ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ (ΜΑΚΗΣ)

Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ

 

 

*   Η ΚΙΘΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ,

Η ΛΥΡΑ, Ο ΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ

ΕΠΙΝΟΗΘΗΘΑΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για απολλων

 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Η ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΤΤΙΚΗΣ  2016

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠεντοζάληςΗ ΚΙΘΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ, Η ΛΥΡΑ, Ο ΑΥΛΟΣ

ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

============

ΤΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ (ΜΑΚΗ) ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

(Επίτιμου Δ/ντη Υπ. Πολιτισμού και Παιδείας, Προέδρου Κρητών και Φίλων Κρήτης Αγίας Παρασκευής, τ. Γ. Γραμματέας Παγκρητίου Ενώσεως )

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Περιεχόμενα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. 2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο. 3

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 3

(Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΥΛΟΣ) 3

1. ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΒΑΡΙΣΜΟ ΣΤΟ ΜΙΝΩΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.. 3

2. Η ΚΙΘΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΥΛΟΣ ΕΠΙNOΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΚΡΗΤΕΣ  5

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ – ΜΑΡΣΥ. 10

3. ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΝ ΜΟΝΟ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ – ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΡΟ   11

4. Η ΘΡΑΚΗ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ. 15

5. ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΙΘΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ. 17

6. Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΘΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΥΔΗ. 17

7. Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΑΡΠΑ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ. 20

8. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΙΘΑΡΑΣ. 21

9. ΤΑ ΚΙΘΑΡΟΕΙΔΗ: Η ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗ, Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΚΛΠ ΚΙΘΑΡΑ. 23

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο 25

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ. 25

ΛΟΙΠΑ ΤΟΞΩΤΑ: ΡΕΜΠΑΜΠ, ΚΕΜΕΝΤΕΣ ΚΛΠ. 25

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΤΟΞΩΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ. 25

2.  Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ. 25

Α. Η ΛΥΡΑ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΕΣ, ΤΟΝ ΚΡΗΤΙΚΟ ΕΡΜΗ. 25

Β. ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ ΤΟΝ 7ο ΑΙΩΝΑ. 26

Γ. Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ  ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΓΧΟΡΔΟ ΠΟΥ ΕΞΕΛΙΧΤΗΚΕ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ.. 29

Δ.  ΚΑΚΟΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ  ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΡΑ. 31

Ε)  Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ. 39

ΣΤ) Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΥΡΑ. 41

Ζ) ΟΙ ΛΥΡΕΣ ΔΑΛΜΑΤΙΑΣ, ΡΩΣΙΑΣ. ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, ΣΕΡΒΙΑΣ. 43

Η) ΟΙ  ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΛΥΡΕΣ (LYRA / VIOLA  > VIHUELA) 44

3. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΑΒΙΚΟΥ ΡΕΜΠΑΜΠ Ή ΠΕΡΣΙΚΑ ΚΕΜΕΝΤΖΕ. 46

4 Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΙΤΑΛΙΚΕΣ  ΛΥΡΕΣ / ΒΙΟΛΙΑ : 49

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. 54

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: 54

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

(Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΥΛΟΣ)

ΚΑΙ Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΟΥΣ

 

ΠεντοζάληςΗ κιθάρα με τη μουσική της, η λύρα, ο αυλός και ο χορός

επινοήθηκαν στην Κρήτη και από εκεί μετά διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο.

 

 

 

 

1. ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΒΑΡΙΣΜΟ ΣΤΟ ΜΙΝΩΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

 

Οι αρχαίοι συγγραφείς, βλέπε ενδεικτικά: Θουκυδίδης (Α 3 – 9), Ηρόδοτος (Α 54 – 58),  ο Ισοκράτης ( «Παναθηναϊκός»), Εκαταίος Μιλήσιος (Στράβων 7, 321),  Διόδωρος Σικελιώτης (5, 80) κ.α.   αναφέρουν ότι αρχικά δεν υπήρχαν μόνιμοι κάτοικοι,  σύνορα και  κράτη,  ούτε και τα ονόματα Έλληνες και βάρβαροι,  επειδή δεν είχε ακόμη επινοηθεί η γεωργία και οι στρατοί.  Υπήρχαν μόνο διάφορες φυλές, οι καλούμενοι: Πελασγοί, που ήταν και το πολυπληθέστερο φύλο, οι Καδμείοι ή Θηβαίοι, οι Κάρες, οι Φρύγες, οι Φοίνικες κ.α., οι οποίες ζούσαν μεταναστευτικά για εξεύρεση πηγών διατροφής, ενώ η πολυπληθέστερη ομάδα όπου πήγαινε έδιωχνε εκείνη που έβρισκε μπροστά της, για να εκμεταλλευτεί αυτή το χώρο με αποτέλεσμα να αναπτυχτεί ο βαρβαρισμός, επειδή οι άνθρωποι φέρονταν ο ένας στον άλλο όπως τα ζώα όταν διαμάχονται για την τροφή τους.

Οι ως άνω αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν επίσης ότι:

Α) Τρεις γενιές πριν από τα Τρωικά ο Μίνωας με τη βοήθεια του αδελφού του Ραδάμανθυ από τη μια ένωσε σε ενιαίο σύνολο όλες τις φυλές της Κρήτης,  με έδρα την Κνωσό, και από την άλλη θέσπισε  αξιόλογους θεσμούς για τη διακυβέρνησή τους, με συνέπεια να δημιουργηθεί η πρώτη δίκαιη πολιτεία στον κόσμο,  ο πρώτος αξιόλογος πολιτισμός στον κόσμο και συνεπώς είναι η βάση του κλασικού ελληνικού πολιτισμού και εκείνος του δυτικού σημερινού πολιτισμού. Ο Μίνωας ένωσε τους αυτόχθονες Ετεόκρητες ή άλλως Ιδαίους Δακτύλους ή Ετεόκρητες με τους επήλυδες ή άλλως μετανάστες Δωριείς, Αχαιούς και Πελασγούς της Κρήτης, οι οποίοι είχαν έρθει στο νησί της Κρήτη από τη Θεσσαλία με αρχηγό τον Τέκταμο, τον παππού του Μίνωα, όταν αυτή είχε πληγεί από κατακλυσμό.

Β) Ο Μίνωας ήταν εκείνος που πρώτος στον κόσμο συγκρότησε πολεμικό ναυτικό και με αυτό έδιωξε από τα νησιά του Αιγαίου τους πειρατές Φοίνικες και τους ληστές Κάρες, οι οποίοι τα είχαν καταλάβει και από εκεί καταδυνάστευαν τους Ελληνες, με συνέπεια να ελευθερωθούν οι θαλάσσιοι διάδρομοι και έτσι ο ίδιος να γίνει θαλασσοκράτορας και οι Έλληνες να ενωθούν, να αποκτήσουν μόνιμες κατοικίες, να ασχοληθούν με ναυτικές εργασίας, να πλουτίσουν κλπ.

Επί Μίνωα στην Κρήτη αναπτύχτηκαν για πρώτη φορά στον κόσμο η φιλοσοφία , τα γράμματα και οι τέχνες. Για πρώτη φορά θεσμοθετήθηκαν οι πολιτειακοί θεσμοί: το  σύνταγμα, η βουλή,  το κράτος πρόνοιας με κοινά συσσίτια, δωρεάν παιδεία κ.α. Επίσης οι νόμοι για πρώτη φορά ήταν γραπτοί και συνάμα ανάλογα με το περί θείου  και δικαίου συναίσθημα. Πριν από το Μίνωα δεν υπήρχαν, συνταγματικά και κοινωνικά,  οργανωμένες πολιτείες, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον αρχαίο κόσμο.  Ο κάθε  αρχηγός (φύλαρχος ή βασιλιάς κλπ) έκανε ό,τι ήθελε ή όριζε τους νόμους του ανάλογα με τη νοημοσύνη και τις προσωπικές του επιθυμίες, αντιλήψεις, πεποιθήσεις και γνώσεις.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι Ολύμπιοι Θεοί και το ιερό - μαντείο Δελφών είναι έργο Κρητών. Ομοίως  ο χορός και η ορχηστική τέχνη, τα μουσικά όργανα και η μουσική είναι έργο Κρητών. Ομοίως η γραφή, η ιατρική, η νομική, η υφαντική, η μεταλλουργία με το χρήμα, τα εργαλεία κ.α. είναι δημιουργήματα των Κρητών.

« Καθώς διακρινόταν (οι Κρήτες) για τη σύνεσή τους, έδειξαν στους ανθρώπους πολλά χρήσιμα πράγματα, διότι πρώτοι αυτοί συγκέντρωσαν τα πρόβατα σε κοπάδια, εξημέρωσαν τα υπόλοιπα είδη ζώων, ανακάλυψαν τη μελισσοκομία, εισηγήθηκαν την τέχνη του κυνηγίου, εισηγήθηκαν τη συναναστροφή και τη συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που δίδαξαν την ομόνοια και κάποια ευταξία στην κοινωνική ζωή. Ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς. Λένε πως σ’ αυτούς παρέδωσε το Δία η Ρέα, κρυφά από τον πατέρα του Κρόνο,  και κείνοι τον πήραν και τον ανέθρεψαν….. (Διόδωρος Σικελιώτης 5,65)

 

ΕΚΜΙΝΩΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΩΝ

Οι αρχαίοι συγγραφείς, βλέπε ενδεικτικά: Ηρόδοτος (Α 65), Πλάτων («Μίνως» και «Νόμοι» Δ, 706, b), Ισοκράτης (Παναθηναϊκός 43-44),  Πλούταρχος (Λυκούργος 4-7 ,   Σόλων  12 - 20),  Δ. Λαέρτιος (Επιμενίδης), Αριστοτέλης ( Πολιτικά Β, 1271, 10), Διον.  Αλικαρνασσεύς (Ρωμαϊκή Αρχαιολογία) κ.α. αναφέρουν ότι την περίφημη Κρητική Πολιτεία, τους θεσμούς που δημιούργησε ο Μίνωας με τον αδελφό του Ραδάμανθυ και εκπολίτισε τους Κρήτες,  αντέγραψαν  όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, καθώς και οι Ρωμαίοι.  Πρώτα οι Σπαρτιάτες με το νομοθέτη Λυκούργο και τη βοήθεια του Κρητικού νομοθέτη Θάλητα ,  μετά οι Αθηναίοι με το νομοθέτη Σόλωνα και τη βοήθεια του Κρητικού σοφού και χρησμολόγου Επιμενίδη και και μετά οι Ρωμαίοι με το νομοθέτη Νόμα και   έτσι ευημέρησαν – εκπολιτίστηκαν και αυτοί. Αυτά είναι και η αιτία, καθώς λέει και ο Ισοκράτης στον «Παναθηναϊκό», που οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι κ.α.  υμνούν το Μίνωα και το Ραδάμανθυ και συνάμα τους ανακήρυξαν ημίθεους, γιους του Θεού Δία και κριτές στον Άδη λόγω της μεγάλης δικαιοσύνη τους εν ζωή.

 

Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΗΤΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ

Σήμερα μερικοί ανθέλληνες ισχυρίζονται ότι ο Μίνωας και οι Μινωίτες δεν ήσααν Έλληνες και συνεπώς ο Μινωικός Πολιτισμός δεν ήταν ελληνικό δημιούργημα, κάτι που δεν ευσταθεί, είναι κακοήθεια, αφού ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (Λόγος Β LXI 1-2), ο Ηρόδοτος (Γ 121), ο Διόδωρος Σικελιώτης (1, 94 και 5, 54 και 78-79), ο Πλάτωνας (Μίνως 318 – 321), ο Απολλόδωρος κ.α.  λένε ξεκάθαρα ότι ο Μίνωας και οι Μινωίτες ήσαν Έλληνες, πρβ ενδεικτικά:  

«Ο Μίνωας, που ήταν ο μεγαλύτερος των αδελφών, έγινε βασιλιάς του νησιού και ίδρυσε σ’ αυτό αρκετές πόλεις, με γνωστότερες την Κνωσό, Φαιστό και Κυδωνία. Ο ίδιος θέσπισε και αρκετούς νόμους για τους Κρήτες, προσποιούμενος ότι τους έλαβε από τον πατέρα του το Δία με τον οποίο συνομιλούσε μέσα σε κάποια σπηλιά. Απέκτησε, επίσης, μεγάλη ναυτική δύναμη, κυρίευσε τα περισσότερα νησιά κι έγινε ο πρώτος Έλληνας θαλασσοκράτορας… «Κτήσασθαι δε (Μίνωα) και δύναμιν ναυτικήν μεγάλην και των νήσων τας πλείστας καταστρέψασθαι και πρώτον των Ελλήνων θαλαττοκρατήσαι»  (Διόδωρος Σικελιώτης 5, 78 και 79) 

 Πέραν αυτού ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β 402 – 405 και Β 645 – 652) αναφέρει ότι στον πόλεμο της Τροίας όλοι οι άνδρες των πόλεων της Κρήτης  (Κνωσού, Γόρτυνας, Λύκτου, Λύκαστου κλπ) ήσαν με το μέρος των Αχαιών ή Αργείων ή Δαναών ή άλλως Πανελλήνων και είχαν αρχηγό τον ο Ιδομενέα, που ήταν εγγονός του Μίνωα και ένας από τους Γενικούς αρχηγούς όλων των «Παναχαιών» ή Πανελλήνων»:  «…δε γέροντας αριστήας Παναχαιών, Νέστορα μεν πρώτιστα και Ιδομενέα άνακτα…» (Ιλιάδα, Β 402 – 405). Επομένως ο Μίνωας και οι κάτοικοι της Κρήτης επί Μίνωα  (Ετεοκρήτες, Κύδωνες κλπ) ήταν   μέρος των Αχαιών ή Αργείων ή Δαναών ή Πανελλήνων, άρα Έλληνες.

 

Σημειώνεται επίσης ότι:

Α)  Σήμερα μερικοί ισχυρίζονται ότι ο Μινωικός Πολιτισμός αφενός δεν ήταν ο πρωτος αξιόλογος πολιτισμός στον κόσμο και αφετερου αναπτύχτηκε, επειδή η Κρήτη βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις ηπείρους όπου είχαν αναπτυχθεί σπουδαίοι πολιτισμοί, όπως ο αιγυπτιακός, ο βαβυλωνιακός κ.α. κάτι που είναι αναληθές, κακοήθεια, γιατί οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι μόνο ο κρητικός πολιτισμός ήταν αξιόλογος. Στους Αιγύπτιους και Βαβυλώνιους αναγνώριζαν απλώς ότι είχαν δημιουργήσει κάποια αξιόλογα μεγάλα έργα, όπως τις πυραμίδες, τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας κ.α.

Πέραν αυτού ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά αναφέρει   ότι οι Κρητικοί προόδευσαν πρώτοι επι Μίνωα, γιατί  τότε οι Κρητικές πόλεις αντί να ¨διαμάχονται μεταξύ τους και να σπαταλούν το χρόνο και τις δυνάμεις τους  για το ποια από αυτές θα ηγεμονεύει κλπ, όπως γίνονταν στις άλλες περιοχές,  ενώθηκαν κάτω υπό την ηγεμονία ενός αξιόλογου ανδρός, του Μίνωα και έτσι προόδευσαν πρώτοι.

Ο λόγος και για τον οποίο οι κρητικές πόλεις δεν έχουν τείχη. Μόνο η Φαιστός πήγε να κάνει, όμως μετά τα σταμάτησε.

Β) Ο Όμηρος και ο Ηρόδοτος αναφέρουν πως ο Μίνωας έζησε τρεις γενιές πριν από τα Τρωικά. Λένε ο εγγονός του Μίνωα, ο Ιδομενέας, ήταν αρχηγός των Κρητών στον Τρωικό Πόλεμο, πρβ:  «Τρίτη δε γενεή μετά Μίνων τελευτήσαντα γενέσθαι Τρωικά» ( Ηρόδοτος Ζ, 171). Το Πάριο Χρονικό αναφέρει ότι ο Μίνωας Α’ βασίλευε το έτος 1470 π.Χ., καθώς και ότι  η άλωση της Τροίας έγινε το έτος 1209 π.Χ.

 Περισσότερα βλέπε στα βιβλία: «Ελληνικός Πολιτισμός», Α.Γ. Κρασανάκη, «Κρητική Ιστορία», Α.Γ. Κρασανάκη

 

 

2. Η ΚΙΘΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΥΛΟΣ ΕΠΙNOΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΚΡΗΤΕΣ

 

Πήλινο ανάγλυφο 5ου αι. π.X.  με τον  Απόλλωνα  κιθαρωδό (Μουσείο  Χανίων)

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (3, 59) καταγράφοντας το τι λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων και βλέποντας ότι πολλά από αυτά που λένε οι μύθοι αυτοί δεν είναι πραγματικότητα, όπως π.χ. ότι «ο Ερμής βρήκε την κιθάρα, όμως ο Απόλλωνας ήταν αυτός που έπαιξε σωστά» κ.α., συμπληρώνει-διευκρινίζει ότι οι Κρήτες δε συμφωνούν με όσα λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων (βλέπε Διόδωρος 3.61,3)  και η αλήθεια γι αυτούς είναι αυτή που θα  αναφέρει εκεί που θα γράψει σχετικά με αυτούς. Και αυτό το κάνει στο πέμπτο του βιβλίο και εκεί (βλέπε Διόδωρος Σικελιώτης 5, 64- 77) αναφέρει ότι οι Κρήτες λένε και φέρνοντας γι αυτό επιχειρήματα πως:

Α) Οι περισσότεροι από τους θεούς: Δίας,  Απόλλων,  Ερμής, Αθηνά κλπ γεννήθηκαν στην Κρήτη και επειδή πήγαν και σε πολλά άλλα μέρη κάνοντας αγαθοεργίες μετά τη μετάσταση τους από τους ανθρώπους, θεωρήθηκαν ως οι πρώτοι κάτοικοι του Ολύμπου (δηλ. ανακηρύχτηκαν μετά θάνατο θεοί,  κάτι ως ο Χριστός και οι Άγιοι σήμερα). Έτσι από τους τόπους και τις πράξεις που έλαβαν χώρα στο κάθε μέρος που πήγαιναν ο Απόλλωνας π.χ. ονομάστηκε Λύκιος, Πύθιος και η Άρτεμη Εφεσία, Περσία…. παρόλο που και οι δυο είχαν γεννηθεί στην Κρήτη( βλέπε Διόδωρος 5.77,3-8), πρβ:

«Οι ιερείς (της νήσου Παγγαίας) αναφέρουν τον μύθο πως το γένος των θεών τους κατάγεται από την Κρήτη και πως τους οδήγησε ο Δίας στην Παγχαία, όταν ανήκε ακόμη στις τάξεις των ανθρώπων και βασίλευε στην οικουμένη- ως απόδειξη αυτού φέρνουν τη γλώσσα τους, αποδεικνύοντας ότι τα περισσότερα πράγματα σ' αυτούς εξακολουθούν να έχουν τα κρητικά τους ονόματα και προσθέτουν….».(Διόδωρος 5,46)

«Γιατί οι περισσότεροι θεοί, λένε, κίνησαν από την Κρήτη να επισκεφτούν πολλά μέρη της οικουμένης, για να ευεργετήσουν τα γένη των ανθρώπων και να μεταδώσουν σε όλους τα οφέλη από τις ανακαλύψεις τους. Η Δήμητρα, για παράδειγμα, πέρασε στην Αττική, από εκεί τράβηξε για τη Σικελία και μετά στην Αίγυπτο και σ' εκείνους τους τόπους κυρίως, επειδή παρέδωσε τον καρπό του σταριού και δίδαξε τη σπορά του, δέχτηκε μεγάλες τιμές από τους ευεργετημένους. Το ίδιο και η Αφροδίτη στη Σικελία περνούσε τον καιρό της στον 'Ερυκα, από τα νησιά στα Κύθηρα και στην Πάφο της Κύπρου και στην Ασία στην περιοχή της Συρίας· επειδή φανερώθηκε η θεά και έμενε περισσότερο στη χώρα τους, οι ντόπιοι την…. («των γαρ θεών φασι τους πλείστους εν της Κρήτης ορμηθεντας επιέναι πολλά μέρη της οικομένης, ευεργετούντας …. Το μεν (Απόλλωνα) Δηλιον και Λυκιον και Πύθιον ονομαζεσθαι, την δ’ (Άρτεμη) Εφεσίαν και Κρησίαν, ετι δε Ταυροπόλον και Περσίαν, αμφοτέρων εν Κρήτη γεγενημένων…….» ( Διόδωρος 5.77)

Β) Η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη και στη συνέχεια τον άφησε εκεί για να τον αναθρέψουν οι Κουρήτες και γι αυτό, όταν αυτός ανδρώθηκε,  έκτισε μια πόλη στο όρος  Δίκτη, όπου ακριβώς ο μύθος λέει ότι γεννήθηκε:   «ανδρωθέντα  δ’ αυτόν (ο Δίας)  φασί πρώτον πόλιν κτίσαι πει την Δίκτα, όπου και τη γένεσιν αυτού μυθολογούσι» (Διόδωρος 5.72) και αφετερου ότι παιδιά του Δία  από τις διάφορες θεές ήταν η Αθηνά, οι Μούσες, ο Απόλλωνας, ο Ερμής κ.α. και στο καθένα από αυτά  ο Δίας τους μετέδωσε τη γνώση των πραγμάτων που ο ίδιος είχε ανακαλύψει και τελειοποιήσει και τους απένειμε την τιμή της ανακάλυψης.

Γ) Ο Απόλλωνα βρήκε την κιθάρα και τη μουσική της και καθώς βρήκε και το τόξο , δίδαξε στους ντόπιους τα περί την τοξοβολία, αιτία για την οποία οι Κρήτες επιδόθηκαν με ζέση στην τοξοβολία και το τόξο ονομάστηκε Κρητικό και στον Ερμή αποδίδεται ότι είναι ο πρώτος που επινόησε τη λύρα από καύκαλο χελώνας, κάτι που έκανε μετά από το μουσικό διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα και αυτό, επειδή ο Απόλλωνας είχε σπάσει την κιθάρα του:

«Τον Απόλλωνα (οι Κρήτες) δε της κιθάρας ευρετήν αναγορεύουσι και της κατ αυτην μουσικής…….ευρετήν δε και του τόξου γενόμενον διδαξαι τους εγχωρίους ….Τω δ’ Ερμή προσαπτουσι (οι Κρήτες) τα εν τοις πολέμοις   ….. εισηγητήν δε αυτόν  και  παλαίστρας γενέσθαι, και την εκ της χελώνης λύραν επινοήσαι  μετά  την Απόλλωνος προς Μαρσύαν σύγκρισιν, καθ’ ην λέγεται τον Απόλλωνα νικήσαντα και τιμωρίαν υπέρ την αξίαν λαβοντα παρα του λειφθεντος μεταμεληθηναι  και τας εκ της κιθάρας χορδας εκρήξαντο μεχρι τινός χρόνου της εν αυτή μουσικής αποστήναι… …» ( Διόδωρος 5.74-77). 

Δ) Η Αθηνά  βρήκε την κατασκευήν των ενδυμάτων, την ξυλουργική, την κατασκευή των αυλών και τη μουσική που παράγεται  από αυτούς και,  γενικά,  πολλά έργα που απαιτούν τέχνη στην κατασκευή, γεγονός για το οποίο ονομάστηκε Εργάνη:  «Αθηνά δε ….. ευρειν δε και την των αυλών κατασκευήν και δια τούτων συντελούμενη μουσικήν ….. ( Διόδωρος 5.72,4).

Ε) Στις Μούσες δόθηκε από τον πατέρα τους το Δία, η ανακάλυψη των γραμμάτων και η σύνθεση των επών, η λεγόμενη ποιητική και σ’ αυτούς που λένε πως οι Σύριοι είναι οι εφευρέτες των γραμμάτων, πως οι Φοίνικες τα έμαθαν από εκείνους και τα παρέδωσαν στους Έλληνες δεν είναι αλήθεια και το μόνο που έκαναν οι Φοίνικες ήταν να αλλάξουν το σχήμα των γραμμάτων: «ταις δε Μούσας….την των γραμμάτων εύρεσιν και την των επών συνθεσιν την προσαγορευόμενην ποιητική…. Μετφ: <<Στις Μούσες, δόθηκε από τον πατέρα τους, η ανακάλυψη των γραμμάτων και η σύνθεση των επών, η λεγόμενη ποιητική. Σ' εκείνους που λένε πως οι Σύροι είναι οι εφευρέτες των γραμμάτων, πως οι Φοίνικες τα έμαθαν από εκείνους και τα παρέδωσαν στους Έλληνες και πως αυτοί οι Φοίνικες ήταν εκείνοι που έπλευσαν με τον Κάδμο στην Ευρώπη και πως γι' αυτό οι Έλληνες ονομάζουν τα γράμματα Φοινικικά, απαντούν πως οι Φοίνικες δεν ήταν οι αρχικοί εφευρέτες και πως το μόνο που έκαναν ήταν να αλλάξουν τη μορφή των γραμμάτων και, καθώς η πλειοψηφία των ανθρώπων χρησιμοποίησε αυτό το είδος γραφής, γι' αυτό τους δόθηκε η παραπάνω ονομασία.>> (Διόδωρος, Σικελιώτης, βίβλος 5, 74).

Και το ότι τα ως άνω είναι η πραγματικότητα, δηλαδή  ότι οι Κρήτες ήσαν αυτοί που βρήκαν τα πρωτα μουσικά έγχορδα όργανα , την κιθάρα και τη λύρα, καθώς και τον αυλό και τη μουσική του, προκύπτει και από τα εξης:

Ο Πλάτων στους Νόμους λέει ότι η λύρα και συνεπώς και η κιθάρα παιζόταν κρατώντας την με το αριστερό χέρι και το πλήκτρο της με το δεξί   «Εν όσοις με γαρ των έργων μη μεγα διαφερειν, λυρα μεν εν αριστερά χρωμενον πλήκτρω δε εν δεξιά» (Πλάτων Νόμοι Ζ, 794.5)

1)  Ο ομηρικός ‘Ύμνος « Εις Απόλλωνα», ο Ησίοδος (Θεογονία 90), ο Διόδωρος  (5.74-77) κ.α.  αναφέρουν  ότι τα πρώτα έγχορδα όργανα του ανθρώπου ήταν η κιθάρα και τα καμπύλα τόξα,  τα οποία βρήκε ο Απόλλωνας (και όχι ο Ερμής) και γι αυτό ο Απολλωνας (και όχι ο Ερμής) αποκαλείται: «πατέρας των  κιθαριστών της γης»,  «θεός της Μουσικής»,  «εκήβολος» κ.α.: «Αυτίκα δ᾿ αθανάτσι μετηύδα Φοίβος Απόλλων είη μοι κίθαρίς τε φίλη και καμπύλα τόξα, χρήσω δ’ ανθρώποισι Διός νημερτέα βουλήν» (Ομηρικός ύμνος «Εις Απόλλωνα» στ. 130) «Εκ γαρ Μουσάων και εκηβόλου Απόλλωνος άνδρες αοιδοί έασιν επί χθόνα και κιθαρισταί».( Ησιόδου Θεογονία, 90)

2)  Άλλο μουσικό όργανο είναι η λύρα (ή άλλως χέλυς)  και άλλο η κιθάρα, όπως θα δούμε πιο κάτω, και συνεπώς το λογικό είναι ότι άλλος βρήκε το ένα όργανο και άλλος το άλλο, όπως λένε οι Κρήτες,  και δεν ισχύει το ότι «ο Ερμής βρήκε την κιθάρα, όμως ο Απόλλωνας ήταν αυτός που έπαιξε σωστά» κ.α. Ο ομηρικός ύμνος  « Εις Ερμήν» ( 25-30 και 413 – 425)  αναφέρει ότι ο Ερμής βρήκε τη λύρα όταν βρισκόταν στην Κυλλήνη της Αρκαδίας όπου είχε απαγάγει τα βόδια του Απόλλωνα, όμως άλλο αυτό και άλλο η καταγωγή του Ερμή. Ο Ερμής ήταν Κρητικός στην καταγωγή..

3) Ο Ησίοδος (Θεογονία, 476-485), ο Απολλόδωρος (Α, 1, 6 - 7), ο Άρατος (Φαινόμενα 30 - 50), ο Απολλώνιος (Αργοναυτικά, Α, 507 – 511) κ,α,  αναφέρουν ότι ο Δίας , ο πατέρας του Απόλλωνα, της Αθηνάς, του Ερμή κ.α., είχε γεννηθεί στο όρος Δίκτης της Κρήτης όπου και τον άφησε κρυφά η μάνα του η Ρέα, για να ανατραφεί από τους Κουρήτες, άρα ο Δίας και τα παιδιά του Απόλλων, Ερμής, Αθηνά κλπ ήταν Κρητικοί: «πέμψαν δ’ ες Λύκτον, Κρήτης ες πίονα δήμον/ οππότ’ άρ οπλότατον παίδων ήμελλε τεκέσθαι, / Ζήνα μέγαν, τον μεν οι εδέξατο Γαία πελώρη, Κρήτη εν ευρείη τραφέμεν ατιταλλέμεναί τε./ ένθα μιν ίκτο φέρουσα θοήν δια νύκτα μέλαιναν / πρώτην ες Δίκτον’ κρύψεν δε ε χερσί λαβούσα/ άντρω εν ηλιβάτω ζαθέης υπό κεύθεσι Γαίης, αιγαίω εν όρει πεπυκασμένω υλήεντι»…… (Θεογονία Ησιόδου, στίχοι 476 – 485)

4) Ο Πλούταρχος (Περί μουσικής 1136, Β και «Περί αοργησίας» 456 B-D, 6-7), ο  Πίνδαρος («12ος Πυθιόνικος) κ.α.   αναφέρουν ότι η Αθηνά βρήκε τον αυλό (Βλέπε πιο κάτω: «Μουσικός διαγωνισμός Απόλλωνα – Μαρσύα»)

5) Ο  Στέφανος Βυζάντιος στα εθνικά μιλεί για ένα βουνό στην Κρήτη που λέγεται Στυράκιον και του οποίοι οι κάτοικοι ονομάζονται «Στυρακίται και Στυρακίτης ήταν ο Απόλλωνας, πρβ:  «Στυράκιον, όρος της Κρήτης. Οι ενοικούντες Στυρακίται. Στυρακίτης γαρ ο Απόλλων». (Στ. Βυζαντιος, Εθνικά).   Ο Ολλανδός γεωγράφος (περιηγητής)  OLFERT DAPPER, 1636-1689 στο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης (μτφ Μνουήλ Μερνάρδος ο Κρής) το τοποθετεί κοντα στο όρος Διός ή  Ιόβα ή Γιόβα (Γιούχτα): «Κάρμα και Στυράκιον. Ο Πλίνιος αναφέρει περί όρους ταύτης της νήσου, το οποίο ονομάζει Κάρμα. Ο δε Στέφανος ομιλεί περί ενός άλλου, όπερ ωνομάζετο Στυράκιον και κατωκείτο από τους Στυρακίτας. Ο Απόλλων επωνομάζετο ομοίως Στυρακίκης από το όνομα τούτου του όρους». Σήμερα υπάρχει εκεί χωριό που λέγεται «Αστυράκιο»,

6) Οι ονομασίες λύρα, κιθάρα και αυλός αφενός αναφέρονται ήδη από τον Όμηρο και τους ομηρικούς ύμνους και η αχαιότερη απεικόνιση 7χορδης κιθάρας είναι αυτή στη λίθινη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας Κρήτης (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου), 1600 π.Χ.,  στην οποία ένας μουσικός παίζει 7χορδη κιθάρα. Είναι κιθάρα και όχι λύρα, αφού η εν λόγω κιθ’αρα δεν εχει χελωνοειδές (καυκαλοειδές) αντηχείο, όπως έχουν οι λύρες.

7) Ο Πλάτωνας («Νόμοι» και «Μίνως»), ο Αριστοτέλης («Πολιτικά» Β, 1271, 10), ο Πλούταρχος («Σόλων» και «Λυκούργος»), ο Διογένης Λαέρτιος («Επιμενίδης»), ο Διονύσιος Αλικαρνασεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»), ο Ισοκράτης (Παναθηναϊκός 205). κ.α., αναφέρουν ότι ο πρώτος αξιόλογος πολιτισμός που δημιουργήθηκε επί γης ήταν αυτός που δημιούργησε στην Κρήτη ο Μίνωας, δηλαδή ο πολιτισμός που σήμερα ονομάζουμε Μινωικό. Στη συνέχεια την Κρητική Πολιτεία, τους θεσμούς που δημιούργησε ο Μίνωας με τον αδελφό του Ραδάμανθυ και εκπολίτισε τους Κρητικούς,  αντέγραψαν  όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, καθώς και οι Ρωμαίοι. Πρώτα οι Σπαρτιάτες με το Λυκούργο και τη βοήθεια του Κρητικού νομοθέτη Θάλητα ,  μετά οι Αθηναίοι με το Σόλωνα και τη βοήθεια του Κρητικού σοφού και χρησμολόγου Επιμενίδη και τέλος και οι Ρωμαίοι με το Νόμα και   έτσι ευημέρησαν – εκπολιτίστηκαν. Ο λόγος και για τον οποίον Έλληνες, Ρωμαίοι κ.α. ί υμνούν το Μίνωα και το Ραδάμανθυ και συνάμα τους ανακήρυξαν ημίθεους, γιους του Θεού Δία και κριτές στον Άδη λόγω της μεγάλης δικαιοσύνη τους εν ζωή (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο «Κρητική Ιστορία», Αδάμ (Μάκη) Κρασανάκη)

 

http://www.hellinon.net/NeesSelides/Kriti/fotos/Zoe.ht20.jpg

Τελετή θυσίας με σπονδές στην Κνωσό και με την παρουσία γυναικείας χορωδίας,  μια των οποίων παίζει κιθάρα, μια άλλη αυλό και μια άλλη κρόταλα. ( Τοιχογραφία Κνωσού, 1600 – 1450 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου). Τα πανέμορφα κορμιά (με δακτυλίδι μέση και κορμί σπαθάτο, οι  «λεβέντες Κρητικοί») οφείλονται στη γυμναστική και στο χορό, που και τα δυο τα είχαν  εφεύρει οι ίδιοι: Στράβων  (10 ΙV 16), Παυσανίας (Ηλιακά) κ.α. και διδάσκονταν υποχρεωτικά στην εκπαίδευση των νέων.

 

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Το ότι η κιθάρα, η λύρα, ο αυλός και η μουσική είναι ελληνικής επινόησης προκύπτει και από τα ονόματά τους, αφού αυτά είναι ελληνικές λέξεις και έτσι λέγονται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, πρβ π.χ. στην αγγλική: music, lyre, guitar, aylos , diavle …  Η μουσική πήρε το όνομά της από τις εννέα Μούσες και με το όνομα αυτό λέγεται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, πρβ  π.χ. ελληνικά μουσική = αγγλικά music = γερμανικά music ….. Μάλιστα στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος μουσική εννοούσε την Ποίηση, το Μέλος και το Χορό ως μια αδιάσπαστη ενότητα τεχνών η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στο Θέατρο, ενώ τη θεωρία της Μουσικής εξέφραζε ο κλάδος της Αρμονικής. Ο διαχωρισμός αυτός υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε από το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Έτσι σήμερα η μουσική ως τέχνη έρχεται να καλύψει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει με τους ήχους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ψυχικές του καταστάσεις.

2) Στην αρχαία Ελλάδα  υπήρχαν πολλά έγχορδα  μουσικά όργανα, όπως : η κιθάρα, η λύρα ή χέλυς, η φόρμιγγα, η βάρβιτος, το ψαλτήριο, το επιγόνιο, η άρπα κ.α., τα οποία βεβαίως δεν ήσαν όλα ελληνικής επινόησης, αλλά άλλα ελληνικά: η κιθάρα, η λύρα κ.α.  και άλλα ξένα: οι νάβλες, η σαμβύκη, η βάρβιτος, η μαγάδις κ.α., όμως όλα αυτά προερχόντουσαν, ήσαν παραλλαγές της κιθάρας, αφού  όλα αυτά ήταν νυκτά, δηλαδή παιζόταν μόνο με νύξη που προκαλούνταν είτε με τα δάκτυλα είτε με πλήκτρο. Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» Λογος 7,72) αναφέρει ότι η βάρβιτος λεγόταν η 7χορδη ελεφάντινος λύρα από τους Ρωμαίους «βάρβιτος», ο  Πλούταρχος (Περί μουσικής, 70 και 1133C, 6) ότι «Ασιάς» λεγόταν η τρίχορδος κιθάρα,  φόρμιγγα  η 4χορδη κιθάρα κ.α..

3) Ο  Πλούταρχος αναφέρει ότι τη μουσική των αυλών κατ’ άλλους τη βρήκε ο Φρύγας Όλυμπος και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, όμως  αυτός διδάχτηκε ότι και τη μουσική αυτή τη βρήκε ο Απόλλωνας, πρβ:

  <<Ο Αλέξανδρος στη Συναγωγή για τη Φρυγία λέει ότι ο Όλυμπος πρώτος έφερε τη μουσική των αυλών στους Έλληνες, αλλά και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, ότι ο Ύαγνης ήταν ο πρώτος που έπαιξε αυλό, έπειτα ο γιος του Μαρσύας και τρίτος ο Όλυμπος και ότι ο Τέρπανδρος μιμήθηκε τους στίχους του Ομήρου και τη μουσική του Ορφέα. Ο Ορφέας φαίνεται ότι δε μιμήθηκε κανένα, διότι κανείς δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τότε από τους δημιουργούς αυλωδιών κα το έργο του>> (Πλούταρχος (Περί μουσικής 1132F, 5  και 1123, 7).  

<<Εγώ προσωπικά διδάχτηκα ότι επινοητής των αγαθών της μουσικής δεν είναι κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Θεός Απόλλωνας, ο στολισμένος με όλες τις αρετές. Στην πραγματικότητα δεν είναι του Μαρσύα, του Ολύμπου ή του Υάγνιδος εύρημα ο αυλός και του Απόλλωνα μόνο η Κιθάρα, αλλά τόσο της αυλητικής όσο και της κιθαριστικής τέχνης  επινοητής είναι ο θεός. Άλλοι πάλι λένε ότι και ο ίδιος ο θεός έπαιζε αυλό, όπως αναφέρει ο συνθέτης Αλκμάν. Η Κόριννα επίσης αναφέρει ότι ο Απόλλων διδάχτηκε από την Αθηνά να παίζει αυλό.>>. ( Πλούταρχος, «Περί μουσικής» 134 και  1136 Β)

4) Οι πρώτοι μουσικοί χρησιμοποιούσαν ως «αντηχείο» και ως «καμπύλο τόξο» για την κατασκευή μουσικού οργάνου και  τα κερασφόρα κρανία ζώων (βοδιών, ελάφων κλπ),  όπως  η «πηκτίδα» (-= είδος λύρας)  του Πολύφημου που έγινε από το κρανίο-κέρατα ελάφου, πρβ: «και αυτή δε η πηκτίς οία κρανίον ελάφου γυμνν των σαρκών και τα μεν κέρατα πήχεις ώσπερ ήσαν ζυγώσας δε αυτά και ενψας τα νεύρα, ουδ κολλβοις περιστρψας μελώδει άμουσν τι και απδν, άλλο μεν αυτός βοών, άλλο δε η λύρα υπχει, ώστε οδ κατχειν τν γλωτα εδυνάμεθα επί τω ερωτικώ εκείν άσματι..»· (Λουκιανός, «Θαλασσίων Θεών Διάλογοι»)

5) Οι αρχαίοι Έλληνες με την ονομασία  «καμπύλα ή αγκύλα ή παλίντονα τόξα» ονόμαζαν τα ξύλα με καμπύλη ή άλλως  αγκύλη,  των οποίων η μια άκρη συνδεόταν με την άλλη με μια ή περισσότερες χορδές. Τέτοια τόξα ήταν το όπλο τόξο και αρχικά και η κιθάρα (βλέπε π.χ. το έγχορδο μουσικό όργανο στη σαρκοφάγο της Αγ. Τριάδος Κρήτης, 1600-1450 π.Χ). Καμπύλο τόξο είναι και το «τοξάρι» >  δοξάρι κ.α., απλά άλλου είδους χορδές έχει το τόξο , άλλου είδους το δοξάρι και άλλου η κιθάρα με τη λύρα.  Οι χορδές της κιθάρας και της λύρας αρχικά γίνονταν από νευρά ή έντερα βοδιού, του δοξαριού από τρίχες αλογοουράς και του τόξου από νεύρα βοδιού. Σήμερα οι χορδές γίνονται και από άλλα υλικά και κυρίως από μέταλλα.

6) Ο  Κλαύδιος Αιλιανός (Claudius Aelianus), 175-235 μ.Χ., στο έργο του “Varia Historia” («Ποικίλη Ιστορία» κεφ. λθ), αναφέρει ότι “The Cretans. Κρήτες τους παίδας μανθάνειν τους νόμους εκέλευον μετά τινος μελωδίας, ίνα εκ της μουσικής ψυχαγωγούνται και ευκολώτερον τη μνήμη διαλαμβάνουσιν ‘ και ίνα μη, τι των κεκωλυμένων πράξαντες, αγνοία πεποιηκέναι απολογίαν έχουσιν. Δεύτερον δε μάθημα έταξαν, τους των θεών ύμνους μανθάνειν. Τρίτον, τα των ανδρών εγκώμια.” Δηλαδή οι Κρήτες έδιναν εντολή τα παιδιά να μαθαίνουν τους νόμους με τη συνοδεία κάποιας μελωδίας, αφενός για να ψυχαγωγούνται με τη μουσική και αφετέρου για να εντυπώνουν (τους νόμους) καλύτερα στη μνήμη … .

 

28Μινωική τελετή θυσίας με  μουσικό να παίζει 7χορδη κιθάρα και Μινωίτες και μινωίτισες να φορούν  εντυπωσιακές φορεσιές, με κοντομανικο ζιπόνια (ζακέτες, πανωκόρμια), μακρές φούστες κλπ ( Από τη λίθινη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας Κρήτης, 1400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

sarcophagus_from_chamber_tomb1335751180943Μινωική τελετή θυσίας με μουσικό που παίζει αυλό και  δυο  Μινωίτισες  με εντυπωσιακές τουαλέτες. Με ποδήρη (μάξι) φούστα,  με πανωκόρμι ή άλλως κοντογούνι/ ζακέτα κλπ  (Από τη λίθινη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας Κρήτης, 1400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

 

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ – ΜΑΡΣΥΑ

 

Ο Διόδωρος Σικελιώτης ( 5.72-77), ο Πλούταρχος (Περί μουσικής 1136, Β και «Περί αοργησίας» 456 B-D, 6-7), ο  Πίνδαρος «12ος Πυθιόνικος) κ.α.  αναφέρουν ότι η  Αθηνά είναι εκείνη που βρήκε τον αυλό, όμως  βλέποντας μια μέρα το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται στο νερό παραμορφωμένο, καθώς έπαιζε τον αυλό, τον πέταξε μακριά. Ο αυλός έπεσε στη Φρυγία και εκεί τον βρήκε ο Μαρσύας, ο οποίος τον πήρε και στη συνέχεια έγινε δεξιοτέχνης του.  Ο Μαρσύας μετά προκάλεσε τον κιθαρίστα Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τέχνης.. Οι Μούσες ανέδειξαν νικητή τον Απόλλωνα και ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός από ένα Σκύθη, ως τιμωρία για την ύβρη που διέπραξε να προκαλέσει το θεό. Ο Απόλλωνας μετά, επειδή δεν του άρεσε αυτό που έγινε με το Μαρσύα,  έσπασε την κιθάρα του (τα εκ της κιθάρας χορδάς εκρήξαντο») και στο εξής  δεν ήθελε να ασχοληθεί με τη μουσική». Τότε ο αδελφός του ο Ερμής εφεύρε τη λύρα, την οποία έδωσε  ως δώρο στον Απόλλωνα με την παράκληση να συνεχίζει να παίζει μουσική,  αλλά και για να τον συγχωρήσει που του είχε κλέψει τα βόδια.

 

Μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα, που ήταν επένδυση βάθρου ή βωμού στην αρχαία Μαντινεία Αρκαδίας,  330-320 π.Χ., που απεικονίζει το μουσικό αγώνα μεταξύ του Απόλλωνα, που αγωνίζεται με κιθάρα, και του Μαρσύα, που αγωνίζεται με αυλό. Νίκησε ο Απόλλωνας.

 

 

3. ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΝ ΜΟΝΟ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ – ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΡΟ

 

http://www.followodysseus.gr/portals/54/mousikhxoros/6_music_b3_Dias_Koyrites.jpg

Οι Κουρήτες χορεύουν και  ο μικρός Δίας θηλάζει την αίγα Αμάλθεια. Μαρμάρινο ρωμαϊκό ανάγλυφο,  160 μ.Χ., Musei Capitolini, Ρώμη.

Οι αρχαίοι συγγραφείς: Διονύσιος Αλικαρνασεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Λόγος 2ος LXIΧ, 5 και Λόγος 7,72), Πλάτων (Νόμοι Ζ 795 – 797), Στράβων (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16), Διόδωρος Σικελιώτης (5.65), Πολυδεύκης («Ονομαστικό Λεξικό») , Ευριπίδης («Βάκχαι» αντιστροφή β΄, στ. 120-134)  κ.α., αναφέρουν ότι ο χορός είναι «ελληνικό επιτήδευμα»,  το οποίο «βρήκαν πρώτοι και έδειξαν οι Κουρήτες» στο Δικταίο άντρο στο όρος Δίκτη της Κρήτης, τότε που ανατρεφόταν εκεί ο Δίας και από εκεί μετά διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, αρχικά στους Σπαρτιάτες, μετά στους Ρωμαίους κ.α. Αναφέρουν επίσης ότι ο πρώτος χορός, ο χορός των Κουρητών, ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα εκείνου του Κουρήτη, του Πύρριχου, που τον οργάνωσε και επίσης ότι  η Πυρρίχη προέκυψε ως ένα από τα παιγνίδια των Κουρητών με το Δία, όταν αυτός ανατρεφόταν στο ιερό ‘άντρο στο Δικταίον όρος της Κρήτης. Θέλοντας, λένε,  οι Κουρήτες από τη μια να παίξουν-ηρεμήσουν το Δία ως θετοί γονείς και από την άλλη να σκεπάσουν με το ποδοβολητό τους και τις ιαχές τους τα κλάματά του από το αυτί του πατροκτόνου πατέρα του, γύρναγαν γύρω  από το μικρό Δία ένοπλοι και κτυπώντας με το ξίφος τους ο ένας την ασπίδα του άλλου. κάνοντας τάχα μου ότι διεξέχουν μάχη ή προπόνηση  για μάχη και αυτές τις κινήσεις μετά ο Κουρήτης Πύρριχος τις έκανε χορό.

Και το ότι οι Κ(ου)ρήτες > Κρήτες είναι αυτοί που βρήκαν και έδειξαν πρώτοι το χορό προκύπτει, λένε οι αρχαίοι συγγραφείς,  και από το ότι αρχαιότερη  μαρτυρία για το χορό έχουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου (Σ 590 – 605, όπου γίνεται περιγραφή  ενός χορού που είχε διδάξει ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα.

Και το ότι ο χορός, αλλά και η μουσική και τα μουσικά όργανα (κιθάρα, λύρα και αυλό) είναι ελληνικό επιτήδευμα προκύπτει και από το ότι οι ελληνικές λέξεις: χορός,  χορογραφία, χορογράφος, χορωδία, όρχηση, ορχήστρα, μουσική, λύρα αυλός κλπ είναι διεθνείς, παγκόσμιες, πρβ στα λατινικά chorus, coro, hor, orchestra, musica…  = αγγλικά:  chorus/dance, choreography, chorographer, choral group, choir, orchitic, orchestra, music =   γαλλικά: chouer, chorale, chorégraphie, orchisi, orchestre, choeur, musique  = γερμανικά:  chor, choreografie, choreograf, chorédrame, chorist, orchester/musikkapelle, music κ.α.

 Ειδικότερα ο Στράβωνας (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16 κ.α.), σχετικά με το χορό, αναφέρει ότι οι Κουρήτες στην Κρήτη πρώτοι βρήκαν και δίδαξαν το χορό, και ότι ο χορός αυτός ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα εκείνου του Κουρήτη, του Πυρρίχου, που τον οργάνωσε, πρβ:. «Να ασκούν (οι νέοι της Κρήτης) επίσης την τοξοβολία και τον ένοπλο χορό, που βρήκαν πρώτοι και έδειξαν οι Κουρήτες και ο οποίος έπειτα ονομάστηκε Πυρρίχη από το όνομα αυτού που τον οργάνωσε. Έτσι το παιγνίδι δεν ήταν άσχετο με πράξη χρήσιμη στον πόλεμο. Επίσης στα τραγούδια τους χρησιμοποιούν κρητικούς ρυθμούς που είναι πολύ γρήγοροι και τους βρήκε ο Θάλης. Ορίστηκε επίσης να φοράνε στρατιωτικά ρούχα και υποδήματα. Τα όπλα εξάλλου θεωρούνται τα καλύτερα δώρα». (Στράβων  10 ΙV 16). 

«Η δε ενπλιος όρχησις στρατιωτικ, και η πυρρχη δηλοί και ο Πύρριχος, ον φασιν ευρετήν είναι της τοιαύτης ασκσεως των νων και τα στρατιωτικά» (Στραβων, 10.5 ΙΙΙ 8).

 «Τον χορό που συνιθίζουν στη Λακεδαίμονα, τους ρυθμούς, τους παιάνες που τραγουδάνε σύμφωνα με τους κανονισμούς τους, καθώς και πολλά ακόμη έθιμά τους τα λενε οι ίδιοι  Κρητικά, ωσαν να έρχονται από εκεί…». (Στράβων Ι, IV, 18 C 471)

 «Στην Κρήτη δεν υπήρχαν μόνο αυτά αλλά και τελετουργίες για το Δία με οργιαστική λατρεία και με διακόνους, ωσάν αυτούς που βρίσκονται στην υπηρεσία του Διονύσου, δηλαδή Σάτυροι. Τους έλεγαν Κουρήτες και ήταν νέοι άνθρωποι που απέδιδαν ένοπλη κίνηση με χορευτικό βήμα, παρασταίνοντας τον μύθο της γέννησης του Δία, όπου παίζουν τον Κρόνο που συνήθιζε να καταπίνει τα παιδιά του, μόλις γεννιούνταν, και τη Ρέα να παλεύει να κρύψει τους πόνους της γέννας, να γεννάει το παιδί και να το κρύβει προσπαθώντας να γλιτώσει τη ζωή του με κάθε τρόπο. Λένε ότι γι αυτό πήρε βοηθούς τους Κουρήτες, που με τα τύμπανα και με παρόμοιους ήχους, με ένοπλο χορό και θόρυβο περιστοίχιζαν τη θεά και τρόμαξαν τον Κρόνο, ώστε να πάρουν το παιδί. Κουρήτες, λοιπόν, ονομάστηκαν, είτε επειδή ήταν νέοι , δηλαδή «κούροι», και πρόσφεραν αυτήν την υπηρεσία είτε επειδή «φρόντισαν τη νιότη» του Δία. Υπάρχουν και οι δυο εκδοχές.». (ώσθ’ οι Κουρήτες ήτοι δια το νεοι και κόροι όντες υπουργείν ή δια το κουροτροφείν τον Δία (λεγεται γαρ αμφοτέρως). ( Στράβων 10.ΙΙΙ,11 C 469, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»).

kam

Πήλινο ομοίωμα του 1420 – 1380 π.Χ. από το Παλαίκαστρο Σητείας. Αποδίδει ανοικτό κυκλικό χορό με τρεις γυναίκες που κρατιούνται από τα χερια σε απόσταση, ενώ μια άλλη στη μεση παίζει κιθάρα. (Μουσείο Ηρακλείου)

Ο Ιούλιος Πολυδευκης  (γραμματικός και λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ.,  γνωστός ως Pollux)  αναφέρει ότι δυο είναι οι ενόπλιοι χοροί, η Πυρρίχη και η Τελεσιάς και  αυτούς τους οργάνωσαν δυο επώνυμοι Κρήτες ορχηστές, ο Πυρρίχος και ο Τελεσίος, πρβ: «Είδη δε ορχημάτων, εμμέλεια, τραγική, κόρδακες, κωμικοί, σικιννίς, σατυρική. Ενόπλιοι ορχήσεις, πυρρχη τε, κα τελεσίας, πνυμοι δο Κρητών ορχηστών, Πυρρχου τε κα Τελεσου. εκαλετο δε τι και ξιφισμός, και ποδισμς, και διαρρικνούσθαι, όπερ ην το την οσφν φορτικώς περιγειν. Ην δε και κώμος ειδος ορχήσεως. Και τετράκωμος, Ηρακλέους ιερά, και πολεμική. Ην δε και κωμαστική, μάχην και πληγάς έχουσα…..(Pollux = Πολυδεύκης Ιούλιος «Ονομαστικό Λεξικό»)

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (5.65 κ.α.) αναφέρει ότι οι Κουρήτες ήσαν οι πρώτοι που εισηγήθηκαν τη συναναστροφή, τη συμβίωση και ευταξία μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς τους χορούς , άρα οι Κρήτες είναι αυτοί που έθεσαν τα θεμέλια του πολιτισμού, πρβ: «Μετά τους Ιδαίους Δακτύλους έγιναν οι Κουρήτες, … Καθώς διακρινόταν για τη σύνεσή τους, έδειξαν στους ανθρώπους πολλά χρήσιμα πράγματα, διότι πρώτοι αυτοί συγκέντρωσαν τα πρόβατα σε κοπάδια, εξημέρωσαν τα υπόλοιπα είδη ζώων, ανακάλυψαν τη μελισσοκομία, εισηγήθηκαν την τέχνη του κυνηγίου, εισηγήθηκαν τη συναναστροφή και τη συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που δίδαξαν την ομόνοια και κάποια ευταξία στην κοινωνική ζωή. Ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς. Λένε πως σ’ αυτούς παρέδωσε το Δία η Ρέα, κρυφά από τον πατέρα του Κρόνο,  και κείνοι τον πήραν και τον ανέθρεψαν…... (Διόδωρος Σικελιώτης 5,65, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»)

Ο Ευριπίδης ( «Βακχαι»  Πάροδος, αντιστροφή β΄, στ. 120-134) αναφέρει ότι  ο Δίας γεννήθηκε σε άντρο της Κρήτη και εκει οι Κουρήτες τον «άρπαξαν και τό 'σμιξαν με τους χορούς τους», πρβ:  «Ώ των Κουρητών κατοικία, της Κρήτης θεοτικά βουνά, σεις που το Δία γεννήσατε ! Μες στις σπηλιές σας τούτο εδώ το τσέρκι με το τανυστό τουμπανοπέτσι μιά φορά μου βρήκαν οι Κορύβαντες,πού 'χουν τα κράνη τρίκορφα·και μπλέξανε το βρόντο του, μες στη βακχεία τους τη σφοδρή, με τη γλυκόλαλη πνοή απ' τους αυλούς τους φρυγικούς, και μες στα χέρια τό 'βαλαν της Ρέας της μάνας να βαρεί με των βακχών τα ευάν ευοί κ' οι μανιασμένοι οι Σάτυροι της θεάς μητέρας το άρπαξαν και τό 'σμιξαν με τους χορούς τους ταχτικούς στα Δίχρονα που κάνει ο Διόνυσος χαρά. (ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΒΑΚΧΑΙ, Πάροδος, αντιστροφή β΄, στ. 120-134 Μετάφραση Παντελή Πρεβελκη)

Ο Παυσανίας  και ο Στράβωνας αναφέρουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι διδάχτηκαν  από τον Κρητικό Κουρήτη Πύρριχο την «Πυρρίχη», αφού από τη μια ο Στράβων αναφέρει «Τον χορό που συνηθίζουν στη Λακεδαίμονα, τους ρυθμούς, τους παιάνες που τραγουδάνε σύμφωνα με τους κανονισμούς τους, καθώς και πολλά ακόμη έθιμά τους τα λενε οι ίδιοι  Κρητικά, ωσαν να έρχονται από εκεί…». (Στράβων Ι, IV, 18 C 471) και  από την άλλη ο Παυσανίας  ότι στη Λακεδαίμονα υπήρχε  η πόλη  Πύρριχος, που πήρε το όνομα αυτό από το ότι ιδρύθηκε είτε από τον Πύρριχον των καλλούμενων Κουρητών είτε από το γιο του Αχιλλέα, τον (Νεοπτόλεμο, τον καλούμενο) Πύρρο: «Πύρριχος εν μεσογαί. το δε όνομα τη πόλει γενέσθαι φασν από Πύρρου του Αχιλλέως, οι δε είναι θεόν Πύρριχον των καλουμένων  Κουρήτων….». (Παυσανίας, Λακωνικά 25, 1-3)

Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς στη «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» (Λογος 2, LXI, 2  - LXΧ, 3-5 και Λόγος 7,72)  αναφέρει ότι ο χορός είναι ελληνικό επιτήδευμα,  τον οποίον είχαν βρει πρώτοι οι Κουρήτες στο «ιερόν άντρον» στο «Δικταίον όρος» της Κρήτης, όταν ανέτρεφαν εκεί το Δία και οι Ρωμαίοι πήραν το χορό από τους Έλληνες, κάτι που αποδεικνύεται και από το ότι αρχαιότερη μαρτυρία για χορό είναι αυτή του Ομήρου (βλέπε Οδύσεια Σ 590 όπου μιλά για το χορό που σύνθεσε ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα στην Κνωσό κλπ), πρβ:

Αργυρός στατήρας Χερσονήσου Κρήτης, 300 π.Χ. , με το θεό της μουσικής , τον Κρητικό Απόλλωνα,  να κρατά την κιθάρα του.

 «Ελληνικόν δ´ άρα και τούτ´ ην εν τοις πνυ παλαιν επιτδευμα, ενόπλιος όρχησις καλουμνη πυρρχη, ειτ´ Αθηνάς πρώτης επί Τιτάνων αφανισμώ χορεειν και ορχείσθαι συν τοις όπλοις ταπινίκια υπό χαράς αρξαμνης, είτε παλατερον έτι Κουρτων αυτήν καταστησαμνων, ότε τον Δα τιθηνομενοι θλγειν εβολοντο κτπ τε όπλων και κινσει μελών ενρθμ καθπερ ο μύθος έχει. Δηλοί δε και τούτου την αρχαιότητα ως επιχωρίου τοις Έλλησιν Όμηρος πολλαχή μεν και άλλη, μάλιστα δ´ εν ασπίδος κατασκευή, ήν Αχιλλεί δωρήσασθα φησιν Ήφαιστον. Υποθμενος γάρ εν αυτή δύο πόλεις την μεν ειρήνη κοσμουμνην, την δε πολέμ κακοπαθούσαν, εν η την αμενω καθστησι τχην εορτάς ποιών και γάμους και θαλας ώσπερ εικος και ταύτα λέγει· Κούροι δ´ ορχηστήρες εδίνεον· εν δ´ άρα τοίσιν  Αυλοί φόρμιγγς τε βοήν έχον· αι δε γυναίκες  Ιστάμεναι θαύμαζον επί προθροισιν εκάστη. Κα αύθις έτερον εν αατή λγων διακεκοσμήσθαι Κρητικν ηιθέων τε και παρθνων χορν ώδε είρηκεν· Εν δε χορν ποκιλλε περικλυτός αμφιγυήεις,  Τω ίκελον οίν ποτ´ ενί Κνωσσώ ευρεί  Δαίδαλος ήσκησεν καλλιπλοκμ Αριάδνη… .(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» Λογος 7,72)

 «Λαβείν δε αυτόν την τούτων μμησιν αποφανουσιν εκ τν Ελληνικών παραδειγμάτων ζηλωτν γενμενον της τε Μνω του Κρητς κα τς Λυκοργου του Λακεδαιμονίου σοφας· ων μεν ομιλητής έφη γενσθαι του Διός και φοιτών εις το Δικταίον όρος, εν ω τραφήναι τον Δία μυθολογούσιν οι Κρήτες υπ των Κουρήτων νεογνν όντα, κατβαινεν εις το ιερν άντρον και τους νόμους εκεί συντιθες εκμιζεν, ους απφαινε παρά του Διός λαμβάνειν· ο δε Λυκούργος εις Δελφούς αφικνομενος υπό του Απόλλωνος έφη διδσκεσθαι την νομοθεσαν ……………………………. Παρζωσται δ´ έκαστος αυτών ξίφος και τη μεν δεξιά χειρ λγχην ῥάβδον τι τοιούθ´ έτερον κρατεί, τη δ´ ευωνύμ κατχει πλτην Θρκαν· δ´ εστί ομβοειδεί θυρεώ στενωτρας έχοντι τας λαγνας εμφερς, οίας λγονται φρειν οι τα Κουρτων παρ´ Έλλησιν πιτελούντες ιερά. Και εσιν οι Σλιοι κατά γουν την εμήν γνώμην Ελληνικώ μεθερμηνευθντες ονματι Κουρήτες, φ´ ημών μεν επί της ηλικίας ούτως ωνομασμνοι παρά τους κούρους, υπό δε Ρωμαίων επί της συντόνου κινήσεως. Το γάρ εξλλεσθα τε και πηδάν σαλίρε π´ αυτών λέγεται. από δε της αυτής αιτίας και τους άλλους άπαντας ορχηστς, επει καν τούτοις πολύ το άλμα και σκίρτημα ένεστι, παράγοντες από των σαλίων τούνομα σαλτάτωρας καλούσιν. Κινούνται (οι Ρωμαίοι χορευτές) γαρ προς αυλν εν ρυθμώ τας ενοπλους κινσεις τοτ μεν ομού, τότε δε παραλλξ και πατρους τινς ύμνους άδουσιν άμα ταις χορεαις. χορεαν δε και κνησιν ενπλιον και τον εν ταις ασπσιν ποτελομενον υπό των εγχειριδων ψφον, ει τι δει τοις αρχαοις τεκμηριούσθαι λγοις, Κουρήτες ήσαν οι πρώτοι καταστησμενοι. Τον δε περί αυτών μύθον ουέν δομαι προς εδτας λγου δειν πντας γρφειν» (Διονύσιος Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Livre/Λόγος 2  LXI, 2  - LXΧ, 3-5).

Ομοίως ο ρήτορας, συγγραφέας και φιλόσοφος Δίων ο Χρυσόστομος (40 – 120 μ.Χ.), αναφέρει ότι η ενόπλιος όρχηση ονομαζόταν «κουριτική» και ήταν επιχώρια των Κρητων: «Μηριόνη, τάχα κέν σε κα ορχηστήν περ εόντα / έγχος μν κατέπαυσε διαμπερές, ει ς΄ έβαλόν περ./ σ οίει άλλην τιν {λέγειν} επίστασθαι τον του Μόλου υιόν,/ ριθμούμενον εν τοις αρίστοις των Αχαιών, την ενόπλιον, την Κουρητικήν, ήπερ ην πιχώριος τοις Κρησίν, την οξείαν και ελαφρν κίνησιν / προς το διακλίναι και φυλάξασθαι ρδίως το βέλος» (Δίωνος του Χρυσόστομου Λόγοι, «Περί βασιλείας», ΙΙ Β, 60-61, Dio Chrysostom, Orationes J. de Arnim, Ed.)

Ομοίως ο  Ολλανδός περιηγητής-κατάσκοπος Dapper Olfert (1636-1689) στο βιβλίο «Description exacte des isles de l'Archipel» 1688 (που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1705 από το Βερνάρδο Μανουήλ με τον τίτλο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» του Α.Ο. Δάπερ), σχετικά με το χορό και τους Κρήτες, αναφερει τα εξης:<< Όρχησις Πυρρίχη: Εγυμνάζοντο δε (οι Κρήτες) εκ νεαράς των ηλικίας ου μόνο την τοξευτικήν, αλλά και κάποιον χορόν, τον οποίον εχόρευον συγκρούοντες τα όπλα των προς αλλήλους, ως να ερρίθμιζον με τούτο τα βήματά των. Εκαλείτο δ’ ο χορός ούτος Πυρρίχη όρχησις, της οποίας νομίζουσι ότι ούτοι αυτοί  εστάθησαν οι εφευρεταί, καθώς αναφερουσιν ο Διόδωρος, Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς και ο Πλίνιος: «Ασκείν δε και τοξική και ενόπλω ορχήσαι, ην καταδίξαι Κουρήτα πρωτον, ύστερον δε συνταξαντα και την κληθήσαν υπ αυτού Πυρρίχην» (Στραβ.) …. Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι εδίδαξαν πρωτοι εις τους ανθρώπους την χρήση του πυρός, καθώς και την φύσιν του χαλκού και του σιδήρου, και τον τρόπο του να τα εργάζονται. Ούτω μαρτυρεί και ο Στράβων, ότι αυτοί πρώτοι εργάσθηκαν τον σίδηρον και εδίδαξαν το να εκτείνωσι με τα σφυρία. Ομοίως ο Πλίνιος και ο Πλίνιος διηγείται κατά τον Ησίοδον, ότι πρώτοι ούτοι εδίδαξεν εις τους ανθρώπους την γνώσιν του Σιδήρου και τον τρόπον να τον μεταχειρίζονται. …….. Μετά τούτο οι Κουρήτες, επινοήσαντες τον τρόπον του φυλλάτειν και τρέφει τα ποίμνια….. Εγυμνάζοντο πολύ εις την θηρευτικήν και εις την τοξευτικήν, των οποίων ήσαν οι εφευρέται., ομοίως και των βελών. Εισήγαγον εις τον κόσμον τας κοινάς  συνελεύσεις και τα συμπόσια, και εφεύρον τας σπάθας και τας μαχαίρας, τας περικεφαλαίας και τα περικαλύμματα της κεφαλής, και την Πυρρίχην όρχησιν, την οποία χορεύουσιν και την σήμερον με γυμνά σπαθια……. Τέλος ο Διόδωρος αναφέρει ότι οι Δάκτυλοι εφεύρον την Μουσικήν. Ούτοι ιδιοποιούνται ομοίως την εφεύρεσιν των χαρακτήρων και των γραμμάτων, τα οποία ωνόμασαν Φοινίκεια, επειδή το πάλαι τα έγραφον επάνω εις τα φύλλα της Φοινίκης.>> («Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μεταφρασθείσα από την Φλαμανδικήν εις την Γαλλικήν Διάλεκτον κατά το 1705 παρα του Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ. και μεταφρασθείσα στην Ελληνικήν παρά του Μ. Βεναρδου του Κρητός»)

Ομοίως ο γιατρός Ιωσήφ Χατζηδάκης, ο μετέπειτα πρώτος Έφορος Αρχαιοτήτων Κρητικής Πολιτείας (1698-1912), σχετικά με το χορό, αναφέρει: «Ο Βελών (Pierre Belon , γάλλος φυσιοδίφης, που επισκέφθηκε την Κρήτη το 1548), περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την Πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε Μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους.  Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης «Περιήγησις εις Κρήτη», Ερμούπολις 1881).

 

 

http://www.kritikamonopatia.gr/wp-content/uploads/2010/12/pilino_omioma1.jpgΠήλινο σύμπλεγμα του 1700-1580. π.Χ.  που αποδίδει κυκλικό  επιλήνιο (σε πατητήρι) χορό  τεσσάρων ανδρών, που κρατιούνται από τους ώμους, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα στους Κρητικούς χορούς Πεντοζάλη και Σιγανό. Βρέθηκε σε θολωτό τάφο στο Καμηλάρι Αγίας Τριάδας Κρήτης (Μουσείο Ηρακλείου).

Ο επηλήνιος χορός ήταν Διονυσιακός, του θεού Διόνυσου. Οι Διονυσιακοί χοροί ήταν έκφραση μιμιτική, όμως καλλιτεχνική   των κινήσεων που γίνονται κατά τον τρύγο, πάτημα σταφυλιών και κρασοποσία.

 

 

4. Η ΘΡΑΚΗ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ

 

O Στράβωνας αναφέρει ότι «Όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, το ρυθμό και τα όργανα», επειδή αφενός την περιοχή του Ολύμπου, την Πιερία κλπ, όπου λατρεύτηκαν οι Μούσες και ο Απόλλωνας, τις κατείχαν αρχικά οι Θράκες και  τώρα οι Μακεδόνες και αφετέρου οι Κουρήτες της Κρήτης και οι Κορύβαντες της Φρυγίας, αυτοί που πρώτοι ασχολήθηκαν με τη μουσική, το χορό και τις τελετές, κατάγονταν από τη Θράκη, πρβ:

 «Και η ευτυχία είναι η χαρά, η γιορτή, η φιλοσοφία, η ενασχόληση με τη μουσική…. Η μουσική είναι έργο θεών. Έτσι, οι Μούσες είναι θεές, ο Απόλλων είναι Μουσηγέτης  και το σύνολο της ποίησης ένας ύμνος στους θεούς. Επίσης αποδίδουν  στη μουσική τη διαμόρφωση των ηθών, αφού κάθε τι που καλυτερεύει το μυαλό  προέρχεται από τους θεούς. …. Οι Μούσες και ο Απόλλων πάλι, οι μεν είναι οι επικεφαλής στα χορικά, ενώ ο άλλος  και στα στα χορικά και στη μαντική. Διάκονοι των Μουσών  είναι όλοι μορφωμένοι, αλλά κυρίως οι μουσικοί. Του Απόλλωνα διάκονοι είναι και τούτοι, αλλά και αυτοί που ασχολούνται με τη μουσική. Στη Δήμητρα αφιερωμένοι είναι οι μύστες, αυτοί που κρατάνε τις δάδες και οι ιεροφάντες. Στο Διόνυσο οι Σειλινοί, οι Σάτυροι, οι Τίτυροι και οι Βάκχες, οι Λήνες, οι Θυίες, οι Μιμαλλόνες, οι Ναίδες και οι Νύμφες. Στην Κρήτη δεν υπήρχαν μόνον αυτά, αλλά και τελετουργίες για τον Δία  και με διακόνους ωσαν αυτούς που βρίσκονται στην υπηφρεσία του Διόνυσου, δηλαδή οι Σάτυροι. Τους έλεγαν Κουρήτες και ήσαν νέοι άνθρωποι που απέδιδαν ένοπλη κίνηση με χορευτικό βήμα, παρασταίνοντας  τον μύθο γέννησης του Δία ….. Κουρήτες, λοιπόν, ονομάστηκαν είτε επειδή ήταν νέοι , δηλαδή κούροι και πρόσφεραν αυτήν την υπηρεσία είτε επειδή φρόντισαν τη νιότη του Δία. Οι Βερέκυνθες πάλι, ένα γένος Φρυγών, και γενικά οι Φρύγες και από τους Τρώες οι κάτοικοι της Ίδης  τιμούν και γιορτάζουν τη Ρέα με οργιαστικές τελετές….. Οι Έλληνες αποκαλούν τους διακόνους της Κουρήτες, όχι από τον ίδιο μύθο με τον κρητικό, αλλά τους θεωρούν ιδιαίτερο είδος βοηθών αντίστοιχων με τους Σάτυρους. Τους ίδιους αποκαλούν Κορύβαντες….».( Στράβων I, 3, C 468 10 - 15)  

 «Αυτά μοιάζουν Φρυγικά. Δεν είναι απίθανο, αφού οι Φρύγες είναι άποικοι από τη Θράκη κι έτσι τα ιερά τους μεταφέρθηκαν από εκεί. Ταυτίζουν επίσης τον Διόνυσο με τον ηδωνό Λυκούργο. Στηρίζονται στην ομοιότητα των τελετών τους. Όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, το ρυθμό και τα όργανα. Φαίνεται κι από τους τόπους όπου λατρεύονται οι Μούσες. Πιερία, Όλυμπος, Πιμπλα και Λείβηθρο στα αρχαία χρόνια ήταν θρακικά μέρη και όρη, ενώ σήμερα τα κατοικούν Μακεδόνες. Τον Ελικώνα αφιέρωσαν στις Μούσες Θράκες κάτοικοι της Βοιωτίας, που έκαναν και τη σπηλιά ιερό των Λειβηθριάδων Νυμφών. Οι ιδρυτές της αρχαίας μουσικής αναφέρονται ως θράκες: Ορφέας, Μουσαίος και Θάμυρις. Ακόμη και ο Εύμολπος πήρε από εκεί το όνομά του. Κι όσοι αποδίδουν στο Διόνυσο όλη την Ασία έως την Ινδία, από εκεί παίρνουν την περισσότερη μουσική. Και ο ένας μιλά για παίξιμο Ασιατικής Κιθάρας, ενώ ο άλλος μιλά για φλογέρες Βερεκυντιες και Φρύγιες. Μερικά όργανα εξ άλλου έχουν βαρβαρικά ονόματα, καθώς νάβλες, σαμβύκη, βάρβιτος, μαγάδις και τέτοια πολλά………  Ο συγγραφέας της Φορωνίδας αναφέρει τους Κουρήτες ως αυλητές και Φρύγες…. Στα Κρητικά κείμενα  οι Κουρήτες λέγονται τροφοί του Δία και φύλακες. Η Ρέα τους έστειλε στην Κρήτη από τη Φρυγία. Άλλοι λένε ότι στη Ρόδο ήταν εννιά Τελχίνες. Ακολούθησαν τη Ρέα στην Κρήτη, ανέθρεψαν το Δία και μετονομάστηκαν Κουρήτες. Ο Κύρβα(ντα)ς, ένας σύντροφός τους που ίδρυσε την Ιεράπυπτνα, έδωσε αφορμή στους Πρασίους να λένε ανάμεσα στους Ρόδιους ότι οι Κορύβαντες ήταν δαίμονες, παιδιά του ¨Ήλιου και της Αθηνάς».… ( «και τον Δία κουροτροφύσαντας Κουρήτας ονομασθήναι’ Κυρβαντα δε τούτων εταίρον Ιεραπύτνης όντα κτίστην…»  ( Στράβων I, 3, C 471 16 -  C 472 19)  

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Το ότι ο Στράβωνας λέει ότι «Όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, το ρυθμό και τα όργανα» δε σημαίνει  και ότι η μουσική και τα μουσικά όργανα  επινοήθηκαν από μη Έλληνες ούτε και ότι όλα τα μουσικά όργανα και όλα τα είδη της μουσικής επινοήθηκαν από Θράκες , αφού αφενός η αρχαία Θράκη και πολλά μέρη της Ασίας: Ιωνία, Πόντος κλπ, ήταν μέρη Ελληνικά και αφετέρου ο ίδιος ο Στράβων λέει ότι βαρβαρικής (μη ελληνικής) επινόησης ήταν οι ναύλες, η μάγαδις, η βάρβιτος κ.α. Απλά ο Διόδωρος, όπως ειδαμε πιο πριν, θεωρεί αφετηρία της μουσικής την Κρήτη και ο Στραβων την Θράκη, επειδή θεωρεί και τους Κρήτες θρακικής καταγωγής. Για τον Στράβωνα (βλέπε βιβλίο 10), αλλά και το Διόδωρο κ.α.  οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες ήταν απόγονοι των Ιδαίων Δακτύλων, αυτών που πρώτοι ασχολήθηκαν, επαγγελματικά και πατροπαράδοτα, με τις τέχνες, αλλά και τα της μαντικής, εκκλησιαστικά, τελετουργίες (μουσική, χορό) κ.α. Αφετηρία των Ιδαίων Δακτύλων ήταν κατ’ άλλους  η Κρήτη και κατ’ άλλους η Φρυγία  και λόγω της ασχολίας τους είχαν μετοικήσει και σε πολλά άλλα μέρη. Οι Κορύβαντες απλώθηκαν στην ήπειρο Ασία και οι Κουρήτες στην ήπειρο Θράκη. Οι ήπειροι αρχικά στους αρχαίους  Έλληνες ήσαν τρεις: η Ασία, η Θρακη (κάποια μερη Ασίας και Ευρώπης) και η Λιβύη (Αφρική). Μετα προστεθηκε και η Ευρώπη (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο: Κρηταγενής Δίας και η θρησκεία των Ολύμπιων Θεών», Α. Γ. Κρασανάκη).

Β) Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ξεκάθαρα ότι ο Ορφέας,  Μουσαίος κ.α. ήταν περίφημοι Έλληνες μουσικοί. Για παράδειγμα ο Απολλώνιος Ρόδιος (Αργοναυτικά Α 24- 30 και Β 210 κ.α.) αναφέρει ότι ο Ορφέας ήταν μουσικός και ένας από τους «άριστους Πανέλληνες», που αποτελούσαν το πλήρωμα της Αργοναυτικής Εκστρατείας: «Κλύτε Πανελλήνων προφερέστατοι, ει ετεον…»). Ομοίως ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι ο Ορφέας και ο Μουσαίος ήταν Έλληνες: << Τώρα που διευκρινίσαμε τούτα τα θέματα, θα πρέπει ν' αναφέρουμε ποιοι από τους ονομαστούς για τη σύνεση και τη μόρφωση τους Έλληνες επισκέφτηκαν την Αίγυπτο την αρχαία εποχή για να γνωρίσουν τα έθιμα και τον πολιτισμό της. Οι ιερείς των Αιγυπτίων ιστορούν από τις καταγραφές στα ιερά τους βιβλία ότι τους επισκέφτηκαν τα παλαιά χρόνια ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Μελάμπους και ο Δαίδαλος, καθώς και ο ποιητής Όμηρος και ο Λυκούργος ο Σπαρτιάτης, ο Σόλων ο Αθηναίος και ο φιλόσοφος Πλάτων, ήλθε επίσης ο Πυθαγόρας ο Σάμιος και ο μαθηματικός Εύδοξος, καθώς επίσης ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης και ο Οινοπίδης ο Χίος >> (Διόδωρος Σικελιώτης, 1, 96). Απλά ο Διόδωρος λέει ότι ο Ορφέας ήταν γιος του κρητικού Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης και ο Απολλόδωρος στη Μυθολογική Βιβλιοθήκη  λέει ότι ο Ορφέας ήταν γιος της «Καλλιόπης και Οιάγρου (βασιλιά της Θράκης) … και Ορφεύς ο ασκήσας κιθαρωδίαν, ος άδων εκίνει λίθους τε και δένδρα», (δηλαδή γιος της μούσας Καλλιόπης και του Οιάγρου ήταν και ο Ορφέας, που έπαιζε κιθάρα κι όταν τραγουδούσε, κινούσε και τις πέτρες και τα δένδρα).

 

5. ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΙΘΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ

 

Οι Ορφικοί, σχετικά με την εφεύρεση και τη διάδοση της λύρας και της κιθάρα εντός και εκτός της Ελλάδος, σε Αίγυπτο, Φρυγία κλπ, αναφέρουν: <<Λέγεται ότι ο Απόλλων, αφού πήρε τη λύρα (από τον Ερμή), τη δίδαξε στον Ορφέα, κι αφού ο ίδιος (ο Απόλλωνας) επινόησε την κιθάρα, σε εκείνον παραχώρησε τη λύρα>> (Ορφικά Αποσπάσματα 57, HYGIN ASTRON, 2, 7).  "Την λύραν την εκ χελώνης φασί τον Ερμήν ευρηκέναι και κατασκευάσαντα επτάχορδον παραδεδωκέναι την μάθησιν τω Ορφεί. Ορφεύς δε εδίδαξε Θάμυριν και Λίνον. Λίνος δε Ηρακλέα, υφ' ου και ανηρέθη, εδίδαξε δε και Αμφίωνα τον Θηβαίον, ος επί των επτά χορδών επταπύλους τας Θήβας ωκοδόμησεν. Αναιρεθέντος δε του Ορφέως υπό των Θρακικών γυναικών την λύρα αυτού βοληθήναι εις την θάλασσαν, εκβληθήναι δε εις Άντισσαν πόλιν της Λέσβου. Ευρόντας δε αλιέας ενεγκείν την λύραν προς Τέρπανδρον, τον δε κομίσαι εις Αίγυπτον. (Ευρόντα δε αυτόν) εκπονήσαντα επιδείξαι τοις εν Αιγύπτω ιερεύσιν, ως αυτόν πρωθευρετήν γεγενημένον. Τέρπανδρος μεν ούτω λέγεται την λύραν ευρηκέναι, Αχαιούς δε υπό Κάδμου του Αγήνορος παραλαβείν τηνικαύτα φασίν". (Ορφικά αποσπάσματα 163, Νικόμαχος Ian Musici script Graece 266).

 

6. Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΘΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΥΔΗ

 

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ααφενός η αρχαία κιθάρα είναι διαφορετικό όργανο από τη σύγχρονη  και αφετέαρου ότι η σύγχρονη κιθάρα είναι επινόηση των Ισπανών και η αρχαία των Περσών, γιατί ο Ησύχιος αναφέρει πως η κιθάρα βρέθηκε στην Ασία και  η ονομασία guitar προέρχεται από την περσική λέξη setar που  σημαίνει  «τρίχορδο» κλπ. Ωστόσο όλα αυτά είναι εκτός πραγματικότητας, γιατί:

Α) Οι αρχαίοι συγγραφείς: Ησίοδος (Θεογονία), Διόδωρος Σικελιώτης (5, 74-77) κ.α.,  όπως είδαμε πιο πριν,  αναφέρουν ότι το τόξο και την κιθάρα με τη μουσική της βρήκε ο Απόλλωνας  στην Κρήτη  και γι αυτό αποκαλείται «πατέρας των  κιθαριστών της γης»,  «θεός της Μουσικής»,  «εκήβολος» κ.α.

Β) Είναι ψευδές ότι ο λεξικογράφος Ησύχιος (5ος μ.Χ. αι.)  αναφέρει πως η κιθάρα επινοήθηκε από μη Έλληνες στην Ασία, αλλά ότι με την ονομασία «ασιάς» λέγεται/λεγόταν ο τύπος κιθάρας που αναφέρει ο Αριστοφάνης στις Θεσμοφοριάζουσες και ο Ευριπίδης στο Ερεχθεύς. Συγκεκριμένα ο Αριστοφάνης αναφέρει: «Λατώ τε κρούσματα τ’ Ασιάδος ποδί παράρυθμ’ εύρυθμα Φρυγίων διανεύματα Χαρίτων» (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσες 120) και εξ αυτού μετά ο Ησύχιος λέει: «Ασιάς = (Αr. Thesm 120), η κιθάρα δια το εν Ασία ευρήσθαι (Eur. Fr 371) και  τα αρχαία λεξικά εξηγούν ότι «ασιάς» λέγεται η τριχορδη κιθάρα που βρέθηκε στην πόλη Λυδία της Ασίας,πρβ: «Ασιάτις, ασιάτιδος κρούσματος της Κιθάρας ούτως Αριστοφάνους είπε παρωδών το εξ Ερεχθέως Ευριπίδου, η τρίχορδος Κιθάρα ούτω καλείται. Είρηται δε ότι εν Ασία, τη πόλει Λυδίας κειμένης εν Τμώλω πρώτον ευρέθη» ( Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό», 1000 μ.Χ.). Πέραν αυτού ο Πλούταρχος (Περί μουσικής, 70 και 1133C, 6), ο οποίος είναι και κατά πολύ αρχαιότερος του Ησύχιου,  αναφέρει ότι ο τύπος κιθάρας με τρεις χορδές που καθορίστηκε από τον Κηπίωνα, μαθητή του Τέρπανδρου, ονομάστηκε «ασιάς», επειδή τον τύπο αυτό της κιθάρας χρησιμοποιούσαν οι Λέσβιοι κιθαρωδοί, επειδή κατοικούσαν προς την Ασία ( η Λέσβος, ως γνωστό, βρίσκεται προς την Ασία), πρβ: «εποιήθη δε και το σχήμα της Κιθάρας πρώτον κατά Κηπίωνα, τον Τερπανδρου μαθητήν’ εκλήθη δ' Ασιάς δια το κεχρήσθαι τους Λεσβίους αυτή κιθαρωδούς προς την Ασία κατοικούντας. Τελευταίον δε Περίκλειτόν φασι κιθαρδόν νικήσαι εν Λακεδαίμονι Κάρνεια, το γένος όντα Λέσβιον…..». (Πλούταρχος, Περί μουσικής,70 και 1133C, 6)

Γ)  Η λέξη κιθάρα αφενός είναι άσχετη με την περσική setar, αφού άλλο το «σε-ταρ» και άλλο το «κι-θάρα» και αφετέρου προέρχεται από την αρχαία ελληνική ονομασία «κίθαρις > κιθάρα» >  λατινικά kithara/cithara  >  guitarra (ισπανικά), guitar (αγγλικά) κ.α.,  λέξη  που υπάρχει στην ελληνική γλώσσα ήδη από τον Όμηρο, πρβ: "κήρυξ δ' εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω"( Οδύσσεια α 153-154). Η περσική λέξη setar, όπως και η περσική λέξη dutar , σύμφωνα με τα λεξικά,  είναι σύνθετες από τις απλές se (= τρία) / du (= δυο) και tar  ( = ασιατικό έγχορδο μουσικό όργανο). Η λέξη ταρ (σύντμηση της λέξης κιθάρα) και το όργανο ταρ προέρχονται από την τρίχορδη «ασιάτιδα» κιθάρα του Κηπίωνα, μαθητή του Τέρπανδρου που είδαμε πιο πριν. Πέραν αυτού αφενός η σύγχρονη κιθάρα δεν είναι setar, δηλαδή δεν έχει μόνο τρεις  χορδές, αλλά 6 ή 7, όπως και η αρχαία ελληνική κιθάρα (η  Ρώσικη ή gipsy  έχει 7 χορδές, η Ισπανική 6 χορδές κλπ) και αφετέρου η ελληνική λέξη κιθάρα , σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς , είναι σχετική είτε με το όρος Κιθαιρώνας  είτε  σύνθετη από τις λέξεις κίω > κινώ και θαρός ή θαιρός = η στρόφιξ,  ο άξων (θύρας, άρματος, έρωτα κλπ), πρβ: 

<<Κίθαρις, από το κεύθειν τον έρωτα , η κιθαρωδία. Κίθαρις, Κιθάρα, παρά το κινείσθαι ραδίως ή παρά το κινείν εις έρωτα τους ακούοντας ή παρά του κινείν τους θαιρούς. Κίθαρος, καθ’ ομοιότητα των οστών προς τας χορδάς, ο δε δούρις, από του Κιθαιρώνος φησίν, ότι Αμφίων εκείσε εμουσικευετο, ότι οξύνεται, τοπικήν έχον έννοιαν>>. « Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό ήγουν η Ελληνική Γραμματική», 10ος αι. μ.Χ.)

«Κιθάρα παρά το κινείσθαι ραδίως, ή παρά το κινείν εις έρωτα τους ακούοντας ή παρά το κινείσθαι ραδίως. Η παρά το κινείν τους θαρούς».  (Γεώργιος Χοιροβοσκός, 600 μ.Χ. Υπόμνημα στους Ψαλμούς και Dictata in Theodosii canones, necnon epimerismi in psalmos, Τόμος 3).

Δ) Η αρχαία και η σύγχρονη κιθάρα είναι το αυτό μουσικό όργανο και απλώς η σύγχρονη  αφαίρεσε τον ένα από  τους δυο βραχίονες που είχε η αρχαία προκειμένου να τεντώνει  τις χορδές, κάτι που δίνει την εντύπωση ότι η σύγχρονη είναι διαφορετικό όργανο, ενώ δεν είναι έτσι. Συγκρίνοντας την αρχαία με τη σύγχρονη κιθάρα βλέπουμε ότι αφενός και οι δυο έχουν το αυτό αντηχείο και τις αυτές χορδές σε ποιότητα, μήκος και ποσότητα και αφετερου παίζονται με τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή  έχουν 6 – 7 χορδές,  όμως μπορεί να είναι και περισσότερες ή λιγότερες, οι οποίες είναι πάντα μονές και συνάμα σχεδόν διπλάσιες στο μήκος απ΄ό,τι  αυτές της αρχαίας λύρας, που  τεντώνονται πάνω από ένα αντηχείο που αυτό είναι με επίπεδο πυθμένα και όχι με κυρτό, όπως συμβαίνει στη λύρα,  καθώς και σε όλα τα άλλα έγχορδα: λαούτο, μαντολίνο μπουζούκι κλπ και αφετέρου και οι δυο παίζονται παίζονται  με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή οι χορδές τους έρχονται σε ταλάντωση με νύξη που προκαλείται βασικά με τα δάκτυλα-νύχια και δευτερευόντως με το πλήκτρο (πένα), άρα αρχαία και σύγχρονη κιθάρα είναι το αυτό μουσικό όργανο.

Η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ σύγχρονης και αρχαίας κιθάρας είναι το ότι η σύγχρονη έχει επιπλέον την καλούμενη ταστιέρα και εκεί γίνεται τώρα το πάτημα των χορδών με τα δάκτυλα και όχι πάνω στον αντηχείο, όπως συνέβαινε στην αρχαία. Και επειδή οι χορδές της κιθάρας, αρχαίας και νέας, είναι  μονές και μακρές, είναι μαλακές και ως εκ τούτου παίζονται βασικά με τα δάκτυλα-νύχια, ενώ στα υπόλοιπα έγχορδα: λαούτο, ούτι, μαντολίνο, μπουζούκι κλπ, παίζονται πάντα με πλήκτρο (πένα), γιατί είναι είτε διπλές (ζευγαρωτές, 4 – 7 = 8-14): λαούτο, ούτι, μαντολίνο κλπ είτε  κοντές και ως εκ τούτου σκληρές: αρχαία λύρα, ελληνικός μπαγλαμάς κ.α.

Ε) Οι ίδιοι οι αρχαίοι ισπανοί μουσικοί έχουν πει ότι η ισπανική κιθάρα προέρχεται από την αρχαία ελληνική. Ανατρέχοντας στα αρχαία ισπανικά χειρόγραφα Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., καθώς και στα αρχαία Ισπανικά μουσικά συγγράμματα:  El Maestro by Luis Milán (1536),  Los seys libros del Delphin by Luis de Narváez (1538),  Tres Libros de Música by Alonso Mudarra (1546),  Silva de sirenas by Enríquez de Valderrábano (1547),  Libro de música de Vihuela by Diego Pisador (1552) Orphénica Lyra by Miguel de Fuenllana (1554), El Pamasso by Estevan Daça (1576) (βλέπε και Encyclopaedia Britannica, λέξη Guitarra) βλέπουμε να αναφέρουν ότι με την ονομασία  κιθάρα (= λατινικά cithara) ή ισπανικά guitarra ή orphenica lyra ονομάζονται τα έγχορδα  μουσικά όργανα που λέγονται και vihuella/lyre de mano (= Ιταλικά  viola/lire da mano =  το έγχορδο που παίζεται με τη χέρα-δάκτυλα) και vihuela/lyre de penola (= Ιταλικά viola/lire da penola = το έγχορδο που παίζεται με πένα ή άλλως πλήκτρο), επειδή θεωρούν ότι κατάγονται από την  αρχαία λύρα του Ορφέα , του γιου της μούσας Καλλιόπης και του Κρητικού  Απόλλωνα (ή κατ’ άλλους του Θρακιώτη Οίαγρου), τα οποία έφεραν στην Ισπανία οι Ρωμαίοι. Ομοίως ο Φλαμανδός συνθέτης και θεωρητικός της αναγεννησιακής μουσικής  Johannes Tinctoris (1435 – 1511) στα συγγράμματα του αναφέρει ότι: «Η κιθάρα και η βιόλα, όπως λένε, ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες».

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Η κιθάρα στη σημερινή κλασσική της μορφή  εμφανίστηκε στην Ισπανία κάπου το 1800-1900. Πιο πριν στις λατινογενείς χώρες (Ισπανία, Ιταλία κλπ)  παρουσιαζόταν  από λίγο έως πολύ διαφορετική στο σχήμα και άλλοι  και την οποία άλλοι έλεγαν kithara/ cithara ή guitarra και άλλοι Orphenica lyra (λύρα του Ορφέα) ή vihuela/viola da mano (βιολί χειρός) ή και Latina Cithara (σε σχέση προς την αρχαία ελληνική).

2) Τα μουσικά όργανα με ένα μόνο πήχη δεν εμφανίστηκαν τελευταία στην Ισπανία, αλλά ήδη από πολύ παλιά. Το πιο γνωστό αρχαίο μουσικό έγχορδο που κατασκευάστηκε σε ευρωπαϊκό χώρο με ένα ένα μόνο πήχη ήταν η καλούμενη πανδούρα ( βλέπε π..χ. τη μούσα που παίζει πανδούρα στο  ανάγλυφο, 330 – 320  π.Χ.,  από τη Μαντινεία, ΕΑΜ Αθηνών) απ΄όπου προέρχεται όχι μόνο η σύγχρονη κιθάρα, αλλά και τα διπλόχορδα:  ταμπουράς, μπουζούκι κ.α.

3) Η σύγχρονη κιθάρα δεν ανήκει στην οικογένεια του λαούτο, όπως λένε μερικοί, αλλά στην οικογένεια της άρπας και  της αρχαίας κιθάρας, αφού η σύγχρονη κιθάρα έχει αντηχείο όπως αυτό της αρχαίας, δηλαδή με πλακωτό πυθμένα και μονές χορδές που παίζονται βασικά με τα δάκτυλα, ενώ το λαούτο έχει αντηχείο με κυρτό πυθμένα και διπλές (ζευγαρωτές) χορδές που παίζονται με πένα. Απλά η κιθάρα και το λαούτο έχουν μακρούς πήχεις-χορδές

 

1-63fe211014

Προμετωπίδα του βιβλίου του Ισπανού συνθέτη Miguel de Fuenllana με παρτιτούρες για Vihuela  ή άλλως Orphenica Lyra,  που δημοσιεύθηκε το 1554 στη Σεβίλλη.

 

Προμετωπίδα του βιβλίου του Ισπανού μαέστρου Luis de Milán με τίτλο Libro de Música de mano de vihuela intitulado El maestro, 1536 μ.Χ. Το κείμενο που περιβάλλει την εικόνα επαινεί τον Ορφέα ως εφευρέτη της κιθάρας άλλως vihuela/viola  da mano

Συνδυασμός αρχαίας και σύγχρονης κιθάρας (Metropolitan Museum of art, Gennaro Fabricatore  Italian, Naples ca. 1750–1832 Naples)

Ελληνίδα μούσα που παίζει πανδούρα.  Ανάγλυφο, 330 – 320  π.Χ.,  από τη Μαντινεία (ΕΑΜ Αθηνών)

 

7. Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΑΡΠΑ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

Στη Γένεση (4,21) του Μωυσή αναφέρεται , σύμφωνα με τη μετάφραση των Ο’, ότι ο Ιουβάλ είναι εκείνος που κατέδειξε την κιθάρα: «και όνομα τω αδελφώ αυτού Ιουβάλ· ούτος ην ο καταδείξας ψαλτήριον και κιθάραν (Γένεσις 4,21),  που όμως στο εβραϊκό κείμενο της Γένεσης αναγράφεται ότι ο Ιουβάλ κατέδειξε όχι την κιθάρα, αλλά την «κνρ» (οι Εβραίοι δεν έγραφαν τα φωνήεντα και γι αυτό σήμερα υπολογίζεται ότι η λέξη αυτή είχε προφορά «κινάρα/ kinnοr»), ένα έγχορδο μουσικό όργανο που  ήταν  παρόμοιο, όμως όχι ίδιο με την κιθάρα και που απλώς μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους Ο’ με τη λέξη κιθάρα, επειδή οι Έλληνες δε είχαν και δε γνώριζαν το εν λόγω εβραϊκό όργανο. Και το ότι η κιθάρα είναι άλλο όργανο από την  κινάρα προκύπτει από το ότι στα αγγλικά το ως άνω εδάφιο της Γένεσις μεταφράστηκε από τον King James με τη λέξη άρπα, επειδή οι Άγγλοι  είχαν την άρπα και όχι την κινάρα: «And his brother's name was Jubal: he was the father of all such as handle the harp and organ/pipes”. Ομοίως στους Ψαλμούς του Δαβίδ αναφέρεται η κιθάρα, που όμως   και εδώ στο εβραϊκό κείμενο  αναγράφεται η λέξη κινάρα («kinnοr»), η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους Ο’ με τη λέξη κιθάρα και αυτό για το λόγο που είδαμε πιο πριν: «Αινείτε αυτόν εν ήχω σάλπιγγος· αινείτε αυτόν εν ψαλτηρίω και κιθάρα…..·( Ψαλμός ΡΝ΄. 150)   και στα αγγλικά  από τον King James με τη λέξη  άρπα: «Praise him with the sound of the trumpet: praise him with the psaltery and harp». (King James Bible,  psalm ΡΝ΄. 150)

Ανατρέχοντας επίσης στα αρχαία χειρόγραφα ψαλτήρια βλέπουμε οι μουσικοί να παίζουν διάφορα έγχορδα όργανα που σήμερα αυτά ονομάζονται: άρπα, κιθάρα, λύρα, ψαλτήρι ή τρίγωνο κ.α. Τα όργανα αυτά, όπως είναι εμφανές και από την εικόνα τους,  είναι της αυτής οικογένειας, όμως διαφορετικά μεταξύ τους. Από αυτά η κιθάρα και η λύρα είναι επινόηση ελληνική.

 

8. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΙΘΑΡΑΣ

 

Μερικοί ισχυρίζονται ότι η αρχαία λύρα και η αρχαία κιθάρα ήταν το αυτό μουσικό όργανο, επειδή ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι  οι κάτοικοι της Νύσσας της Αιγύπτου ισχυρίζονται πως ο Ερμής εφεύρε την κιθάρα στον τόπο τους και  ο Απόλλωνας ήταν ο πρώτος που έπαιξε με αυτή σωστά:  «Φτάνοντας οι δυο τους (η Κυβέλη και ο καλός της φίλος Μαρσύας, που ήταν και περίφημος αυλητής) στο Διόνυσο στη Νύσα, βρήκαν τον Απόλλωνα να τυγχάνει μεγάλης αποδοχής για την Κιθάρα του, την οποία , λένε, εφεύρε ο Ερμής, αλλά ο Απόλλωνας ήταν ο πρώτος που έπαιξε με αυτήν σωστά («δια την Κιθάραν, ην Ερμής ευρείν φασιν, Απόλλωνα δε πρώτον αυτή κατά τρόπον χρήσθαι….» Διόδωρος Σικελιώτης  3, 59). Επίσης ο Αριστόξενος στο «Περί οργάνων» ( FHG ΙΙ, 286, απόσπ. 63) αναφέρει: "κίθαρις γαρ εστιν η λύρα" = η κίθαρις είναι η λύρα.  Ωστόσο η αρχαία κιθάρα ήταν διαφορετικό όργανο από την αρχαία λύρα, γιατί:

1) Ο ίδιος ο Διόδωρος Σικελιώτης (3, 59) καταγράφοντας το τι λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων και βλέποντας ότι πολλά από αυτά που λένε οι μύθοι αυτοί δεν είναι πραγματικότητα, όπως π.χ. ότι «ο Ερμής βρήκε την κιθάρα, όμως ο Απόλλωνας ήταν αυτός που έπαιξε σωστά» κ.α., συμπληρώνει-διευκρινίζει ότι οι Κρήτες δε συμφωνούν με όσα λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων (βλέπε Διόδωρος 3.61,3)  και η αλήθεια γι αυτούς είναι αυτή που θα  αναφέρει εκεί που θα γράψει σχετικά με αυτούς. Και αυτό το κάνει στο πέμπτο του βιβλίο και εκεί (βλέπε Διόδωρος Σικελιώτης 5, 64- 77) αναφέρει ότι οι Κρήτες λένε και φέρνοντας γι αυτό επιχειρήματα πως άλλο όργανο είναι η κιθάρα και άλλο η λύρα και από αυτά ο Απόλλωνας βρήκε την Κιθάρα και μετά, μετά από το μουσικό διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα, ο Ερμής βρήκε τη Λύρα: «Λένε πως (ο Ερμής) ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την παλαίστρα και επινόησε τη Λύρα (Λύραν επινοήσαι») από καύκαλο χελώνας μετά το διαγωνισμό του Απόλλωνα με τον Μαρσύα, κατά τον οποίο λέγεται πως αφού νίκησε ο Απόλλωνας και τιμώρησε τον ηττημένο με τιμωρία πολύ μεγαλύτερη απ΄ ότι του άξιζε, μεταμελήθηκε και σπάζοντας τις χορδές της Κιθάρας (τα εκ της Κιθάρας χορδάς εκρήξαντο») για κάμποσο καιρό δεν ήθελε να ασχοληθεί με τη μουσική». ( Διόδωρος Σικελιώτης  5, 75)

2)  Από τις αρχαίες απεικονίσεις και περιγραφές προκύπτει ότι  η λύρα ή άλλως Χέλυς είχε αφενός κοντύτερους πήχεις – χορδές απ΄ ό,τι  έχει η  κιθάρα, περίπου στο μισό,  και αφετέρου αντηχείο με κυρτό πυθμένα (όπως το καύκαλο της χελώνας,   απ΄ όπου και η ονομασία «χέλυς»), ενώ η κιθάρα έχει αντηχείο με επίπεδο πυθμένα , δηλαδή όπως το κιβώτιο. Ο λόγος και για τον οποίο οι χορδές της κιθάρας, δονούνται εύκολα, ακόμη και με τα νύχια-δάκτυλα,  γιατί είναι μακρές, άρα και μαλακές, ενώ της λύρας μόνο με πλήκτρο, γιατί είναι   κοντές και ως εκ τούτου σκληρές. 

3) Η φόρμιγγα και η βάρβιτος ήταν παραλλαγές της λύρας  και η Ασιάς παραλλαγή της κιθάρας, όπως είδαμε πιο πριν.

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Το ότι η κιθάρα ήταν διαφορετικό έγχορδο από τη χέλυδα ή άλλως λύρα πιστοποιείται και από το ότι:

α) ‘Άλλος φερεται ότι εφεύρε τη λύρα ή άλλως χέλυδα μαζί με το πλήκτρο και άλλος την κιθάρα και  τη μουσική της. Ο Απόλλωνας βρήκε την κιθάρα και τη μουσική της και ο Ερμής τη λύρα, σύμφωνα με τους Διόδωρο (5.74-77), Απολλόδωρος (Γ, 10), Παυσανία (Ηλιακά 5.14,8) κ.α.: «διότι Ερμήν λύρας, Απόλλωνα δε ευρέτην είναι κιθάρας Ελλήνων εστν ες αυτος λόγος» (Παυσανίας, 5.14,8)  <<Λέγεται ότι ο Απόλλων, αφού πήρε τη λύρα (από τον Ερμή), τη δίδαξε στον Ορφέα, κι αφού ο ίδιος (ο Απόλλωνας) επινόησε την κιθάρα, σε εκείνον παραχώρησε τη λύρα>> (Ορφικά Αποσπάσματα 57, HYGIN ASTRON, 2, 7).

β) Κατά τον Αριστοτέλη (Πολιτικά), η κιθάρα δεν ήταν κατάλληλη για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αλλά μονάχα για την τέρψη.

Β) Αρχικά, επειδή δεν είχαμε αναπτυγμένη μουσικολογία, οι ονομασίες Κιθάρα. Φόρμιγγα και  Λύρα χρησιμοποιούνται εναλλάξ ισότιμα, κάτι όπως σήμερα τα: ούτι, λαούτο, μαντολίνο κ.α. (λαουτιέρης λέγεται και αυτός που παίζει μαντολίνο ή ούτι) κ.α., ενώ είναι διαφορετικά όργανα. Ειδικότερα τα ρήματα «φορμίζω» και «κιθαρίζω» χρησιμοποιούνταν ισότιμα  για το παίξιμο της φόρμιγγας ή της κίθαρης: φόρμιγγι κιθαρίζει (πρβ. Ομ. Ιλ. Σ 569-570)· επίσης, κίθαριν... φορμίζων (Ομ. Οδ. α 153-155). Επίσης το αρχαίο ρήμα «κιθαρίζω» (παίζω την Κιθάρα ή την κίθαρη) χρησιμοποιούνταν και για το παίξιμο της Λύρας και οποιουδήποτε άλλου εγχόρδου. Ξενοφ. Οικονομικός (II, 13): "οι δε δήπου το πρώτον μανθάνοντες κιθαρίζειν και τας Λύρας λυμαίνονται" (οι αρχάριοι ρημάζουν τις λύρες που πάνω τους μαθαίνουν).

Β) Ο Αριστόξενος με τη φράση  "κίθαρις γαρ εστιν η λύρα"  δεν εννοεί ότι η κιθάρα είναι το αυτό μουσικό όργανο με τη λύρα, αλλά ότι η κιθάρα ονομάζεται και λύρα, κάτι που και αυτό είναι λάθος, γιατί λύρα ονομάζεται η χέλυς και όχι η κιθάρα, σύμφωνα με τους Ομηρικό Ύμνο «Εις Ερμή».

 Στον ομηρικό ύμνο  « Εις Ερμήν» ( 25-30 και 413 – 425) με την ονομασία «λύρα ή χέλυς» ονομάζεται όχι η Κιθάρα,  αλλά το έγχορδο μουσικό όργανο που βρήκε ο Ερμής χρησιμοποιώντας ως πήχεις  δυο κέρατα βοδιού, για να εκτείνει χορδές από έντερα βοδιού πάνω από ένα καύκαλο χελώνας (= αρχαία ελληνικά «χέλυς»), πρβ:  (Ερμής) εκτήσατο μυρίον όλβον:/ Ερμής τοι πρώτιστα χέλυν τεκτήνατ' οιδόν ………… λαβών δ' επ' αριστερά χειρς/ πλήκτρ πειρήτιζε κατ μέρος: ή δ' π χειρς/ σμερδαλέον κονάβησε: γέλασσε δ Φοίβος Απόλλων / γηθήσας, ερατή δε δια φρένας ήλυθ' ω/ θεσπεσίης ενοπής και μιν γλυκύς / μέρος ήρει/ θυμ κουάζοντα: λύρ δ' ρατν κιθαρίζων…:». (Ομηρικός Ύμνος «Εις Ερμην» στίχοι 24 – 30 και 418 - 425)

«και ταχέως εις Κυλλήνην ώχετο. και ευρίσκει προ του άντρου νεμομνην χελνην.τατην εκκαθρας, εις το κύτος χορδάς εντείνας εξ ων έθυσε βοών και εργασμενος λύραν εύρε και πλήκτρον. Απόλλων δε τας βόας ζητών εις Πύλον αφικνείται…..( Απολλόδωρος Γ’ 10-2)

«Βρήκε (ο Ερμής)  κάπου μια νεκρή χελώνα και κατασκεύασε μ’ αυτή μουσικό όργανο. Προσάρμοσε δηλαδή, πήχεις (χερούλια), ζυγό, έπειτα έμπηξε κλειδιά (κολλάβους) και γέφυρες (γαδαδων), τέντωσε επτά χορδές και παίζει μουσική τόσο όμορφα και αρμονικά, Ήφαιστε, που τον ζηλεύω ακόμη κι εγώ (ο Απόλλωνας), παρά τα τόσα χρόνια πείρας στο παίξιμο της κιθάρας (φθονείν παλαι κιθαρίζειν ασκούντα  (Λουκιανός, Διάλογος Απόλλωνα – Ηφαίστου)

 

9. ΤΑ ΚΙΘΑΡΟΕΙΔΗ: Η ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗ, Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΚΛΠ ΚΙΘΑΡΑ

 

Carvalho Guitarra 305 Solid spruce top, solid sapellie body, wenge fingerboard, fan machine headsΗ  Πορτογαλική κιθάρα, που επί της ουσίας είναι κράμα κιθάρας και μάντολας .

Μερικά έγχορδα μουσικά όργανα ονομάζονται κιθάρα, που όμως δεν είναι κιθάρες, αλλά κιθαροειδή, δηλαδή φέρουν και κάποια στοιχεία της κιθάρας. Για παράδειγμα η καλούμενη Μαυριτανική κιθάρα (αγγλικά Guitarra Morisca) κανονικά δεν είναι  κιθάρα, αλλά τύπος λαούτου ή μαντολίνου, αφού η μαυριτανική κιθάρα έχει  4 διπλές χορδές και 1 μονή,  σύνολο 9 , και αντηχείο με κυρτό πυθμένα, ενώ η κιθάρα, αρχαία και σύγχρονη, έχει 6 ή 7 μόνες χορδές  και αντηχείο με . επίπεδο πυθμένα. Η κανονική κιθάρα, αρχαία και νέα, παίζεται βασικά  με τα δάκτυλα-νύχια, επειδή έχει μονές και μακρές χορδές, ενώ η μαυριτανική  έχει ζευγαρωτές χορδές οπότε δεν παίζεται εύκολα με τα δάκτυλα .

Ομοίως η καλούμενη Αγγλική κιθάρα (English guitar) δεν είναι κανονικά κιθάρα, αλλά κιθαροειδές, κράμα κιθάρας και λαούτου ή μαντολίνου, αφού έχει 10 χορδές, από τις οποίες οι 2 είναι μονές και οι άλλες σε 4 ζεύγη, οι οποίες είναι συντονισμένες ως εξής: Do Sol Mi Sol Sol-Sol-mi-mi (ΕΚ GG GG ee cc). Το αντηχείο της είναι μεν με επίπεδο πυθμένα, όπως της κιθάρας, όμως σε σχήμα αχλαδιού ή της αρχαίας φόρμιγγας και κοντύτερο βραχίονα απ’ ότι έχει η Ισπανική κιθάρα.  Ήταν δημοφιλής σε πολλά μέρη στην Ευρώπη (Αγγλία, Νορβηγία κ.α.) γύρω από το 1750-1850.

Ομοίως η καλούμενη Πορτογαλική κιθάρα (Portuguese guitar) δεν είναι κανονικά κιθάρα, αλλά κράμα κιθάρας και λαούτου ή μαντολίνου. Είναι σχεδόν όμοια με την αγγλική κιθάρα, μόνο που η πορτογαλική έχει 12 χορδές, από τις οποίες οι 2 είναι μονές και οι άλλες σε 5 ζεύγη.. Οι 12 χορδές της είναι συντονισμένες: ΛΑ SI ΛΑ SI (B) (A) MI (E) (B) (A) ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ (D). Η Πορτογαλική Κιθάρα έχει αντηχείο ως αυτό της  αρχαίας Ελληνικής κιθάρας /βάρβιτου, βραχίονα ως αυτό της μάντολας και δυο χορδές ως αυτές της κιθάρας, δηλαδή μονές, και 5 ζεύγη ως αυτά  της μάντολας, δηλαδή σε ζεύγη

Κλασσική ή ισπανική κιθάρα λέγεται αυτή που έχει αντηχείο με επίπεδο πυθμένα και μονές χορδές, οι οποίες έρχονται σε παλμική κίνηση χρησιμοποιώντας βασικά τα δάκτυλα-νύχια  και όχι την πένα. Η κιθάρα αυτή είναι όπως η αρχαιοελληνική. Απλά η η αρχαιοελληνική είχε δυο πήχεις, για να εκτείνονται οι χορδές, ενώ η σύγχρονη ένα

Ακουστική κιθάρα λέγεται αυτή που οι χορδές της έρχονται σε παλμική κίνηση χρησιμοποιώντας το πλήκτρο και δευτερευόντως τα δάκτυλα-νύχια. Οι χορδές της κιθάρας αυτής ενίοτε είναι πιο σκληρές από αυτές της κλασικής.

Ηλεκτρική κιθάρα λέγεται η ακουστική που χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνήτες για τη συλλογή και μετατροπή των παλμών σε ηλεκτρικό ηχητικό σήμα. Οι χορδές της κιθάρας αυτής είναι  ειδικές, μεταλλικές και πιο σκληρές από αυτές της κλασικής

Η ρωσική ή άλλως gipsy guitar   είναι ακριβώς ίδια με την Ισπανική, μόνο που η Ρώσικη έχει 7 μονές χορδές, δηλ. όπως και η αρχαία Ελληνική, ενώ η Ισπανική 6. Παλιότερα και η Ισπανική είχε 7 χορδές.  Η κιθάρα λέγεται ότι έφτασε στη Ρωσία προς το τέλος του 18ου αι. και τις αρχές του 19ου αι. από τσιγγάνους μουσικούς και γι αυτό και ονομάζεται γύφτικη.. Παραδοσιακά, η Ρωσική και η Ισπανική κιθάρα συντονίζονται με διαφορετικό τρόπο. Οι επτά χορδές της  Ρωσικής κιθάρας είναι συντονισμένες σε 'G' major (σολ ματζόρε) με μια επιπλέον Ρε. (D', G', B, D, g, b, d'). Η Ρώσικη, όπως και η Ισπανική και η αρχαία Ελληνική κιθάρα παίζεται κυρίως με τα νύχια/ δάκτυλα και δευτερευόντως με την πένα.

 

Acoustic guitar-el.svg

Συγχρονη κιθάρα

Guitarra latina y guitarra morisca o mandoraΙσπανοί μουσικοί που o πρώτος παίζει vihuella de mano  ή άλλως  guitarra ή orphenica lyra και  o άλλος vihouela de penola ή άλλως ούτι/λαούτο. (Ύμνοι της Παναγίας = Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., Ισπανία

12221607635_7919581f9b_k

Ίρις και Απόλλωνας με την κιθάρα του (Attic red-figured pelike Attributed to “The Providence Painter”, 475 – 425 BC. Paris, Department of Coins, Medals and Antiquities)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ

ΛΟΙΠΑ ΤΟΞΩΤΑ: ΡΕΜΠΑΜΠ, ΚΕΜΕΝΤΕΣ ΚΛΠ

 

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΤΟΞΩΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

Τοξωτά ονομάζονται τα έγχορδα μουσικά όργανα που ο ήχος  τους παράγεται με τριβή των χορδών τους, χρησιμοποιώντας γι αυτό το καλούμενο δοξάρι. Λόγω του συνεχούς και έντονου ακουστικά χαρακτήρα τους αποτελούν το κύριο όργανο (solo) με συνηθισμένη τη συνοδεία άλλων οργάνων, όπως το λαούτο, το μαντολίνο κ.α.

Παρατηρώντας τα διάφορα  τοξωτά μουσικά όργανα που υπάρχουν επί γης σήμερα βλέπουμε ότι διακρίνονται σε τρεις οικογένειες, αυτή της λύρας, αυτής του Βιολιού και αυτής του τοξωτού που καλείται στα αραβικά Ρεμπαμπμ και στα Περσικά Κεμεντζές. 

Οι λύρες αποτελούνται -κατασκευάζονται από ένα μονοκόμματο ξύλο,  σφεντάμι ή μουριά κ.α., μήκους περίπου μισό μέτρο, 45 – 60 εκατοστά, και του οποίου η μια άκρη πελεκείται και γίνεται κοντός πήχης (ή άλλως λαβή ή λαιμός) κάπου 20  πόντους  και η άλλη άκρη σκάφτεται και γίνεται αντηχείο σε σχήμα όπως το καύκαλο της χελώνας, της λύρας του Ερμή,  είτε επακριβώς όμοιο είτε παρεμφερές (φιαλόσχημο ή αχλαδόσχημο κλπ). ο πήχης  βοηθά αφενός στο να κρατείται από εκεί το όργανο  και αφετέρου στο τέντωμα, αλλά και πάτημα εκεί των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο. Τέτοιες λύρες είναι  η κρητική, η Ποντιακή, η Καλαβρίας,  η Πολίτικη κ.α. Τέτοια λύρα είναι και το καλούμενο Rebec των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, η gadulka Βουλγαρίας, η  lijerica Δαλματίας κ.α.

Τα τοξωτά που καλούνται  στα αραβικά Ρεμπάμπ (rebab) και στα περσικά Κεμεντζές (chemenche) δε δημιουργούνται-αποτελούνται  από μονοκάμτο ξύλο κλπ, αλλά από ένα πολύ μακρύ ξύλο ή μια μακρά μεταλλική ράβδο, κάπου ένα μέτρο, που βοηθά στο τέντωμα, αλλά και στο πάτημα των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο,  και αφετέρου από ένα αντηχείο ημισφαιρικό, όπως το ημισφαίριο της καρύδας ή και άλλου σχήματος, που προσαρτάται προς το τέλος του μακρύ ξύλου ή της μεταλλικής ράβδου. Συνεπώς τα Ρεμπαμπ ή Κεμεντζέδες είναι διαφορετικής κουλτούρας, από τις λύρες. Απλά και τα με και τα δε παίζονται με δοξάρι.  Όμοια τοξωτά με το αραβικό rebab είναι  το morin khur (Μογγολίας}, το Ravanahatha (Ινδίας), το Erhu (Κίνας), το Byzaanz (Ρωσίας)  κ.α. Τα όργανα αυτά, αν και έχουν διαφορετικό όνομα, διαφέρουν μόνο στο υλικό κατασκευής και στις μικρολεπτομέρειες εμφάνισης. Σημειωτέιον ότι η ποντιακή λύρα λέγεται και Κεμεντζές, όμως δεν είναι κεμεντζές, αλλά λύρα, που πολλοί την ονομάζουν και με περισκή ονομασία.  Το αυτό συμβαίνει και με το Rebec, το οποίο δεν είναι Rebab, αλλά λύρα και απλώς του έχει δοθεί αραβικό όνομα.

H οικογένεια των βιολιών αποτελείται από το Bιολί, τη Bιόλα, το Bιολοντζέλο και το Kοντραμπάσο, που είναι το αυτό όργανο σε διάφορα μεγέθη και τα οποία κατασκευάζονται με πολύ εξειδικευμένη συναρμολόγηση.  Το βιολί είναι επι της ουσίας λύρα (και εδώ έχουμε κοντό λαιμό, κοντές χορδές, κλπ), όμως πιο εξειδικευμένη. Άλλωστε υπάρχουν και οι βιολόλυρες.  Η βασική διαφορά μεταξύ λύρας και βιολιού είναι στο αντηχείο, η λύρα έχει αντηχείο με κυρτό πυθμένα, ενώ το βιολί επίπεδο, κάτι που δεν είναι εύκολο να γίνει με μονοκόμματο ξύλο και γι αυτό το βιολί γίνεται με συναρμολόγηση

 

2.  Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ

 

Α. Η ΛΥΡΑ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΕΣ, ΤΟΝ ΚΡΗΤΙΚΟ ΕΡΜΗ

 

Η λύρα, που αρχικά ήταν νυχτό μουσικό όργανο και μετά εξελίχτηκε σε τοξωτό, μαζί με την κιθάρα και τη μουσική επινοήθηκαν στην Κρήτη, καθώς λένε οι αρχαίοι συγγραφείς. Συγκεκριμένα ο ομηρικός ύμνος  « Εις Ερμήν» » (στίχοι 24 – 30 και 418 - 425) αναφέρει ότι με την ονομασία «λύρα ή χέλυς» ονομάζεται το έγχορδο μουσικό όργανο που βρήκε ο Ερμής χρησιμοποιώντας ως πήχεις  δυο κέρατα βοδιού, για να εκτείνει χορδές από έντερα βοδιού πάνω από ένα καύκαλο χελώνας, απ΄όπου η λύρα καλείται και «λύρα ή χέλυς», πρβ:  (Ερμής) εκτήσατο μυρίον όλβον:/ Ερμής τοι πρώτιστα χέλυν τεκτήνατ' οιδόν ………… λαβών δ' επ' αριστερά χειρς/ πλήκτρ πειρήτιζε κατ μέρος: ή δ' π χειρς/ σμερδαλέον κονάβησε: γέλασσε δ Φοίβος Απόλλων / γηθήσας, ερατή δε δια φρένας ήλυθ' ω/ θεσπεσίης ενοπής και μιν γλυκύς / μέρος ήρει/ θυμ κουάζοντα: λύρ δ' ρατν κιθαρίζων…». Ο Διόδωρος Σικελιώτης (5.74-77) αναφέρει επιπλέον ότι  παιδιά του Κρητικού Δία από τις διάφορες θεές ήταν ο Απόλλωνας, ο Ερμής, η Αθηνά κ.α.  και από από αυτούς η Αθηνά βρήκε τον αυλό, ο  Απόλλωνας, που, αν και πολλοί τον αποκαλούν Δήλιο ήταν Κρητικός,  βρήκε  το τόξο και την κιθάρα με τη μουσική της, καθώς και τη μαντική και τα οποία δίδαξε στους Κρήτες και γι αυτό το τόξο ονομάστηκε Κρητικό κλπ  και μετά ο αδελφός του ο Ερμής βρήκε τη λύρα,  την οποία έδωσε στον Απόλλωνα, επειδή μετά το μουσικό του διαγωνισμό με το Μαρσύα είχε σπάσει τις χορδές της κιθάρας του και δεν ήθελε να την ξαναπαίξει κλπ, πρβ: Απόλλωνα (οι Κρήτες) δε της κιθάρας ευρετήν αναγορεύουσι και της κατ αυτην μουσικής, έτι δε την ιατρικήν επιστήμην εξενεγκείν δια της μαντικής τέχνης γενομένης, δι ης το παλαιόν συνέβαινε θεραπείας τυγχάνειν τους αρρωστούντας, ευρετήν δε και του τόξου γενόμενον διδάξαι τους εγχωρίους τα περί την τοξείαν, αφ ης αιτίας μάλιστα παρά τοις Κρησίν εζηλώσθαι την τοξικήν και το τόξον κρητικόν ονομασθήναι. ….….Τω δ’ Ερμή προσαπτουσι (οι Κρήτες) τα εν τοις πολέμοις   ….. εισηγητήν δε αυτόν  και  παλαίστρας γενέσθαι, και την εκ της χελώνης λύραν επινοήσαι  μετά  την Απολλωνος προς Μαρσύαν σύγκρισιν, καθ’ ην λέγεται τον Απόλλωνα νικήσαντα και τιμωρίαν υπέρ την αξίαν λαβόντα παρά του λειφθεντος μεταμεληθήναι  και τας εκ της κιθάρας χορδας εκρήξαντο μέχρι τινός χρόνου της εν αυτή μουσικής αποστήναι …» ( Διόδωρος Σικελιώτης 5.74-77). 

Μάλιστα ο Πλούταρχος και ο Αθήναιος αναφέρουν  ότι οι αρχαίοι Κρήτες χρησιμοποιούσαν τη λύρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπως άλλοι τη σάλπιγγα ή τους αυλούς, κάτι που γίνεται και σήμερα, πρβ:  « Οι δε και προς λραν εποουν την πρσοδον την προς τους εναντους, καθπερ στορονται μέχρι πολλού χρσασθαι τω τρόπ τούτ της επί τους πολεμικούς κινδύνους εξδου Κρήτες.  Οι δ´ έτι κα καθ´ ημάς σλπιγξι διατελούσι χρμενοι» (Πλούταρχος, Περί μουσικής 258)  «Και εις τους πολμους δε εξιντες ο Λυδοί παρατττονται μετά συργγων και αυλών, ως φησιν Ηρόδοτος. Κα Λακεδαιμνιοι δε μετ' αυλών εξορμώσιν επί τούς πολμους, καθπερ Κρήτες μετ λρας». (Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές,  Le Livre XII des Deipnosophistes)

 

Β. ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ ΤΟΝ 7ο ΑΙΩΝΑ

 

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, κάπου τον 7ο αι. μ.Χ., όπως θα δούμε πιο κάτω, η κρητική λύρα, η λύρα του κρητικού Ερμή, έπαψε να παίζεται με πλήκτρο και παιζόταν με δοξάρι, δηλαδή μετεξελίχθηκε από έγχορδό νυκτό μουσικό όργανο σε έγχορδο τοξωτό και αυτό μιμήθηκαν μετά και κάποια άλλα έγχορδα από άλλες χώρες, όπως το αραβικό Ραμπάμπ, ο περσικός Κεμεντζές κ.α.  Βέβαια ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η σύγχρονη λύρα με δοξάρι δεν έχει καμία σχέση με την αρχαιοελληνική λύρα, γιατί αφενός η αρχαιοελληνική ήταν νυκτό μουσικό όργανο (παιζόταν με πένα), ενώ η σύγχρονη τοξωτό (παίζεται με δοξάρι) και συνεπώς άλλου είδους όργανο είναι το ένα και άλλο το άλλο και αφετέρου η λύρα με δοξάρι είναι ασιατικής επινόησης , την οποία έφεραν οι Άραβες Σαρακηνοί στην Κρήτη, όταν την κατέλαβαν το 823-961 μ.Χ., και που στα αραβικά λέγεται Rebab ή Rebec. Ωστόσο όλα αυτάδεν ευσταθούν, γιατί:

1) Και τα άλλα τοξωτά, δηλαδή και ο περσικός Κεμεντζέ (Kamanch) και το αραβικό Rebab κλπ , ήταν και αυτά αρχικά νυκτά και μετά έγιναν τοξωτά. Δεν υπήρχε τοξωτό πριν από τον 7ο αι. μ.Χ.

2) Η λύρα με δοξάρι δεν είναι ένα μουσικό όργανο που βρήκε κάποιος και το οποίο δεν έχει καμία σχεση με τα άλλα και ειδικά τη λύρα του Ερμή, αλλά είναι αυτή τούτη η αρχαία λύρα , μόνο που επινοήθηκε να παίζετα με δοξάρι αντί με πλήκτρο, ο λόγος και για τον οποίο η λύρα με πλήκτρο έκτοτε έπαψε να υπάρχει. Έπειτα το δοξάρι δεν επινοήθηκε τότε που επινοήθηκαν τα τοξωτά μουσικά όργανα, αλλά υπήρχε από πολύ παλιά, μόνο που δεν είχε αξιοποιηθεί και επι εποχής Βυζαντινών επινοήθηκε ένα «καμπύλο τόξο» ή άλλως τοξάρι > δοξάρι να παίζει ένα άλλο.  Ο ομηρικός ύμνος « Εις Απόλλωνα», ο Ησίοδος (Θεογονία 90), ο Διόδωρος  (5.74-77) κ.α.  αναφέρουν  το τόξο και γενικά τα «καμπύλα τόξα», ήτοι κάθε  ξύλο με καμπύλη που οι δυο άκρες του συνδέονται με χορδές: το τόξο, η κιθάρα, το δοξάρι κλπ τα βρήκε ο Απόλλωνας στην Κρήτη (βλέπε Διόδωρος  5.74-77) και γι αυτό αποκαλείται «πατέρας των  κιθαριστών της γης»,  «θεός της Μουσικής»,  «εκήβολος» κ.α.: «Αυτίκα δ᾿ αθανάτσι μετηύδα Φοίβος Απόλλων είη μοι κίθαρίς τε φίλη και καμπύλα τόξα, χρήσω δ’ ανθρώποισι Διός νημερτέα βουλήν» (Ομηρικός ύμνος «Εις Απόλλωνα» στ. 130) «Εκ γαρ Μουσάων και εκηβόλου Απόλλωνος άνδρες αοιδοί έασιν επί χθόνα και κιθαρισταί».( Ησιόδου Θεογονία, 90).

3) Η λύρα με δοξάρι διατήρησε το κρητικό της όνομα,  το όνομα λ(ο)ύρα =  lura (βυζαντινά), επειδή δεν άλλαξε ως όργανο, αφού και η λύρα αυτή κατασκευάζεται με αντηχείο σε σχήμα όπως το καύκαλο χελώνας, με χορδές εντερικές κλπ. και απλώς τώρα αντί να παίζεται με το πλήκτρο του Ερμή, παίζεται με το «αγκύλο τόξο» ή άλλως «καμπύλο τόξο» > τοξάρι > δοξάρι του Απόλλωνα. Και όπως λέμε αρχαίος και σύγχρονος Έλληνας έτσι λέμε και αρχαία και σύγχρονη λύρα.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ (ΤΥΠΟΥ ΣΤΑΓΑΚΗ): Λύρα μου με τσι τρεις χορδές, ωσάν τσι τρεις τσι χάρες, χαρίζεις όμορφες χαρές και σβήνεις τσι λαχτάρες.

4) Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ή μελέτη που να λέει κάτι τέτοιο, δηλαδή ότι η κρητική λύρα προήλθε από το Rebec και αυτό από το Ραμπάμπ κλπ. Και δεν υπάρχει,  γιατί απλούστατα το ότι η λύρα δε σχετίζεται ούτε με το αραβικό Ρεμπαμπ ούτε και τον περσικό Κεμεντζέ (Kamanch) κλπ και αυτό είναι κάτι που φαίνεται και δια γυμνού οφθαλμού βαζοντας μια λύρα δίπλα από ένα Ραμπαμπ ή ένα Κεμεντζέ.. Παρατηρώντας τις λύρες: κρητική, ποντιακή κλπ βλέπουμε ότι αποτελούνται - κατασκευάζονται  από ένα μονοκόμματο ξύλο μήκους περίπου μισό μέτρο, 45 – 60 εκατοστά, και του οποίου η μια άκρη πελεκείται, σκάφτεται και γίνεται αντηχείο σε σχήμα όπως αυτό της λύρας του Ερμή, δηλαδή όπως το καύκαλο χελώνας  (φιαλόσχημο ή αχλαδόσχημο κλπ) και η άλλη πελεκείται και γίνεται κοντός πήχης (ή άλλως λαβή ή λαιμός), μήκους 20  πόντους, για να βοηθά και στο να κρατείται από εκεί το όργανο  και στο τέντωμα - πάτημα εκεί των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο. Αντίθετα τα άλλα τοξωτά, όπως το αραβικό Rebab και ο περσικός Κεμεντζέδες αποτελούνται-κατασκευάζονται αφενός από ένα πολύ μακρύ ξύλο κάπου ένα μέτρο, που βοηθά στο τέντωμα και στο πάτημα των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο,  και αφετέρου από ένα αντηχείο ημισφαιρικό, όπως το ημισφαίριο της καρύδας, που προσαρτάται στο τέλος του εν λόγω μακρύ ξύλου. Τέτοια τοξωτά είναι επίσης: το Morin khur (Μογγολίας}, το Ravanahatha (Ινδίας), το Erhu (Κίνας), το Byzaanz (Ρωσίας)  κ.α. Σημειωτέον ότι οι μουσουλμάνοι αποκαλούν την ποντιακή λύρα Κεμεντζές, όμως δεν είναι κεμεντζές, αλλά λύρα.  Το αυτό συμβαίνει και με το Rebec, που επίσης δεν είναι Rebab, αλλά λύρα.

 5) Επειδή από τη μια η κρητική λύρα μοιάζει με το Rebec και από την άλλη η ονομασία Rebec φαίνεται να προέρχεται ή να είναι σχετική από την ονομασία-λέξη rebab, κάποιοι νομίζουν ότι ότι η κρητική λύρα προέρχεσαι από το Rebec και εκείνο από το Rebab, ενώ η αλήθεια είναι το αντίθετο. Δηλαδή ότι  το Rebec είναι και αυτό λύρα που προέρχεται από την κρητική  και απλώς στο  Rebec  δόθηκε αραβικό όνομα, επειδή χρησιμοποιήθηκε στη Δυτική Ευρώπη κατά την εποχή που την είχαν κατέλαβαν οι Άραβες Σαρακηνοί. 

 6) Η λύρα υπήρχε στο Βυζάντιο πολύ πριν καταλάβουν την Κρήτη οι Σαρακηνοί, αφού την καταγραφή  των Βυζαντινών μουσικών οργάνων που έκανε ο Πέρσης γεωγράφος Abu'l Qasim Ubaid'Allah ibn Khordadbeh (820 – 912 μ.Χ.) το έτος 870 μ.Χ., άρα επί εποχής που οι Σαρακηνοί είχαν καταλάβει την Κρήτη (823-961 μ.Χ.),  κατόπιν εντολής του χαλίφη Al Mutamid  ( 869-885 μ.Χ.), βλέπε:  «Margaret J. Kartomi: On Concepts and Classifications of Musical Instruments. Chicago Studies in Ethnomusicology, University of Chicago Press, 1990»), αναφέρεται ότι  η λύρα ( lūrā), μαζί με το (εκκλησιαστικό) όργανο (λατινικά urghunι = ελληνικά όργανο), το shilyani (ένα είδος άρπας) και το salandj (= η ασκομανδούρα, γκάιντα)  είναι τυπικά όργανα των Βυζαντινών και  επίσης  ότι η λύρα είναι παρόμοιο και όχι όμοιο τοξωτό με το αραβικό rabab ή rebab.  Συνεπώς, αφού ο Πέρσης γεωγράφος Abu'l Qasim Ubaid'Allah ibn Khordadbeh έζησε από το 820 – 912 μ.Χ. και έκανε την εν λόγω απογραφή του το 870, άρα η απογραφή αυτή έγινε επί εποχής που οι Σαρακηνοί μόλις είχαν καταλάβει την Κρήτη (823-961 μ.Χ.), άρα  η λύρα υπήρχε πολύ πριν καταλάβουν οι Άραβες Σαρακηνοί την Κρήτη, διαφορετικά δεν θα ήταν τότε η λύρα ένα από τα τυπικά βυζαντινά μουσικά όργανα. Αν η λύρα είχε επινοηθεί  ή εισαχθεί στη Βυζάντιο τότε,  ο εν λόγω γεωγράφος θα το γνώριζε και θα το έγραφε ή δεν θα έλεγε ότι η λύρα τότε, δηλαδή το 840, ήταν τυπικό όργανο των Βυζαντινών. Και αφού η βυζαντινή λύρα είχε υπήρχε στο Βυζάντιο αρκετά χρόνια πριν καταλάβουν οι Σαρακηνοί την Κρήτη το 823 μ.Χ., άρα η λύρα υπήρχε και στην Κρήτη πριν την καταλάβουν οι Σαρακηνοί, αφού η Κρήτη ήταν μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και οι Κρήτες στρατιώτες, έμποροι κλπ πηγαινοερχόταν στο Βυζάντιο κλπ.   (Περισσότερα βλέπε πιο κ΄τω)

 

Σημειωτέον ότι στην κρητική διάλεκτο:

Α) Με την ονομασία «λούρα λέγεται η λουρίδα και «τα λούρα» λέγονται οι χορδές (οι λουρίδες από έντερα ή νευρά) της λ(ο)ύρας > λύρας = lura (βυζαντινά), οι οποίες παλιά δένονταν στον καλούμενο ζυγό, καθώς και αυτές  με τις οποίες δένεται το άροτρο με το ζυγό κ.α.

Β) Με την ονομασία «δοξάρι» λέγεται το καμπύλο τόξο που παίζεται η λύρα, αλλά και  αυτό τούτο το όπλο τόξο ( τόξο > τοξάρι > δοξάρι, τοξεύω > δοξεύω κλπ), πρβ:

«Βλέπετε εμένα (τον Έρωτα) το μικρό και πράσινα ντυμένο,

τούτο το δαξαράκι μου οπ’ όχω αρματωμένο,

πόσες καρδιές δοξεύω εγώ, και σκιας δε με θορούνε.

Μόνο τον πόνο εις το στερνό στα σωθικά γρικούνε

Κι όχι στην Κρήτη μοναχάς, μα ΄ς κάθε άλλον τόπο

Και δίνει η σαϊτα μου στα μάτια των ανθρώπων…

 (Κατούρμπος 1-6 Γ. Χορτάτζης, 1580 – 1600)

 

 «κι ακόμη βασανίζομαι, γιατί στα γερατιά μου

ο έρωτας πολλές βολές δοξεύει την καρδιάν μου

(«Πανωρια»στιχοι Α 251-252, Γ. Χορτάτζης, 1580 – 1600)

 

«Kι ο κύρης τση την ήπεμπε κ' ήβλεπε το κουράδι,

 συχνιά-συχνιά απαντήχνασι μ' αυτόν το νιόν ομάδι. 

O οποιός με το δοξάρι του εγύρευγε κυνήγι,

 κι ως του'χε λάχει να το δει, δεν τ' άφηνε να φύγει.

Aγρίμια, λάφια και λαγούς ήφερνεν εις το σπίτι, 

κι όμοιον του δοξαράτορα δεν ήκαμεν η Kρήτη».

(Ερωτόκριτος στίχος Β 640 Β. Κορνάρος 1553–1613)

 

Γ. Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ  ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΓΧΟΡΔΟ ΠΟΥ ΕΞΕΛΙΧΤΗΚΕ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ

 

Η κρητική, η λύρα του Κρητικού Ερμού είναι το πρώτο έγχορδο όργανο που εξελίχτηκε σε τοξωτό όργανο κάπου τον 7ο αιώνα μ.Χ. κάτι που προκύπτει από τα εξής:

1) Η αρχαιότερη απεικόνιση τοξωτού μουσικού οργάνου που υπάρχει είναι αυτή σε μια βυζαντινή  σαρκοφάγο του Palazzo del Podestà της Φλωρεντίας ( Museo Nazionale, Firenze, Coll. Carrand, No.26), η οποία χρονολογείται στο 900 – 1100 μ.Χ. και  στην οποία βλέπουμε τοξωτό επακριβώς όμοιο με την τρίχορδη κρητική λύρα και όχι με το τοξωτό Rabab ή Rebeb ήχ το περσικό  τοξωτό Κεμεντζέ. Επίσης αρχαία απεικόνιση τοξωτού έχουμε και σε ελληνικό χειρόγραφο Ψαλτήρι του έτους 1066 , το οποίο  φυλάσσεται στο Βατικανό και  απεικονίζεται λυράρη να παίζει λύρα επάνω στο μπράτσο τοπυ,  Lira da braccio  (Myriam dancing. 1066, Painting, manuscript illumination, miniature, Vatican, Biblioteca. From the Barberini psalter).

2) Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά τοξωτού μουσικού οργάνου που υπάρχει είναι αυτή στο βυζαντινό  έπος του Διγενή Ακρίτα, το οποίο κατ’ άλλους τοποθετείται στο 811 – 886 μ.Χ. (επι Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα), που μάλλον είναι το σωστό, και κατ’ άλλους στο 976 – 1025μ.χ. (επι Βασιλείου Β του Βουλγαροκτόνου),  η οποία το ονομάζει αναφέρει με την κρητική ονομασία «λύρα», πρβ:

“Για δώστε μου τη λύρα μου, το δόλιο μου δοξάρι

να θυμηθώ τσ' αγάπης μου, σήμερα τηνε χάνω……."  (Διγενής Ακρίτας)

"….αρπάζει το σκεπάρνι του, έν' αργυρό πριγιόνι

σ' έν περιβόλι σ' έμπηκεν, ελιάς κλωνάρι κόβει,

ντογρί παιγνίδι έκαμε, ντογρί παιγνίδι κάνει.

Τα φίδια κόρδες έβαλε απάνω στο παιγνίδι

την όχεντρα την πλουμιστή δοξάρι στο παιγνίδι

και τα μικρά χεντρόπουλα στριφτάρια στο παιγνίδι..." (Διγενής Ακρίτας)

3) Στην κατασκοπευτική καταγραφή των βυζαντινών μουσικών οργάνων που έκανε το 870 μ.Χ. ο Πέρσης γεωγράφος Abu'l Qasim Ubaid'Allah ibn Khordadbeh (820 – 912 μ.Χ.), όπως είδαμε πιο πριν, αναφέρει ότι  η λύρα ( lūrā), μαζί με το (εκκλησιαστικό) όργανο (λατινικά urghunι = ελληνικά όργανο), το shilyani (ένα είδος άρπας) και το salandj (= η ασκομανδούρα, γκάιντα)  είναι τα τυπικά όργανα των Βυζαντινών και  επίσης ότι η λύρα είναι παρόμοιο και όχι όμοιο τοξωτό με το αραβικό rabab ή rebab, που όλα αυτά σημαίνουν  ότι αφενός η λύρα είχε επινοηθεί-διαδοθεί τουλάχιστον ένα αιώνα πριν, δηλαδή επινοήθηκε κάπου τον 7ο αι. μ.Χ., διαφορετικά δεν θα ήταν τότε, το 870 μ.Χ., ένα από τα τυπικά μουσικά όργανα των Βυζαντινών και αφετέρου η λύρα δεν  προέρχεται ούτε από το αραβικό Rebab ούτε και από τον περσικό Κεμεντζέ ούτε και από κάποιο άλλο τοξωτό , αλλά το αντίθετο, δηλαδή αυτά προέρχονται από τη λύρα, γιατί αφενός κάποιο όργανο από αυτά  προηγήθηκε ως τοξωτό, και αφετέρου, αν είχε προηγηθεί ένα από τα άλλα όργανα,   ο  εν λόγω Πέρσης θα το γνώριζε ως Πέρσης και θα το ανέφερε, αφού κατασκοπευτική καταγραφή έκανε. Έπειτα, αν είχε τότε επινοηθεί η λύρα με δοξάρι, δε θα έλεγε ο εν λόγω Πέρσης ότι τότε η λύρα ήταν ένα από τα τυπικά μουσικά όργανα των Βυζαντινών, αλλά ένα νέο εισαχθεν όργανο στους Βυζαντινούς.

4) Η μουσική ιστορία των τοξωτών αρχίζει από την εποχή που επινοήθηκε να χρησιμοποιείται το κολοφώνιο (= στερεό κίτρινο κατακάθι από την απόσταξη της ρητίνης διάφορων κωνοφόρων δέντρων) για την επάλειψη των χορδών του δοξαριού, διαφορετικά δεν βγαίνει δυνατός και σωστός μουσικός ήχος, που το όνομά του το οφείλει στην ιωνική πόλη Κολοφώνα.

5) Τοξωτά έγχορδα μουσικά όργανα πρωτοεμφανίστηκαν μετά από τον 7ο αιώνα μόνο σε περιοχές της τότε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, βλέπε π.χ.:  κρητική λύρα στην Κρήτη, Ποντιακή λύρα στη Μ. Ασία, lira da braccio και   lira da gaba στην Ιταλία κλπ.

 

image033

Κασετίνα από ελεφαντόδοντο, 900 - 1100 μ.Χ. του Palazzo del Podestà, στην οποία απεικονίζεται λυράρης με μικρή λύρα (λυρόνι) όπως η κρητική (Museo Nazionale Florence Coll. Carrand, No.26).

«Αχλαδόσχημη λύρα Κρήτης (1743) με. Δοξάρι που έχει γερακοκκούδουνα (Μουσείο Ανωγιαννάκη) Τα γερακοκούδουνα με τις κινήσεις του τόξου προσφέρουν ένα είδος εκκλησιαστικής (ως τα θυμιατήρια)  χαρακτηριστικής αρμονικής και ρυθμικής συνοδείας.

 

1939 NELLYS

 

 

Κεντρική Κρήτη, 1939 – φωτογραφίες Nelly’s

 

 

Δ.  ΚΑΚΟΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ  ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΡΑ

 

Παλιότερα ένας Χανιώτης βιολάτορας ονόματι Κωνσταντίνος Παπαδάκης ή Ναύτης με το βιβλίο του «Κρητική λύρα, ένας μύθος» (Χανιά, 1989), βλέπε και συνέντευξή του στις «Μουσικές διαδρομές» της ιστοσελίδα του  Ινστιτούτου Μεσογειακών Μελετών του ΙΤΕ, απόψεις που προβάλει ο γνωστός συγγραφέας Ι. Τσουχλαράκης, ισχυρίστηκε ότι η λύρα είναι το εθνικό όργανο των Τούρκων,  το οποίο έφεραν  το 1723 οι Καραμανλήδες και οι Λαζοί Μουσουλμάνοι στην Αμπαδιά  και στα Ανώγεια στο Ρέθυμνο, όταν ήρθαν εκεί από την Τουρκία προς ενίσχυση των Οθωμανών κατακτητών,  και συνεπώς, καταλήγει, κακώς ο τότε Δ/ντης του Ε.Ι.Ρ  Σίμος Καρράς είχε δώσει εντολή να μη μεταδίδονται τα τραγούδια με βιολί, όπως τα δικά του και να μεταδίδονται αυτά με τις λύρες των Ανωγειανών.   Ωστόσο όλα αυτά δεν ευσταθούν, και κακώς επαναλαμβάνουν σήμερα μερικοί, χωρίς να ελέγξουν την ορθότητά τους, γιατί η λύρα αφενός δεν πήγε στην Κρήτη το 1723 , αλλά υπήρχε εκεί από τότε που επινοήθηκε και βεβαίως και επι ενετοκρατίας (1204 – 1669) και επι τουρκοκρατίας (1669 – 1898), όπως θα δούμε πιο κάτω, μόνο που τότε προβαλλόταν-υπερίσχυαν τα μουσικά όργανα των κατακτητών και αφετέρου η λύρα δεν είναι τούρκικο μουσικό όργανο, αλλά ελληνικότατο και μάλιστα κρητικής επινόησης, όπως είδαμε πιο πριν. Ξενόφερτο μουσικό όργανο στην Κρήτη θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το Βιολί, το οποίο έφεραν οι Ενετοί κατακτητές της Κρήτης, ενώ τούρκικο παραδοσιακό όργανο είναι όχι η λύρα ή το Βιολί, αλλά το τοξωτό που από τους Πέρσες λέγεται  Κεμεντζές (όργανο διαφορετικό από τον ποντιακό Κεμεντζέ,  αυτός  είναι λύρα, που απλώς οι μουσουλμάνοι  την ονομάζουν και με περσική ονομασία Κεμεντζές) και από τους Άραβες λέγεται Rebab > Ρεμπάμπιο. Και επειδή επί ενετοκρατίας (1204 – 1669) ήκμασε πιο πολύ το βιολί στην Κρήτη από τη λύρα λόγω των Ιταλών κατακτητών,  μετά επί τουρκοκρατίας (1669 – 1898) εξακολούθησε η χρήση του αυξημένη. Μόλις απελευθερώθηκε η Κρήτη, η λύρα άρχισε να παίρνει τον πρώτο λόγο ως παραδοσιακό όργανο. Απλά ο εν λόγο βιολάτορας είχε λάθος πληροφορίες, τις οποίες είπε για τους λόγους που είδαμε ο ίδιος να λέει πιο πριν.

Εικόνα1

Οροπέδιο Λασιθίου 1970: Γιάννης και Μαρία Κασαπάκη, κουμπάρος Α. Γ.Κρασανάκης, Βιολάτορας Μενέλαος Σφακιανάκης, Λαουτιέρης Ι. Γαλανάκης

Σημειωτέον ότι αυτοί που λένε (Κ. Παπαδάκης κ.α.) ότι η λύρα είναι τούρκικο μουσικό όργανο ή ότι η λύρα δεν υπήρχε επι ενετοκρατίας και επί τουρκοκρατίας στην Κρήτη επικαλούνται το βιβλίο «ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ», στο οποίο ο «Χατζιδάκις» αναφέρει ότι είναι είναι της άποψης ότι η σύγχρονη λύρα δεν είναι ίδιο όργανο με την αρχαία λύρα, αφού η αρχαία  ήταν νυκτό όργανο  (παιζόταν με πλήκτρο, δηλ. πένα), ενώ η νεότερη τοξωτό, το δε τόξο  (δοξάρι) το θεωρεί ως προϊόν της ανατολής. Επίσης θεωρεί την οικογένεια τόσο του βιολιού όσο και της λύρας ότι έλκουν την καταγωγή τους από τις Ινδίες, επειδή και η  ινδιάνικη λύρα, που εκτίθεται στο Μουσείο Φυσικών Επιστημών της Νέας Υόρκης, συνοδεύει ένα σημείωμα που γράφει ότι  «το όργανο τούτο μετακομίστηκε από τας Ινδίας στην Αμερικήν» κλπ. Λέει επίσης ότι  από τους «Κρητικούς Γάμους»  Σ. Ζαμπέλιου «μανθάνομεν ότι διά τον μεγαλοπρεπέστερον εορτασμόν των γάμων του υιού του Γ. Καντανολέοντος (1570) προσεκλήθησαν τύμπανα και άσκαυλοι. Τούτο αποτελεί μίαν αξιόλογον μαρτυρίαν ότι δεν υπήρχε τότε η λύρα εις την Κρήτην…».  Ωστόσο το συμπέρασμα αυτό είναι εκτός πραγματικότητας, γιατί:

Α) Βεβαίως άλλο  η παλιά λύρα και άλλο η σύγχρονη, όμως όπως ο αρχαίος και ο σύγχρονος Έλλην είναι το αυτό (= και οι δυο Έλληνες) έτσι είναι και με την αρχαία και τη συγχονη (= και τα δυο το αυτό). Πριν από τον 7ο αι. μ.Χ. δεν υπήρχε κανένα τοξωτό, άρα και τα άλλα τοξωτά που υπάρχουν σήμερα, δηλαδή ο περσικός Κεμεντζέ (Kamanch),  το αραβικό Rebab κλπ , ήταν και αυτά αρχικά νυκτά.

Β) Και σήμερα γίνονται πολλοί χοροί και πολλά γαμήλια γλέντια και σε κάποια από αυτά εχουμε λύρα και σε άλλα όχι, αλλά  άσκαυλο ή άλλως ασκομαντούρα και σε άλλα ούτε λύρα ούτε ασκομανδούρα, αλλά βιολί με κιθάρα κλπ  και αυτό δε σημαίνει ότι η λύρα δεν υπάρχει. Αυτός είναι και ο λόγος που π.χ. ένας περιηγητής αναφέρει ότι πήγε στην Κρήτη και είδε λύρα και άλλος ότι πήγε στην Κρήτη δεν ειδε λύρα, αλλά βιολί κλπ κλπ. Σημειωτέον και ότι επι ενετοκρατίας οι Ενετοί προτιμούσαν-προωθούσαν τα δικά τους όργανα λαούτο, βιολί κλπ και ετσι στις περιγραφές των αστικών γλεντιών δε βλεπουμε να αναφερεται πολλάκις  η λύρα.

Γ) Ο ίδιος ο Σπύρος Ζαμπέλιος (Λευκάδα 1815 – 1881) στα «Ιστορικά σκηνογραφήματα» (1860), σχετικά με τη λύρα και την προσφορά της στην Κρήτη επί εποχής Ενετοκρατίας (1204-1669), αναφέρει τα εξής:

«Οι δε Κρήτες, γένος ενθουσιώδες, θερμουργόν, και φιλόμολπον, οι κρήτες, θαυμαστοί αυτοσχεδιασταί (improvisateaurs) και παραμυθολόγοι, κατέστησαν την λύρα όπλον κατά του τυράννου μάλλον επίφοβον, παρα το τόξον, εις την χρήσιν του οποίου, άλλωτε ευδοκιμήσαντες, ετεκτηντο φήμην μεγάλην. Μάτην οι κατά καιρούς Αρμοσταί καθείρξαν, εδίωξαν, ετίμωσαν τους αλήτας Τραγουδητάς και ομηρίδας. Η ποίησης, ασυλληπτον πνεύμα, θεά προστάτις των κακουχουμένων, κατεγέλασε την αδημονίαν και τας φροντίδας των. Οι Κρήτες του καιρού ήγειραν δια των τραγουδίων μνημεία, καθ΄ων δεν ίσχυσαν το πυρ και ο σίδηρος των Ενετών….. (Σπύρου Ζαμπέλιου, Ιστορικά σκηνογραφήματα, 1860, σελίδα 62)

«Έτυχε μεταξύ των οχληρών και τις αοιδός, εκ των εξ επαγγέλματος ψαλλόντων δημοτικούς ιάμβους, όστις επενόησε να διασκεδάση του δεσμώτου την κατήφειαν δια της ηδυφωνίας του. Αρμόσας ουν την λύραν, συνώδησεν άσμα τι περίακτον, συντεθέν αρτίως εις εξύμνησιν της Κρητικής ελευθερίας. Ο Δούξ ηγνόει την Ελληνικήν._ Τι λέγει το ποίοημα αυτό; Ηρώτησεν ιταλιστί τον ραψωδόν, ήδη την σιγήσασαν λύρα εξαρμόζοντα. _- Λιμπερτά (= Ελευθερία)! Απήντησεν ούτος εμφαντικώτατα, εκφωνήσας λέξιν ιταλικήν, κοινήν κατ’ εκείνας τας ημέρας. Και δια χειρονομίας επειράθη ν’ αγγείλη προς τον πρώην Αρμοστήν, ότι άσμα εκείνο περιήρχετο την νήσο όλην από στόματος εις στόμα, και υπ αυτών των νηπίων περιαδόμενον.  Canzonette e Liberta, e duo cose che no sta. (Δε στεριώνουνε τα τραγουδάκια την ελευθερία) φώναξε σαρκαστικά ο Ενετός. (Σπύρου Ζαμπέλιου, Ιστορικά σκηνογραφήματα, 1860, σελίδα 97)

Δ) Η λύρα, όπως ειδαμε πιο πριν, υπήρχε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία πριν καταλάβουν οι Σαρακηνοί την Κρήτη, άρα και στην Κρητη. Από τότε δεν εξέλιψε ποτέ από την Κρήτη, υπήρχε και επί εποχής Ενετοκρατίας στην Κρήτη (1204 - 1669) και επι εποχής Τουρκοκρατίας στην Κρήτη (1669-1898), όπως  προκύπτει από τις  εξής (ενδεικτικά) πηγές:.  

Ο Στέφανος Σαχλίκης, 1331 – 1403, ποιητής και δικηγόρος του Χάνδακα (Ηρακλείου Κρήτης) σε ποιήμά του αναφέρει: « οιπόν, όποιος ορέγεται να μάθη διά την μοίραν, / το πώς παίζει τον άτυχον, ωσάν παιγνιώτης λύραν / ας έλθη ν’ αναγνώση εδώ τούτο το καταλόγι….» (Στ. Σαχλίκης, «Παράξενος ή Περί των χωριατών και των αβουκάτων», σ. 85-169.)

Ο Γεώργιος Χορτάτζης, 1580 – 1600,  στον Κατζούρμπο κάνει  αναφορά για μια μικρότερου μεγέθους λύρα, το λυρόνι:  «Ανίσως κι εκουδούνιζε στο σπίτι μου αποκάτω / μιαν ώρα το σακούλι του με κίτρινα γεμάτο, / δεις ήθελες πώς άνοιγα, με μένα με λυρόνι / μηδέ με το τραγούδι του ποσώς δε με κομπώνει…» (Κατζούρμπος, πράξη Α΄, στ. 195-198) «Πήγαινε κι έρχου, Νικολό, μόνο με το λυρόνι, τραγούδα κι αναστέναζε, / κι άλλος ας ξεφαντώνει.» (Κατζούρμπος, πράξη Β΄, στ. 409-410)

Το 1546 ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης Στρελίτζας Μπαθάς ζωγράφισε τη «Μεταφορά της Κιβωτού της Διαθήκης»  στο Καθολικό  της Ι, Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους, όπου απεικονίζεται λυράρης να παίζει βυζαντινή λύρα Lura = με μεγάλο μεγεθος, όχι Λυρόνι),.

Το 1743 κατασκευάστηκε η «Αχλαδόσχημη λύρα Κρήτης», που φυλάσσεται στο Μουσείο «Φ. Ανωγιαννάκη».

To 1749, ο Άγγλος Lord Charlemont  ταξιδευοντας για Κρήτη κλπ περιγράφει χορευτική σκηνή στη Δήλο με τρεις μουσικούς που είχαν δυο λύρες και μια κιθάρα: «…Sailors on the seashore of Delos, Cyclades Islands, 1749…… Three musicians, two lyres and a guitar, passing from Tinos, had spied our boat, and in hopes of employment, had landed here….». (Stanford, W. B. & Finopoulos, E. J. (eds.): The travels of Lord Charlemont in Greece & Turkey from his own unpublished journals. London, Trigraph, 1984).

Το 1765 ο Άγγλος περιηγητής Chandler, Richard , περιγράφοντας χορούς στην Αθήνα , αναφέρει ότι κοινά μουσικά όργανα των Ελλήνων  είναι η λύρα,  ο Ταμπουράς, η  Pipe (φλογέρα),  το τύμπανο κλπ», πρβ: «The Greeks are frequently seen engaged in the same exercise, generally in pairs, especially on the anniversaries of their saints, and often in the areas before their churches. Their common music is a large tambour and pipe, or a lyre and tympanum, or timbrel. Some of their dances are undoubtedly of remote antiquity….. ».( Chandler, Richard: Travels in Asia Minor and Greece or an account of a tour made at the expense of the Society of the Dilettanti. Oxford, 1774 (Oxford, Clarendon Press, 1825),

Το 1768 ο Βρετανός διπλωμάτης (πρέσβης ) στην Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη Sir James Porter  στο βιβλίο του «Παρατηρήσεις σχετικά με τη θρησκεία, το δίκαιο, την κυβέρνηση, και τα ήθη των Τούρκων». Λονδίνο, Nourse, 1768), αναφέρει ότι οι Έλληνες έχουν διατηρήσει προσεχτικά «την κρητική λύρα», υπενθυμίζεται ότι ο Διόδωρος (5.74-77) λέει ότι τη λύρα εφεύρε ο Κρητικός Ερμής μετά που ο αδελφός του ο Απόλλωνας βρήκε την κιθάρα, πρβ:  «……. They have carefully preserved the Cretan Lyre, an Pans’s pipe, the septem imparibus calamis, “seven unegual “reeds,” and also the pipe of Arcadian Shepherd. They still use the ancient long dance led by one person, either with women alone, or intermixed with men and women, called by pre-eminence the Romeika, or Greek dance.  They have also the manly martial Pyrrhic dance, and those most obfcene infamous love-dances, accompanied with the Ionici Motus, offensive to all modesty and decency”.  (Sir James Porter: “Observations on the religion, law, government, and manners of the Turks”. London, Nourse, MDCCLXVIII = 1768, VOL 1)

Το 1788 ο Γάλλος αιγυπτιολόγος,  μεταφραστής Κορανίου και περιηγητής Savary, Claude-Etienne στο βιβλίο του “letters on Greece Elliot & Kay” περιγράφει χορευτικές σκηνές που είδε το 1779 στην Κάσο, στις οποίες ο οργανοπαίχτης ήταν λυράρης, πρβ: <<Circular dance in Kassos, Dodecanese Islands, 1779: They brought along with them a young man who played on the lyre, and accompanied the instrument with his voice. …. Two lyrists, and two singers, seated in an elevated niche, animated and directed the sprightly motions of the dancers. Gaiety sparkled in every eye. The young men, newly arrived, were placed near their wives or mistresses. In the dance, they were infolded in their arms. They felt the throbbing of each others hearts…The Sphachiots are the only part of the Cretans who still retain the pyrrhic dance…… ». (Claude-Etienne Savary: Letters on Greece Elliot & Kay, 1788. "Letters" p. 140-142)

Το 1800-1810 δημιουργήθηκε το τραγούδι «Ο άγριος Μεχμέτακας και ο Τουρνατζής» , το οποίο αναφερει: Σ τη Στεία ‘ς τα σεράγια μου είνιε τα γονικά μου/ Και στέκουν κι’ανημένουν με μαζί με τα παιδιά μου./ ΄Σ τη Στεία ‘ς τα σεράγια μου εκρέμασα τη λύρα,/ Παιδιά μου ! μένετε’ορφανό κ’εσύ χανούμη χήρα».  40

Το 1812 δημιουργήθηκε το τραγούδι «Του Χατζή Οσμάν», το οποίο αναφερει: Στο παραθύρι πού ’βγαινα και έπαιζα τη λύρα, / βάλε, Νενέ μου, χτίσε το γιατ’ ήσουν κακομοίρα./ Θωρείς τα τα δαχτύλια μου τα μακροκονδυλάτα, / παιδιά και δεν την έπαιζα(ν) τη λύρα βαγιωνάτα / Θωρείς τα τα δαχτύλια μου τα κονδυλοσερμένα, / παιδιά και δεν την έπαιζα(ν) τη λύρα χαϊδεμένα.

Το 1817 δημιουργήθηκε το δημοτικό τραγούδι για το φόνο του περιβόητου γενίτσαρου Τσούλη (1817), και του οποίου μια παραλλαγή που διέσωσε ο στρατηγός Ι. Αλεξάκης  αναφερει: «…Το τσουλάκι ξεφαντώνει / και τσι κοπελιές μαζώνει, /κι ήπαιζέ τως και τη λύρα /και στα μάτια τσι συντήρα, / κι ήδιδέν τως και παράδες / να του λένε μαντινάδες / ήδιδέν τως και ριαλάκια, / να του λένε τραγουδάκια….».( «Αλεξάκη Ιωάννου: Ο Τσούλης και το τραγούδι του»)

Το 1818 γραφτηκε το ριζίτικο τάβλας «Θοδωρομανώλης (τραγούδι για τον Εμμανουήλ Θεοδώρου Μαραγκάκη, 1778-1818, από το Επανωχώρι Σελίνου), το οποίο αναφέρει: «….Εκάλεσε το λυρατζή το Θοδωρομανώλη/ να πάνε να γλεντίσουνε στου Κομπιτσομανώλη./……. Έλα Μανώλη, ομπανέ και βάστα και τη λύρα/ σέρνε και τσοι ξαδέρφες σου και σέρνε και τη χήρα…..». Ο αντρειωμένος Θοδωρομανώλης σκότωσε τον άγριο Αγά του Επανωχωριού Εμίν Βέργερη, επειδή τον διέταξε να έρθει με τη λύρα του και να φέρει τις ξαδέρφες του και τη χήρα θεια του «να διασκεδάσουν» στον οντά του Βέργερη. Ο Θοδωρομανώλης φυγοδίκησε και τελικά συνελήφθη στον Ομαλό, θανατώθηκε και το λείψανό του σύρθηκε για τρεις ημέρες στους δρόμους των Χανίων, δεμένο στην ουρά ενός αλόγου, για παραδειγματισμό. Ήταν μόλις 40 ετών.

Το 1819 ο περιηγητής Dodwell, Edward: A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806. London, Rodwell & Martin, 1819, 2 vol., σχετικά με τα μουσικά όργανα στην Αττική το 1801, αναφέρει ότι κύρια όργανα της είναι η τρίχορδη τοξωτή λύρα, το μανδολίνο, το λαούτο, η φλογέρα κ.α., πρβ:   <<Musical instruments at present used in Attica. The lyre is nearly shaped like a mandoline, and about the same size. It has three strings, and is played upon with a bow like a violin. The sound is clear. The lute is used chiefly in the islands: it is larger than the lyre; has eight strings, and is played upon with a quill. Its form is nearly that of a guitar. Its modern name is Λαγούτον.>> (Dodwell, Edward: «A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806». London, Rodwell & Martin, 1819, 2 vol.),

Το 1829 ο Αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου Χρύσανθος στο «Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής» ( 1770-1846) αναφέρει: «Είδη δε της λύρας καθ’ ημάς τρία· το τρίχορδον, ω μάλιστα χαίρουσιν οι χυδαίοι των νυν Ελλήνων· το τετράχορδον, ω μάλιστα χρώνται ο Ευρωπαίοι, ονομάζοντες αυτό Γαλλιστί violin, και το επτάχορδον, ω καθ’ υπερβολήν ενηδύνονται οι ευγενείς των νυν Ελλήνων και Οθωμανών, ονομάζοντες αυτό τουρκιστί Κεμάν».

Το 1837 ο Άγγλος περιηγητης George Cohcrane: “Wanderings in Greece”, vol 1, london 1837, σχετικά με το χορό των Αθηναίων , αναφέρει ότι οι Αθηναίοι στο πανυγήρι της Καισαριανής στις 28/5/1836 γλεντούσαν χορευοντας τον κυκλικό χορό Ρωμέϊκα  και άλλοι με τη μουσική του βιολιού και άλλοι  με τη μουσική της λύρας, πρβ: <<Early this morning I walked out with my dominie as far as the new palace; the Athenians were passing in crowds to the place of festivity…. This was the first time I had ever seen the Romaika danced by women. They did not dance with the men, however, but formed a circle by themselves. Their attitudes were very graceful, and they performed the dance very prettily, unaccompanied by any demonstrations of rude or boisterous mirth. The lyra was the music, to the sweetness of which was added, every now and then, the warbling of the women's voices, but so softly as not to be heard above the sound of the lyre, and only chiming in harmoniously with it at that part of the tune which corresponded with the chorus……>>

Το 1842 ο Μ. Χουρμούζης Βυζάντιος στα «Κρητικά» (1842)  αναφέρει: «Η λύρα είναι το κοινόν των Κρητών όργανον, την οποία κρούουν ωραία, και είναι σπάνιον να υπάρχη χωρίον όπου να μην είναι εις ή δυο, κρούοντας τη λύρα». (Μ. Χουρμούζης- Βυζάντιος, Κρητικά, Αθήναι 1842).

Το 1866-68,  στα «Απομνημονεύματα εθελοντού της Κρητικής Επαναστάσεως κατά τα έτη 1866-67-68 υπό Π. Γρύπου» (Αθήνα 1884), αναφερεται : «…ούτω δ’ αφ’ ού εκορέσθημεν ποτού και φαγητού αρχίσαμεν να άδωμεν και να χορεύωμεν τον Τσάμικον, ενώ και εκ των νέων Κρητικών τινές συνόδευσαν ημάς διά της Κρητικής των λύρας άδοντες και χορεύοντες τον λεγόμενον Πενταζάλη όπερ είναι ο ωραίος Κρητικός χορός, μάλιστα δε όταν ο πρωταγωνιστής είναι καλός χορευτής..»

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης (1862-1920)  στον Πατούχα περιγράφει γλέντι των Βιαννιτών επι Τουρκοκρατίας ακόμη στην Κρήτη υπό τους ήχους της λύρας του τυφλού λυράρη Αλεξαντρή,  στο οποίο επιχείρησαν να εισχωρήσουν μερικοί θερµόαιµοι νεαροί Τουρκοκρήτες και καταδιώχθηκαν από τον Πατούχα (Ι. Κονδυλάκη, Ο Πατούχας, κεφ. Η ).

Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) στα μυθιστορήματά του αναφέρει μόνο τη λύρα και τους λυράρηδες, τους οποίους θεωρεί εκφραστές της αγωνίας της σκλαβωμένης Κρήτης και του ονείρου της λευτεριάς. Η λύρα αντιμετωπίζεται ως η ψυχή της Κρήτης – ελληνική και μόνο ελληνική (η υπόθεση του «Καπεταν Μιχάλη» τοποθετείται στην Κρητική επανάσταση του 1889, δηλαδή εποχή που η κρήτη ήταν ακόμη υπο τουρκική κατοχή):«Ο Βεντούζος, ο φουμιστός λυράρης, κατέβαινε στο λιμάνι τυλιγμένος στην πατατούκα του, βιαστικός, είχε παραγγείλει για την ταβέρνα του ένα βαρέλι κισαμίτικο κρασί και πήγαινε να το παραλάβει, μα ως είδε τον καπεταν Μιχάλη από μακριά, με κατεβασμένο το κεφαλομάντηλο ως τα φρύδια, κατάλαβε κι αναγύρισε»….. ( Νίκος Καζαντζάκης  1883 – 1957 «Καπεταν Μιχάλης")

«Θρονιάστηκαν κι οι τρεις, πήραν το σκαμνί, γέμισαν τα τάσια· ξεκρέμασε ο δάσκαλος από τον ώμο τη βροντόλυρα, την έστησε στα γόνατά του όρθια· άπλωσε το χέρι, άρπαξε μιαν μπουκιά κρέας, να φάει, προτού βαρέσει τη λύρα, να πάρει δύναμη… (Ο καπετάν Μιχάλης, κεφ. ΧΙΙΙ) 23.

2) Ο συγγραφέας Ιωάννης Τσουχλαράκης («ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ», Αθήνα 2004), σχετικά με τη λύρα και το βιολί αναφέρει τα παρακάτω,  επηρεασμένος από αυτά που είδαμε να λέει πιο πριν ο ως άνω βιολάτορας «Η λύρα άρχισε να χρησιμοποιείται στην Κρήτη, σύμφωνα με τους σύγχρονους μελετητές, μετά την τουρκική κατάκτηση, το 17ο ή το 18ο αιώνα» και επίσης ότι  «Το Βιολί  από το 16ο αιώνα ήταν λαϊκό μουσικό όργανο των Κρητών, όμως, από άγνοια και κατόπιν απαράδεκτων μεθοδεύσεων απαγόρευσης της απόδοσης της κρητικής μουσικής με βιολί στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, που ξεκίνησε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ΄50 με πρωτεργάτη το Σίμωνα Καρά, σταδιακά περιορίστηκε η χρήση του, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί στον πολύ κόσμο η άποψη ότι στην κρητική μουσική είναι νεόφερτο ….  Οι λύρες που συναντάμε σε κείμενα της Ενετοκρατίας αφορούν τις αναγεννησιακές Λύρες νταμπράτσο και δεν έχουν καμία σχέση με τη λύρα που σήμερα παίζεται στην Κρήτη». Ωστόσο όλα αυτά δεν ευσταθούν, γιατί αφενός η λύρα είναι κρητικό όργανο που υπάρχει ήδη από τον 7ο αι.,, όπως είδαμε πιο πριν,  και αφετέρου  υπάρχει συνεχώς στην Κρήτη, όπως θα δολύμε πιο κάτω. Πέρα αυτού το 1829 ο Αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου Χρύσανθος στο «Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής» ( 1770-1846), όπως είδαμε πιο πριν. αναφέρει ότι η τρίχορδη λύρα, δηλαδή η κρητική, ήταν τότε λαϊκό όργανο  ή άλλως αυτό που χαίρονταν οι  «χυδαίοι των Ελλήνων», ενώ η τετράχορδη λύρα ή άλλως Βιολί και τουρκικά Κεμάν θεωρούνταν το  όργανο των ευγενών  Ελλήνων και Οθωμανών ήτοι των αφεντικών και των κατακτητών. Έπειτα, όπως θα δούμε πιο κάτω, επι Ενετών, όπως και επί εποχής ενετοκρατίας υπήρχε η μικρή λύρα, το Λυρόνι και η μεγάλη ή κανονική λύρα και αυτό και για λόγους  πρακτικής, η μικρή μεταφέρεται πιο εύκολα στα όρη και στον κάμπο και για λόγους μουσικής έκφρασης, η μικρή  βγάζει οξύτερο ήχο απ’ ό,τι η μεγάλη.

 

Ε. Η ΛΥΡΑ (LURA) ΚΑΙ ΤΟ ΛΥΡΟΝΙ

 

Από τις περιγραφές και τις απεικονίσεις των τοξωτών μουσικών οργάνων διαχρονικά προκύπτει ότι  ήδη επι εποχής Βυζαντινών, 900- 1100 μ.Χ., υπήρχαν δυο λογιών λύρες, αυτές με μικρό μέγεθος βλέπε π.χ. το τοξωτό που απεικονίζεται στην κασετίνα από ελεφαντόδοντο, 900 - 1100 μ.Χ. του Palazzo del Podestà (Museo Nazionale Florence (Coll. Carrand, No.26) , είναι κάτι ως η σημερινή κρητική λύρα, και αυτές με μεγάλο μέγεθος, είναι σαν ένα μεγάλο βιολί,  βλέπε π.χ. τα τοξωτά που απεικονίζονται  στο Ελληνικό Βυζαντινό χειρόγραφο του 1066  μ.Χ. της Βιβλιοθήκη Βατικανού,  επίσης στο Βυζαντινό χειρόγραφο του 11 αι. μ.Χ. της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης Ιεροσολύμων κ.α. Η λύρα με μεγάλο μέγεθος λέγονταν λύρα (Lura) και αυτή με μικρό μέγεθος Λυρόνι (Κατζούρμπος, πράξη Β΄, στ. 409-410.  Οι μικρού μεγέθους λύρες αφενός μεταφέρονται εύκολα στους αγρούς και στα βουνά και αφετέρου βγάζουν οξύ και διαπεραστικό ήχο, ενώ οι μεγάλου μεγέθους δε μεταφέρονται εύκολα, όμως βγάζουν βροντερό ήχο, όπως αυτό που επιζητούν τα μουσικά σύνολα. Από τη λύρα μεγάλου μεγέθους προέκυψε αρχικά η Lira da braccio και η lira da gaba και από αυτές  η οικογένεια των βιολιών: βιολί (violin), βιόλα (viola), Βιολοντσέλο (violoncello) και κοντραμπάσο (contrabass), που στη συνέχεια αντικατέστησαν τις εν λόγω λύρες και γι αυτό σήμερα δεν υπάρχουν. Από τη λύρα μικρού μεγέθους προέκυψε η οικογένεια της λύρας: η Κρητική, η Ποντιακή, η Καλαβρίας, το Ρεμπέκ κλπ.

Οι λύρες μικρού μεγέθους κατασκευάζονταν και κατασκευάζονται  από μονοκόμματο ξύλο, από σφεντάμι ή μουριά κ.α., μήκους περίπου μισό μέτρο, 45 – 60 εκατοστά, και του οποίου η μια άκρη πελεκείται και γίνεται κοντός πήχης (ή άλλως λαβή ή λαιμός) κάπου 20  πόντους  και η άλλη άκρη σκάφτεται και γίνεται αντηχείο σε σχήμα με κυρτό πυθμένα, δηλαδή όπως το καύκαλο της χελώνας, είτε επακριβώς όμοιο είτε παρεμφερές (φιαλόσχημο ή αχλαδόσχημο κλπ).. Ο πήχης  βοηθά αφενός στο να κρατείται από εκεί το όργανο  και αφετέρου στο τέντωμα, αλλά και πάτημα εκεί των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο. Τέτοιες λύρες είναι  η κρητική, ποντιακή, η lύρα Καλαβρίας στην Ιταλία, η Πολίτικη λύρα στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας κ.α. Τέτοια λύρα είναι και το καλούμενο rebec των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, η gadulka Βουλγαρίας, η  lijerica Δαλματίας κ.α.

Οι λύρες μεγάλου μεγέθους κατασκευάζονταν συνήθως με συναρμολόγηση, κάτι όπως γίνεται σήμερα στα βιολιά και ήταν δυο λογιών, η λύρα μπράτσου ( lira da braccio),   που ονομάζονταν έτσι, επειδή παιζόταν επάνω στο μπράτσο-ώμο, δηλαδή όπως το βιολί, και η lira da gaba, που ονομάστηκε έτσι, επειδή παίζεται στις γάμπες. Σήμερα οι λύρες αυτές δεν υπάρχουν, γιατί από αυτές προέκυψε η οικογένεια των βιολιών.

 

http://3.bp.blogspot.com/-ZH3mh_ZSUT8/URPZCUGcoWI/AAAAAAAAHLk/qZJXuNDDGcQ/s1600/ByzantinischeMusik1.jpgΒυζαντινή μουσικοχορευτική παράσταση με μια γυναίκα να χορεύει Οριεντάλ (χορό της κοιλιάς, κάτι όπως το σημερινό τσιφτετέλι). Από τους μουσικούς ο ένας παίζει πάνω στο μπράτσο του ευμεγέθη λύρα με δοξάρι (lura da braccio) που μοιάζει βιολί και οι άλλοι πλαγίαυλο, τύμπανο (νταουλάκι), κύμβαλα, κρόταλα κλπ  (  Ελληνικό χειρόγραφο του 1066, Myriam dancing. 1066, Painting, manuscript illumination, miniature, Vatican, Biblioteca. From the Barberini psalter)

Βυζαντινή μουσικορευτική σκηνή με μια γυναίκα που χορεύει Οριεντάλ (το χορό της Σαλώμης, που ήταν κάτι όπως το σημερινό τσιφτετέλι). Από τους μουσικούς ο ένας παίζει πάνω στο μπράτσο του ευμεγέθη λύρα με δοξάρι (lura da braccio) που μοιάζει βιολί. (Βυζαντινό χειρόγραφο 11 αι. μ.Χ., Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Ιεροσολύμων)

 

http://users.sch.gr/aiasgr/Image/Palaia_Diathikh/Basilias_Dabid/Dabid_H_metafora_ths_Kibwtou_01.jpgΤοιχογραφία του Κρητικού ζωγράφου Θεοφάνη Στρελίτζα Μπαθά (1490 – 1559) με παράσταση της Μεταφοράς της Κιβωτού της Διαθήκης, 1546,  Άγιον Όρος, μονή Σταυρονικήτα, καθολικό. Συνοδεύει ομάδα μουσικών με αρχιμουσικό το Δαυίδ που παίζει ψαλτήρι (κανονάκι) και οι άλλοι: ζουρνά, λαούτο, ντεφι (κρόταλα), ασκομανδούρα  και λύρα (lura) με δοξάρι από την οποία προέκυψε η βιόλα  κ.α.

Αίνοι. Ομάδα μουσικών παίζουν ψαλτήριον, λαούτα, σάλπιγγα και λαουτοειδές με δοξάρι. Τοιχογραφία του Φράγκου Κατελάνου, Μεταβυζαντινή περίοδος, 1560 μ.Χ.. Ιωάννινα, νησί, Ι. Μ. Φιλανθρωπηνών, Εξωνάρθηκας

Αίνοι. Ομάδα μουσικών με αρχιμουσικό το Δαυίδ να παίζει ψαλτήριο (κανονάκι) και οι λοιποί:  λαούτο, σάλπιγγα και τη βυζαντινή μεγάλη λύρα (lura) με δοξάρι κλπ. Τοιχογραφία του Φράγκου Κατελάνου, Μεταβυζαντινή περίοδος, 1560 μ.Χ.. Ιωάννινα, νησί, Ι. Μ. Φιλανθρωπηνών, Εξωνάρθηκας

 

https://peripluscd.files.wordpress.com/2014/09/byzantine-85.jpgΜεταφορά της Κιβωτού της Διαθήκης. Συνοδεύει ομάδα μουσικών που παίζουν ζουρνά, ψαλτήρι,  μεγαλόσχημη λύρα (lira/viola da braccio, λαούτο, σύριγγα, γκάιντα και ντέφι. Τοιχογραφία του Φράγκου Κατελάνου, 1548 μ.Χ., Μετέωρα, Ι. Μ. Βαρλαάμ).

 

https://peripluscd.files.wordpress.com/2014/10/ceb5cebd-cf87cebfcf81ceb4ceb1ceb9cf82-cebfcf81ceb3ceb1cebdcebfceb9cf82.jpg

Τοιχογραφία από το καθολικό της Ι.Μ. Βαρλαάμ στα Μετέωρα, 1548. Ένας από τους μουσικούς παίζει  λαούτο και οι άλλοι ζουρνά και λύρα όπως περίπου η ποντιακή και το rebec

Τοξωτό Rebec  (Gerard David - vers 1510, Μουσείο Καλών Τεχνών  Ρουέν)

 

 

 

 

Χειρόγραφο Ψαλτήρι  Tiberius Psalter, Winchester, 1050 μ.Χ. Ο Δαυίδ παίζοντας άρπα και περιβαλλόμενος από  μουσικούς που παίζουν διάφορα όργανα μεταξύ των οποίων και λύρα που παίζεται στον ώμο (Lira da braccio)

lyra-violi

Χειρόγραφο ψαλτήρι, Αγγλία 1170, Coll Σπ. MS U.3.2 Hunter (229), Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Ο Δαυίδ παίζοντας άρπα και οι λοιποί διάφορα όργανα  μεταξύ των οποίων και λύρες που παίζονται στον ώμο (Lira da braccio) και επάνω στο γόνατο ως η κρητική

 

Ε)  Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ

 

Η  κρητική λύρα κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο, συνήθως από σφεντάμι, καρυδιά ή μαύρη μουριά, του οποίου το μήκος, πλάτος και ύψος (βάθος) εξαρτάται  από το τι είδους λύρα θέλουμε να κάνουμε, δηλαδή αν θέλουμε να κάνουμε μικρή και με οξύ ήχο ή μεγάλη και με μπάσο ή βροντόφωνο ήχο κ.α. Συνήθως η κανονική κρητική λύρα, που έχει σχήμα κάπου αχλαδοειδές,  φτιάχνεται από ξύλο μήκους κάπου 50 εκατοστών, πλάτους 20-22 εκατοστών και ύψος (βάθους) 5 – 6 εκατοστών. Το σκάφος (αντηχείο) της, όπως π.χ.  στις καλούμενες κρητικές λύρες τύπου Σταγάκη, γίνεται 28 εκατοστά μάκρος επί 21 εκατοστά  πλάτος, επί 5 με 5,2  πάχος. Το καπάκι (εμπρόσθιο μέρος) του αντηχείου, που είναι αυτό που επηρεάζει άμεσα τον ήχο του οργάνου,  κατασκευάζεται συνήθως από ξύλο κατράνι, (ξύλο ηλικίας πολλών ετών). Η ταστιέρα (ή άλλως «γλώσσα ή γραβάτα») της κατασκευάζεται  από ξύλο κατράνι με επένδυση πλαστικής μεμβράνης, για να μη γίνεται αλλοίωση του ήχου κατά το παίξιμο και συγκολλάτε πάνω στη σκάφη ( αντηχείο) της λύρας. Το λούστρο της λύρας γίνεται από ρητίνη δένδρου (γομάλακα)  για τέλεια ηχητική απόδοση και αισθητική. Παλιά οι χορδές ήταν εντερικές και το δοξάρι είχε τρίχες από ουρά αλόγου που συνήθως έφερε μια σειρά από σφαιρικά κουδουνάκια, τα λεγόμενα γερακοκούδουνα. Σήμερα που η λύρα συνοδεύεται από άλλα μουσικά όργανα (λαούτο, κιθάρα κ.α.) χρησιμοποιείται συνήθως δοξάρι βιολιού.  Η  κρητική λύρα παρουσιάζεται με τις εξής μορφές:

α) Το Λυράκι (Λυρόνι, lironi), που είναι η με μικρότερο σε μέγεθος (με μικρότερο λαιμό και με μικρότερο σε πλάτος και βάθος ηχείο) λύρα και ως εκ τούτου και με οξύτερο και διαπεραστικό ήχο.  Ο τύπος αυτός της λύρας δημιουργήθηκε, ώστε και η μεταφορά της να είναι πιο εύκολη τόσο στις καντάδες, όσο και πάνω στα όρη και τα βουνά,

«Πήγαινε κι έρχου, Νικολό, μόνο με το λυρόνι, τραγούδα κι αναστέναζε,

κι άλλος ας ξεφαντώνει.» (Κατζούρμπος, πράξη Β΄, στ. 409-410)

β) Η λύρα, η κοινή κρητική λύρα. Λέγεται και βροντόλυρα, επειδή είναι λύρα με μεγαλύτερο μέγεθος από το Λυρόνι και  ο παραγόμενος ήχος της είναι εντονότερος, βροντώδης,

γ) Η βιολόλυρα, που είναι όργανο μεταξύ λύρας και βιολιού. Με τον τύπο αυτό οι τόνοι γίνονται γλυκύτεροι, όμως όχι σύμφωνοι προς την αυστηρότητα και αδρότητα του Κρητικού ήθους. Το βιολί είναι λύρα μόνο που δεν γίνεται από μονοκόμματο ξύλο, όπως γίνεται στη Λύρα, αλλά με συναρμολόγηση, επειδή το αντηχείο του βιολιού δεν είναι όπως το καύκαλο χελώνας, αλλά πλακωτό, δηλαδή όπως της κιθάρας, οπότε αυτό επιτυγχάνεται με συναρμολόγηση.

Η κρητική λύρα είναι όργανο που χρησιμοποιείται και στην αστική και στη λαϊκή μουσική. Συνοδεύεται από ένα κρουστό (το νταούλι) , μια κιθάρα και  ένα ή περισσότερα ζευγόχορδα (λαούτο ή μαντολίνο) , που το ένα παίζει πρίμα τη μουσική και το άλλο παίζει "πάσο", δηλ. ακομπανιάρει σε συγχορδίες (μινόρε - μαντζόρε ή απλές). Το λαούτο είναι πιο παλιό συνοδευτικό της λύρας από το μαντολίνο, εξ ου και ο όρος λαουτιέρης = ο πασαδόρος. Τα γερακοκούδουνα δεν είναι συνοδευτικό όργανο της λύρας, αλλά  για ποικιλία ήχων, κάτι ως το θυμιατήρι. Δευτερευόντως σημειώνουν-τονίζουν το ρυθμό, κυρίως  σε έλλειψη πασαδόρου ή λαουτιέρη. Οι χορδές της κρητικής λύρας, που αρχικά ήταν εντερικές, είναι τρεις και παίζονται με τα νύχια του αριστερού χεριού, καθώς και με το δοξάρι που το κρατά το δεξί χέρι.  Η μουσική έκταση της κρητικής λύρας είναι 2 οκτάβες, το κούρδισμά της κατά πέμπτες καθαρές και οι χορδές κουρδίζονται περίπου στις Νότες LA (η ψιλή ή καντίνι), RE η μεσαία και SOL η μπάσα. Η τονικότητά των χορδών για τη σύγχρονη λύρα της Κρήτης είναι Λα (4ης οκτάβας), Ρε (4ης οκτάβας) και Σολ (3ης οκτάβας).

Κούρδισμα κρητικού Μαντολίνου: Mi(E5), La(Α4), Re(D4), Sol(G3).

Κρητικού Λαούτου: Mi(E), La(A), Re(D), Sol(G)

Κρητικής Λύρας (τετράχορδης): Mi(E5), La(Α4), Re(D4), Sol(G3)

Κρητικής Λύρας (τρίχορδης): La(Α4), Re(D4), Sol(G3)

 

image063

Τα εξαρτήματα-μέλη της Κρητικής Λύρας:

1: Η κορφή ή κεφαλή,

2: Τα στριφτάρια ή  κλειδιά,

3: Ο ζυγός ή πάνω καβαλάρης.

4: Ο βραχίονας ή λαιμός ή λαβή,

5: Η γλώσσα ‘η ταστιέρα ή γραβάτα,

6: Το αντηχείο ή σκάφος, σχήματος αχλαδόσχημο ή  ως το καύκαλο χελώνας.

7: Το καπάκι του αντηχείου

8: Ο στύλος ή γάιδαρος: είναι ένας κυλινδρικός ξύλινος στύλος που η κάτω απόληξή του στηρίζεται στο εσωτερικό του σκάφους και η άνω στο πέλμα της γέφυρας από την πλευρά της ψιλής χορδής

9: Οι οπές του αντηχείου - μάτια,

10: Ο καβαλάρης ή γέφυρα

11: Οι χορδές ή άλλως κόρδες,

12: χορδοδέτης, απ’ όπου αρχίζουν οι χορδές,

13: Το πάτημα ή ουρά,

14:  Το καμάρι, μια επιμήκη ράβδο κατά μήκος τους κεντρικού εσωτερικού τμήματος του καπακιού.

 

http://www.cretanlyra.gr/images/14.1%20Kypreos%20bow.jpg

Τύπος δοξαριού κρητικής λύρας

 

 

http://www.cretetravel.com/images/cache/images/uploads/activities/Stagakis%20Lyra%20Workshop/R_Stagakis_Manufactoring_Store7_1000_751_c1.jpg

Κρητική λύρα και  βιολόλυρα

 

 

 

 

 

 

ΣΤ) Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΥΡΑ

 

Η ποντιακή λύρα είναι τρίχορδο τοξωτό  που κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο, κάπου 45-60 εκατοστά (πλάτους 7-11 εκατοστά και βάθος 4-7 εκατοστά), του οποίου η μια άκρη πελεκείται προκειμένου να γίνει πήχης απ΄όπου  θα πιάνεται η λύρα και συνάμα να βοηθά στο  να τεντώνονται και να πατιούνται εκεί οι χορδές με τα δάκτυλα και η άλλη  άκρη σκάφτεται προκειμένου να γίνει αντηχείο με κυρτό πυθμένα και συγκεκριμένα όπως το καύκαλο χελώνας, όμως σε φιαλόσχημο σχήμα. Το ξύλο που κατασκευάζεται η ποντιακή λύρα είναι είτε από ξύλο κοκκύμελου (δαμασκηνιάς) είτε από ξύλο αρτούτζιν (άρκευθος), αλλά και από μουριά, καρυδιά, κέδρο κ.ά. Το καπάκι του αντηχείου είναι πάντα από ξύλο πεύκου ή έλατου. Η φιαλόσχημη λύρα των Ελλήνων του Πόντου είναι με τρεις χορδές κουρδισμένες σε τέταρτες καθαρές. Οι μικρές διαστάσεις του καβαλάρη επιτρέπουν στο δοξάρι να τρίβει και στα δάχτυλα να πατούν συχνά δυο χορδές ταυτόχρονα, δημιουργώντας έτσι την ιδιόρρυθμη πολυφωνία που χαρακτηρίζει την ποντιακή λύρα. Ο κεμεντζές  η λύρα που παίζουν οι  Έλληνες του Πόντου και της Καππαδοκίας ,έχει φιαλόσχημο ηχείο και κοντό χέρι που συνεχίζει το ηχείο, χωρίς μπερντέδες, κλειδιά εμπρός προς τα πίσω, ταστιέρα, καβαλάρη, τρεις μονές χορδές στερεωμένες στον κορδοδέτη και παίζεται με δοξάρι. Το δοξάρι της ποντιακής λύρας λέγεται «τοξάρι» (κρατά την αρχαία Ελληνική ονομασία), έχει μήκος 50-55 εκ., είναι κατασκευασμένο από ξύλινη ράβδο  και  έχει τρίχες από αρσενική αλογοουρά.

Η ποντιακή Λύρα φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, με μικρές όμως διαφορές στις διαστάσεις. Το τοίχωμα του ηχείου δεν πρέπει να είναι περισσότερο από 3-4 χιλιοστά πάχος, ενώ το καπάκι πρέπει να είναι λεπτότερο, γύρω στα 2-3 χιλιοστά. Στο ηχείο της ανοίγονται, «για τη φωνή», από δύο τρύπες σε κάθε πλευρά και στο καπάκι τέσσερις, τα λεγόμενα τρυπία. Στο καπάκι ανοίγονται και τα ρωθώνια, δύο μακρόστενες και συνήθως λίγο κυρτές προς τα έξω τρύπες. Στα τρία κλειδιά, τα ώτια  –συνήθως σε σχήμα Τ – τυλίγονται οι τρεις χορδές που ακουμπούν στον πάνω καβαλάρη, στον κάτω καβαλάρη και δένονται στον κορδοδέτη, το παλληκάρ·  Ο κάτω καβαλάρης, ο γαιδίαρον  ή το γαϊδούρ, είναι λεπτός, πολύ λίγο κυρτός και πολύ μικρός στις διαστάσεις του σε σύγκριση με τον καβαλάρη της αχλαδόσχημης λύρας. Η ψυχή, το σουλάρ’ (στύλος), ακουμπάει με το επάνω άκρο στο καπάκι (περίπου κάτω από το αριστερό πόδι του καβαλάρη, στη μεριά της υψηλότερα κουρντισμένης χορδής) και με το κάτω άκρο στη βάση του ηχείου. Το μήκος των χορδών που πάλλονται με το τρίψιμο του δοξαριού, δηλαδή η απόσταση από τον πάνω έως τον κάτω καβαλάρη είναι συνήθως γύρω στα 28-32 εκατοστά.

Η ποντιακή λύρα είναι από τα λίγα αυτοσυνοδευόμενα μουσικά όργανα.  Παίζεται στα πατήματα των χορδών με τη ψίχα των δακτύλων και όχι με το νύχι , όπως η κρητική λύρα, η Πολίτικη κ.α. Ο κύριος τρόπος παιξίματος είναι διπλόχορδος (δάκτυλα και δοξάρι), που θεωρείται και ο γνησιότερος. Σε αυτήν την περίπτωση η μία χορδή δίνει τη μελωδία και η άλλη τη συνοδεία, δημιουργώντας έτσι τα μουσικά διαστήματα. Ο μονόχορδος τρόπος, ο οποίος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: α) το μονόχορδο παίξιμο με το δοξάρι, ενώ τα δάχτυλα πατάνε δύο χορδές ταυτόχρονα, απομονώνοντας τη δεύτερη που δημιουργεί τον ισοκράτη. Β) η κλασική μονοχορδία, όπου δάχτυλα και δοξάρι παίζουν μία χορδή. Η διαφορά των δύο παραπάνω είναι στο ηχόχρωμα.

Ο κεμεντζετζής (λυράρης), όταν κάθεται,  παίζει ακουμπώντας τη λύρα πάνω στον αριστερό μηρό ή ανάμεσα στα δύο πόδια, που κρατάει ενωμένα Και στις δύο περιπτώσεις ο κεμεντζές δεν κρατιέται κάθετος, αλλά γερμένος λίγο προς τα αριστερά και μπροστά.  Όταν παίζει όρθιος, ο κεμεντζές στηρίζεται στον αντίχειρα και το δείκτη του αριστερού χεριού, που ακουμπάει στην κεφαλή του οργάνου.

 

Σημειώνεται ότι:

10 Η ποντιακή λύρα προέρχεται σαφώς από τη βυζαντινή λύρα. Απλά μερικοί λένε την ποντιακή λύρα και με την ονομασία κεμεντζέ , επειδή έτσι λένε τα τοξωτά  έγχορδα  οι Τούρκοι, οι οποίοι είχαν τους Πόντιους υπόδουλους.  Βέβαια η ονομασία κεμεντζές δεν είναι λέξη τούρκικη, αλλά περσική,  σύνθετη από τις περσικές λέξεις keman/kæman  =  τόξο, και –cheh = μικρό, δηλαδή μικρό τόξο, δοξάρι. Και το ότι η Ποντιακή λύρα δεν προέρχεται από τον (περσικό) κεμεντζέ, αλλά από τη βυζαντινή λύρα,  γίνεται αμέσως φανερό αν βάλουμε μια ποντιακή λύρα δίπλα σε ένα περσικό κεμεντζέ, καθώς και ένα αραβικό rebab. Και κάνοντας αυτό βλέπουμε ότι η ποντιακή λύρα αποτελείται από ένα μονοκόμματο ξύλο περίπου 50 πόντων, του οποίου η μια άκρη πελεκείται και γίνεται πήχης ή άλλως λαιμός  κλπ (βλέπε πιο πριν),  ενώ αντίθετα ο κεμεντζές και το rebab αποτελούνται από ένα μακρύ ξύλο, ενός μέτρου περίπου, στου οποίου το κάτω μέρος προσκολλάται ένα μικρό στρογγυλό αντηχείο σε σχήμα όπως το ημισφαίριο της καρύδας κλπ. Επομένως η ποντιακή λύρα είναι όπως η κρητική και προέρχεται από τη βυζαντινή Λύρα, ενώ ο περσικός κεμεντζές είναι ίδιο τοξωτό με το rebab .

2) Η ποντιακή και η κρητική λύρα έχουν κάποιες διαφορές στο σχήμα και στον τρόπο του παιξίματος. Η Ποντιακή λύρα έχει τρείς χορδές και σχήμα φιάλης (μπουκαλιού), ενώ η κρητική λύρα έχει 3 ή 4 χορδές και σχήμα αχλαδιού. Η κρητική λύρα παίζεται με το λυράρη να ακουμπά τη λύρα πάνω στο γόνατο, σαν ένα μικρό βιολοντσέλο. Δεν πιέζει τα δάχτυλά του πάνω στις χορδές, αλλά τα νύχια από τα πλάγια, σαν να τις "τσιμπάει". Η Ποντιακή λύρα κρατιέται όρθια, προς τα κάτω, χωρίς να ακουμπά πουθενά. Έτσι, ο λυράρης μπορεί να κινείται με ευχέρεια ανάμεσα στον κύκλο των χορευτών, τραγουδώντας και συνάμα προκαλώντας τους χορευτές για χορό.

 

 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΛΥΡΑΣ

 

Ποντιακή ονομασία

Εξαρτήματα - μέλη της ποντιακής Λύρας

 

1

Το κιφάλ

Η κεφαλή, η κορφή του βραχίονα/λαιμού όπου είναι τα στριφτάλια

2

Τα ωτία

Αυτιά (ώτα)  ή άλλως κλειδιά ή χορδοδέτες, στριφτάλια

3

Η γούλα

Ο λαιμός, ο πήχης, βραχίονας

4

Η γλώσσα

Η ταστιέρα, σπαλέρ

5

Το καπάκ

Καπάκι, κάλυμμα

6

Τα ρωθώνια

Ρουθούνια, οι οπές του αντηχείου

7

Ο γάιδαρον

Κάτω καβαλάρης (από πάνω του  περνούν οι χορδές)

8

Το παλικάρ

Παλικάρι, ο  κορδοστάτης, για να στερεώνονται οι χορδές,

9

Το σκαφίδ

Σκάφος, καβούκι, το αντηχείο

10

Το στυλάρ

Στυλιάρι, υποστήριγμα μέσα στο σκάφος και από τη μία πλευρά του ακουμπάει στην πλάτη και από την άλλη στο καπάκι, από τα δεξιά πλευρά, όπως βλέπουμε τη Λύρα, κάτω ακριβώς από τον «γάιδαρο» και δίπλα από το δεξί «ρουθούνι», συνήθως στο μέσον, ώστε να ξεχωρίζει τις ψιλές φωνές από τις χαμηλές (ζιλ-καπάν).

11

Τα κόρδας

Χορδές, κόρδες

12

Τοξάρ

Το δοξάρι

Οι  3 χορδές της ποντιακής λύρας ήταν αρχικά  εντερικές ή μεταξένιες και μετά μεταλλικές. Το κούρδισμα τους είναι σε διαστήματα 4ης καθαρά (κλασικός τρόπος) π.χ. πρώτη χορδή Λα(Ζιλ), δεύτερη χορδή Μι(Μεσαία), Τρίτη χορδή Σι(Καπάν) και η μουσική κλίμακά της περίπου δυόμισι μέτρα. Το κανονικό της κούρδισμα είναι: ΛΑ, ΜΙ και ΣΙ. Η μουσική κλίμακά της είναι περίπου δυόμισι μέτρα. Ο τρόπος παιξίματος της ποντιακής λύρας είναι συγχορδία, ενώ το τοξάρι κρατιέται ή παίζεται κάπως διαφορετικά.

Συνοδεύεται με ό,τι  άλλα έγχορδα συνοδεύονται και οι άλλες λύρες. Η ζυγια είναι από ένα κρουστό (το νταούλι), ένα νυκτό ( κιθάρα) και  ένα ή περισσότερα ζευγόχορδα: λαούτο ή μαντολίνο, που το ένα παίζει «πρίμα»  και το άλλο παίζει "πάσο" δηλ. ακομπανιάρει σε συγχορδίες (μινόρε - μαντζόρε ή απλές).

 

 

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΥΡΑ (ΦΙΑΛΟΣΧΗΜΗ)

ΛΥΡΑ ΚΑΠΑΔΟΚΙΑΣ (ΦΙΑΛΟΣΧΗΜΗ)

 

Ζ) ΟΙ ΛΥΡΕΣ ΔΑΛΜΑΤΙΑΣ, ΡΩΣΙΑΣ. ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, ΣΕΡΒΙΑΣ

 

Στα Βαλκάνια και στην Ευρωπαϊκή Ρωσία επικρατεί το αρχέτυπο της Βυζαντινής  αχλαδόσχημης λύρας με τρεις ανισομήκεις χορδές. Στη Βουλγαρία χρησιμοποιείται μία αχλαδόσχημη λύρα (γκαντούλκα) που έχει πλήθος χορδών. Έχει τρεις ή τέσσερις κύριες χορδές και έως και δέκα συμπαθητικές (αντηχείου). Μόνο οι κύριες (μελωδικές) χορδές αγγίζονται με τα δάχτυλα του λυράρη. Στη Σερβία φέρει το ελληνικό όνομα λύρικα. Παράλληλα, στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της πρώην Γιουγκοσλαβίας χρησιμοποιείται ένα μονόχορδο που είναι τύπος  περσικού κεμεντζέ, που ονομάζεται Γκούσλα. Η gudok ή hudok είναι ένα σλαβικό έγχορδο, κάτι μεταξύ λύρας και βιολιού, που παίζεται με δοξάρι. Έχει  συνήθως τρεις χορδές, δύο εκ των οποίων από κοινού συντονισμένες και η τρίτη συντονισμένη ένα πέμπτο υψηλότερο. Μερικές φορές η gudok έχει αρκετές συμπαθητικές χορδές (μέχρι οκτώ) κάτω από το αντηχείο. Κάτι που κάνει τον ήχο του gudok ζεστό και πλούσιο.

 

Lirica_Dalmacija_EMZ_300109Τρίχορδη λύρα ( lijerica) Δαλματίας (= Κροατίας και Ερζεγοβίνης).

 

 

 

 

Η πολύχορδη λύρα  gadulka των χριστιανών  Βουλγαρίας. Έχει συνήθως τρεις ή τέσσερις κύριες χορδές και έως δέκα συμπαθητικές,  . Μόνο οι κύριες μελωδικές χορδές αγγίζονται με τα δάχτυλά του παίκτη, χωρίς να πιέζονται προς τα κάτω για να αγγίξουν το λαιμό

Μονόχορδη  Gusla ή Gusle των μουσουλμάνων Βουλγαρίας, Σερβίας, Κροατίας και Μαυροβούνιου. Στα σερβικά  και αλβανικά λέγεται  lahuta  στα βουλγαρικά : гусла και στα ρουμανικά : guzlă

 

Σλαβική λύρα Gudok ή hudok

 

 

 

Η) ΟΙ  ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΛΥΡΕΣ (LYRA / VIOLA  > VIHUELA)

 

Ανατρέχοντας στα αρχαία ισπανικά χειρόγραφα Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., καθώς και στα αρχαία Ισπανικά μουσικά συγγράμματα:  El Maestro by Luis Milán (1536),  Los seys libros del Delphin by Luis de Narváez (1538),  Tres Libros de Música by Alonso Mudarra (1546),  Silva de sirenas by Enríquez de Valderrábano (1547),  Libro de música de Vihuela by Diego Pisador (1552) Orphénica Lyra by Miguel de Fuenllana (1554), El Pamasso by Estevan Daça (1576) (βλέπε και Encyclopedia Britannica, λέξη Guitar) βλέπουμε ότι:

Α) Οι Iσπανοί με την ονομασία  vihuela de arco = ιταλικά lira/ viola da arco  λέγεται το έγχορδο που παίζεται με δοξάρι, vihuella/ lyra de mano = Ιταλικά  viola/lira da mano λέγεται το έγχορδο που παίζεται με τη χέρα-δάκτυλα και vihuella de penola = Ιταλικά  viola da penola  λέγεται το έγχορδο που παίζεται με πένα (πλήκτρο). Οι ονομασίες ισπανικά vihuela/ lyra = ιταλικά viola /  lira  εναλλάσσονται. 

Β) Οι Iσπανοί με την ονομασία  με την ελληνική ονομασία κιθάρα > cithara (λατινικά) > guitarra ή orphenica lyra ονομάζουν το έγχορδο   Vihuella da mano που είχε μονές χορδές και αντηχείο με επίπεδο πυθμένα,   επειδή θεωρούν ότι η κιθάρα τους κατάγεται από την  αρχαία λύρα του Ορφέα , του γιου της μούσας Καλλιόπης και του Κρητικού  Απόλλωνα ή κατ’ άλλους του Θρακιώτη Οίαγρου. Απλά η σύγχρονη κιθάρα έχει αφαιρέσει τον ένα πήχη (μπράτσο) από τους δυο που είχε η αρχαία.

 

Minstrels with a Rebec & a LuteΙσπανοί μουσικοί  που ο ένας παίζει  vihuela de arco, κάτι όπως η Ποντιακή και η Κρητική λύρα και ο άλλος vihouela de penola ή άλλως μαυριτανική κιθάρα (ούτi, που έχει 4 ζεύγη χορδών και 1 μονή, δηλαδή συνολικά  9 χορδές

RebecsΙσπανοί μουσικοί παίζουν vihuela de arco, τοξωτά με σχήμα vial (= φιάλη ), όπως ακριβώς η ποντιακή λύρα.

Ισπανός μουσικός που παίζει λύρα rabel (= το ραπάνι ρεπάνι, λατινικά rapum)  Πρόκειται για ένα ποιμενικό τοξωτό έγχορδο όργανο που αποτελείται από δύο ή τρεις χορδές συντονισμένες σε τέταρτα ή πέμπτα.. Συνοδεύει χορευτικά τραγούδια, μπαλάντες και τραγούδια πικαρέ

cuerda6

Ισπανοί μουσικοί που o ένας παίζει vihuela de arco (lira da braccio) και ο άλλος Vihuela/Viola de mano ή άλλως Orphenica Lyra/ guitarra

ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ 1288 μ.Χ. (Ύμνοι της Παναγίας = Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., Ισπανία).

 

image162

Ισπανικό χειρόγραφα Beatus, 1180 μ.Χ. με ισπανούς μουσικούς που παίζουν δυο λογιών τοξωτά, αυτά με αντηχείο oval (ωοειδές), τα οποία παίζονται πάνω στο μπράτσο (viola/lira da braccio)   και αυτά με αντηχείο οκτάσχημο, τα οποία παίζονται ανάμεσα στις γάμπες (viola/lira da gamba). Την εποχή αυτή οι ονομασίες vihuela =ιταλικά villa και lira = ελληνικά λύρα εναλλάσσονταν.

 

 

3. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΑΒΙΚΟΥ ΡΕΜΠΑΜΠ Ή ΠΕΡΣΙΚΑ ΚΕΜΕΝΤΖΕ 

 

Το αραβικό τοξωτό ρεμπάπ  (rebab)  είναι το αυτό μουσικό τοξωτό με αυτό που στα περσικά λέγεται κεμεντζές (chemenche, Kamanch). Διαφορές έχουν μόνο σε λεπτομέρειες υλικών και εμφάνισης, στο ρεμπαμπ η ραβδος συνήθως είναι ξύλινη και στον κεμεντζέ μεταλλική κ.α. Αποτελούνται  από ένα πολύ μακρύ ξύλο ή μια μακρά μεταλική ράβδο, κάπου ένα μέτρο, που βοηθά στο τέντωμα, αλλά και στο πάτημα των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο,  και αφετέρου από ένα αντηχείο ημισφαιρικό, όπως το ημισφαίριο της καρύδας ή και άλλου σχήματος, που προσαρτάται προς το τέλος του μακρύ ξύλου. Είναι με τρεις ή τέσσερεις χορδές και τέτοια τοξωτά είναι και το morin khur (Μογγολίας}, το Ravanahatha (Ινδίας), το Erhu (Κίνας), το Byzaanz (Ρωσίας)  κ.α. Η ποντιακή λύρα λέγεται και κεμεντζές, όμως δεν είναι κεμεντζές, αλλά λύρα, που λέγεται με περσική ονομασία. Αρχικά υπήρχε το Ρεμπαμπ, που ήταν νυχτό έγχορδο και μετά, όταν επινοήθηκε το δοξάρι, το Ρεμπαμπ έγινε και τοξωτό έγχορδο, το οποίο οι Πέρσες ονόμασαν Κεμεντζέ. Ο κεμεντζές χρησιμοποιείται ευρέως στην κλασική μουσική του Ιράν , Αρμενία ,  Αζερμπαϊτζάν , Ουζμπεκιστάν και Τουρκμενιστάν , με μικρές διαφοροποιήσεις στη δομή του οργάνου. Η ονομασία κεμεντζές (kamānche ή kamāncha) σημαίνει  "μικρό τόξο» (στα περσικά  kæman  = τόξο, και -cheh , υποκοριστικό).

Ο κεμεντζές παίζεται κανονικά ακουμπισμένος στη γη και γι αυτό κάτω από το αντηχείο έχει μια σιδερένια ακίδα, για να στηρίζετε στη γη. Τα πατήματα στις χορδές γίνονται με την καλούμενη ψίχα των δακτύλων, όπως και στην ποντιακή,  και όχι με τα νύχια, όπως γίνεται στην κρητική λύρα κ.α. Ο βραχίονας του κεμεντζέ κατασκευάζεται από διάφορα είδη ξύλου (π.χ. μουριά, καρυδιά, δρυ, σφεντάμι), ενίοτε και από μέταλλο, κυρίως ασήμι. Ο παραδοσιακός  kamancheh έχει τρεις μεταξένιες χορδές και σήμερα τρείς ή τέσσερεις μεταλλικές συντονισμένες  σε τέταρτα ή πέμπτα.

 

http://www.warfare.altervista.org/Ottoman/Album/Codex_Vindobonensis-Tunge%20agzianoglon%20die%20in%20den%20gerffenn%20arbeyffen%20du%20anoffen%20mueffwillen%20gegen%20meniglich%20aufder%20gallen%20und%20straffen%20veruringen.jpgΟθωμανοί μουσικοί στην Κωνσταντινούπολη το 1586,  παίζουν κεμεντζέ με δοξάρι και κεμεντζέ με πλήκτρο. (Ottoman Illustrations from: Ι Turchi. Codex Vindobonensis 8626). Χειρόγραφο του Bartolemeo von Pezzen, πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη 1586- 1591 επί  αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας  Ρούντολφ ΙΙ, που διατηρείται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης

 

 

Byzaanz Ρωσίας,  τοξωτό ίδιο περίπου με τον περσφικό κεμεντζέ και το αραβικό rebab. Έχει 4 χορδές και  ξύλινο κυλινδρικό, σπάνια κυβικό,  αντηχείο.  Είναι παρόμοιο τοξωτό με το Κινεζικό sihu .

 

File: Ravanahatha.jpgΡαβάναστρο (ravanahatha) τοξωτό ίδιο περίπου με τον περσικό κεμεντζέ και το αραβικό rebab. Μερικοί ισχυρίζονται ότι προέρχεται από τη Σρι Λάνκα στην εποχή του βασιλιά Ravana, που  έζησε το 3000 π.Χ.  Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι και το όργανο αυτό αρχικά ήταν νυκτό και μετά, όταν επινοήθηκε το δοξάρι,  έγινε και τοξωτό. Το αντηχείο του αρχικά κατασκευάζονταν από κέλυφος καρύδας, το στόμιο του οποίου καλύπτεται με προβιά κατσίκας. Σήμερα οι κύριες χορδές του είναι δύο: μία από χάλυβα και η άλλη από χοντρότριχες. Το δοξάρι έχει και κουδουνίστρες.

 

Khushtar2Khushtar από την Περιφέρεια Ουιγούρων στη δυτική Κίνα. Διαθέτει 4 χορδές  συντονισμένες G, D, A, E. Μερικές φορές έχει και συμπαθητικές χορδές., όπως η λύρα  gadulka της Βουλγαρίας.

 Το όργανο αυτό είναι λύρα. Απλά το αντηχείο του κατασκευάζεται από σανίδες (ούγες)  από ξύλο μουριάς ή βερίκοκου. Το καπάκι είναι από πεύκο. Το όργανο έχει συχνά σκάλισμα ενός πουλιού στην κορυφή του κεφαλιού κύλισης. Τα στριφτάρια συχνά είναι κατασκευασμένα από ξύλο καρυδιάς.

 

morin khuur Μοrin khur Μογγολίας, τοξωτόίδιο περίπου με τον κεμεντζέ. Αποτελείται από δυο χορδές που τεντώνονται πάνω από ένα κυβικό ( τραπεζοειδές) ξύλινο αντηχείο με επίπεδο πυθμένα με τη βοήθεια ενός ξύλινου και πολύ μακρού βραχίονα, ο οποίος καταλήγει σε κεφαλή αλόγου.  Είναι παρόμοιο με  τα Erhu (Κίνας), Byzaanzy Ρωσίας,  Kamanch (Περσίας)  κ.α. και σύμφωνα με τη Μογγολική Μυθολογία, ένας νέος είχε ένα άλογο που το αγαπούσε υπερβολικά και όταν πέθανε από τα κόκαλά του και από τις τρίχες της ουράς του έφτιαξε το μουσικό όργανο αυτό, για να το θυμάται.

Kamanche

Σημερινός τριχορδος περσικός κεμεντζές (  Qyamancha,  Kemenche , Kemanche, Kamancha)

Παίζοντας Kamancheh  (Ζωγραφική από το Hasht-Behesht palace, Isfahan, Iran,1669)

 

 

image093

Σημερινός μουσικός που παίζει το αραβικό τοξωτό Rebab ή άλλως Rabab

 

Τουρκικό τοξωτό  rebab/ lar  (Μεβλανά μαυσωλείο, Konya, Τουρκία)

Περσικός 4χορδος κεμεντζές (  Qyamancha,  Kemenche , Kemanche, Kamancha), τοξωτό ίδιο σχεδόν με το αραβικό rebab.

 

 

4 Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΙΤΑΛΙΚΕΣ  ΛΥΡΕΣ / ΒΙΟΛΙΑ :

LIRA DA BRACCIO,  LIRA DA GAMPA ( LIRONE), LIRA CALABRESA ΚΛΠ

 

Στην Ιταλία αρχικά υπήρχαν οι ίδιες λύρες που υπήρχαν και σε όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (Ελλάδα, Μ. Ασία κλπ) μια των οποίων είναι π.χ. η λύρα Καλαβρίας (lira Calabresa). Η λύρα Καλαβρίας είναι  ίδια με την κρητική λύρα. Δηλαδή είναι και αυτή τρίχορδη ή και τετράχορδη και με αντηχείο όπως το καύκαλο χελώνας, και παίζεται όρθια, στηριζόμενη επί ή μεταξύ των γονάτων. Το αριστερό χέρι συνήθως κρατάει τη λαβή του οργάνου και αγγίζει τις χορδές με τα νύχια πλαγίως, όπως και στην κρητική λύρα, ενώ το δεξί του χέρι του οργανοπαίκτη κρατάει το δοξάρι. Οι τρεις χορδές (η κεντρική είναι λίγο μεγαλύτερη) παλιά φτιάχνονταν από έντερο ζώου, ενώ το δοξάρι από τρίχες αλόγου

Στην Ιταλία μετά δημιουργήθηκαν η λύρα μπράτσου και η λύρα γάμπας, από τις οποίες μετά προήλθε μετά η οικογένεια του βιολιού, που αντικατέστηε τις λίρες αυτές και σήμερα δεν υπάρχουν. Το βιολί  και η βιόλα (= το μεγάλο βιολί) προέρχονται  από τη lira da braccio και το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο προέρχονται από τη lira da gaba.  Μάλιστα αρχικά, κατά τον 11ο και 12ο αιώνα,  οι Ευρωπαίοι συγγραφείς χρησιμοποιούν εναλλακτικά τους όρους viola και lira, όταν γίνεται αναφορά σε τοξωτά όργανα. Στην Κρήτη, Ιταλία και σε άλλα μέρη από παλιά υπάρχουν συνάμα και τοξωτά όργανα που είναι  βιολόλυρες ( lyre viol)

 

image100

Ο Δαυίδ με ψαλτήρι και μουσικό που παίζει lira da braccio (Από χειρόγραφο ψαλτήρι του  12ου αι. μ.Χ., Δημοτική Βιβλιοθήκη, Μάντοβα, Ιταλία)

Η lira da braccio ήταν ένα από τα πιο σημαντικά έγχορδα όργανα της Αναγέννησης. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως από λυρικούς μουσικούς της Ιταλίας, για να συνοδεύσει απαγγελίες ποιημάτων. Είναι σχηματικά παρόμοια με το βιολί και με δυο οπές στο αντηχείο σε σχήμα C. Έχει 7 χορδές, όπως και η αρχαία ελληνική λύρα, που παίζονται με δοξάρι και από τις οποίες οι 2 χορδές είναι «κηφήνες» και παίζονται με το νύχι, Ειδικότερα οι πέντε χορδές πάνω από την ταστιέρα παίζονται με δοξάρι, ενώ οι δύο χορδές μπάσου από την πλευρά του οργάνου παίζονται με τα νύχια του αριστερό αντίχειρα του λυράρη.

Η lira da gamba ήταν η μπάσα της οικογένειας της λύρας και έχει 9 - 16   χορδές, από τις οποίες 2 είναι «κηφήνες» (ισοκρατικές), αυξάνοντας έτσι το τονικό εύρος των πιθανών (και, κατά συνέπεια, το ρεπερτόριο) σε σχέση με τη λύρα του βραχίονα (lira da braccio).  Ήταν πολύ διαδεδομένη μεταξύ 1500 και 1700 και χρησιμοποιούντα κυρίως ως συνοδευτικό της φωνής.

 


The lirone or lira da gamba (is the bass member of the lira


La lira calabresa (Λύρα Καλαβρίας). Είναι ίδια με την κρητική και παίζονται όμοια, δηλαδή το πάτημα των χορδών γίνεται με τα νύχια κλπ

 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΒΙΟΛΙΟΥ

 

Η οικογένεια του βιολιού  αποτελείται από τέσσερα διαφορετικού μεγέθους τοξωτά, τα εξής: Βιολί (Violin), Βιόλα (Viola), Βιολοντσέλο (Violoncello) και Κοντραμπάσο (Contrabass), έτσι ώστε να μπορούν να καλύπτουν από πολύ ψηλές νότες μέχρι πολύ χαμηλές, κάπως σε αντιστοιχία με τις ανθρώπινες φωνές της σοπράνο, της κοντράλτο, του τενόρου και του μπάσου. Το πιο μικρό είναι το Βιολί (Violin)  με τον πιο ψηλό ήχο.

ΒΙΟΛΙ (VIOLIN)

Ακολουθεί η μεγαλύτερη Βιόλα (Viola)  με λίγο πιο βαθύ και σκοτεινό ήχο. Ακόμα μεγαλύτερο είναι το Βιολοντσέλο (Violoncello), που πλέον το μέγεθός του δεν του επιτρέπει να παίζεται στον ώμο, αλλά ακουμπισμένο στο πάτωμα, και έχει έναν βαθύ, πλούσιο και ζεστό ήχο. Τέλος έχουμε και το Κοντραμπάσο (Κοντραμπάσο) με το βαθύτερο ήχο απ’ όλα. Το Βιολί και η Βιόλα παίζονται πάνω από το μπράτσο  (ώμο-πηγούνι) του χεριού που τα κρατά, όπως και η ιταλική Lira da braccio (=  Λύρα που παίζεται πάνω από το μπράτσο του χεριού που την κρατά) απ΄όπου κατάγονται. Το Βιολοντσέλο και το Κοντραμπάσο παίζονται ακουμπισμένα στη γη ή ανάμεσα στα πόδια, όπως η ιταλική lira da gamba ( = η Λύρα που παίζετε ανάμεσα στις γάμπες) ή Lirone (= μεγάλη Λύρα) απ’ όπου και κατάγονται. Η οικογένεια του βιολιού είναι εξέλιξη-παραλλαγές της ιταλικής Lira da braccio και  της ιταλική lira da gamba ή lιroni, αφού αφενός οι ονομασίες Viola και Lira εναλλάσσονται κατά τον 11 – 12 αι. μ.Χ. και αφετέρου η lira da braccio και η Lira da gamba διαφέρουν λίγότερο από την οικογενεια των βιολιών απ΄ό,τι π.χ. το Ρεμπάμπ ή ο περσικός Κεμεντζές κλπ  Πέραν αυτών ο Johannes Tinctoris (1435 - 1511),  Φλαμανδός συνθέτης και θεωρητικός της μουσικής της Αναγέννησης, έγραψε: «η βιόλα, όπως λένε, ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες». Η ονομασία βιολί ( Violin) προέρχεται από την ιταλική λέξη Violin(o), που σημαίνει η μικρή Viola (γαλλικά  Viele > violon), κάτι ως και Μantola  > Μantolino. Η ονομασία βιόλα (viola)  κατ’ άλλους προέρχεται από τη Λατινική λέξη vitula που σημαίνει μόσχος/ δαμαλίς, επειδή αρχικά οι χορδές του βιολιού προέρχονταν από έντερα βοοειδών, vitulare = τραγουδώ” ή “ευφραίνομαι”. Η λατινική λέξη Vitula  εξελίχθητε  στα  αγγλικά Fid(u)la – Fiddle και κατ’ άλλους από το ό,τι το βιολί αρχικά είχε σχήμα οβάλ, viale, phiala > φιάλη. Στα ελληνικά, ως γνωστόν, βιόλα σημαίνει το λουλούδι (ιταλικά Viola =  Fiora / Fiore = λουλούδι) που αλλοιώς λέγεται και ίον ( ή κοινώς γιούλι ή μενεξές), και του οποίου το χρώμα έχει η βαφή του μουσικού οργάνου βιόλα/ βιολί, τη βαφή με χρώμα ιώδες

 

. Lira da braccio (lyre), 1511, the oldest specimen known. Front of the instrument: female torso, satyr's face on neck of the instrument. From Verona. Obbizzi Collection

Lira da braccio, 1511 μ.Χ. (Museum,Musikinstrumente, Vienna, Austria)

Γυναίκα μουσικός με Lira da Braccio , πίνακας του Τζιοβάνι Μπελίνι , Sacra Conversazione , 1505

 

 Ο Απόλλωνας, περιτριγυρισμένος από τις 9 μούσες και κόσμο, παίζει lira da braccio   στον Παρνασσό (ΡΑΦΑΗΛ , ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ  ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ 1510 μ.Χ.)

 

 

ΤΟ ΒΙΟΛΙ (VIOLIN)

Italian  Violino = Ελληνικά Βιολί = Frenc/Francia Violon , Catalan Violi, Dutch Viol,   Icelandic Fiól, Spanish Violon, Swedish Violin, English Violin/ Fiddle, Alemagne/German  Geige/ Violine

Το Βιολί είναι το μικρότερος σε μέγεθος τοξωτό της οικογένειας των Βιολιών. Το όνομα Βιολί (ιταλικά Violino) σημαίνει η μικρή Βιόλα (ιταλικά Viola), κάτι όπως και  Μαντολίνο (ιταλικά mantolino) =  μικρή Μάντολα (Μαντορε/ Mantola).  Το βιολί και η Βιόλα παίζονται πάνω στον ώμο και κάτω από το πηγούνι, όπως και η ιταλική Lira da braccio, απ΄όπου κατάγονται, αφού έχουν ίδιο σχήμα, ίδια συναρμολόγηση κλπ. Διαφέρουν μόνο στις διαστάσεις. Το Βιολί έχει τέσσερις χορδές διαφορετικού πάχους, που κουρδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης (Σολ, Ρε, Λα, Μι), ενώ η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους.

Το βιολί έχει ταστιέρα χωρίς τάστα. Οι χορδές του εκτείνονται κατά μήκος της ταστιέρας και στερεώνονται με κλειδιά στο χορδοστάτη, αφού περάσουν επάνω από ένα ξύλινο στήριγμα, τον καβαλάρη, που συγκρατείται στη θέση του από την πίεση των χορδών. Ο καβαλάρης μεταδίδει τις ταλαντώσεις των χορδών στο κούφιο (με αέρα) σκάφος που μεγεθύνει τον ήχο, λειτουργώντας κατ' ουσίαν ως αντηχείο. Στο εσωτερικό του οργάνου, κάτω από τον καβαλάρη, βρίσκεται ένα λεπτό ραβδάκι (ψυχή) που μεταβιβάζει τις ταλαντώσεις των χορδών στη ράχη του οργάνου, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του χαρακτηριστικού ήχου του βιολιού. Το Βιολί παίζεται τοποθετημένο πάντα επάνω στον ώμο του οργανοπαίκτη και κάτω ακριβώς από το πηγούνι του. Ο μουσικός με το ένα χέρι πιέζει τις χορδές ανάλογα με τις νότες και με το άλλο χέρι κινεί το δοξάρι επάνω στις χορδές. Το σώμα (ηχείο, σκάφος) του βιολιού αποτελείται από δύο κυρτές επιφάνειες, τη ράχη που κατασκευάζεται από σκληρό ξύλο (σφεντάμι)  και το καπάκι (αρμονική τράπεζα) που κατασκευάζεται από μαλακό ξύλο (πεύκο ή έλατο. Η κυρτότητα των επιφανειών δεν προκύπτει με μηχανικό τρόπο, αλλά δημιουργείται με κατάλληλη κοπή από το σώμα της πρώτης ύλης. Το μπράτσο του βιολιού κατασκευάζεται από σφεντάμι και καταλήγει στον κοχλία, στον οποίο ανοίγονται τρύπες για να τοποθετηθούν τα κλειδιά.  Επάνω στο μπράτσο κολλιέται η γλώσσα από έβενο ή ροδόξυλο. Από το ίδιο υλικό είναι και ο χορδοστάτης, στον οποίο στηρίζονται οι χορδές. Ανάμεσα στη γλώσσα και το χορδοστάτη βρίσκεται ο καβαλάρης, ο οποίος στηρίζεται σε δύο ποδαράκια και έχει προορισμό να μεταφέρει τις ταλαντώσεις των χορδών στο καπάκι, το οποίο με τη σειρά του τις μεταφέρει στην κοιλότητα του σκάφους. Πάνω στο καπάκι, στην άκρη του χορδοστάτη υπάρχει μία υποδοχή που εξυπηρετεί το κράτημα του βιολιού με το σαγόνι. Το δοξάρι του βιολιού είναι ένα τόξο, με το οποίο τεντώνονται 150-250 τρίχες αλόγου. Οι τρίχες αλείφονται με κολοφώνιο για να "Πιάνουν" καλύτερα στις χορδές.Το βιολί με τη μορφή που έχει σήμερα εμφανίστηκε κάπου τον 16ο αιώνα. Τη σημερινή μορφή του την πήρε κυρίως στην Ιταλία, όπου μεγάλες οικογένειες κατασκευαστών όπως οι Αμάτι, Στραντιβάριους κ.α. δημιούργησαν θαυμάσιας ακουστικής όργανα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται αξεπέραστα. 

 

Η ΒΙΟΛΑ (VIOLA)

Η Βιόλα (Viola) είναι τοξωτό μουσικό όργανο που  ανήκει στην οικογένειας των Βιολιών με μέγεθος μεγαλύτερο από ό,τι το Βιολί και μικρότερο από το  Βιολοντσέλο και το Κοντραμπάσο. Το βιολί και η Βιόλα παίζονται πάνω στον ώμο και κάτω από το πηγούνι, όπως και η ιταλική Lira da braccio, απ΄όπου κατάγονται. Διαφέρουν μόνο στις διαστάσεις. H Βιόλα είναι μεγαλύτερη κατά 1/7 στο μέγεθος από το Βιολί με μήκος σκάφους 40 - 42,5 cm.  Ο ήχος της Βιόλας είναι βαρύτερος από αυτόν του βιολιού και παίζεται όπως και το βιολί, δηλαδή τοποθετημένη στον ώμο, όπως και η Lira da braccio απ΄ όπου προέρχεται. Έχει τέσσερις χορδές διαφορετικού πάχους (ντο, σολ, ρε, λα), που κουρδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 37 χρωματικούς φθόγγους.  Επίσης τα τεχνικά στοιχεία που ισχύουν στο Βιολί ισχύουν και για τη βιόλα. Οι τέσσερις χορδές της κουρδίζονται σε αποστάσεις πέμπτης στις νότες: ντο, σολ, ρε1, λα1  ακριβώς μία πέμπτη κάτω από το Βιολί.  Η έκταση ήχων της βιόλας καλύπτει 3½ οκτάβες από το ντο μέχρι το φα3. Αυτή η θέση των ήχων της βιόλας της προσδίδουν ένα πιο σκοτεινό ήχο από εκείνο του βιολιού  H μικρή διαφορά μεγέθους από το Βιολί και η μεγάλη από το βιολοντσέλο, σε σύγκριση με την ενδιάμεση θέση όσον αφορά τον ήχο της, οφείλεται στο κράτημα της Βιόλας κάτω από το σαγόνι, όπως κρατιέται και το Βιολί.

 

ΤΟ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ (VIOLONCELLO)

Το Βιολοντσέλο είναι τοξωτό μουσικό όργανο που  ανήκει στην οικογένειας των Βιολιών με μέγεθος μεγαλύτερο από τη Βιόλα και μικρότερο από το Βιολόνε ή Κοντραμπάσο. Παίζεται τοποθετημένο ανάμεσα στις γάμπες του οργανοπαίκτη, όπως και η Lira da gamba α΄όπου προέρχεται. Έχει και αυτό τέσσερις χορδές πιο παχιές από του Βιολιού και της Βιόλας, που κουρδίζονται σε αποστάσεις πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε, Λα). Παίζεται με δοξάρι, αλλά και με τα δάχτυλα (πιτσικάτο- pizzicato). Εμφανίστηκε το 16ο αιώνα και από τις αρχές του 19ου αιώνα εφοδιάστηκε με ακίδα, με την οποία στηρίζεται στο έδαφος, καθώς συγκρατείται ανάμεσα στα πόδια του οργανοπαίκτη. Το μέγεθος του σημερινού Βιολοντσέλου καθιέρωσε ο Στραντιβάρι με μήκος σκάφους 75 - 76 cm και συνολικό ύψος 125 cm. Το Βιολοντσέλο έχει γεμάτο ήχο και για αυτό είναι δημοφιλές σολιστικό όργανο για πολλούς συνθέτες.

 

ΤΟ ΚΟΝΤΡΑΜΠΑΣΟ (VIOLONE)

Το κοντραμπάσο ή βαθύχορδο ή Violone είναι τοξωτό μουσικό όργανο που  ανήκει στην οικογένειας των Βιολιών με το μεγαλύτερο μέγεθος, ο λόγος και για τον οποίο είναι το πιο βαθύφωνο και του οποίου το κάτω μέρος στηρίζεται στο έδαφος με τη βοήθεια μεταλλικής ράβδου. Προέρχεται από την Lira da gamba ή Lirone, έχει  μήκος περίπου 1.80 μέτρα και διαθέτει τέσσερις χορδές (μι, λα, ρε, σολ), όπως και τα υπόλοιπα έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας. Παλιότερα, ήταν τρίχορδο, ενώ σήμερα υπάρχουν και πεντάχορδα όργανα. Η καταγωγή του ανάγεται στο β’ μισό του 16ου αι. και για δύο αιώνες και περισσότερο χρησιμοποιήθηκε μόνο για να ενισχύσει την μπάσα μελωδική γραμμή ενός μουσικού έργου, την οποία παίζει το βιολοντσέλο. Ως σολιστικό όργανο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Μότσαρτ, ενώ αξιοποιήθηκε επιτυχώς και από άλλους συνθέτες όπως ο Σούμπερτ και ο Στραβίνσκι. Tο μάκρος των χορδών και οι μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στους φθόγγους του, δυσκολεύουν κάποιες τεχνικές εκτέλεσης, ενώ είναι πιο δύσκολο να παίξει γρήγορες μελωδίες σαν αυτές που αποδίδουν τα υπόλοιπα έγχορδα. Το κοντραμπάσο είναι επίσης βασικό όργανο της τζαζ μουσικής όπου παίζεται συνήθως όχι με το δοξάρι αλλά με τα δάχτυλα (pizzicato).

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το παρόν βιβλίο είναι μια πρότυπη εργασία, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε αρχαίους συγγραφείς, καθώς και σε αναγνωρισμένους σύγχρονους ειδικούς, Έλληνες και ξένους, των οποίων τα ονόματα  αναφέρονται εκεί που αναφερονται και τα λεγόμενά τους εντός του βιβλίου.

 

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ:

1.     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 

2.     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ (ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΡΑΦΗΣ)

3.     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

4.     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

5.     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

6.     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ

7.     ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

8.     ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ  

9.     Η ΑΘΗΝΑ (ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΙΔΡΥΣΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΛΠ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ)   

10.  Η ΓΡΑΦΗ (ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΡΑΦΗΣ , ΕΙΔΗ ΚΛΠ)

11.  Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ (ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΟΦΟΡΑ  ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ)

12.  Η ΘΗΒΑ (ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΙΔΡΥΣΗ, ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ   ΚΛΠ)   

13.  Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ,  ΠΡΟΦΟΡΑ ΚΛΠ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ )

14.  Η ΣΠΑΡΤΗ (ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΙΔΡΥΣΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΛΠ ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ) 

15.  ΚΡΗΤΑΓΕΝΗΣ ΔΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΩΝ ΘΕΩΝ

16.  ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

17.  ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ   (ΟΝΟΜΑΣΙΑ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ, ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΩΝ)

18.  ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ (ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ)

19.  ΜΑΘΗΣΙΑΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ: (ΔΥΣΛΕΞΙΑ, ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ κ.α).

20.  ΜΙΝΩΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΣ

21.  ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ (ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ, ΕΙΔΗ ΚΛΠ),

22.  ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ 

23.  ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ 

24.  ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ Α.Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ

25.  ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΚΡΕΑΤΟΦΑΓΙΑΣ

26.  ΠΕΡΙ ΜΑΝΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑΣ

27.  Η ΚΙΘΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ, Η ΛΥΡΑ, Ο ΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΚΡΗΤΕΣ

28.  ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΗΣ: ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ, ΚΑΝΤΑΔΑ, ΡΙΜΑ, ΡΙΖΙΤΙΚΟ, ΑΜΑΝΕΣ ΚΛΠ

29.  ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

30.  ΨΕΥΔΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

 

 

Share on Facebook

Share on Facebook

Google
Search WWW Search www.krassanakis.gr