδιδάσκαλος) Θανάσης Ταμιωλάκης. Ο Λασιθιώτικος θεωρείται ο πιο αντιπροσωπευτικός χορός της ανατολικής Κρήτης. Ξεκινά με αργή ρυθμική μουσική και προοδευτικά γίνεται γρήγορος, αλλά πάντα συγκρατημένος χωρίς ποτέ να ξεπερνά τα όρια και να καταλήγει διονυσιακός (Λεωνίδας Κλώντζας, εφημερίδα «ΑΝΑΤΟΛΗ», 7-4-2016).

Σύμφωνα με το Λάσιθιώτη χοροδιδάσκαλο Αθανάσιο Εμμ Ταμιωλάκη, ο Λασιθιώτικος Πηδηχτός έχει 14 βήματα (7 μπρος, 7 πίσω)

Εμπρός βήματα: Βήμα με Δ. πόδι προς τη φορά κατεύθυνσης του κύκλου. Με ελαφρά αναπήδηση, με ελαφρά αναπήδηση – άρση, έρχεται εμπρός το αριστερό πόδι και βήμα με Δ. Ακολουθούν τρία βήματα (Α-Δ-Α) και σηκώνω με ελαφρά αναπήδηση Δ.

Πίσω βήματα: Βήμα με Δ πόδι πίσω και ελαφρά αναπήδηση, άρση αριστερού και πάτημα Α, βήμα Δ και Α-Δ-Α και με ελαφρά αναπήδηση σηκώνω Δ.

Μέτρημα και για τα εμπρός και για τα πίσω βήματα μετρούμε πάτημα-αναπήδηση-τρία: 1-2-3α-3β.

Η λαβή στο Λασιθιώτικο χορό γίνεται από τις παλάμες στο ύψος των ώμων και με λυγισμένους τους αγκώνες. Χορεύεται με παραλλαγές σε όλες τις επαρχίες του Νομού Λασιθίου: Στειακός, Γεραπετρίτικος ή Λασιθιώτικος

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t34.0-12/13819597_1068110003242612_1199143740_n.jpg?oh=a8ae2df6e8784d4e458da9421d149923&oe=57928871

ΒΗΜΑΤΑ ΛΑΣΙΘΙΩΤΙΚΟΥ ΠΗΔΗΚΤΟΥ

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επι εποχής Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν στην Κρήτη χορό με την ονομασία ή τον χαρακτηρισμό Λασιθιώτης ή Στειακός ή Γεραπετρίτικος,  παρά μόνο την Πυρρίχη ή Πηδηκτό και  το συρτό Κανδιώτη ή Κρητικό. Συνεπώς ο χορός αυτός δημιουργήθηκε μετά το 1821 ή τότε κάποιες από τις παραλλαγές της Πυρρίχης  άρχισαν να ονομάζονται Γεραπετρίτικος και Στειακός χορός και σήμερα ονομάζεται Λασιθιώτης Πηδηχτός. Άλλωστε αυτό υποδηλώνει και ο χαρακτηρισμός του «Λασιθιώτικος/Στειακός/Γεραπετρίτικος Πηδηχτός»,

Το 1881, εποχή τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη, ο  πρώτος Διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου και  πρώτος Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης επι Κρητικής Πολιτείας Ιωσήφ Χατζιδάκης στο βιβλίο του «Περιήγησις εις Κρήτην» (1881) αναφέρει ότι οι Κρητικοί χοροί εχουν πατρίδα το Λασίθι, το ευρισκόμενο εκεί Δικταίο άντρο , πρβ: «Ο Βελών (σ.σ. Pierre Belon = Γάλλος φυσιοδίφης) περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την Πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους. Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης  «Περιήγησις εις Κρήτη», 1881, σελίδα 78,79).

 

9) Ο ΠΡΙΝΙΑΝΟΣ Ή ΠΡΙΝΙΩΤΗΣ

Ο Πρινιανός ή Πρινιώτης είναι κυκλικός, εύθυμος, τοπικός και μεικτός χορός που σήμερα τείνει να εξαφανιστεί, όμως παλιά χορεύονταν σε πολλές περιοχές της ανατολικής Κρήτης και κυρίως σ’ αυτές γύρω από το όρος Δίκτη, που ως γνωστόν βρίσκεται στα σύνορα Ηρακλείου - Λασιθίου: Νεάπολη, Αγιος Νικόλαος, Ιεράπετρα, Βιάννο, Κρούστα, Μεσελέρους, Οροπέδιο Λασιθίου  κλπ. 

Άλλο χορό δε ρέγομαι ωσά ντον Πρινιανό μου

απού τονε χορεύουνε και μενα στο χωριό μου.

 Άλλο χορό δε ρέγομαι σαν το Πρινιώ-Πρινιώτη

απού τονε χορεύουνε όσοι χουνε νεότη”

Ήλιωσα τα παπούτσια μου στου Πρινιανού τα ζάλα

μα ο παπουτσής είναι κοντά και θα μου κάμει άλλα”

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t34.0-12/13652412_1061945107192435_1297634193_n.jpg?oh=88aee0bb6f92c3d4c0d09d908487a115&oe=57855481

Ο Λασιθιώτης χοροδιδάσκαλος Αθ.  Ταμιωλάκης

Ο Πρινιακός χορός παλιότερα ήταν πολύ διαδεδομένος και σήμερα τείνει να εξαφανιστεί. Ο Χατζηδάκις το 1910 αναφέρει: « Ο Καστρινός και ο Πρινιανός χορεύονται εις τους Νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου. Ο Πρινιανός και το Μικρό-Μικράκι είναι χοροί της αυτής ρυθμικής μορφής, διαφέροντες κατά την κίνησιν των ποδών. Ο Πρινιανός χορεύεται εις το Ηράκλειον, ενώ το Μικρό-Μικράκι εις τον Αποκόρωνα και εις τας τριγύρω επαρχίας. Οι βηματισμοί του σύγκεινται από εξ κινήσεις, γενομένας εις εξ χρόνους. Ο Πρινιανός είναι χορός Πηδηκτός καθ' ον ψάλλονται κωμικά δίστιχα και χορεύεται κατά τας αποκρέω. Ομοίαν κίνησιν με τον Πρινιανόν έχει και το Μικρό Μικράκι με τινας διαφοράς εις τα τελευταία βήματα. Τον Πρινιανόν εις τινας επαρχίας του νομού Ηρακλείου καλούσι Πεντοζάλην, εις ον προφανώς αναφέρεται και το αναφερόμενον ανωτέρω σχετικόν δίστιχον».

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης στο διήγημά του «Το βοσκόπουλο του Ψηλορείτη’» (1884 ) περιγράφει  χαρακτηριστικά ως εξης μια σκηνή του Πρινιανού:

<< - Πρινιανό θέλετε για Πεντοζάλη ; ηρώτησεν ο ποιμήν χορδίζων την λύραν του.

- Πρινιανό, Παυλάκη μου, μα να σε 'δώ.. τση καλλίτεραίς σου δοξαριαίς ν’ ακούσωμε.

Ο ποιμήν άρχεται κρούων τον Πρινιανόν χορόν, αι δε νεάνιδες κουφότεραι πτηνών, ορχούνται επί της παχείας χλόης. Ο Παύλος μένει έκθαμβος βλέπων την ευρυθμίαν και την χάριν των κινήσεων αυτών, θα έλεγε τις ότι οι πόδες των δεν ήγγιζον επί της γης, επέτων ως λευκαί χρυσαλίδες επί της ανθηράς χλόης. Μ’ όλον ότι δε η προσοχή του ποιμένος απερροφήθη υπό του χαριεστάτου τούτου θεάματος η λύρα εγαύγιζε κατά την κρητικήν έκφρασιν, υπό το δοξάρι του.

- Μαλεβυζώτικο!.. φωνάζει μετ' ολίγον η πρώτη των Νηρηίδων προς τον ποιμένα, αυτός δ’ υπακούων παίζει τον χαριέστερον των κρητικών χορών, τον Μαλεβυζώτικον.

Και ήδη άδουσι περιπαθέστατα ορχούμεναι αι αφρογενείς Νηρηίδες και η λιγυρά φωνή των κινεί εις άμιλλαν τας αηδόνας και ούτω εντός ολίγου πληρούται η κοιλάς θεσπεσίας συμφωνίας.Ο νεανίας καταμαγευθείς μένει εκστατικός και η χειρ του κινεί μηχανικώς το τόξον της λύρας.  ( Ιωάννη Κονδυλάκης: Διηγήματα. Το βοσκόπουλο του Ψηλορείτη. Αθήναι, 1884.)

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν στην Κρήτη χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό Πρινιώτης ή Πρινιανός κλπ παρά μόνο τους χορούς  Πυρρίχη ή Πηδηχτό και  το συρτό Κανδιώτη ή Κρητικό. Συνεπώς ο Πρινιανός χορός δημιουργήθηκε μετά το 1821 και  είναι  παραλλαγή της αρχαίας Πυρρίχης,  αφού και ο Πρινιανός είναι πηδηχτός χορός.

Σημειωτέον ότι οι ονομασίες «πυρίχη» και «πρινιανός» είναι της αυτής ετυμολογίας, από το πυρ, πρβ: Πυρρίχη =  πυρ(+ έχω) και π(υ)ρινιανός > Πρινιανός, άρα, δε χωρά αμφιβολία, ο πρινιανός χορός και η αρχαία πυρρίχη είναι το αυτό. Ειδικότερα, αφού αρχικά υπήρχε η Πυρρίχη και αφού ο χορός  «Πρινιανός» είναι παραλλαγή της Πυρρίχης ή άλλως Πηδηχτο χορού,  άρα η ετυμολογία της ονομασίας του χορού «Πρινιανός»  είναι από το πυρ, δηλαδή πυρ  > π(υ)ρινιανός = ο πύρινος ή πυρρίχιος. Άλλωστε από εκεί  προέρχεται και η ονομασία Πρίνα.  Η ονομασία «πρίνα ή πρινιάς» σημαίνει  το μέρος που έχει π(υ)ρίνες – πρίνες  ή π(υ)ρίνους – πρίνους  ή άλλως π(ο)υρνάρια. Πρίνα  = το μέρος όπου χορεύεται ο π(υ)ριανός - Πρινιανός χορός ή άλλως πυρρίχιος. Από το πυρ και η ονομασία π(ο)υρνάρι > πουρ(ί)νος > φούρνος. Σημειωτέον ότι και η λέξη πρωί είναι από το πυρ > πουρνό > προυνό > πρωϊνό = όταν διαφωτίζει, πυρώνει..

Στην ανατολική Κρήτη υπάρχουν  το χωριό η Πρίνα στον κόλπο Μεραμβέλου ( Δικταίο όρμο κατά τα Αργοναυτικά του  Απολλώνιου Ρόδιου), το βουνό Πρινιάς στη Δίκτη (περιοχή Βιάννου) κ.α. το χωριό Πρινιάς στο Μονοφάτσι Ηρακλείου κ.α., ενώ στη δυτική Κρήτη υπάρχουν  οι Πρινές (Μυλοποτάμου) και οι Πρινές (Ρεθύμνης). Επομένως ο χορός Πρινιανός, αν έχει σχέση με τοπωνύμιο,  επινοήθηκε στην ανατολική Κρήτη, στην Πρίνα ή Πρινιά > Πρινιανός, γιατί , αν είχε επινοηθεί στη δυτική Κρήτη, θα λεγόταν Πρινές > Πρινιενός και όχι Πρινιανός.  Δίπλα από το χωριό Πρίνα του Λασιθίου βρίσκεται/βρισκόταν  η αρχαία πόλη Λατώ απ’ όπου καταγόταν η θεά Λατώ ή ιωνικά Λητώ, η μάνα του Κρητικού Απόλλωνα που βρήκε τη μουσική και την κιθάρα στην Κρήτη (Διόδωρος 5.74-77),  Λίγο πιο πέρα από την Πρίνα, στην επαρχία  Ιεράπετρας , βρίσκεται η Ιεράπυτνα > Ιεράπετρα - Γεραπετρος, την οποία έκτισε ο Κουρήτης Κύρβας ( Στράβων 10.ΙΙΙ,19 C 472), ένας από τους Κουρήτες, δηλαδή αυτούς που πρώτοι βρήκαν και έδειξαν το χορό και συνάμα ανέτρεφαν το Δία στο όρος Δίκτη, στο Δικταίο άντρο. 

https://scontent-cdg2-1.xx.fbcdn.net/v/t34.0-12/13815226_1068109573242655_225797327_n.jpg?oh=b2a927b94329b2460ccee477c856c2b5&oe=5792585F

ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΙΑΝΙΑΝΟΥ ΧΟΡΟΥ

Σύμφωνα με το Λάσιθιώτη χοροδιδάσκαλο Αθανάσιο Ταμιωλάκη, ο Πρινιανός έχει 13 βήματα (6 εμπρός 7 πίσω), με 14 βήματα χορεύεται μόνο στο Οροπέδιο Λασιθίου,  Στο Μεραμπέλο η λαβή των χεριών είναι απο τους ώμους και στην περιοχή Ιεραπέτρας με τα χέρια χιαστί μπροστα και η λαβή (το πιάσιμο των χορευτών) γίνεται από τις παλάμες, όπως και στον Ανωγειανό Πηδηκτό.

Εμπρός βήματα: Με Δ πόδι βήμα εμπρός, ελαφρά αναπήδηση και βήμα με Α. Δ άρση και αναπήδηση Α και Δ εμπρός με ελαφρύ κάθισμα και λύγισμα γονάτων.

Πίσω βήματα: Δ πίσω και με αναπήδηση, βήμα με Α πίσω, Δ και Α-Δ-Α και σηκώνω με ελαφρά αναπήδηση Δ.

Ρυθμός: 1,2-1,2-1,2 μπροστά και πίσω, 1,2-1,2,3-1,2. Μέτρημα: Πάτημα-αναπήδηση, πάτημα-πήδημα, βήμα εμπρός/ πάτημα – αναπήδηση 3 -1,2,3α, 3β.

Μερικοί λένε πως ο χορός Πρινιανός λέγεται και «Μπριμνιανός» και συνεπώς η ονομασία του ίσως να προέρχεται από μια έντονη και χαρακτηριστική κίνηση, που γίνεται προς τα εμπρός, η οποία αποδίδεται εννοιολογικά από το αρχαίο ρήμα πρηνίζω και το ουσιαστικό πρηνής. Κατ’ άλλους ο χορός Πρινιώτης λέγεται και Μπριμνιανός ή Μπρα(ι)μνιανός ή Μπρυμ(ν)ιανός και συνεπώς είναι παραφθορές της αρχαιοελληνικής λέξης «Πρύλις», που  ήταν αρχαίος κρητικός, πολεμικός χορός. Ωστόσο όλα αυτά δεν ευσταθούν, γιατί:

Α) Ο Ιωάννης Κονδυλάκης το 1884, που είναι μια αρκετά παλιότερη και συνάμα σοβαρή πηγή αναφέρει, όπως είδαμε πιο πριν,   ότι ο εν λόγω χορός παλιότερα λεγόταν Πρινιανός και όχι «Μπραμ(ν)ιανός ή Μπρυμνιανός κλπ.  και απλά οι ονομασίες  Πρινιώτης ή (Μ)πρινιανός κλπ είναι νεώτερες παραφθορές της ονομασίας «Πρινιανός»

Β) Η ονομασία «Πρινιανός» δεν έχει καμιά σχέση με τις λέξεις «πρηνίζω, πρηνής», γιατί  οι λέξεις αυτές γράφονται με η (από τα: πρανής, απρανής, ιωνικά πρηνής κλπ) και όχι με ι που γράφεται η ονομασία «Πρινιανός». Ομοίως η ονομασία «Πρινιανός» δεν έχει καμιά σχέση με τη λέξη «πρύλις» ή τον αρχαίο χορό «Πρύλις»,  αφού η «Πρύλις» περιέχει στο θέμα του  το σύμφωνο λ κλπ και συνάμα η πρύλις  δεν ήταν αρχαίος Κρητικός χορός ή σωστότερα  δεν υπήρξε καν ως χορός. Υπενθυμίζεται ότι «πρυλέες» στον Όμηρο (Ιλιάδα Λ 11) ονομάζονται οι ομάδες πεζών  σε σχεση προς τους ιππείς και  επίσης ότι επειδή ο  υμνογράφος Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (310 - 240 π.Χ.) , καθώς λέει ο ίδιος στον ύμνο που «Εις Δία», έμαθε ότι οι Κρήτες λέγανε το μύθο ότι ο Δίας πέθανε και τον θάψανε στην Κρήτη (μάλιστα ο Πορφύριος στο ‘‘Βίος Πυθαγόρου’’ αναφέρει ότι τον εν λόγω  τάφο επισκέφτηκε και ο περίφημος Πυθαγόρας ο Σάμιος), θύμωσε, γιατί δεν του άρεσε που οι Κρήτες τον κάνανε θνητό και προ αυτού έγραψε τον ύμνο «Εις Δία», στον οποίο αποκαλεί ψεύτες τους Κρήτες και παράλληλα παραλλάσσει το μύθο του Δία μεταφέροντας  τη γέννηση και ανατροφή του Δία από το όρος Δίκτη των Ιδαίων ορέων της Κρήτης στο όρος Λύκαιον της Αρκαδίας και τονίζοντας ότι ο Δίας δεν πέθανε, διότι είναι αιώνιος. Μάλιστα στην παραποίηση του μύθου που κάνει, η  νήσος Κρήτη γίνεται περιοχή «Κρητέα» στην Αρκαδία, η αρχαία πόλη Λύκτος (= η πόλη στην περιοχή της οποίας βρισκόταν η Δίκτη, όπου γεννήθηκε ο Δίας, σύμφωνα με τον Ησίοδο) γίνεται το Λύκαιον όρος στην Αρκαδία, η πόλη  το  Πράσον ή η Πραισός  (= η πόλη όπου υπήρχε το Δικταίο ιερό, σύμφωνα με το Στράβωνα) γίνεται η περιοχή «Παρράσιον» στην Αρκαδία, οι Δικταίοι Κουρήτες γίνονται Δικταίαι Μελίαι , ο ενόπλιος χορός των Κουρητών «πυρρρίχη» γίνεται «πρύλις» κλπ, ώστε να βλάψει «τουριστικά» τους Κρήτες, όπως θα λέγαμε σήμερα.

 

 

http://images-00.delcampe-static.net/img_large/auction/000/304/556/765_001.jpgΕπιστολικό δελτάριο του 1898,  επι Κρητικής Πολιτείας και με επανέκδοση το 1940 με Στειακό χορευτικό συγκρότημα που χορεύει Λασιθιώτικο (Στειακό) πηδηκτό Οι χορεύτριες φορούν κούδα , ποδιά, Κρητικό μαχαίρι στη μέση κλπ ( koutes nos cartes postales sont garanties d´epoque, éditées entre 1898 et 1940 )

 

10) Η ΓΙΤΣΙΚΙΑ ‘Η ΡΟΥΜΑΘΙΑΝΗ ΣΟΥΣΤΑ

Η Γιτσικιά Σούστα είναι κυκλικός και τοπικός χορός, που, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι κωμικός χορός και παραλλαγή της Σούστας. Ονομάζεται και Ρουμαθιανή Σούστα, επειδή εκεί, στα Ρούματα,  που βρίσκονται στην περιοχή επαρχίας Κισάμου Χανίων, διασώζεται ακόμη.  Δεν είναι αντικριστός και ζευγαρωτός χορός, όπως συμβαίνει στο γνωστό Παγκρήτιο χορό  Σούστα, αλλά είδος κυκλικού Πηδηχτού χορού που χορεύεται με βήματα κάπως όπως αυτά της Σούστας. Σημειωτέον ότι  παλιότερα, όπως μας πληροφορούν ο  Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος στα «Κρητικά» (1842), ο Μ. Βεναρδος στο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης (1835) κ.α.με την ονομασία Σούστα έλεγαν τον Πηδηκτό χορό οι των δυτικότερων επαρχιών (δηλαδή η Κίσσαμος, ο Αποκόρωνας κ.α.), άρα η Γιτσικιά Σούστα είναι πιο αρχαίος και πιο αυθεντικός χορός απ΄ό,τι η γνωστή Σούστα, καταγωγή κατευθείαν από την Πυρρίχη.

Η  λαβή των χορευτών στη Γιτσικιά Σούστα γίνεται όπως στον Πηδηχτό χορό, δηλαδή από τις παλάμες με τους αγκώνες λυγισμένους και τα βήματα του χορού γίνονται με πολλές παραλλαγές «αλλά σούστας». Σήμερα χορεύεται σε σοβαρό ύφος, όμως ξεκίνησε ως κωμικός χορός, όπως φανερώνει ο χαρακτηρισμός του «γιτσικιά σούστα». Δηλαδή χορός ‘αλλά κατσίκας,  με βήματα που θυμίζουν αυτά που κάνουν οι γίδες (= οι αίγες, οι άγριες κατσίκες),  όταν χοροπηδούν,  λόγω ερωτισμού ή όταν νευριάσουν κλπ. Περίφημη Κρητική αίγα > γίδα ή αρχαία ελληνικά αίγαγρος ήταν η Αμάλθεια,  η τροφός του Δία στο Δικταίο άντρο, την οποία ειχαν φέρει εκεί η Ίδη και η Αδράστεια, οι κόρες του Κουρήτη Μελισσέα: «Οργισθείσα δε επί τούτοις Ρέα  παραγίνεται μεν εις Κρήτη, οπηνίκα τον Δία εγκυμονούσα ετύγχανε,  γεννά δε εν τω άντρω της Δίκτης Δία και τούτον μεν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε και ταις Μελισσέως παισί νύμφαις, Αδραστεία τε και Ίδ.αύται μεν ουν τον παίδα έτρεφον τω της Αμαλθείας γάλακτι, οι δε Κούρητες ένοπλοι εν τω άντρω το βρέφος φυλάσσοντες τοις δόρασι τας ασπίδας συνέκρουον, ίνα μη της του παιδός φωνής ο Κρόνος ακούσ.Ρέα δε λίθον σπαργανώσασα δέδωκε Κρόνω καταπιείν ως τον γεγεννημένον παίδα». (Απολλόδωρος Α, 1, 6 - 7)

 

Ανωγεια

Ο Νίκος Ξυλούρης με ανωγειανό χορευτικό συγκρότημα: Γιάννη Σταυρακάκη κλπ

 

11) Ο ΚΟΥΤΣΑΜΠΑΔΙΑΝΟΣ ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ

Ο Κουτσαμπαδιανός ή Κουτσιστός Πεντοζάλης  είναι ένας κυκλικός, τοπικός,  ανδρικός χορός, που, όπως υποδηλώνει και το όνομά του,  είναι κωμική παραλλαγή του Πεντοζάλη κατά τον τρόπο που χορεύουν οι κουτσοί στην περιοχή Αμπαδιά του Νομού Ρεθύμνης.

Τον Κατσαμπαδιανό χορό όποιος τονε κατέχει

να ρθει να τονε πιάσομε μαζί να μ’ αρμηνέψει»

 Παίζεται στις δύο πρώτες μόνο στροφές του Πεντοζάλη,  η λαβή του είναι ως αυτή του Πεντοζάλη και τα βήματα (ζάλα)  του όσα είναι αυτά του Πεντοζάλη, δηλαδή 5, όμως κουτσά, δηλαδή ως αυτά του κουτσού. Ο χορός ξεκινά (πρώτον) με το δεξί πόδι, που κάνει άρση και πάει και πατά προς τα πλάγια δεξιά και το οποίο ακολουθεί το αριστερό πόδι σε στυλ κουτσό, μετά (δεύτερο) γίνεται το ίδιο, μετά (τρίτον) γίνεται το ίδιο, μετά (τέταρτο) γίνεται στάση στο δεξί και συνάμα το αριστερό κάνει προβολή προς τα δεξιά μπροστά από το δεξί και μετά (πέμπτο) το αριστερό πατά πίσω και αριστερά και συγχρόνως το δεξί κάνει άρση και προβολή προς τα αριστερά και μπροστά από το αριστερό. Δηλαδή υποτίθεται ότι γίνεται μίμηση από κουτσό του Πεντοζάλη.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι «μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, εκεί γύρω στα 1800, ένας καπετάνιος από την Αμπαδιά, κουτσός στο αριστερό του πόδι, μετά από μία μάχη με Τούρκους στη Λοχριά της Αμπαδιάς, θέλησε να χορέψει πεντοζάλι.  Οι μουσικοί, που έπαιξαν για αυτόν, και οι χορευτές, που χόρεψαν μαζί του, τον τίμησαν, προσαρμόζοντας το ρυθμό της μουσικής του πεντοζαλιού και τα βήματα του χορού, αντίστοιχα, στα ζάλα ενός  κουτσού άνδρα.  Εκείνος, παρ’ ότι κουτσός, χόρεψε και ο χορός του  έμεινε στην παράδοση της επαρχίας Αμαρίου ωςκουτσαμπαδιανός ή κα(ρ)τσιμπα(ρ)διανός ή κατσαμπαδιανός ή κουτσιστός για να θυμούνται όλοι το χορό του κουτσού από την Αμπαδιά…..».  Ωστόσο το γεγονός αυτό είναι μύθος, εκτός πραγματικότητας, γιατί,  καθώς λένε οι οπαδοί του κανονικού Πεντοζάλη, η πραγματικότητα είναι ότι ο εν λόγω χορός είναι κωμικός, σατυρικός, όπως φανερώνει ο χαρακτηρισμός του «κουτσικός». Δηλαδή χορός που θυμίζει κουτσό, ή που χορεύεται όπως κάναμε παλιά με τα βήματα του παιγνιδιού που ονομάζονταν «Κουτσός  καλόγερος». Άλλωστε  όμοιος χορός είναι και ο χορός «Απανωμερίτης ή Προβατινίστικος» της ίδιας περιοχής, η «Γιτσικιά Σούστα» κ.α. (Περισσότερα βλέπε πιο κάτω: «Ανυπόστατες θεωρίες που λέγονται για τους Κρητικούς χορούς»).

 

12) Ο ΑΠΑΝΩΜΕΡΙΤΗΣ ή ΠΡΟΒΑΤΙΝΙΣΤΙΚΟΣ

Ο Απανωμερίτης ή Προβατινίστικος ή Ντακουνάκια είναι κυκλικός, μεικτός και τοπικός χορός, που, όπως υποδηλώνει το όνομά του,  είναι κωμικός χορός που χορεύεται στις ορεινές περιοχές(στα πάνω μέρη)  του Ρεθύμνου, ειδικά στην περιοχή του Άνω Μέρους του Αμαρίου και προς τη μεριά του Ηρακλείου. Ονομάζεται προβατινίστικος  εξαιτίας του ότι οι χορευτές στις κινήσεις τους κάποια στιγμή χτυπάνε με το πόδι τους στο έδαφος,  κάτι όπως  κάνουν τα πρόβατα, όταν χοροπηδούν λόγω ερωτισμού ή όταν νευριάσουν. Νταγκουνάκια, επειδή οι χορευτές, για τον προηγούμενο λόγο,  χτυπάνε με το πόδι τους (τακούνι) το έδαφος. Σήμερα ο χορός αυτός χορεύεται μόνο από γυναίκες χορευτικών συγκροτημάτων στα πλαίσια των ξεχασμένων χορών. Η λαβή των χορευτών γίνεται από τις παλάμες με τα χέρια κάτω και τα βήματά του χορού είναι 10 . Τα βήματα αυτά γίνονται και προς δεξιά και προς αριστερά, αλλά και μισά από εδώ και άλλα μισά από την άλλη και τα περισσότερα  από αυτά γίνονται με το ένα πόδι.’

 

13) Ο ΑΓΚΑΛΙΑΣΤΟΣ ΣΙΓΑΝΟΣ

Ο Αγκαλιαστός είναι εύθυμος, μεικτός και αναπνευστικός χορός της ανατολικής Κρήτης  (Ιεράπετρα,  Κριτσά, Βραχάσι, Λασίθι κ.α.), παραλλαγή του Σιγανού, που ονομάζεται έτσι επειδή χορεύεται αγκαλιαστά. Δηλαδή πήρε το όνομά του από την ιδιότυπη λαβή με την οποία πιάνονται οι χορευτές και που μοιάζει να αγκαλιάζει κάθε χορευτής τον μπροστινό του. Βάζουν το αριστερό χέρι τους πάνω από το δεξιό τους ώμο, κρατώντας συνήθως μαντίλι του οποίου την άκρη ρίχνουν στην πλάτη τους. Την άκρη αυτή κρατά με το δεξί χέρι ο επόμενος χορευτής.

Τα βήματα του χορού είναι απλά, είτε όπως αυτά του Σιγανού είτε όπως αυτά του περιπάτου που απλώς ακολουθούν το ρυθμό της μουσικής. Συνήθως ακολουθεί μετά από τον Πηδηχτό χορό με σκοπό τη χαλάρωση των χορευτών και συνάμα να ακουστούν μαντινάδες με μηνύματα ή αντικριστές κλπ από τους συμμετέχοντες. Ο χορός ξεκινά μόνο κάποιος ή κάποια πει τη μαντινάδα:

Αγκαλιαστό να κάμουμε, κι έλα ν’ αγκαλιαστούμε,

Και βάστα και στη χέρα σου ρόδο να μυριστούμε.

Αρχικά στον Αγκαλιαστό χορό οι χορευτές σχηματίζουν ανοικτό κύκλο,  όπως γίνεται σ’ όλους τους Κρητικούς χορούς, όμως μετά στρίβουν και τοποθετούνται  ο ένας πίσω από τον άλλο σε στοίχιση και κατά ζέυγη, δηλαδή πρώτα μια γυναίκα και μετά ένας άνδρας και μετά μια γυναίκα κλπ, χωρίς αγκάλιασμα ακόμη.  Στην κεφαλή του κύκλου τοποθετείται μια γυναίκα (στο χωριό μου έμπαινε και άντρας) που να ξέρει πολλές μαντινάδες ή που να ξέρει να φτιάχνει γρήγορα  μαντινάδες, η οποία λέγεται  πλουμίστρα , επειδή μετά αρχίζει και πλουμίζει (=  στολίζει, με πλούμια = στολίδια) κάθε χορευτή με στίχους,  ψάλλοντας τα προτερήματα ή τα ελαττώματά του, ακόμα κι ό,τι αφορά την ιδιωτική του ζωή. Έχει δε πλήρη ελευθερία να υπαινιχθεί, αλληγορικά πάντα, και κάποιες υπονοούμενες αισθηματικές υποθέσεις, που αποτελούν κοινό μυστικό και μάλιστα χωρίς ποτέ να παρεξηγηθεί γιατί αυτό το απαιτεί το είδος του χορού, οι δε μαντινάδες της πλουμίστρας είναι αλληγορικές και αποτελούν κατά κανόνα αθώα πειράγματα. Κάθε χορευτής, άμα ακούσει τη μαντινάδα που τον αφορά, δίνει το χέρι του στον μεθεπόμενο χορευτή και έτσι πλέκεται ο χορός. Οι γυναίκες όμως απλώνουν τα χέρια τους και τα περιπλέκουν πάνω από τους ώμους των ανδρών σαν να τους αγκαλιάζουν, δηλ. η διασταύρωση των χεριών γίνεται στον αυχένα των χορευτών. Μετά το τέλος όλης της πλοκής κάθε χορευτής με τη σειρά του πρέπει ν’ απαντήσει κατάλληλα με στίχους στην πλουμίστρα και να της ανταποδώσει με την ίδια ελευθερία τα ίδια. Και αφού ψάλλει τη μαντινάδα του, τραβάει το χέρι του και ελευθερώνεται από τον κλοιό που τον περισφίγγει. Με αυτόν τον τρόπο διαλύεται το σύμπλεγμα και καταλήγει ο χορός με πολύ ευθυμία και γέλια. Άλλοτε δε λύεται ο χορός, αλλά συνεχίζουν όλοι μαζί λέγοντας μαντινάδες, όπως. τις εξής μαντινάδες:

_ Σαν το διαμάντι καθαρό είναι το πρόσωπό σου,

κι αστράφτει η κάθε σου ματιά μεσ’ το χαμόγελό σου.

_Τα μάθια σου είναι λιόμαυρα και μέσα λιομαυρίζουν

και μέσα στο λιομαύρισμα αγάπες κανακίζουν.

_Να τα χαρώ τα μάθια σου τα μαύρα τα μεγάλα

αφού σταλαγματίζουνε  το μέλι με το γάλα.

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Αγκαλιαστός», άρα ο χορός αυτός δημιουργήθηκε μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821. Είναι είδος Γέρανου, ο χορός που παριστάνει το Θησέα να εξέρχεται από το Λαβύρινθο με την Αριάδνη. Επί ενετοκρατίας και επί τουρκοκρατίας υπήρχε ο χορός  «Κανδιώτης ή Κρητικός», που αφενός θεωρούνταν ότι προήλθε από το χορό που σύνθεσε ο Δαίδαλος για την Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα, με σκοπό να τις αποτυπώσει τα περάσματα των διαδρόμων του Λαβύρινθου,  και τον οποίο αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Σ 590) και αφετέρου χορευόταν με πολλές παραλλαγές, άρα από το χορό αυτό προήλθε ο Συρτός και ο Σιγανός, παραλλαγή των οποίων είναι ο Αγκαλιαστός, ο Ξενομπασάρης κ.α.

 

14) Ο ΞΕΝΟΜΠΑΣΑΡΗΣ ΣΙΓΑΝΟΣ

Ο Ξενομπασάρης  είναι κυκλικός, μεικτός, εύθυμος, αναπνευστικός και τοπικός χορός, παραλλαγή του Σιγανού. Χορεύεται  στην περιοχή του Νομού Λασιθίου και η λαβή των χορευτών γίνεται είτε αγκαλιαστά (αγκαζέ) είτε πιασμένα στους ώμους, όπως γίνεται και στον κανονικό Σιγανό. Τα βήματά του είναι  6, με το ένα να είναι μπρος κι όχι πίσω , όπως γίνεται στο κανονικό σιγανό. Η ονομασία «ξενομπασάρης», είναι από τη μαντινάδα "Ξενομπασάρικο πουλί ξενομπασαρικάκι μου..".

Ξενομπασαρικάκι μου ξενομπασάρικό μου,

σγουρό βασιλικάκι μου και να ‘σουνε δικό μου». 

 

15) Ο ΖΕΡΒΟΔΕΞΟΣ

Ο Ζερβόδεξος είναι τοπικός,  μεικτός,  αναπνευστικός και εύθυμος χορός της ανατολικής Κρήτης  (Ιεράπετρα,  Κριτσά κ.α.), που, όπως υποδηλώνει και το όνομά του,  οι χορευτές τον χορεύουν  με κατεύθυνση πότε αριστερά (ζερβά) και πότε δεξιά.  Ο Ζερβόδεξος δεν είναι κυκλικός χορός, αλλά στοίχισης, όρμος. Οι χορευτές,  ύστερα από ένα χορό, στοιχίζονται ο ένας πίσω από τον άλλο  και κρατιούνται με μια ιδιότυπη λαβή με τη βοήθεια ίσως και μαντηλιού. Κάθε χορευτής πιάνει με το δεξί του χέρι το αριστερό του μπροστινού του ο οποίος το έχει φέρει πάνω από τον ώμο.

Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επί εποχής τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Ζερβόδεξος», άρα ο χορός αυτός δημιουργήθηκε μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821. Επί ενετοκρατίας και επί τουρκοκρατίας στην Κρήτη υπήρχε η Πυρρίχη και ο χορός  «Κανδιώτης ή Κρητικός», που από αυτούς ο Κανδιώτης θεωρούνταν ότι προήλθε από το χορό που σύνθεσε ο Δαίδαλος για την Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα, με σκοπό να τις αποτυπώσει τα περάσματα των διαδρόμων του Λαβύρυνθου, και τον οποίο αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Σ 590), άρα από τους χορούς αυτούς  και ως παραλλαγή προήλθε ο Ζερβόδεξος.

Ο χορός Ζερβόδεξος χορεύεται με βήματα περιπατητικά και κάπως όπως αυτά της σούστας. Είναι ειδος του αρχαίου χορού Γέρανου,  του χορού που παριστάνει την Αριάδνη και το  Θησέα να εξέρχονται από το Λαβύρινθο και ο οποίος ήταν  μιμική αναπαράσταση των πολύστροφων κύκλων του Λαβύρινθου, σε ένα ρυθμό που είχε διαδοχικές κινήσεις και αναπτύξεις. 

Με το ξεκίνημα της μουσικής όλοι χορεύουν πηγαίνοντας προς τα εμπρός.  Όταν ο  μουσικός, βιολάτορας ή λυράρης, κάνει με το δοξάρι  του ένα χαρακτηριστικό  ήχο σαν στριγκλιά, τότε όλοι οι χορευτές αλλάζουν φορά.  Έτσι ο πρώτος γίνεται τελευταίος και ο τελευταίος πρώτος.  Η μελωδία είναι ιδιόρρυθμη και ξεσηκώνει τους χορευτές. Η όλη ατμόσφαιρα γίνεται ακόμα πιο εύθυμη όταν ο λυράρης ή ο βιολάτορας δεν παίζει το φθόγγο που όλοι περιμένουν για την αλλαγή της πορείας και οδηγεί τους χορευτές έξω από το χώρο που γίνεται το γλέντι, πάνω σε τοίχους, δένδρα κ.λ.π. Πρόκειται για ένα χορό παιχνίδι που συνήθως χορεύεται τις απόκριες ή σε άλλες εύθυμες στιγμές και τον οποίο λέγονται πολλές εύθυμες και σατυρικές μαντινάδες, όπως οι εξης:

_Ήρθανε πάλι α-πο-κριές κιό-λοι κουζουλαθήκαν

Κι οι γράδες κι οι μπαμπό-γριες σαν κοπελιές ντυθή-καν.

_Τσι μυζηθρόπιτες θωρώ απάνω στο τραπέζι

μα η κοιλιά μου ειν’αδειανή και σαν τη λύρα παίζει.

_Ελάτε να γλεντήσομε μασκάρες να ντυθούμε

τσι κουζουλούς να κάνομε να μην κουζουλαθούμε.

_Απόσταν εγεννήθηκα δεν ήφαγα λαζάνια

μα τσ’αποκρές τα ψήσαμε κι ‘φαγα δυο καζάνια.

_Ήφυγε δα κι η αποκρά με γλέντια με τραγούδια

και ήρθε η σαρακοστή μ’ελιές και με λουμπούνια.

_Ο Λαζανάς ψυχομαχεί και ο Μακαρούνης κλαίει

και κρόμμυδος σουσουραδεί και στο τραπέζι βγαίνει.

_Ο Κρέως εξεψύχησε και ο Τύρος αποθαίνει

και ο καημένος ο Κουκιάς μες το τραπέζι μπαίνει.

 

16) ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΕΡΑΚΙΑ

Τα Ντουρνεράκια  είναι κυκλικός, εύθυμος  και μεικτός χορός, που  το όνομα του το πήρε από τους στίχους ενός ομώνυμου τραγουδιού, το οποίο πέρασε στη δισκογραφία ο αείμνηστος λυράρης Κώστας Μουντάκης (1926 – 1991) τη δεκαετία του 1960 (σε δίσκο 45″).

Οι χοροί Ντουρνεράκια και  Λαζώτης είναι παγκρήτιοι χοροί και η μουσική και τα τα βήματα τους είναι παρόμοια με αυτά του χασαποσέρβικου, επειδή και οι τρεις χοροί αυτοί είναι παραλλαγές του αρχαίου ελληνικού χορού «χασάπικος. Μάλιστα τα Ντουρνεράκια έχουν και την ίδια λαβή με το χασαποσέρβικο, ενώ ο Λαζώτης όχι.  Η λαβή των χορευτών στα Ντουρνεράκια γίνεται από τους ώμους, δηλαδή με χέρια τεντωμένα, δηλαδή  όπως γίνεται και στο Σιγανό χορό, όμως ο Σιγανός χορός χορεύεται σιγανά, γιατί είναι αναπνευστικός χορός, ενώ οι άλλοι όχι, είναι πυρρύχιοι χοροί.

Ο χορός Ντουρνεράκια και ο Λαζώτης   αποτελούν  τις Κρητικές εκδοχές του αρχαίοι ελληνικού λαϊκού χορού με το όνομα «χασάπικος» , του οποίου εκδοχή είναι και  ο Χασαποσέρβικος. Ο χορός Χασάπικος επι Βυζαντινών λεγόταν Αρναούτικος (Αρναούτης > Αρβανίτης = Έλλην εκ Μακεδονίας, διάφορο του Αλβανός) ή «Μακελάρης» (από το μακέλα = μακέρα = μαχαίρα, εξ ου και «μακελειό» = το σφαγείο) και που στα  τουρκικά έγινε Κασάπ > Χασάπικος. Ο Χασάπικος είναι ο χορός τον οποίο χόρευαν οι  του Σωματείου των κρεοπωλών (Κασαπ ογλάν)  της Κωνσταντινούπολης επι Βυζαντινών,  που συνάμα ήταν και απόγονοι των Μακεδόνων στρατιωτών του Μ. Αλέξανδρου, καθώς λέει ο Γάλλος συγγραφέας  Guys, Pierre Augustin (Voyage littéraire de la Grèce», Tome premier. Paris, 1783) κ.α.  

Τα βήματα του χορού είναι τρία προς τα δεξιά συν αναπήδημα στο δεξί και συγχρόνως προβολή του αριστερού ποδιού προς τα δεξιά (κάνοντας σταύρωμα με το δεξί) συν ένα βήμα  προς αριστερά συν αναπήδημα στο αριστερό και συγχρόνως προβολή του δεξιού προς τα αριστερά (κάνοντας σταύρωμα). Ο χορός ξεκινά το χορό με το δεξί πόδι, ως εξής: Κάνουμε  άρση του δεξιού ποδιού και   μετά (πρώτον)  πατούμε προς τα πλάγια τα δεξιά του κύκλου, μετά (δεύτερον) στρέφουμε το σώμα και συγχρόνως φέρουμε το αριστερό πόδι μπροστά από το δεξί και  πατούμε προς τα δεξιά του δεξιού, μετά (τρίτον) μετακινούμε το δεξί πόδι προς τα δεξιά,  μετά (τέταρτον) κάνουμε αναπήδηση στο δεξί  και συγχρόνως κάνουμε προβολή του αριστερού ποδιού (και σταύρωμα με το δεξί),  μετά (πέμπτον) στρέφουμε το σώμα προς τα αριστερά και πατούμε με το αριστερό πόδι προς τα αριστερά και μετά (έκτον)  κάνουμε αναπήδημα και προβολή του δεξιού ποδιού (σταύρωμα με το αριστερό). Τα βήματα του χορού γίνονταν δυο φορές σε κάθε μαντινάδα από αυτές που χορεύεται ο χορός αυτός και ο στίχος της κάθε μιας από τις μαντινάδες αυτές είναι 14 σύλλαβος.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο χορός Ντουρνεράκια είναι εξνόφερτος από τη Σερβία, επειδή το τραγούδι «ντουρνεράκια», λέει ότι «Τα κορίτσια Σέρβικα τα λένε Ντουρνεράκια», όμως αυτό είναι λάθος, γιατί αυτό το λέει, επειδή είναι ελεύθερη μετάφραση κάποιου σερβικού τραγουδιού ( το τραγούδι, είναι σέρβικο, ίσως και κάποιο μουσικό μετρο ) και  όχι ο χορός, αφού το ίδιο το τραγούδι λέει και ότι ο χορός για τον οποίον γίνεται λόγος τον ειχαν τα περασμένα χρόνια  χορό τα ντελικανιδάκια της Κρήτης, δηλαδή  οι νεαροί της Κρήτης επί Τουρκοκρατίας. Η λέξη «ντουρνεράκια στη Σερβία λέγεται «Dunje Ranke» (=Φρέσκο Κυδώνι, μεταφορικά το φρέσκο, το νέο κορίτσι) και εκεί υπάρχει τραγούδι όμοιο  ρυθμικά με το ελληνικό «ντουρνεράκια:

 

ΝΤΟΥΡΝΕΡΑΚΙΑ (ΚΡΗΤΙΚΑ)

Τα κο-ρί-τσια Σέρ-βι-κα τα λέ-νε Ντου-ρνε-ρά-κια = 1ος στίχος = 14 συλλαβές

και χο-ρό τον εί-χα-νε τα ντέ-λι-κα-νι-δά-κια         = 2ος στίχος = 14 συλλαβές

Ντου-ρνε-ρά-κια ντουρνεράκια ντουρ και παλαμάκια

Χρόνια περαζόμενα λεβέντες γεροντάκια

όλο χάρη κι ομορφιά με τα κοντά βρακάκια.

Μες στσι φτωχογειτονιές και τα στενά σοκάκια

ξεφαντώναμε μαζί όλα τα χωριανάκια

Εποχές αξέχαστες με του σεβντά μεράκια

που χορεύαμε κι εμείς στην Κρήτη Ντουρνεράκια

Αντρες που φορούσανε τριζάτα στιβανάκια

και δαχτυλιδόνανε τα μαύρα τους μουστάκια.

 

ΝΤΟΥΡΝΕΡΑΚΙΑ (ΣΕΡΒΙΚΑ)

Idi kući, obuci se, lele, dunje ranke.

Dunje ranke, dunje ranke, kruške karamanke

Onda dođi, kolo vodi, lele, dunje ranke.

Dunje ranke, dunje ranke, kruške karamanke.

Idi kući, očešljaj se, lele, dunje ranke.

Dunje ranke, dunje ranke, kruške karamanke.

Opet dođi, kolo vodi, lele, dunje ranke.

Dunje ranke, dunje ranke, kruške karamanke.

 

Και η μετάφραση Goran:

Πάτε στο σπίτι, και ντυθείτε, φρέσκα μου κυδώνια

Φρέσκα μου κυδώνια, φρέσκα μου κυδώνια, αχλάδια δροσερά.

Τότε ελάτε, και σύρτε το χορό, φρέσκα μου κυδώνια

Φρέσκα μου κυδώνια, φρέσκα μου κυδώνια, αχλάδια δροσερά.

Πάτε σπίτι, και χτενιστείτε, φρέσκα μου κυδώνια

Φρέσκα μου κυδώνια, φρέσκα μου κυδώνια, αχλάδια δροσερά.

Πάλι ελάτε, και σύρτε το χορό, φρέσκα μου κυδώνια

Φρέσκα μου κυδώνια, φρέσκα μου κυδώνια, αχλάδια δροσερά.

 

17) Ο ΛΑΖΩΤΗΣ

Ο  Λαζώτης  είναι κυκλικός, εύθυμος  και μεικτός χορός και παρόμοιος  με το χασαποσέρβικο, όμως με  λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων και όχι πιασμένα στους ώμους όπως γίνεται στο χασαποσέρβικο.

Ο χορός Ντουρνεράκια και ο Λαζώτης   αποτελούν  τις Κρητικές εκδοχές του αρχαίοι ελληνικού λαϊκού χορού με το όνομα «χασάπικος» , του οποίου εκδοχή είναι και  ο Χασαποσέρβικος. Ο χορός Χασάπικος επι Βυζαντινών λεγόταν Αρναούτικος (Αρναούτης > Αρβανίτης = Έλλην εκ Μακεδονίας, διάφορο του Αλβανός) ή «Μακελάρης» (από το μακέλα = μακέρα = μαχαίρα, εξ ου και «μακελειό» = το σφαγείο) και που στα  τουρκικά έγινε Κασάπ > Χασάπικος. Ο Χασάπικος είναι ο χορός τον οποίο χόρευαν οι  του Σωματείου των κρεοπωλών (Κασαπ ογλάν)  της Κωνσταντινούπολης επι Βυζαντινών,  που συνάμα ήταν και απόγονοι των Μακεδόνων στρατιωτών του Μ. Αλέξανδρου, καθώς λέει ο Γάλλος συγγραφέας  Guys, Pierre Augustin (Voyage littéraire de la Grèce», Tome premier. Paris, 1783) κ.α.  

Στο χορό Λαζώτη τα βήματα είναι τέσσερα προς τα δεξιά συν «καθιστό» (λύγισμα ελαφρά του ποδιού και άρση-λύγισμα του άλλου, για να μην πατά ) και δυο όμοια προς τα αριστερά συν «καθιστό».  Τα βήματα αυτά  γίνονται δυο φορές σε κάθε μαντινάδα από αυτές που χορεύεται ο εν λόγω χορός, της οποίας ο κάθε στίχος είναι 15συλλαβος.   Ο χορός ξεκινά με το δεξί πόδι  ως εξής: Κάνουμε άρση του δεξιού και πατούμε προς τα πλάγια και δεξιά του κύκλου, μετά (δεύτερον) φέρουμε το αριστερό πόδι πάνω και μπροστά από το δεξί και πατά προς τα δεξιά του, μετά (τρίτον) μετακινούμε το δεξί πόδι προς τα δεξιά,  μετά (τέταρτον) πατούμε με το αριστερό προς τα δεξιά, περνώντας το  μπροστά από το δεξί, μετά (πέμπτον)  κάνουμε «καθιστό», μετά (έκτο)  πατούμε στο δεξί και συγχρόνως στρέφουμε το σώμα προς τα αριστερά, μετά (έβδομο)   πατούμε με το αριστερό πόδι προς τα αριστερά και συγχρόνως κάνουμε ελαφρό καθιστό.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι ο χορός Λαζώτης είναι χορός ξενόφερτος στην Κρήτη, τον οποίον, λένε, έφεραν στο νησί είτε οι Λαζοί, ένας λαός της Ασίας, είτε οι Πόντιοι, που αυτοί κανονικά καλούνταν Λαζοί, επειδή επί τουρκοκρατίας έλεγαν ότι η «Ελλάδα Ζει > Λαζοί». Ωστόσο όλα αυτά είναι εκτός πραγματικότητας, κακοήθειες, γιατί:

 (1) Εκείνοι που το λένε δεν αναφέρουν πηγές ή μελέτες που να πιστοποιούν του λόγου τους το αληθές. Απλά επειδή η ονομασία Λαζώτης μοιάζει με το λαζοί λένε όσα λένε, όμως και ο ηθοποιός Λάκης Λαζόπουλος έχει τέτοιο όνομα, όμως δεν είναι Τούρκος Λαζός, αλλά Έλληνας..

(2) Ο χορός Λαζώτης, όπως και οι λοιποί σημερινοί χοροί : Ντουρνεράκια, Χανιώτικος, Μελβεζιώτης κλπ δεν υπήρχαν επι Τουρκοκρατίας, είναι δημιουργήματα μετά το 1821. Πριν από το 1821 υπήρχε υπήρχε μόνο ο Χασάπικος, που ήταν λαϊκός χορός,  η Πυρρίχη και οι συρτοί χοροί Καντιώτης, Ρωμαίκα κ.α.  Ο χορός Ντουρνεράκια και ο Λαζώτης είναι οι Κρητικές εκδοχές του ελληνικού χορού  «χασάπικος», εκδοχή του οποίου είναι και ο Χασαποσέρβικος, 

Σημειωτέον ότι στην Κρήτη υπάρχει από πάντα και η λαϊκή καλούμενη μουσική και περισσότερο στη δυτική Κρήτη, μόνο που εκεί η μουσική αυτή λέγεται «ταμπαχανιώτικη».

 (3) Ο «χορός Λαζώτης» δε σημαίνει ο χορός των Λαζών, αλλά ο χορός όπως των «λαζών» (με μικρό λ), όπως ο χορός που χορεύουν/χόρευαν στην Κωνσταντινούπολη  επί Βυζαντινών οι   χασαπηδες, οι έχοντας στη μέση τους «το λάζο» ή «τον λάζον», ο χασάπικος.χορός.  Άλλο οι Λαζοί, είναι ένας λαός όνομα και πράμα, δηλαδή  μαχαιροβγάλτες της Μ. Ασίας και άλλο το  «ο λάζος ή το λάζο» (> λαζώτης χορός)  = το μαχαίρι (η μακέλα ή μακέρα = μαχαίρα) που είχαν στη μέση τους  οι χασάπηδες της Κωνσταντινούπολης για επαγγελματικούς λόγους, αλλά και όταν χόρευαν το χορό χασάπικο: <<Ο λάζος» ή το λάζο» (ουσιαστικό) είναι είδος μαχαιριού, μεγάλος σουγιάς με μακριά, λεπτή και τριγωνική λεπίδα, πρβ: Νίκος Καζαντζάκης (μτφ Οδύσσεια Θ 303) "ο αντροφονιάς αντριώθη, το λάζο του ανασέρνει". Βάρναλης («Καλός πολίτης», στίχος 50): «Κάποτε τράβηξα το λάζο με το μανίκι το γαλάζο, Να μαχαιρώσω τον Τζανή τον άντρα της Κωσταντινιάς, Μα σκόνταψα σ΄ένα σκαμνί κι έτσι δεν έγινα φονιάς».>>  «Λάζος ή Λάζο = μαχαίρι μακρύ και σουβλερόν, χρήσιμον εις τους κακούργους της Τουρκίας, καθώς το στυλέτον εις τους της Ιταλίας». >>. 

(4) Τα Ποντιακά Σωματεία εδώ και καιρό και κατ’ επανάληψη έχουν καταγγείλει και έτσι είναι ότι το «Ελλάς ζει > Λαζοί = οι Πόντιοι» είναι επιχειρούμενη φαλκίδευση της ταυτότητάς τους, γιατί  με την ονομασία Λαζοί (τούρκικα Lazlar, Č’ani, Τζάνοι, στη γλώσσα της Γεωργίας) δεν ονομάζονται οι Πόντιοι, αλλά ένας βάρβαρος λαός της Ασίας που ήταν οι σφαγείς και η αιτία του ξεριζωμού τους. Οι Λαζοί, που είναι και η αιτία που μια περιοχή της Μ. Ασίας ονομάζονταν σκοπίμως από τους Τούρκους Λαζική (τουρκικά Lazistan) αντί «Εύξεινος Πόντος», που θυμίζει Ελλάδα,  εκχριστιανίστηκαν επί Ιουστινιανού και εξισλαμίστηκαν από τους Οθωμανούς τον 15ο αι..

 (5) Ο χορός Χασάπικος,  απ’ όπου προήρθε ο Κρητικός Λαζώτης και το Χασαποσέρβικο, είναι  ελληνικός χορός, που αρχικά ήταν ενόπλιος, χορός ξιφασκίας, ο   χορός του σωματείων των κρεοπολών ή άλλως Χασάπιδων (τούρκικα Κασάπ) ή άλλως Μακελάρηδων (μακέλα = η μακέρα = μαχαίρα, εξ ου και «μακελειό = το σφαγείο» ) της Κωνσταντινούπολης επι Βυζαντινών και  που συνάμα ήταν και απόγονοι των Μακεδόνων στρατιωτών του Μ. Αλέξανδρου και  ο οποίος το 1783 έχει περιγραφτεί ως εξής: <<Ο χορός αυτός πήρε την ονομασία του από τους Αρναούτηδες, λαούς που κατοικούν την αρχαία Μακεδονία και που φαίνεται να διατηρούν στη φυσιογνωμία και την ενδυμασία τους τον στρατιωτικό χαρακτήρα που διέκρινε πάντα τους Μακεδόνες και που, μέσα στις διάφορες συμμαχίες της Ελλάδας, τους έθεσε υπεράνω των υπολοίπων Ελλήνων. Ο Αρναούτικος, τον οποίο θα περιγράφατε πολύ καλύτερα από εμένα, χορεύεται στο Πέραν και ιδιαίτερα στην πλατεία του Ιπποδρομίου της Κωνσταντινούπολης από διακόσιους έως τριακόσιους κασάπ-ογλάν, ίσως και περισσότερους καμιά φορά. Ονομάζονται κασάπ-ογλάν ή σώμα των κρεοπωλών οι έλληνες υπάλληλοι των κρεοπωλείων. Είναι Μακεδόνες, γεροδεμένοι και τολμηροί. Απολαμβάνουν πολλά προνόμια που δεν έχουν οι άλλοι Έλληνες, όπως το να κρατούν μεγάλα μαχαίρια ή το να φορούν όταν ταξιδεύουν τουρμπάνι και πράσινο ένδυμα, όπως οι Τούρκοι. Στέκονται σε σειρά ο ένας δίπλα στον άλλο και κρατούνται από τα ζωνάρια για να είναι ακόμη πιο σφιχτά δεμένοι. Κάνουν το ίδιο βήμα και φαίνονται σαν να είναι όλοι ένα σώμα. Στην κεφαλή του χορού βρίσκονται δύο χορευτές αποσπασμένοι από τους υπόλοιπους, που κρατούν από ένα μακρύ μαχαίρι…..>> ( Guys, Pierre Augustin στο βιβλίο του «Voyage littéraire de la Grèce», Tome premier. Paris 1783).

 Συνεπώς τα βήματα του χασάπικου παριστούν  βήματα προς τα πλάγια δεξιά και που τελειώνουν με βήμα ως αυτό που κάνει ο μαχαιροβγάλτης, για να δώσει τη φονική μαχαιρά, δηλαδή πατεί και λυγίζει το αριστερό, μετά  χαμηλώνει (δηλαδή κάνει καθιστό) και μετά ανασηκώνεται και δίδει με το χέρι την υποτιθέμενη φονική μαχαιριά στο θύμα, κάτι που κάνει μετα και προς αριστερά. Δηλαδή στρέφει το σώμα του προς αριστερά, όμως τώρα πατεί με το δεξί, και μετά από τη μια λυγίζει το δεξί πόδι και μετά ανασηκώνεται δίδοντας την υποτιθέμενη μαχαιριά. Μάλιστα οι κινήσεις του χορού περιλαμβάνουν και ότι μετά τη μαχαιριά ο μαχαιροβγάλτης, κάνει προβολή του ποδιού που δεν πατά , με το οποίο υποτίθεται δίδει  κλωτσά στο θύμα, για να αποκολληθεί από το μαχαίρι του. Σήμερα το μόνο που λείπει στους χορευτές του χασάπικου (Λαζώτη, Χασαποσέρβικού και Ντουρνεράκια) είναι το μαχαίρι ή άλλως «ο Λάζος». 

(6) Ο χορός Λαζώτης έγινε και αυτός ευρέως γνωστός με το ωραίο τραγούδι «Κάνε με κυρά γαμπρό» του αείμνηστου λυράρη Κώστα Μουντάκη.

 

ΚΑΝΕ ΜΕ ΚΥΡΑ ΓΑΜΠΡΟ (ΚΡΗΤΙΚΟ)

Κά-νε με κυ-ρά γαμ-πρό, μα/ κα-λό παι-δί εί-μ’ ε-γώ,   = 1ος 15 σύλλαβός στίχος

 τα παπούτσια που φορώ στου τσαγκάρη τα χρωστώ  = 2ος 15 σύλλαβος στίχος

κι ο τσαγκάρης να `ν’ καλά, να τα πεδουλολογά           = 3ος 15 σύλλαβος στίχος

 

Βάρκα θέλω ν' αρματώσω με σαρανταδυό κουπιά

Με σαράντα παλληκάρια να σε κλέψω μια βραδιά

το γιαλό γιαλό να πάμε μέσα στην αστροφεγγιά

 

Να σε πάρω να σε πάω στο ψηλότερο βουνό

να σου χτίσω κι ένα πύργο μαρμαροπελεκητό

και βελούδα να σου στρώνω, να ξαπλώνουμε τα δυο

(Δίσκος Κώστα Μουντάκη, 1920)

 

ΚΑΝΕ ΜΕ ΚΥΡΑ ΓΑΜΠΡΟ (ΠΟΝΤΙΑΚΟ)

Στου παιδιου μου τη χαρα έσφαξα εναν κόκορα

κι έφαγε ολη η Σαμψουντα και η μιση η Κερασουντα

Κάνε με κυρά  γαμπρό, τι καλό παιδί ειμ' εγώ

τα παπούτσια που φοράω στο τσαγκάρη τα χρωστώ….

Έχει-ν έχει-ν έχει-ν έχει-ν το σαλβάρι τρύπαν έχει 

Το μάθατε τι έγινε γειτόνισσες τη νύχτα

μου κλέψανε το τέντζερη μαζί με τα ρεβίθια

Έχει-ν έχει-ν έχει-ν έχει-ν το σαλβάρι τρύπαν έχει 

 

 

12715756_10205075844808146_6645777912943197714_n

Χορευτικό Συλλόγου Κρητών και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής Αττικής, 2016:

 Αδάμ (Μάκης) Κρασανάκης (Πρόεδρος Δ.Σ.), Δημ. Χριστοφοράτου (Γραμματέας Δ.Σ.) και οι χορευτές: Χρ. Βλαχόπουλος, Απ. Κατσόρχης, Γιώργος Λατζουράκης, Δημ. Κουκουνιάς, Χρύσα Μουσούρη, Μαντώ Καλλονάκη, Βάσω Πολλάκη, Ν, Καράλης, Ελένη Καράλη, Μαρίτα Μουσιούτη, Ζωή Καραπασιάδου, Εύη Καραπτσιά, Χρ. Καφρομάνη, Δήμ. Καφρομάνη, Κ. Μαραγκουδάκης.

 

 

 

 

 

5. ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΙΚΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ

 

Ο γνωστός συγγραφέας  Ιωάννης Τσουχλαράκης στο βιβλίο του «Οι χοροί της Κρήτης» (2000) συμπεριλαμβάνει και  τις πιο κάτω απόψεις, οι οποίες, όπως θα δούμε μετά,  είναι αληθοφανείς κακοήθειες, όχι βέβαια του Τσουχλαράκη, αλλά αυτών που του τις είπαν, με τις οποίες σκόπευσαν σε ιδιοτελείς σκοπούς:

1) Σχετικά με το χορό «Συρτό Χανιώτικο»:

«Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την οποία κατέγραψε ο (Χανιώτης βιολάτορας Κωνσταντίνος Παπαδάκης ή) Ναύτης στο βιβλίο του Κρητική λύρα, ένας μύθος (Χανιά, 1989), ο χορός (Χανιώτικος) διαμορφώθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα στην επαρχία Κισσάμου Χανίων, πιθανόν μετασχηματίζοντας τα βήματα κάποιου παλαιότερου συρτού χορού. Κατά τη λαϊκή πίστη, η παλαιότερη μελωδία του χανιώτικου, «ο πρώτος», δημιουργήθηκε με βάση δύο μελωδίες που είχαν συνθέσει οι Κρήτες εθελοντές μαχητές της Κωνσταντινούπολης στα 1453, οι οποίοι, ως γνωστόν, ήταν και οι τελευταίοι υπερασπιστές της. Οι μελωδίες αυτές, που όσοι από τους αγωνιστές σώθηκαν επιστρέφοντας τις έφεραν στην Κρήτη, διατηρήθηκαν για δύο αιώνες ως τραγούδια.  Σύμφωνα, πάντα, με τη λαϊκή μαρτυρία, η πρώτη οργανική εκτέλεση της μουσικής του χορού αποδίδεται στον Κισσαμίτη βιολάτορα Στέφανο Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο (18ο αιώνα) και η πρώτη βηματική απόδοση του από Κισσαμίτες στον οικισμό Πατεριανά του χωριού Λουσακιές.».

2) Σχετικά με το χορό «Πεντοζάλη»:

 «Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την οποία επίσης κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του, αλλά και τα πολλά ιστορικά στοιχεία που συμφωνούν με αυτήν, ο χορός (Πεντοζάλης) έλαβε τη σημερινή μουσικοχορευτική μορφή και ονομασία του στην επαρχία Κισσάμου, την περίοδο της Επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71 (ίσως βέβαια μετασχηματίζοντας έναν παλαιότερο πυρρίχιο ή υπορχηματικό χορό) και αποκτώντας συμβολισμούς στην ονομασία, το βηματισμό και τη μουσική του. Ονομάστηκε πεντοζάλι, και όχι πεντοζάλης, γιατί συμβολίζει το πέμπτο ζάλο (δηλαδή βήμα), όπως ειπώθηκε η θεωρούμενη πέμπτη κατά σειρά ελπίδα των Κρητικών για απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους και όχι γιατί έχει πέντε βήματα, όπως αβασάνιστα έχουν πει αρκετοί.  Έχει δέκα βήματα, σε ανάμνηση της 10ης Οκτωβρίου του 1769, οπότε λήφθηκε η απόφαση των Σφακιανών για την πραγματοποίηση της επανάστασης, και η μουσική του αποτελείται από δώδεκαπάρτες, δηλαδή δώδεκα μουσικές φράσεις (γυρίσματα ή σκοπούς τις λένε στην Κίσσαμο), προς τιμήν των δώδεκα πρωτεργατών της εξέγερσης. Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι κάτοικοι των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου όταν χόρευαν το πεντοζάλι, στο άκουσμα κάθε σκοπού της μουσικής του χορού, φώναζαν το όνομα του καπετάνιου που αντιστοιχούσε ο μουσικός σκοπός, τιμώντας έτσι τη μνήμη του Δασκαλογιάννη των βασικών συνεργατών  του και της εξέγερσής των. Να τονισθεί ότι τα ονόματα των πρωτεργατών της επανάστασης του Δασκαλογιάννη διατηρήθηκαν στη λαϊκή μνήμη μέσω του πεντοζαλιού, δηλαδή μέσα από το συνδυασμό δύο αλληλένδετων μορφών παράδοσης, της ιστορικής προφορικής και της χορευτικής. Αυτό, όμως, που είναι εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της πολυετούς έρευνας που πραγματοποίησα για τους κρητικούς χορούς εντόπισα σε ένα ιστορικό κείμενο του 1877 τα ονόματα των πρωταγωνιστών της επανάστασης του Δασκαλογιάννη, τα οποία ταυτίζονται απόλυτα (απλώς αναφέρονται με διαφορετική σειρά) με αυτά που διατηρήθηκαν στο «ιστορικό»διαμόρφωσης και την τελετουργία του χορού….».

3) Σχετικά με το χορό «Κουτσαμπαδιανός»:

«Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την οποία διέσωσε ο λυράρης Γιώργος Μουζουράκης (1904–2001) από την Παντάνασσα Αμαρίου, καταθέτοντάς την σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το 1995, το ιστορικό διαμόρφωσης του χορού (Κουτσαμπαδιανός) έχει ως εξής:  Αρκετά χρόνια μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, εκεί γύρω στα 1800, ένας καπετάνιος από την Αμπαδιά, κουτσός στο αριστερό του πόδι, μετά από μία μάχη με Τούρκους στη Λοχριά της Αμπαδιάς, θέλησε να χορέψει πεντοζάλι.  Οι μουσικοί, που έπαιξαν για αυτόν, και οι χορευτές, που χόρεψαν μαζί του, τον τίμησαν, προσαρμόζοντας το ρυθμό της μουσικής του πεντοζαλιού και τα βήματα του χορού, αντίστοιχα, στα ζάλα ενός  κουτσού άνδρα.  Εκείνος, παρ’ ότι κουτσός, χόρεψε και ο χορός του  έμεινε στην παράδοση της επαρχίας Αμαρίου ως κουτσαμπαδιανός ή κα(ρ)τσιμπα(ρ)διανός ή κατσαμπαδιανός ή κουτσιστός για να θυμούνται όλοι το χορό του κουτσού από την Αμπαδιά. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές (στις οποίες επανειλημμένως τα τελευταία χρόνια έχω αναφερθεί μέσα από τα κείμενά μου), ανάμεσα σε αυτούς που συμμετείχαν στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη, στα 1770-71, ήταν και ο σπουδαίος οπλαρχηγός Ιωσήφ Δασκαλάκης ή Σηφοδασκαλάκης (πατήρ) από την Αμπαδιά Ρεθύμνου, ο οποίος, μάλιστα, ήταν από αυτούς που επέζησαν του αγώνα, αλλά έμεινε χωλός στο αριστερό του πόδι. Να σημειωθεί ότι ο Σηφοδασκαλάκης ήταν Σφακιανής καταγωγής και ο γιος του, που ήταν σημαιοφόρος στο στράτευμα του Δασκαλογιάννη, σκοτώθηκε στις αρχές της επανάστασης. Θεωρώ, λοιπόν, ότι είναι πολύ πιθανόν ο Σηφοδασκαλάκης να είναι ο κουτσός Αμπαδιανός (ή Αμπαδιώτης), που συνδέεται με το παραδιδόμενο ιστορικό του χορού. Διαπιστώνουμε ακόμη ότι το ιστορικό του πεντοζαλιού ενισχύεται από εκείνο του κουτσαμπαδιανού (1770 το πεντοζάλι, 1800 ο κουτσαμπαδιανός). Το γεγονός δε ότι οι δύο χοροί αυτοί έχουν κοινά πολλά τεχνικά στοιχεία, κάνει ακόμα πιο ισχυρή τη θεώρηση που θέλει τον κουτσαμπαδιανό να προκύπτει από το πεντοζάλι».

4) Σχετικά με το χορό  «Λαζώτη»:

«Για τη διαμόρφωση του χορού (Λαζώτης) υπάρχουν δύο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο χορός προέκυψε από την επαφή των Κρητών με τους Ποντίους κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σύμφωνα με τη δεύτερη, από Πόντιους (Λαζούς) που βρέθηκαν στην Κρήτη το 19ο αιώνα. Την πρώτη άποψη ισχυροποιεί η μαρτυρία του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά (1907-1979), την οποία κατέθεσε ο Γεώργιος Μουζουράκης σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το 1995. Σύμφωνα, λοιπόν,  με τον Ψαθά (αλλά και πολλούς άλλους που έζησαν τον εκπατρισμό των Ποντίων, ο οποίος άρχισε με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), οι Πόντιοι από τη μια άλλαζαν αμφίεση για να αποφεύγουν τους Τούρκους και από την άλλη για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους όταν συναντιόνταν κατεβαίνοντας προς τη Βαλκανική, έλεγαν τη φράση «Η ΕΛΛΑΣ ΖΕΙ». Κρήτες εθελοντές αγωνιστές, που έλαβαν μέρος στους Μακεδονικούς και Ηπειρωτικούς αγώνες και οι οποίοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη Βόρεια Ελλάδα, συνάντησαν τους Ποντίους σε κάποιες στρατοπεδειές, άκουσαν το συνθηματικό τους, αλλά, λόγω της ποντιακής προφοράς, το συγκράτησαν ως μια λέξη, «ΛΑΖΙ», γι΄ αυτό και τους είπαν «ΛΑΖΟΥΣ». Τους είδαν μάλιστα να χορεύουν, θαύμασαν τους χορούς τους και επηρεασμένοι απ΄ αυτούς δημιούργησαν έναν άλλο, τον οποίον  ονόμασαν «λαζότη», αφού τον εμπνεύστηκαν από  τους «Λάζους». Μετά το τέλος του πολέμου, οι Κρήτες που σώθηκαν, γυρίζοντας έφεραν το «λαζότη» στη Μεγαλόνησο. Ο Γιώργος Μουζουράκης μου είχε πει ότι, από όσο θυμόταν, αυτός που έφερε το λαζότη στην Κρήτη ήταν ο λυράρης Γιάννης Αγγανάκης ή Γλεντούσης από τον Κουρνά Αποκορώνου».

5) Σχετικά με το χορό «Σούστα»:  

«Τα βασικά βήματα του χορού (Σούστα), που μοιάζουν με πηδηματάκια και κάνουν τα σώματα των χορευτών σαν να ωθούνται από κάποιο ελατήριο, πιστεύω ότι ίσως να ήταν ο λόγος που ο χορός, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, μετονομάστηκε σε σούστα από την ομώνυμη ιταλική  λέξη, που σημαίνει ελατήριο, έλασμα. Θεωρώ, λοιπόν, πιθανόν οι Βενετοί να έδωσαν την ονομασία αυτή, από τη στιγμή που άρχισαν να χορεύουν τον αντικριστό ερωτιάρικο χορό των Κρητών, αφού από τον Αντρέα Κορνάρο, ιστορικό της εποχής (τέλη 16ου αιώνα), πληροφορούμαστε πως στις γιορτές και στις δεξιώσεις που δίδονταν στο παλάτι του δούκα, στο Χάνδακα, χορεύονταν εκτός από τους ιταλικούς και οι κρητικοί χοροί, που άρεσαν πολύ στους Βενετούς αξιωματούχους και στις κυρίες τους. Μπορεί, βέβαια, και να διαμορφώθηκε τότε ο χορός, μετασχηματίζοντας έναν παλαιότερο».

 

Φυσικά όλα τα παραπάνω, σχετικά με τους Κρητικούς χορούς Χανιώτη, Πεντοζάλη, Σούστα και Κουτσαμπαδιανό, είναι κακοήθειες για  τους ιδιοτελείς σκοπούς που θα δούμε πιο κάτω  και απλά  είναι ενδεδυμένα και περιπλεγμενα με πολλά πραγματικά ιστορικά γεγονότα  και έτσι φαίνονται όλα σωστά, σπουδαίες απόψεις,  ενώ δεν είναι, γιατί:

DSC_4829Χορευτικό συγκρότημα Συλλόγου Κρητών και Φίλων Κρητης Αγίας Παρασκευής Αττικής: Απ. Κατσόρχης – Χρήστος Βλαχόπουλος

1) Οι περιηγητές επί εποχής Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453 – 1821),  βλέπε ενδεικτικά: Savary, Claude-Etienne («Letters on Greece»,1779), Guys, Pierre Augustin («Voyage littéraire de la Grèce». Tome premier. Paris, 1783) κ.α., δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή χαρακτηρισμό: «Χανιώτικος», «Πεντοζάλης», «Σούστα», «.Κουτσαμπαδιανός» και «Λαζώτης, άρα  οι χοροί αυτοί δημιουργήθηκαν μετά από την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821 ή πήραν τις ονομασίες  Πηδηκτός, Χανιώτης κλπ οι παραλλαγές που είχαν δημιουργηθεί στο μεταξύ από τους χορούς Πυρρίχη και Κανδιώτης, που υπήρχαν έως τότε.  Το 1783 ο συγγραφέας Pierre Augustin («Voyage littéraire de la Grèce». Tome premier. Paris, 1783) αναφέρει επι λέξει:  «Οι κυριότεροι χοροί που εκτελούνται σήμερα (το 1783) στην Ελλάδα είναι ο Κανδιώτης, ο Ελληνικός Χορός, ο Αρναούτικος, οι Χοροί της Υπαίθρου, ο Βλάχικος και η Πυρρίχη». Από αυτούς ο Κανδιώτης είναι συρτός και η Πυρρίχη ενόπλιος χορός. Ο Ολλανδός περιηγητής – κατάσκοπος  Dapper Olfert (1636-1689) στο βιβλίο του «Description exacte des isles de l'Archipel”. 1688 («DAPPER, Olfert. Naukeurige Beschryving der Eilanden in de Archipel der Middelantsche Zee, …, Cyprus, Rhodes, Kandien, …, Άμστερνταμ, Wolfgangh,…, 1688) δεν αναφέρει χορούς με τις ονομασίες Σούστα ή Πηδηκτός, παρά μόνο την Πυρρίχη, τον Κνώσιο χορό, το Επικρέδιον και τον Ορσίτη, άρα η Σούστα, ο Πηδηκτός, ο Πεντοζάλης κλπ, δεν υπήρχαν επι Ενετοκρατίας. Ο Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρής στη μετάφραση που έκανε του εν λόγω βιβλίου του Dapper  και εκδόθηκε  με τον τίτλο «Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» (1835), αναφέρει  ως σχόλιο «μεταφραστή» (άρα αυτά που λέει εδώ ισχύουν όχι για τα παλιά, αλλά για το έτος 1835), ότι  οι Κρήτες τότε είχαν δυο χορούς, το Συρτό που ίσως είναι ο αρχαίος Κρητικός χορός Επικρέδιος, και τη Σούστα ή Πηδηκτό, που ίσως είναι ο αρχαίος Κρητικός χορός Ορσίτης (ο Ορσίτης και ο Επικρέδιος, κατά τον Αθήναιο,  προήρχοντο από την Πυρρίχη, το χορό που βρήκαν και δίδαξαν πρωτοι οι Κουρήτες), πρβ:  «……Είχον δε και άλλους χορούς (οι Κρήτες) συνήθεις εις αυτούς, ως τους καλούμενους Επικρέδιον και Ορσίτην, περί ως αναφέρει ο Αθήναιος: Ο Ορσίτης ίσως εστί ο παρ’ αυτοίς νυν καλούμενοι ο Συρτός, Επικρέδιος δε η νυν Σούστα, ή Πηδηκτόν….». (Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ.: «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μτφ Μ. Βερνάρδου του Κρητός, 1835).

 2) Ο χορός Χανιώτικος, όπως υποδηλώνει και το όνομα του,  είναι χορός συρτός και δημιούργημα όλων των Χανιωτών χορευτών και μουσικών  και όχι μόνο του Χανιώτη βιολάτορα Στ. Τριανταφυλλάκη, διαφορετικά θα έφερνε το όνομά του ή το όνομα του «χωριού» του κλπ, κάτι όπως λέμε π.χ. χορός  «Χανιώτικος», «Κουρουθιανός», «Στειακός» κλπ. Οι χοροί, όπως θα δούμε πιο κάτω είναι δημιουργήματα όχι προσωπικά, αλλά δημοτικά, όπως τα δημοτικά τραγούδια. Έπειτα οι συγγραφείς και οι περιηγητές επι εποχής τουρκοκρατίας στην Κρήτη (1669 – 1898)   δε μνημονεύουν χορό με την ονομασία ή χαρακτηρισμό «Χανιώτικος»,  άρα ο χορός αυτός προέκυψε μετά το 1821 και προ του 1840 ως παραλλαγή του συρτού χορού Κανδιώτη ή Κρητικού,  αφού από τη μια τότε  στην Κρήτη υπήρχε ο συρτός χορός Κανδιώτης ή Κρητικός και από την άλλη ο  Ρεθεμνιώτης  Ε. Bybilakis (Βυβιλάκης Εμμανουήλ,  1806-1880) στη σελίδα 43  του έργου του «Neugriechisches Leben, verglichen mit dem Altgriechischen; zur Eriduterung beider»[3], Βερολίνο 1840, σχετικά με τους Κρητικούς χορούς, αναφέρει και χορό με την ονομασία «Αποσυρτός ή Χανιότικος», που ασφαλώς είναι ο καλούμενος σήμερα «Συρτός Χανιώτικος ή Χανιώτης». Λέει συγκεκριμένα:  «Αποσυρτός (d. H.der gezogene Tanz) auch χανιότικος von der Stadt Chanea so genannt…. και περιγράφει: ".ότι ο χορός ονομάστηκε έτσι από την πόλη των Χανίων κλπ.  Το χορό Χανιώτικο δεν τον αναφέρει ούτε ο Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος στα «Κρητικά» (1842) ούτε και  ο Εμμ Βενάρδος ο Κρής («Ακριβή Περιήγησης της Κρήτης», 1835) κ.α. Σαφώς  ο Χανιώτικος Συρτός έγινε γνωστός, παγκρήτιος χορός μετά που απελευθερώθηκε η Κρήτη το 1898, που τότε τα Χανιά έγιναν πρωτεύουσα της, δηλαδή επι Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1912). Πριν πρωτεύουσα της Κρήτης ήταν το Ηράκλειο, που  ενετικά και τουρκικά λεγόταν Candia και εξ αυτού ο Συρτός χορός της Κρήτης λεγόταν τότε «Κανδιώτης ή Κρητικός».

http://www.culturenow.gr/contentfiles_2014/synenteyxeis/martsakis-1-mesa.jpg

Αντώνης Μαρτσάκης, θεωρείται ένας από τους καλύτερους βιολάτορες, αλλά και χορευτές σήμερα

3) Ο χορός Πεντοζάλης δεν είναι δημιούργημα του βιολάτορα Στ. Τριανταφυλάκη κατόπιν εντολής του Δασκαλογιάννη, αλλά λαϊκό ή άλλως δημοτικό δημιούργημα, διαφορετικά, θα έφερνε το όνομά κάποιου από αυτούς, δηλαδή θα λεγόταν «χορός Τριανταφυλλάκη» ή  «χορός Δασκαλογιάννη»  ή «Πηδηκτός ή Πεντοζάλης Χανιώτης» κλπ, κάτι  όπως λέμε «Συρτός Χανιώτικος», «χορός Στειακός»  κλπ και ο οποίος δημιουργήθηκε μετα την απελευθέρωση της Ελλάδος το 1821 και προ του 1842 ως παραλλαγή του Πηδηχτού χορού και εκείνος της Πυρρίχης, αφού το 1842, δηλαδή 70 χρόνια μετα την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, ο  Μ. Χουρμούζης – Βυζάντιος, κρητικής καταγωγής, στο βιβλίο του «Κρητικά» (1842) αναφέρει ότι στην Κρήτη υπήρχαν δυο χοροί,  δυο είδη χορών, ο Σιγανός και ο Πηδηχτός και από  αυτούς ο Πηδηχτός, που λεγόταν και Σούστα δεν απείχε πολύ από τον αρχαίο Πυρρίχιο και ο οποίος λεγόταν Τριζάλης, όταν εκτελείται με τρία ζάλα (βήματα) και ένα αριστερά,  και Πεντοζάλης, όταν εκτελείται με πέντε ζάλα προς τα δεξιά και ένα προς αριστερά, πρβ: <<Ο χορός των Κρητών είναι συνήθως δυο ειδών, ο Σιγανός και ο Πηδηκτός, ή η Σούστα. …… Εις δε τον Πηδηκτόν, όστις έχει τριπλήν ταχύτητα από τον Σιγανόν, πότε κάμνουν τρία βήματα δεξιά και ένα αριστερά (πλαγίως) και τότε λέγεται Τριζάλης και πότε πέντε δεξιά και εν αριστερά και λέγεται Πεντοζάλης, αλλά κάθε επαρχίας ο χορός διαφερει κατά τι…..» (Μ. Χορμούζης – Βυζάντιος, «Κρητικά», 1842).

Είναι γεγονός και μάλιστα αναμφισβήτητο  ότι ο Χανιώτης Δασκαλογιάννης ήταν ένας ήρωας των Κρητικών επαναστάσεων που του αξίζουν όχι μια , αλλά αμέτρητες δόξες και τιμές, όμως άλλο αυτό και άλλο το ποιος εφεύρε το χορό Πεντοζάλη.  Σημειωτέον επίσης ότι σήμερα η Σούστα σήμερα είναι διαφορετικός χορός από τον Πηδηκτό , ο Πηδηκτός διαφορετικός χορός και από τον Τριζάλη και από τον Πεντοζάλη  και ο Πεντοζάλης σήμερα χορεύεται μόνο με πέντε ζάλα και όχι πέντε συν ένα = έξι, που χορευόταν αρχικά, άρα όλοι οι εν λόγω χοροί Σούστα, Πηδηκτός και Πεντοζάλης ξεκίνησαν ως παραλλαγές της Πυρρίχης κάπου το  1821-1842. Σημειωτέον επίσης ότι στα κείμενα των συγγραφέων και περιηγητών δεν έχουμε δει πουθενά ο χορός Πεντοζάλης να αναφέρεται σε ουδέτερο γένος, δηλαδή «το Πεντοζάλι», ώστε να δικαιολογείται η εξήγηση «το πέμπτο ζάλο κλπ», πλην στα λεγόμενα του εν λόγω βιολάτορα Ναύτη. Πάντα αναφέρεται σε αρσενικό γένος, δηλαδή «ο χορός Πεντοζάλης ή ο χορός Πεντοζαλίτης», όπως και ο χορός Τριζάλης. Το λένε και οι μαντινάδες του χορού:   «Άλλο χορό δε ρέγομαι, παρά τον Πεντοζάλη που πάει τρία ζάλα ομπρός και δυο γιαγιέρνει πάλι». «Άλλο χορό δε ρέγομαι, παρά τον Πεντοζάλη απού τονέ χορεύουνε ούλοι, μικροί μεγάλοι». Έπειτα τι θα πει «να συμβολίζει το πέμπτο ζάλο της επανάστασης»; Οι επαναστασεις που έγιναν στην Κρήτη επι Τουρκοκρατίας στην Κρήτη δεν ήσαν πέντε, άλλα λιγότερες.

4) Ο εν λόγω Χανιώτης βιολάτορας Κωνσταντίνος Παπαδάκης ή Ναύτης στο βιβλίο του «Κρητική λύρα, ένας μύθος» (Χανιά, 1989), βλέπε και συνέντευξή του στις «Μουσικές διαδρομές» της ιστοσελίδα του  Ινστιτούτου Μεσογειακών Μελετών του ΙΤΕ, ισχυρίζεται και  ότι η λύρα είναι το εθνικό όργανο των Τούρκων,  το οποίο έφεραν  το 1723 οι Καραμανλήδες και οι Λαζοί Μουσουλμάνοι στην Αμπαδιά  και στα Ανώγεια στο Ρέθυμνο, όταν ήρθαν εκεί από την Τουρκία προς ενίσχυση των Οθωμανών κατακτητών,  και συνεπώς, καταλήγει, κακώς ο τότε Δ/ντης του Ε.Ι.Ρ  Σίμος Καρράς είχε δώσει εντολή να μη μεταδίδονται τα τραγούδια με βιολί, όπως τα δικά του και να μεταδίδονται αυτά με τις λύρες των Ανωγειανών.  Ωστόσο και αυτό είναι κακοήθεια, γιατί:

Α) Η Λύρα αφενός δεν πήγε στην Κρήτη το 1723 , αλλά υπήρχε εκεί από τότε που επινοήθηκε και βεβαίως υπήρχε στην Κρήτη και επι ενετοκρατίας (1204 – 1669) και επι τουρκοκρατίας (1669 – 1898).  Ξενόφερτο μουσικό όργανο στην Κρήτη είναι το βιολί, το οποίο έφεραν οι Ενετοί κατακτητές της Κρήτης, ενώ τούρκικο παραδοσιακό όργανο είναι όχι η Λύρα ή το Βιολί, αλλά το τοξωτό που από τους Πέρσες λέγεται  Κεμεντζές (όργανο διαφορετικό από τον Ποντιακό Κεμεντζέ,  αυτός  είναι λύρα, που απλώς οι μουσουλμάνοι  την ονομάζουν και με την περσική ονομασία Κεμεντζές) και από τους Άραβες λέγεται Rebab > Ρεμπάμπιο. (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο: «Η λύρα και η ιστορία της», Α. Κρασανάκης). Και το ότι η λύρα υπήρχε στην Κρήτη πριν από το 1723 προκύπτει από τα εξης (ενδεικτικά):  Το βυζαντινό  έπος του Διγενή Ακρίτα (που κατ’ άλλους τοποθετείται αρχές τον 8ου αι., που είναι και το σωστό,  και κατ’ άλλους τέλος του 10ου αι. αναφέρει: “Για δώστε μου τη λύρα μου, το δόλιο μου δοξάρι / να θυμηθώ τσ' αγάπης μου, σήμερα τηνε χάνω"  (Διγενής Ακρίτας). Ο Στέφανος Σαχλίκης, 1331 – 1403, ποιητής και δικηγόρος του Χάνδακα (Ηρακλείου Κρήτης) επί Ενετοκρατίας στο καταλόγι, «Παράξενος ή Περί των χωριατών και των αβουκάτων» (σ. 85-169.) αναφέρει: «Λοιπόν, όποιος ορέγεται να μάθη διά την μοίραν, / το πώς παίζει τον άτυχον, ωσάν παιγνιώτης λύραν / ας έλθη ν’ αναγνώση εδώ τούτο το καταλόγι….». Ο Γεώργιος Χορτάτζης, 1580 – 1600,  στον Κατζούρμπο κάνει  αναφορά για μια κανονική και μια μικρότερου μεγέθους λύρα (το λυρόνι):  «Πήγαινε κι έρχου, Νικολό, μόνο με το λυρόνι, τραγούδα κι αναστέναζε, / κι άλλος ας ξεφαντώνει.» (Κατζούρμπος, πράξη Β΄, στ. 409-410). Το 1546 ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης Στρελίτζας Μπαθάς ζωγράφισε της Μεταφορά της Κιβωτού της Διαθήκης  στο Καθολικό  της Ι, Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους, όπου απεικονίζεται λυράρης να παίζει Λύρα. To 1749, ο Άγγλος Lord Charlemont  αναφέρει χορευτική σκηνή στη Δήλο με τρεις μουσικούς που ειχαν δυο λύρες και μια κιθάρα: «…Sailors on the seashore of Delos, Cyclades Islands, 1749…… Three musicians, two lyres and a guitar, passing from Tinos, had spied our boat, and in hopes of employment, had landed here…. (Stanford, W. B. & Finopoulos, E. J. (eds.): The travels of Lord Charlemont in Greece & Turkey from his own unpublished journals. London, Trigraph, 1984).Το 1765 ο Άγγλος περιηγητής Chandler, Richard , περιγράφοντας χορούς στην Αθήνα , αναφέρει ότι κοινά μουσικά όργανα των Ελλήνων  ήταν η λύρα,  ο Ταμπουράς, η  Pipe (φλογέρα),  το τύμπανο κλπ», πρβ: «The Greeks are frequently seen engaged in the same exercise, generally in pairs, especially on the anniversaries of their saints, and often in the areas before their churches. Their common music is a large tambour and pipe, or a lyre and tympanum, or timbrel. Some of their dances are undoubtedly of remote antiquity….. ».( Chandler, Richard: Travels in Asia Minor and Greece or an account of a tour made at the expense of the Society of the Dilettanti. Oxford, 1774 (Oxford, Clarendon Press, 1825),

Β) Η αλήθεια είναι  ότι:  «Ο μουσικολόγος Σίμωνας Καράς στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ανέλαβε τη διεύθυνση του μουσικού προγράμματος της Δημοτικής Μουσικής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Από τότε (λέγεται ότι) με εισηγήσεις του προτείνει και τελικά επιτυγχάνει την απαγόρευση της ραδιοφωνικής μετάδοσης Κρητικών τραγουδιών και σκοπών παιγμένων με βιολί θεωρώντας ότι το πλέον αντιπροσωπευτικό όργανο της Κρητικής μουσικής παράδοσης είναι η λύρα. Οι Χανιώτες βιολάτορες αντιδρούν έντονα με πρωτοβουλία του Κισσαμίτη βιολάτορα Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη ο οποίος από τότε, λίγο πριν φύγει για την Αμερική, έρχεται σε σύγκρουση το Σίμωνα Καρά. Με την επιστροφή του Ναύτη από την Αμερική η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται. Ο Ναύτης για να αποδείξει τις απόψεις του προχώρησε το 1988 στην έκδοση ενός βιβλίου υπό τον τίτλο «“Κρητική” λύρα, ένας μύθος»! Στο βιβλίο αυτό αναφέρει πολλές λεπτομέρειες για την σχέση αυτή που είχε με τον Καρά και άλλα πολλά πράγματα που θεώρησε ότι αποδεικνύουν τις απόψεις του. Απόψεις όμως και μόνο, θεωρίες ανυπόστατες, χωρίς καμία απόδειξη, από καταγεγραμμένη ή μη πηγή ………… …. Απόψεις όμως που μερικά χρόνια αργότερα θα γίνονταν «σημαία» στα χέρια επιτήδειων, απόψεις που δυστυχώς υποστηρίζονται δημόσια ακόμα και έναν από τους πιο αξιόλογους συλλόγους στην Κρήτη…. Η θεωρία αυτή μοιάζει απίθανη καθώς δεν υπάρχει προηγούμενο παγκοσμίως, δημιουργίας χορού «εν μια νυκτί», με τόσες πολλές «συμπτώσεις» μαζεμένες. Βεβαίως, κανένα γραπτό αλλά και προφορικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει την «ορθότητα της προφορικής παράδοσης», στις δε παραπομπές που επικαλείται ο Ιωάννης Τσουχλαράκης σε δημοσίευση στον κρητικό τύπο της Αθήνας (Εφημερίδα «Κρητικοί Παλμοί»), δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό ούτε από το Φραντζή, ούτε από το έγγραφο της Μονής Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, ούτε από τον Πάρι Κελαιδή . Το μόνο που επιβεβαιώνουν οι παραπάνω αναφορές είναι η παρουσία των Κρητών πολεμιστών στην Πόλη το 1453. Παρουσιάζονται όμως έτσι ώστε ο αναγνώστης που δε θα κάτσει να ερευνήσει το θέμα να νομίζει ότι αναφέρουν περί «συνθέσεων μελωδιών» και άλλα παρόμοια… Σε επιτόπιες έρευνες μας στην περιοχή της Κισσάμου όλοι μας παρέπεμπαν στα λεγόμενα του Ναύτη και μόνο. Κάνεις άλλος δεν γνώριζε κάτι παραπάνω ……» (Κώστας Βασιλάκης)

5) Ο βιολάτορας Κ. Παπαδάκης ή Ναύτης στο βιβλίο του (Κρητική λύρα ένας μύθος) λέει ότι: «έστειλαν στο Γαλουβά (Κισσάμου) τον Παπά Τζιρίτη» προκειμένου να παραδώσει την εντολή του Δασκαλογιάννη στον βιολάτορα Στ. Τριανταφυλλάκη ή Κιόρο (Κρητικά «κιόρος ή κανιώρος», αλλήθωρος), για να δημιουργήσει τον Πεντοζάλη με το «πέμπτο ζάλο» κλπ, όμως αυτό είναι ψέμα ή κατά το κοινώς λεγόμενο «παραμύθι» για παιδιά ή κουτόχορτους, που για όσους δεν ξέρουν από χορό και ιστορία φαίνεται σωστό, ενώ δεν είναι,  γιατί:

Α)  Ο παπάς Τζιρίτης  (Ευάρεστος Ταμιωλάκης), φημισμένος δρομέας και μαραθωνοδρόμος,  δεν ήταν Χανιώτης, αλλά Λασιθιώτης και μάλιστα χωριανός μου, που εφημέρευε και στους Κασάνους Ηρακλείου,  και  φυσικά δεν έζησε επί Δασκαλογιάννη, αλλά πολύ αργότερα, το 1852 – 1937,

Β) Τα λεγόμενα του βιολάτορα Κ. Παπαδάκη ή Ναύτη δε διασταυρώνονται από άλλη πηγή ούτε και  ο ίδιος ο Στ. Τριανταφυλλάκης το έχει πει κάποιου.

Έπειτα, αφού το ένα ζάλο συμβολίζει την επανάσταση του 1770, τα άλλα ζάλα ποιες συμβολίζουν; Υπενθυμίζεται ότι η Κρήτη καταλήφθηκε από τους Τούρκους το 1669 και μέχρι το 1770 δεν είχε γίνει καμιά επανάσταση κατά των Τούρκων. Οι επαναστάσεις άρχισαν από την εποχή του Δασκαλογιάννη και μετά οπότε το 1898 ήρθε η λευτεριά.

Γ) Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1453, όμως η Κρήτη δεν έπεσε τότε στα χέρια των Τούρκων, αυτό έγινε μετά από 216 χρόνια, το 1669, και ο βιολάτορας Στ. Τριανταφυλάκης έζησε το 1852 – 1937, δηλαδή μετά από 400 χρόνια και συνεπώς εκείνοι που διέσωσαν ή συνέχισαν τις βυζαντινές μελωδίες και χορούς ήταν όλοι οι μουσικοί της Κρήτης από το 1453 – 1669 και δεν τις έγραψαν – δημιούργησαν  εκείνοι της Κρήτης από το 1852-1937 και μάλιστα με τον τρόπο που λέει ο εν λόγω βιολάτορας.

Δ)  Ο χορός δεν είναι κάτι που γίνεται κατόπιν εντολής και μάλιστα από οργανοπαίχτες σε ώρες επανάστασης, γιατί  αφενός ο λαός,  οι επαναστάτες δεν είναι απόφοιτοι σχολής μπαλέτου, ώστε αμέσως να μάθουν τη χορογραφία και αφετέρου οι οργανοπαίχτες δεν είναι αυτοί που γράφουν ή δημιουργούν χορούς.  Άλλο μουσική και άλλο χορός. Οι οργανοπαίχτες είτε εκτελούν είτε συνθέτουν μουσική και τίποτε άλλο. Οι χοροί είναι δημοτικά δημιουργήματα.  Πρώτα βγαίνει ένα τραγούδι μετά αυτό μελοποιείται από κάποιον μουσικό και μετά πάνω στο ρυθμό της μουσικής οι χορευτές σιγά –σιγά δημιουργούν διάφορες  χορογραφίες και κάποια στιγμή ο κοινός χορός παρουσιάζεται κάτι όπως και τα δημοτικά τραγούδια. Ο λόγος που σε κάθε χορό υπάρχουν και τοπικές ή άλλες παραλλαγές.  Σύμφωνα και με τους ειδικούς: «Η ελληνική μουσική είναι μονόφωνη και ουσιαστικά φωνητική που υποτάσσεται απόλυτα στην ποίηση. Η εξάρτηση της μουσικής από το λόγο είναι απόλυτη. Ο ρυθμός του στίχου κανονίζει το ρυθμό της μελωδίας. Έτσι από τα ποιητικά μέτρα γεννιούνται τα μουσικά κλπ»

Ε) Μια τέτοια εντολή σε μια τέτοια ώρα θα την έδινε μόνο ένας ηλίθιος οπλαρχηγός και όχι ένας οπλαρχηγός του διαμετρήματος του Δασκαλογιάννη. Η επανάσταση δεν είναι ούτε γάμος να τον αφήσουμε να πάμε για πουρνάρια ούτε και σχολή μπαλέτου και άντε να καλέσουμε κάποιο να χορογραφήσει και ένα χορό  για τη γιορτή που θα γίνει τις επόμενες μέρες. Είναι φονικός αγώνας που άντε στα διαλλείματα να χορέψουμε και κανένα χορό από τους υπάρχοντες να ξεσκάσουμε. Και το ότι ο ήρωας  Δασκαλογγιάνης δεν έδωσε μια τέτοια ηλίθια εντολή , καθώς και ότι ο πεντοζάλης δε δημιουργήθηκε ως χορός επί εποχής του προκύπτει και από τα παρακάτω:

Το έτος 1786, δεκαέξι χρόνια μετά από τη θυσία και μάλιστα μαρτυρική του περίφημου  Δασκαλογιάννη το 1771, ότι ο Μπατζελιός, ένας από τους άντρες του Δασκαλογιάννη, έφτιαξε το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», μια τεράστια ρίμα με πάνω από χίλιους στίχους, που εξιστορεί με τρόπο συγκινητικό και ηρωικό όλα τα γεγονότα της Επανάστασης μέχρι τη θυσία του Κρητικού Μάρτυρα της επανάστασης, που όμως σ’ αυτά δε βρίσκουμε κάτι που να επιβεβαιώνει αυτά που λέει ο εν λόγω βιολάτορας.

Πέραν αυτού το έτος 1779, δηλαδή μόλις  8 χρόνια μετά από την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770-1,  ο Γάλλος αιγυπτιολόγος,  μεταφραστής Κορανίου Savary, Claude-EtienneLetters on Greece Elliot & Kay», 1788) είχε επισκεφτεί τα Σφακιά και σχετικά με τους χορούς των Σφακιανών αναφερει τα εξής, που ανατρέπουν παντελώς τα λεγόμενα του βιολάτορα Κ. Παπαδάκη ή Ναύτη, αφού δεν αναφερει ότι τότε εκεί χορευόταν  χορός Πεντοζάλης, αλλά ότι διατηρούσαν ακόμη τον Πυρρίχιο χορό που αποτελούνταν από τρία μέτρα κλπ, : << Martial dances at Sfakia, Crete, 1779: The Sphachiots are the only part of the Cretans who still retain the pyrrhic dance……  «Οι Σφακιώτες είναι το μόνο μέρος των Κρητικών,  οι οποίοι εξακολουθούν να διατηρούν τον Πυρρίχιο χορό…… . Όταν μαζεύονται με αυτόν τον τρόπο, αρχίζουν τον χορό, το οποίο αποτελείται από τρία μέτρα. Το πρώτο μέτρο δείχνει το βήμα. Αυτοί τότε κάνουν άλμα, με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, σχεδόν με τον τρόπο των Γερμανών. Οι κινήσεις του δεύτερου μέτρου είναι υψηλότερες, και μοιάζουν με τους χορούς των χαμηλών Βρετανών. Στο τρίτο μέτρο, κάνουν άλμα προς τα πίσω, πρώτα στο ένα πόδι, και στη συνέχεια, από την άλλη, με μεγάλη ευελιξία. Οι άλλοι χορευτές εκτελούν την ίδια στιγμή  τα ίδια βήματα….. ». (Claude-Etienne Savary: Letters on Greece Elliot & Kay, 1788. "Letters" p. 140-142)

5) Η ιστορία του κουτσού οπλαρχηγού για χάρη του οποίου επινοήθηκε τάχα μου ο Κουτσαμπαδιανός χορός δεν είναι πραγματικότητα, αλλά  παραμύθι,  όχι βέβαια του Τσουχλαράκη, αλλά εκείνου που του το είπε και αυτό (που θα ήταν ωραίο να παραμείνει ως μυθος, αν δε λέγονταν και τα υπόλοιπα ψεύδη για τον Πεντοζάλη), γιατί : Α) Δε γίνεται να επινοηθεί  σε μια δεδομένη στιγμή και μάλιστα σε ώρα πολέμου χορός, αφού  αφενός ο  λαός, οι στρατιώτες κλπ  δεν είναι απόφοιτοι σχολών χορών που καλούνται να εκτελέσουν μια χορογραφία και αφετέρου   οι χοροί δεν είναι προσωπικές δημιουργίες, αλλά λαϊκά ή άλλως διαχρονικά δημοτικά δημιουργήματα.  Β) το γεγονός δεν αναφέρεται από κανένα συγγραφέα της εποχής ,όπως θα έπρεπε, αφού μιλούμε για οπλαρχηγό. Γ) Αν είχαμε πραγματικό γεγονός,  θα αναφερόταν και το όνομά του λυράρη που τον οργάνωσε τότε  και το όνομα του οπλαρχηγού που τον χόρεψε, που όμως κάτι τέτοιο δεν το βλέπουμε πλην μόνο μιλούμε με υποθέσεις  Δ) η πραγματικότητα είναι ότι ο εν λόγω χορός είναι απλά ένας κωμικός χορός, όπως φανερώνει ο χαρακτηρισμός  του «κουτσικός χορός». Δηλαδή χορός που χορεύεται όπως κάναμε παλιά στα βήματα του παιγνιδιού που ονομαζόταν «κουτσός  καλόγερος». Άλλωστε  ευθυμοσατυρικός  είναι και ο χορός Απανωμερίτης ή Προβατινίστικος» της ίδιας περιοχής.

7) Η ονομασία του χορού «Σούστα» προέρχεται, βεβαίως, από την ιταλική λέξη  σούστα, όμως αυτό δε σημαίνει και ότι ο χορός Σούστα  επινοήθηκε επί εποχής ενετοκρατίας στην Κρήτη (1204 - 1669). Οι συγγραφείς και οι περιηγητές επι εποχής Ενετοκρατίας (1204 – 1669), αλλά και Τουρκοκρατίας στην Κρήτη Ελλάδα (1453 – 1821) δε μνημονεύουν κρητικό χορό με την ονομασία ή το χαρακτηρισμό «Σούστα», άρα ο χορός αυτός δημιουργήθηκε μετά το 1821 ονομάζοντας έτσι κάποια παραλλαγή υπάρχοντος χορού, όπως έγινε κει με τους άλλους σημερινούς χορούς. Μάλιστα αυτό πρέπει να  έγινε μετά από το 1881, αρχής αρχομένου από τις δυτικότερες επαρχίες της Κρήτης (Αποκόρωνας, Κίσσαμος κλπ), όπου ακόμη και σήμερα χρησιμοποιείται η σούστα ως ταξί,  αφού  οι της περιόδου αυτής συγγραφείς Μ. Χορμούζης, Μαν. Βερνάρδος και Ι. Χατζηδάκης κ.α., από τη μια δεν αναφέρουν ξέχωρο χορό με την ονομασία Σούστα και αφετέρου αναφέρουν ότι μέχρι τότε με την ονομασία Σούστα λεγόταν  ο Πηδηχτός, ο χορός που προέρχονταν από τον αρχαίο χορό Πυρρίχη (Περισσότερα βλέπε «Χορός Σούστα»)

8) Ο χορός Λαζώτης ούτε ξενόφερτος στην Κρήτη είναι ούτε και έχει σχέση με τους μαχαιροβγάλτες «Λαζούς»  που κατέσφαξαν τους Πόντιους, γιατί  απλούστατα  1) Και ο ηθοποιός Λάκης Λαζόπουλος έχει τέτοιο όνομα, επίσης ο γνωστός μου συγγραφέας Ν. Λαζός  κ.α. έχουν αυτό το όνομα  και όμως είναι Έλληνες και όχι Λαζοί.  2) Εκείνοι που το λένε δεν αναφέρουν μελέτες που να λένε ότι το χορό αυτό τον έχουν και οι Λαζοί ούτε και πηγές με τις οποίες να αποδεικνύεται του λόγου το αληθές   3) Τα Ποντιακά Σωματεία εδώ και καιρό και κατ’ επανάληψη έχουν καταγγείλει και έτσι είναι ότι το «Ελλάς ζει > Λαζοί = οι Πόντιοι» είναι επιχειρούμενη φαλκίδευση της ταυτότητάς τους, γιατί  με την ονομασία Λαζοί (τούρκικα Lazlar, Č’ani, Τζάνοι, στη γλώσσα της Γεωργίας) δεν ονομάζονται οι Πόντιοι, αλλά ένας βάρβαρος λαός της Ασίας που ήταν οι σφαγείς και η αιτία του ξεριζωμού τους. Οι Λαζοί, που είναι και η αιτία που μια περιοχή της Μ. Ασίας ονομάζονταν σκοπίμως από τους Τούρκους Λαζική (τουρκικά Lazistan) αντί «Εύξεινος Πόντος», που θυμίζει Ελλάδα,  εκχριστιανίστηκαν επί Ιουστινιανού και εξισλαμίστηκαν από τους Οθωμανούς τον 15ο αι..  4) Ο χορός Λαζώτης δεν είναι ξενόφερτος στην Κρήτη, αλλά  μια από τις δυο κρητικές εκδοχές του ελληνικού βυζαντινού χορού ο οποίος καλούνταν «Μακελάρης ή Αρναούτικος» (Αρναούτης > Αρβανίτης = Έλλην, ενώ  Αλβανός = κάτι διαφορετικό) και που στα τούρκικα λέγεται  Κασάπ > Χασάπικος, η άλλη κρητική έκδοση είναι τα Ντουρνεράκια, και οι χοροί αυτοί είναι παρόμοιοι με τη σερβική έκδοση του Χασάπικου, του γνωστού Χασαποσέρβικου. Ο χορός Λαζώτης έγινε και αυτός ευρέως γνωστός με το ωραίο τραγούδι «Κάνε με κυρά γαμπρό» του αείμνηστου λυράρη Κώστα Μουντάκη.  5) Ο «χορός Λαζώτης» δε σημαίνει ο χορός των Λαζών, αλλά ο χορός όπως των «λαζών» (με μικρό λ), όπως ο χορός που χορεύουν/χόρευαν στην Κωνσταντινούπολη  οι   χασαπηδες, οι έχοντας στη μέση τους «το λάζο» ή «τον λάζον», ο χασάπικος.χορός.  Άλλο οι Λαζοί, είναι ένας λαός όνομα και πράμα, δηλαδή  μαχαιροβγάλτες της Μ. Ασίας και άλλο το  «ο λάζος ή το λάζο» (> λαζώτης χορός)  = το μαχαίρι που είχαν στη μέση τους  οι χασάπηδες της Κωνσταντινούπολης για επαγγελματικούς λόγους, αλλά και όταν χόρευαν το χορό χασάπικο: <<«Ο λάζος» ή το λάζο» (ουσιαστικό) είναι είδος μαχαιριού, μεγάλος σουγιάς με μακριά, λεπτή και τριγωνική λεπίδα, πρβ: Νίκος Καζαντζάκης (μτφ Οδύσσεια Θ 303) "ο αντροφονιάς αντριώθη, το λάζο του ανασέρνει". Βάρναλης («Καλός πολίτης», στίχος 50): «Κάποτε τράβηξα το λάζο με το μανίκι το γαλάζο, Να μαχαιρώσω τον Τζανή τον άντρα της Κωσταντινιάς, Μα σκόνταψα σ΄ένα σκαμνί κι έτσι δεν έγινα φονιάς».>>  «Λάζος ή Λάζο = μαχαίρι μακρύ και σουβλερόν, χρήσιμον εις τους κακούργους της Τουρκίας, καθώς το στυλέτον εις τους της Ιταλίας». >>.   (Περισσότερα βλέπε «Κρητικός χορός Λαζώτης»)

 

img20170423_14374716Επιστολικό δελτάριο επι Κρητικής Πολιτείας (1903). Λυράρης  είναι ο  Ιωάννης Βαρδάκης ή Κοντόχας από τις Αρχάνες.

 

Ανώγεια 1905  (από το βιβλίο του Θεοχάρη Προβατάκη «Κρητική Λαϊκή Τέχνη και Ζωή»)

 

 

 

 

 

 

6. ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

http://greeceturkey1300.orchesis-portal.org/images/P1308.JPGΧορός Κανδιώτης  σε χαλκογραφία του Robustiano Gironi, Il costume dei Greci, Μιλάνο, 1820, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη. Εχει επιχρωματιστεί και με τίτλο