ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ (ΜΑΚΗΣ)

Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

ΠεντοζάληςΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ:

ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΕΙΔΗ ΚΛΠ

 

Αποτέλεσμα εικόνας για απολλων                                                      

 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Η ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΤΤΙΚΗΣ  2016

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πεντοζάλης ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

============

ΤΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ (ΜΑΚΗ) ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

(Επίτιμου Δ/ντη Υπ. Πολιτισμού)

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Περιεχόμενα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ.. 2

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ 3

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ.. 3

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ.. 3

2. Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ.. 5

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ - ΜΑΡΣΥ. 9

3. Η ΘΡΑΚΗ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ. 15

4. ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΙΘΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ. 17

5. Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΘΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΥΔΗ.. 18

6. Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΑΡΠΑ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ. 21

7. ΔΙΑΔΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΙΘΑΡΑΣ. 22

8. ΤΑ ΚΙΘΑΡΟΕΙΔΗ: Η ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗ, Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΚΛΠ ΚΙΘΑΡΑ. 24

9. Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ. 25

10. ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ 29

11. ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ. 34

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ 35

ΕΓΧΟΡΔΑ (ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ) ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 35

1. ΠΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΕΓΧΟΡΔΑ. 35

2. ΤΑ ΕΙΔΗ - ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ.. 36

3. Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ - ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ.. 37

4. ΤΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ.. 38

5. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ (ΝΟΤΕΣ) 40

6. Η ΚΙΘΑΡΑ. 40

7. Η ΑΡΠΑ. 48

8.   ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ , Ο ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΡΑΣ. 50

9. ΤΟ ΣΆΖΙ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ. 58

10. ΤΟ ΜΠΟΥΛΓΑΡΙ 62

11. TO TAΡ. 62

12.  Ο  ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ. 63

13. ΤΟ ΟΥΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑ(Β)ΟΥΤΟ.. 65

14. Η ΜΑΝΤΟΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ.. 68

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ 71

ΤΟΞΩΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 71

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΤΟΞΩΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ.. 71

2.  Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ. 72

Α. Η ΛΥΡΑ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΕΣ, ΤΟΝ ΚΡΗΤΙΚΟ ΕΡΜΗ.. 72

Β. ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ ΤΟΝ 7ο ΑΙΩΝΑ. 72

Γ. Η ΛΥΡΑ  ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΓΧΟΡΔΟ ΠΟΥ ΕΞΕΛΙΧΤΗΚΕ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ.. 75

Δ. ΚΑΚΟΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΙ  ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΡΑ. 77

Ε. Η ΛΥΡΑ (LURA) ΚΑΙ ΤΟ ΛΥΡΟΝΙ 82

ΣΤ. Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΥΡΑ. 85

Ζ. Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΥΡΑ. 87

Η. ΟΙ  ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΛΥΡΕΣ (LYRA / VIOLA  = VIHUELA) 91

3. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΑΒΙΚΟΥ ΡΕΜΠΑΜΠ Ή ΠΕΡΣΙΚΑ ΚΕΜΕΝΤΖΕ. 93

4 Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΙΤΑΛΙΚΕΣ  ΛΥΡΕΣ / ΒΙΟΛΙΑ : 96

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ 101

ΠΝΕΥΣΤΑ (ΑΕΡΟΦΩΝΑ) ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 101

1. ΤΑ ΞΥΛΙΝΑ ΠΝΕΥΣΤΑ. 102

2. ΤΑ ΧΑΛΚΙΝΑ ΠΝΕΥΣΤΑ. 105

3. ΤΑ ΚΑΛΑΜΕΝΙΑ ΠΝΕΥΣΤΑ. 108

4. ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΠΝΕΥΣΤΑ. 111

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ 113

ΚΡΟΥΣΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 113

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΚΡΟΥΣΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ.. 113

2. ΤΑ ΜΕΜΒΡΑΝΟΦΩΝΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ (ΤΥΜΠΑΝΑ) 113

3. ΤΑ ΙΔΙΟΦΩΝΑ ΚΡΟΥΣΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 118

4. ΤΑ ΚΡΟΥΣΤΙΚΑ ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 120

5. ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΟΦΟΡΑ (ΜΕ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ) ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 123

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’ 126

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 126

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ 147

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. 147

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. 158

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: 158

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ

 

(ΑΠΑΡΧΕΣ  ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ)

 

 

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

Μουσικά όργανα λέγονται οι μηχανικές κατασκευές που αποσκοπούν  στη δημιουργία διαφόρων  εύηχων ήχων ή άλλως (μουσικών) φθόγγων. Τα εν λόγω όργανα κατηγοριοποιούνται είτε ανάλογα με ττο μέσο παραγωγής του ήχου: έγχορδα ή χορδόφωνα, μεμβρανόφωνα, αερόφωνα και ιδιόφωνα είτε με τον τρόπο παιξίματος: κρουστά, πνευστά, νυκτά και τοξωτά είτε βάσει του υλικού κατασκευής: ξύλινα, χάλκινα κλπ. Ειδικότερα τα μουσικά όργανα διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:

Α) Τα έγχορδα ή άλλως χορδόφωνα, τα οποία αποτελούνται από χορδές τεντωμένες επάνω σε ένα αντηχείο και υποδιαιρούνται σε νυκτά, κρουστά (έγχορδα)  και τοξωτά.

Τοξωτά έγχορδα λέγονται αυτά που χορδές τους παίζονται με τριβή, δηλαδή τρίβοντάς τις με μια τοξωτή ράβδο με τρίχες, η οποία λέγεται τοξάρι >  δοξάρι: Λύρα,  Βιολί κ.α.

Κρουστά έγχορδα λέγονται αυτά που χορδές τους παίζονται κτυπώντας τις χορδές τους με ένα ειδικό πλήκτρο ή σφυρί (τη μπακέτα), χειροκίνητα ή μηχανικά (με πληκτρολόγιο): Πιάνο, Κανονάκι, Σαντούρι  κ.α.

Νυκτά έγχορδα λέγονται αυτά που οι χορδές τους παίζονται είτε με τα νύχια-δάκτυλα είτε με  πλήκτρο (πένα) Τα νυκτά έγχορδα είναι άλλα με μονές χορδές: Άρπα, Κιθάρα κ.α. ,  άλλα με διπλές (ζεύγη χορδών):   Μαντολίνο, Λαγούτο,  Μπουζούκι κ.α. και άλλα με κάποιες μονές χορδές και κάποια ζεύγη χορδών: Πορτογαλική Κιθάρα, Αγγλική Κιθάρα κ.α. Αυτά που έχουν μονές χορδές παίζονται βασικά με τα νύχια-δάκτυλα και δευτερευόντως με ένα πλήκτρο (πένα) και αυτά που έχουν διπλές χορδές παίζονται μόνο με  πένα: Μπουζούκι, Μαντολίνο κλπ.

Β) Τα πνευστά ή άλλως αερόφωνα, τα οποία αποτελούνται από ένα σωλήνα (αυλό, βόμβυξ) ή και περισσότερους (Δίαυλος, Σύριγγα κ.α.) και υποδιαιρούνται σε  γλωσσικά και σε συριστικά.

Τα γλωσσικά διαθέτουν μια μονή ή διπλή γλωσσίδα είτε μέσα στο επιστόμιό τους (όταν το πνευστό έχει ανοικτό και το επάνω μέρος του σωλήνα), όπως π.χ. το Κλαρίνο, είτε εξωτερικά (στο επάνω μέρος όταν ο σωλήνας είναιε κλειστό στο επάνω μέρος του), όπως π.χ. η Μπαντούρα, η οποία (η γλωσσίδα), όταν δεχθεί αέρα από το στόμα ή από ένα ασκό, όπως π.χ. η Ασκομαντούρα, πάλλεται και παράγει ήχους.

Τα συριστικά διαθέτουν μια ειδική τετράγωνη οπή είτε  λίγο πιο κάτω από το επιστόμιο (όταν είναι ανοικτό και το επάνω μέρος του σωλήνα), όπως π.χ. η φλογέρα είτε από στο πλάι (όταν είναι κλειστό το επάνω μέρος του σωλήνα) του σωλήνα, όπως π.χ. το φλάουτο, η οποία (η οπή) έχει το κάτω χείλος της λαξευμένο πιο χαμηλά, ώστε να προσκρούει εκεί ο αέρας και έτσι να βγάζει συριστικό ήχο, όπως η σφυρίχτρα.

Γ) Τα κρουστά (μη έγχορδα κρουστά), τα οποία υποδιαιρούνται  σε μεμβρανόφωνα και Ιδιόφωνα.

Μεμβρανόφωνα λέγονται αυτά  διαθέτουν  μία ή δυο μεμβράνες αντί για χορδές, οι οποίες, όταν κρουστούν με το χέρι ή με ειδική ράβδο, βγάζουν ήχους: Τύμπανο,  Νταούλι κ.α.

Ιδιόφωνα λέγονται αυτά που από μόνα τους, ως αντικείμενα, όταν κρουστούν, βγάζουν ήχο: Κρόταλα, Κύμβαλα κ.α.

(Περισσότερα βλέπε στα πιο κάτω Κεφάλαια.)

 

ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΦΟΡΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Ηλεκτρικά μουσικά όργανα λέγονται αυτά που έχουν ένα μαγνήτη που μετατρέπει την ταλάντωση των μεταλλικών χορδών τους σε ηλεκτρικό σήμα, το οποίο μπορεί έπειτα να ενισχυθεί από ένα σύστημα ενισχυτή-ηχείου.  Ένα καλώδιο (ή ασύρματα, μέσω πομπού) στέλνει το σήμα σε ενισχυτή. Το σήμα που προέρχεται από τις χορδές μπορεί κάποιες φορές να διαφοροποιηθεί με εφέ όπως το reverb ή να παραμορφωθεί.  Συνήθως τα ηλεκτρικά μουσικά όργανα κατασκευάζονται εξ αρχής μ' αυτές τις προδιαγραφές, υπάρχει, όμως, και η δυνατότητα της προσθήκης μαγνήτη σε ένα κοινό όργανο.

Πληκτροφόρο αποκαλείται το μουσικό όργανο που χρησιμοποιεί πληκτρολόγιο, δηλ. ένα πίνακα με κουμπιά (κλειδο-πλήκτρα), κάτι όπως το κομπιούερ, με πιο γνωστά να είναι  το Πιάνο, το  συνθεσάιζερ (αγγλικά synthesizers, ονομασία που προέρχεται από την αρχαία Ελληνική λέξη "σύνθεσις"), το ηλεκτρικό αρμόνιο (από τις Ελληνικές λέξεις ήλεκτροn- αρμονία, electric harmony) κ.α.

Τα κουμπιά (αγγλικά keyboards) του πληκτρολογίου κατασκευάζονται από φυσικά υλικά, όπως κόκαλο, ξύλο, έβενος,  ελεφαντόδοντο κ.α και σήμερα συνήθως από πλαστικό. Μέχρι το 1800 περίπου, τα περισσότερα πληκτρολόγια είχαν μαύρο χρώμα για τις φυσικές νότες και λευκό για τις αλλοιώσεις, μια παράδοση που διατηρούν ακόμη και σήμερα κάποιοι κατασκευαστές αντιγράφων μουσικών οργάνων. Η παλαιότερη μορφή πληκτροφόρου θεωρείται η ύδραυλις. μια προγενέστερη μορφή του οργάνου, που επινοήθηκε περί τον 3ο π.Χ. αιώνα από τον Κτησίβιο τον Αλεξανδρινό.

Τα πληκτροφόρα μουσικά όργανα διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: Α) Χορδόφωνα: Βιέλα με μανιβέλα, Τσέμπαλο (απαντάται και ως αρπίχορδο, κλειδοκύμβαλο), Σπινέττο (απαντάται και ως σπινέττα), Βέρτζιναλ (απαντάται και ως παρθένιο, βιργινάλιο), Αρχιτσέμπαλο (Archicembalo), Λαούτο-τσέμπαλο (Lautenwerck), Κλαβικόρντ (απαντάται και ως κλειδόχορδο), Bowed clavier, Πιάνο, Φορτεπιάνο, Ηλεκτρικό πιάνο

Β) Αερόφωνα: Όργανο, Ακορντεόν, Ρώσικο ακορντεόν,  Μπαγιά, Μπαντονεόν,  Αρμόνιο, Μελόντικα, Ρέγκαλ. Γ) Ιδιόφωνα: Τσελέστα, Καριγιον. Δ) Ηλεκτρόφωνα : Συνθεσάιζερ,  Ψηφιακό Πιάνο, Ηλεκτρονικό Πιάνο.

 

2. Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΛΥΡΑ, Ο ΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ,  ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΟΣ

ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΜΕΤΑ ΔΙΑΔΟΘΗΚΑΝ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

 

 

Η ΚΙΘΑΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ, Η ΛΥΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΥΛΟΣ ΕΠΙNOΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΚΡΗΤΕΣ

 

Πήλινο ανάγλυφο 5ου αι. π.X.  με τον  Απόλλωνα  κιθαρωδό (Μουσείο  Χανίων)

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (3, 59) καταγράφοντας το τι λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων , σχετικά με τους Θεούς και τα έργα τους, και βλέποντας ότι πολλά από αυτά που λένε οι μύθοι αυτοί δεν είναι πραγματικότητα, όπως π.χ. ότι «ο Ερμής βρήκε την κιθάρα, όμως ο Απόλλωνας ήταν αυτός που έπαιξε σωστά» κ.α., συμπληρώνει-διευκρινίζει ότι οι Κρήτες δε συμφωνούν με όσα λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων (βλέπε Διόδωρος 3.61,3)  και η αλήθεια γι αυτούς είναι αυτή που θα  αναφέρει εκεί που θα γράψει σχετικά με αυτούς. Και αυτό το κάνει στο πέμπτο του βιβλίο και εκεί (βλέπε Διόδωρος Σικελιώτης 5, 64- 77) αναφέρει ότι οι Κρήτες λένε και φέρνοντας γι αυτό επιχειρήματα πως:

Α) Οι περισσότεροι από τους θεούς: Δίας,  Απόλλων,  Ερμής, Αθηνά κλπ γεννήθηκαν στην Κρήτη και επειδή πήγαν και σε πολλά άλλα μέρη κάνοντας αγαθοεργίες μετά τη μετάσταση τους από τους ανθρώπους, θεωρήθηκαν ως οι πρώτοι κάτοικοι του Ολύμπου (δηλ. ανακηρύχτηκαν μετά θάνατο θεοί,  κάτι ως ο Χριστός και οι Άγιοι σήμερα). Έτσι από τους τόπους και τις πράξεις που έλαβαν χώρα στο κάθε μέρος που πήγαιναν ο Απόλλωνας π.χ. ονομάστηκε Λύκιος, Πύθιος και η Άρτεμη Εφεσία, Περσία…. παρόλο που και οι δυο είχαν γεννηθεί στην Κρήτη( βλέπε Διόδωρος 5.77,3-8), πρβ: «των γαρ θεών φασι τους πλείστους εν της Κρήτης ορμηθεντας επιέναι πολλά μέρη της οικομεμένης, ευεργετούντας …. Το μεν (Απόλλωνα) Δηλιον και Λυκιον και Πύθιον ονομαζεσθαι, την δ’ (Άρτεμη) Εφεσίαν και Κρησίαν, ετι δε Ταυροπόλον και Περσίαν, αμφοτέρων εν Κρήτη γεγενημένων…» ( Διόδωρος 5.77). 

Β) Η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη και στη συνέχεια τον άφησε εκεί για να τον αναθρέψουν οι Κουρήτες και γι αυτό, όταν αυτός ανδρώθηκε,  έκτισε μια πόλη στο όρος  Δίκτη, όπου ακριβώς ο μύθος λέει ότι γεννήθηκε:   «ανδρωθέντα  δ’ αυτόν (ο Δίας)  φασί πρώτον πόλιν κτίσαι περί την Δίκτα, όπου και τη γένεσιν αυτού μυθολογούσι» (Διόδωρος 5.72) και αφετερου ότι παιδιά του Δία  από τις διάφορες θεές ήταν η Αθηνά, οι Μούσες, ο Απόλλωνας, ο Ερμής κ.α. και στο καθένα από αυτά  ο Δίας τους μετέδωσε τη γνώση των πραγμάτων που ο ίδιος είχε ανακαλύψει και τελειοποιήσει και τους απένειμε την τιμή της ανακάλυψης.

Γ) Ο Απόλλωνα βρήκε την κιθάρα και τη μουσική της και καθώς βρήκε και το τόξο , δίδαξε στους ντόπιους τα περί την τοξοβολία, αιτία για την οποία οι Κρήτες επιδόθηκαν με ζέση στην τοξοβολία και το τόξο ονομάστηκε Κρητικό και στον Ερμή αποδίδεται ότι είναι ο πρώτος που επινόησε τη λύρα από καύκαλο χελώνας, κάτι που έκανε μετά από το μουσικό διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα και αυτό, επειδή ο Απόλλωνας είχε σπάσει την κιθάρα του: «Τον Απόλλωνα (οι Κρήτες) δε της κιθάρας ευρετήν αναγορεύουσι και της κατ αυτην μουσικής…….ευρετήν δε και του τόξου γενόμενον διδαξαι τους εγχωρίους ….Τω δ’ Ερμή προσαπτουσι (οι Κρήτες) τα εν τοις πολέμοις   ….. εισηγητήν δε αυτόν  και  παλαίστρας γενέσθαι, και την εκ της χελώνης λύραν επινοήσαι  μετά  την Απόλλωνος προς Μαρσύαν σύγκρισιν, καθ’ ην λέγεται τον Απόλλωνα νικήσαντα και τιμωρίαν υπέρ την αξίαν λαβοντα παρα του λειφθεντος μεταμεληθηναι  και τας εκ της κιθάρας χορδας εκρήξαντο μεχρι τινός χρόνου της εν αυτή μουσικής αποστήναι… …» ( Διόδωρος 5.74-77). 

Δ) Η Αθηνά  βρήκε την κατασκευήν των ενδυμάτων, την ξυλουργική, την κατασκευή των αυλών και τη μουσική που παράγεται  από αυτούς και,  γενικά,  πολλά έργα που απαιτούν τέχνη στην κατασκευή, γεγονός για το οποίο ονομάστηκε Εργάνη:  «Αθηνά δε ….. ευρειν δε και την των αυλών κατασκευήν και δια τούτων συντελούμενη μουσικήν ….. ( Διόδωρος 5.72,4).

Ε) Στις Μούσες δόθηκε από τον πατέρα τους το Δία, η ανακάλυψη των γραμμάτων και η σύνθεση των επών, η λεγόμενη ποιητική και σ’ αυτούς που λένε πως οι Σύριοι είναι οι εφευρέτες των γραμμάτων, πως οι Φοίνικες τα έμαθαν από εκείνους και τα παρέδωσαν στους Έλληνες δεν είναι αλήθεια και το μόνο που έκαναν οι Φοίνικες ήταν να αλλάξουν το σχήμα των γραμμάτων: «ταις δε Μούσας….την των γραμμάτων εύρεσιν και την των επών συνθεσιν την προσαγορευόμενην ποιητική…. Μετφ: <<Στις Μούσες, δόθηκε από τον πατέρα τους, η ανακάλυψη των γραμμάτων και η σύνθεση των επών, η λεγόμενη ποιητική. Σ' εκείνους που λένε πως οι Σύροι είναι οι εφευρέτες των γραμμάτων, πως οι Φοίνικες τα έμαθαν από εκείνους και τα παρέδωσαν στους Έλληνες και πως αυτοί οι Φοίνικες ήταν εκείνοι που έπλευσαν με τον Κάδμο στην Ευρώπη και πως γι' αυτό οι Έλληνες ονομάζουν τα γράμματα Φοινικικά, απαντούν πως οι Φοίνικες δεν ήταν οι αρχικοί εφευρέτες και πως το μόνο που έκαναν ήταν να αλλάξουν τη μορφή των γραμμάτων και, καθώς η πλειοψηφία των ανθρώπων χρησιμοποίησε αυτό το είδος γραφής, γι' αυτό τους δόθηκε η παραπάνω ονομασία.>> (Διόδωρος, Σικελιώτης, βίβλος 5, 74).

 

Και το ότι τα ως άνω είναι η πραγματικότητα, δηλαδή  ότι οι Κρήτες ήσαν αυτοί που βρήκαν τα πρωτα μουσικά έγχορδα όργανα , την κιθάρα και τη λύρα, καθώς και τον αυλό και τη μουσική του, προκύπτει και από τα εξης:

Ο Απόλλων με την Κιθάρα του (Ακαδημία Αθηνών)

 

1)  Ο ομηρικός ‘Ύμνος « Εις (πύθιο) Απόλλωνα» (στ. 130), ο Ησίοδος (Θεογονία 90), Λουκιανός (Διάλογος Απόλλωνα και  Ήφαιστου)  κ.α. αναφέρουν ότι τα πρώτα έγχορδα όργανα του ανθρώπου ήταν η κιθάρα και τα καμπύλα τόξα,  τα οποία βρήκε ο Απόλλωνας (και όχι ο Ερμής) και γι αυτό ο Απολλωνας (και όχι ο Ερμής) αποκαλείται: «πατέρας των  κιθαριστών της γης»,  «θεός της Μουσικής»,  «εκήβολος» κ.α., πρβ: «Αυτίκα δ᾿ αθανάτσι μετηύδα Φοίβος Απόλλων είη μοι κίθαρίς τε φίλη και καμπύλα τόξα, χρήσω δ’ ανθρώποισι Διός νημερτέα βουλήν» (Ομηρικός ύμνος «Εις Απόλλωνα» στ. 130) «Εκ γαρ Μουσάων και εκηβόλου Απόλλωνος άνδρες αοιδοί έασιν επί χθόνα και κιθαρισταί».( Ησιόδου Θεογονία, 90).

2)  Άλλο μουσικό όργανο είναι η λύρα (ή άλλως χέλυς)  και άλλο η κιθάρα, όπως θα δούμε πιο κάτω, και συνεπώς το λογικό είναι ότι άλλος βρήκε το ένα όργανο και άλλος το άλλο. Ο Ερμής, ο αδελφός του Απολλωνα, σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο στον Ερμή (στ. 24-25, 47-51)  και τους Απολλόδωρο (Γ, 10, 2  σσ. 139-140), Διόδωρο Σικελιώτη (  5, 74, 5  και 5, 75,3),  Λουκιανό (Διάλογος Απόλλωνα -  Ήφαιστου) κ.α., είναι εκείνος που εφεύρε τη Λύρα και το πλήκτρο (πένα)  μετά το διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα στη μουσική τέχνη, όπου ο Απόλλωνας διαγωνίστηκε με Κιθάρα  και ο Μαρσύας με Αυλό και κατά τον οποίο λέγεται πως, αφού νίκησε ο Απόλλωνας και τιμώρησε τον ηττημένο με τιμωρία πολύ μεγαλύτερη απ΄ ότι του άξιζε, μεταμελήθηκε, και σπάζοντας τις χορδές της Κιθάρας (τα εκ της Κιθάρας χορδάς εκρήξαντο») για κάμποσο καιρό δεν ήθελε να ασχοληθεί με τη μουσική». Προ αυτού ο Ερμής εφεύρε τη Λύρα, την οποία έδωσε στη συνέχεια ως δώρο στον Απόλλωνα.

3) Ο Πλούταρχος (Περί μουσικής 1136, Β και «Περί αοργησίας» 456 B-D, 6-7), ο  Πίνδαρος («12ος Πυθιόνικος), ο Διόδωρος Σικελιώτης (  5, 74, 5  και 5, 75,3) κ.α, αναφέρουν επίσης ότι η Αθηνά είναι εκείνη που εφεύρε τον Αυλό, όμως· βλέποντας το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται στο νερό παραμορφωμένο, καθώς έπαιζε τον αυλό, τον πέταξε και εκείνος έπεσε στη Φρυγία, όπου  τον βρήκε ο σάτυρος Μαρσύας, ο οποίος τον πήρε και στη συνέχεια έγινε δεξιοτέχνης του. Ο Μαρσύας μετά προκάλεσε το Θεό Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τέχνης κλπ.

4) Ο Ησίοδος (Θεογονία, 476-485), ο Απολλόδωρος (Α, 1, 6 - 7), ο Άρατος (Φαινόμενα 30 - 50), ο Απολλώνιος (Αργοναυτικά, Α, 507 – 511) κ,α,  αναφέρουν ότι ο Δίας , ο πατέρας του Απόλλωνα, της Αθηνάς, του Ερμή κ.α., είχε γεννηθεί στο όρος Δίκτης της Κρήτης όπου και τον άφησε κρυφά η μάνα του η Ρέα, για να ανατραφεί από τους Κουρήτες, άρα ο Δίας και τα παιδιά του Απόλλων, Ερμής, Αθηνά κλπ ήταν Κρητικοί: «πέμψαν δ’ ες Λύκτον, Κρήτης ες πίονα δήμον/ οππότ’ άρ οπλότατον παίδων ήμελλε τεκέσθαι, / Ζήνα μέγαν, τον μεν οι εδέξατο Γαία πελώρη, Κρήτη εν ευρείη τραφέμεν ατιταλλέμεναί τε./ ένθα μιν ίκτο φέρουσα θοήν δια νύκτα μέλαιναν / πρώτην ες Δίκτον’ κρύψεν δε ε χερσί λαβούσα/ άντρω εν ηλιβάτω ζαθέης υπό κεύθεσι Γαίης, αιγαίω εν όρει πεπυκασμένω υλήεντι»…… (Θεογονία Ησιόδου, στίχοι 476 – 485)

5) Ο  Στέφανος Βυζάντιος στα εθνικά μιλεί για ένα βουνό στην Κρήτη που λέγεται Στυράκιον και του οποίοι οι κάτοικοι ονομάζονται «Στυρακίται και Στυρακίτης ήταν ο Απόλλωνας, πρβ:  «Στυράκιον, όρος της Κρήτης. Οι ενοικούντες Στυρακίται. Στυρακίτης γαρ ο Απόλλων». (Στ. Βυζαντιος, Εθνικά).   Ο Ολλανδός γεωγράφος (περιηγητής)  OLFERT DAPPER, 1636-1689 στο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης (μτφ Μνουήλ Μερνάρδος ο Κρής) το τοποθετεί κοντα στο όρος Διός ή  Ιόβα ή Γιόβα (Γιούχτα): «Κάρμα και Στυράκιον. Ο Πλίνιος αναφέρει περί όρους ταύτης της νήσου, το οποίο ονομάζει Κάρμα. Ο δε Στέφανος ομιλεί περί ενός άλλου, όπερ ωνομάζετο Στυράκιον και κατωκείτο από τους Στυρακίτας. Ο Απόλλων επωνομάζετο ομοίως Στυρακίκης από το όνομα τούτου του όρους». Σήμερα υπάρχει εκεί χωριό που λέγεται «Αστυράκιο»,

6) Οι ονομασίες λύρα, κιθάρα και αυλός αφενός αναφέρονται ήδη από τον Όμηρο και τους ομηρικούς ύμνους και η αχαιότερη απεικόνιση 7χορδης κιθάρας είναι αυτή στη λίθινη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας Κρήτης (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου), 1600 π.Χ.,  στην οποία ένας μουσικός παίζει 7χορδη κιθάρα. Είναι κιθάρα και όχι λύρα, αφού η εν λόγω κιθ’αρα δεν εχει χελωνοειδές (καυκαλοειδές) αντηχείο, όπως έχουν οι λύρες.

7) Ο Πλάτωνας («Νόμοι» και «Μίνως»), ο Αριστοτέλης («Πολιτικά» Β, 1271, 10), ο Πλούταρχος («Σόλων» και «Λυκούργος»), ο Διογένης Λαέρτιος («Επιμενίδης»), ο Διονύσιος Αλικαρνασεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»), ο Ισοκράτης (Παναθηναϊκός 205). κ.α., αναφέρουν ότι ο πρώτος αξιόλογος πολιτισμός που δημιουργήθηκε επί γης ήταν αυτός που δημιούργησε στην Κρήτη ο Μίνωας, δηλαδή ο πολιτισμός που σήμερα ονομάζουμε Μινωικό. Στη συνέχεια την Κρητική Πολιτεία, τους θεσμούς που δημιούργησε ο Μίνωας με τον αδελφό του Ραδάμανθυ και εκπολίτισε τους Κρητικούς,  αντέγραψαν  όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, καθώς και οι Ρωμαίοι. Πρώτα οι Σπαρτιάτες με το Λυκούργο και τη βοήθεια του Κρητικού νομοθέτη Θάλητα ,  μετά οι Αθηναίοι με το Σόλωνα και τη βοήθεια του Κρητικού σοφού και χρησμολόγου Επιμενίδη και τέλος και οι Ρωμαίοι με το Νόμα και   έτσι ευημέρησαν – εκπολιτίστηκαν. Ο λόγος και για τον οποίον Έλληνες, Ρωμαίοι κ.α. ί υμνούν το Μίνωα και το Ραδάμανθυ και συνάμα τους ανακήρυξαν ημίθεους, γιους του Θεού Δία και κριτές στον Άδη λόγω της μεγάλης δικαιοσύνη τους εν ζωή (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο «Κρητική Ιστορία», Αδάμ (Μάκη) Κρασανάκη)

 

28Μινωική τελετή θυσίας με  μουσικό να παίζει 7χορδη κιθάρα και Μινωίτες και μινωίτισες να φορούν  εντυπωσιακές φορεσιές, με κοντομανικο ζιπόνια (ζακέτες, πανωκόρμια), μακρές φούστες κλπ ( Από τη λίθινη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας Κρήτης, 1400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

sarcophagus_from_chamber_tomb1335751180943Μινωική τελετή θυσίας με μουσικό που παίζει αυλό και  δυο  Μινωίτισες  με εντυπωσιακές τουαλέτες. Με ποδήρη (μάξι) φούστα,  με πανωκόρμι ή άλλως κοντογούνι/ ζακέτα κλπ  (Από τη λίθινη σαρκοφάγο Αγ. Τριάδας Κρήτης, 1400 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

 

Και το ότι η κιθάρα, η λύρα, ο αυλός και η μουσική είναι ελληνικής επινόησης προκύπτει και από το ότι τα ονόματά τους σε όλες τις γλώσσες είναι ελληνικές λέξεις, πρβ π.χ. στην αγγλική: music, lyre, guitar, aylos , diavle … 

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ο Πλάτων στους Νόμους λέει ότι η λύρα παιζόταν κρατώντας την με το αριστερό χέρι και το πλήκτρο της με το δεξί   «Εν όσοις με γαρ των έργων μη μεγα διαφερειν, λυρα μεν εν αριστερά χρωμενον πλήκτρω δε εν δεξιά» (Πλάτων Νόμοι Ζ, 794.5)

2) Στην αρχαία Ελλάδα  υπήρχαν πολλά έγχορδα  μουσικά όργανα, όπως : η κιθάρα, η λύρα ή χέλυς, η φόρμιγγα, η βάρβιτος, το ψαλτήριο, το επιγόνιο, η άρπα κ.α., τα οποία βεβαίως δεν ήσαν όλα ελληνικής επινόησης, αλλά άλλα ελληνικά: η κιθάρα, η λύρα κ.α.  και άλλα ξένα: οι νάβλες, η σαμβύκη, η βάρβιτος, η μαγάδις κ.α., όμως όλα αυτά προερχόντουσαν, ήσαν παραλλαγές της κιθάρας, αφού  όλα αυτά ήταν νυκτά, δηλαδή παιζόταν μόνο με νύξη που προκαλούνταν είτε με τα δάκτυλα είτε με πλήκτρο. Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» Λογος 7,72) αναφέρει ότι η βάρβιτος λεγόταν η 7χορδη ελεφάντινος λύρα από τους Ρωμαίους «βάρβιτος», ο  Πλούταρχος (Περί μουσικής, 70 και 1133C, 6) ότι «Ασιάς» λεγόταν η τρίχορδος κιθάρα,  φόρμιγγα  η 4χορδη κιθάρα κ.α..

3) Ο  Πλούταρχος αναφέρει ότι τη μουσική των αυλών κατ’ άλλους τη βρήκε ο Φρύγας Όλυμπος και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, όμως  αυτός διδάχτηκε ότι και τη μουσική αυτή τη βρήκε ο Απόλλωνας, πρβ:

  <<Ο Αλέξανδρος στη Συναγωγή για τη Φρυγία λέει ότι ο Όλυμπος πρώτος έφερε τη μουσική των αυλών στους Έλληνες, αλλά και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, ότι ο Ύαγνης ήταν ο πρώτος που έπαιξε αυλό, έπειτα ο γιος του Μαρσύας και τρίτος ο Όλυμπος και ότι ο Τέρπανδρος μιμήθηκε τους στίχους του Ομήρου και τη μουσική του Ορφέα. Ο Ορφέας φαίνεται ότι δε μιμήθηκε κανένα, διότι κανείς δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τότε από τους δημιουργούς αυλωδιών κα το έργο του>> (Πλούταρχος (Περί μουσικής 1132F, 5  και 1123, 7).  

<<Εγώ προσωπικά διδάχτηκα ότι επινοητής των αγαθών της μουσικής δεν είναι κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Θεός Απόλλωνας, ο στολισμένος με όλες τις αρετές. Στην πραγματικότητα δεν είναι του Μαρσύα, του Ολύμπου ή του Υάγνιδος εύρημα ο αυλός και του Απόλλωνα μόνο η Κιθάρα, αλλά τόσο της αυλητικής όσο και της κιθαριστικής τέχνης  επινοητής είναι ο θεός. Άλλοι πάλι λένε ότι και ο ίδιος ο θεός έπαιζε αυλό, όπως αναφέρει ο συνθέτης Αλκμάν. Η Κόριννα επίσης αναφέρει ότι ο Απόλλων διδάχτηκε από την Αθηνά να παίζει αυλό.>>. ( Πλούταρχος, «Περί μουσικής» 134 και  1136 Β)

4) Οι πρώτοι μουσικοί χρησιμοποιούσαν ως «αντηχείο» και ως «καμπύλο τόξο» για την κατασκευή μουσικού οργάνου και  τα κερασφόρα κρανία ζώων (βοδιών, ελάφων κλπ),  όπως  η «πηκτίδα» (-= είδος λύρας)  του Πολύφημου που έγινε από το κρανίο-κέρατα ελάφου, πρβ: «και αυτή δε η πηκτίς οία κρανίον ελάφου γυμνν των σαρκών και τα μεν κέρατα πήχεις ώσπερ ήσαν ζυγώσας δε αυτά και ενψας τα νεύρα, ουδ κολλβοις περιστρψας μελώδει άμουσν τι και απδν, άλλο μεν αυτός βοών, άλλο δε η λύρα υπχει, ώστε οδ κατχειν τν γλωτα εδυνάμεθα επί τω ερωτικώ εκείν άσματι..»· (Λουκιανός, «Θαλασσίων Θεών Διάλογοι»)

5) Οι αρχαίοι Έλληνες με την ονομασία  «καμπύλα ή αγκύλα ή παλίντονα τόξα» ονόμαζαν τα ξύλα με καμπύλη ή άλλως  αγκύλη,  των οποίων η μια άκρη συνδεόταν με την άλλη με μια ή περισσότερες χορδές. Τέτοια τόξα ήταν το όπλο τόξο και αρχικά και η κιθάρα (βλέπε π.χ. το έγχορδο μουσικό όργανο στη σαρκοφάγο της Αγ. Τριάδος Κρήτης, 1600-1450 π.Χ). Καμπύλο τόξο είναι και το «τοξάρι» >  δοξάρι κ.α., απλά άλλου είδους χορδές έχει το τόξο , άλλου είδους το δοξάρι και άλλου η κιθάρα με τη λύρα.  Οι χορδές της κιθάρας και της λύρας αρχικά γίνονταν από νευρά ή έντερα βοδιού, του δοξαριού από τρίχες αλογοουράς και του τόξου από νεύρα βοδιού. Σήμερα οι χορδές γίνονται και από άλλα υλικά και κυρίως από μέταλλα.

6) Ο  Κλαύδιος Αιλιανός (Claudius Aelianus), 175-235 μ.Χ., στο έργο του “Varia Historia” («Ποικίλη Ιστορία» κεφ. λθ), αναφέρει ότι “The Cretans. Κρήτες τους παίδας μανθάνειν τους νόμους εκέλευον μετά τινος μελωδίας, ίνα εκ της μουσικής ψυχαγωγούνται και ευκολώτερον τη μνήμη διαλαμβάνουσιν ‘ και ίνα μη, τι των κεκωλυμένων πράξαντες, αγνοία πεποιηκέναι απολογίαν έχουσιν. Δεύτερον δε μάθημα έταξαν, τους των θεών ύμνους μανθάνειν. Τρίτον, τα των ανδρών εγκώμια.” Δηλαδή οι Κρήτες έδιναν εντολή τα παιδιά να μαθαίνουν τους νόμους με τη συνοδεία κάποιας μελωδίας, αφενός για να ψυχαγωγούνται με τη μουσική και αφετέρου για να εντυπώνουν (τους νόμους) καλύτερα στη μνήμη … .

 

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ - ΜΑΡΣΥΑ

Ο Διόδωρος Σικελιώτης ( 5.72-77), ο Πλούταρχος (Περί μουσικής 1136, Β και «Περί αοργησίας» 456 B-D, 6-7), ο  Πίνδαρος «12ος Πυθιόνικος) κ.α.  αναφέρουν ότι η  Αθηνά είναι εκείνη που βρήκε τον αυλό, όμως  βλέποντας μια μέρα το πρόσωπό της να καθρεφτίζεται στο νερό παραμορφωμένο, καθώς έπαιζε τον αυλό, τον πέταξε μακριά. Ο αυλός έπεσε στη Φρυγία και εκεί τον βρήκε ο Μαρσύας, ο οποίος τον πήρε και στη συνέχεια έγινε δεξιοτέχνης του.  Ο Μαρσύας μετά προκάλεσε τον κιθαρίστα Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τέχνης.. Οι Μούσες ανέδειξαν νικητή τον Απόλλωνα και ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός από ένα Σκύθη, ως τιμωρία για την ύβρη που διέπραξε να προκαλέσει το θεό. Ο Απόλλωνας μετά, επειδή δεν του άρεσε αυτό που έγινε με το Μαρσύα,  έσπασε την κιθάρα του (τα εκ της κιθάρας χορδάς εκρήξαντο») και στο εξής  δεν ήθελε να ασχοληθεί με τη μουσική». Τότε ο αδελφός του ο Ερμής εφεύρε τη λύρα, την οποία έδωσε  ως δώρο στον Απόλλωνα με την παράκληση να συνεχίζει να παίζει μουσική,  αλλά και για να τον συγχωρήσει που του είχε κλέψει τα βόδια.

«Εκεί (στην πόλη Νυσα της Αιγύπτου) ο Μαρσύας άρχισε να μαλώνει με τον Απόλλωνα ως προς την καλλιτεχνία και οι κάτοικοι της Νύσας ορίστηκαν κριτές. Πρώτος έπαιξε ο Απόλλωνας την Κιθάρα του χωρίς συνοδεία τραγουδιού, ενώ ο Μαρσύας βάζοντας τα δυνατά του στους Αυλούς κατέπληξε τους ακροατές με την παράξενη μουσική, που έκριναν από τη μελωδία πως ξεπέρασε κατά πολύ τον πρώτο διαγωνιζόμενο. Ο Απόλλωνας τη δεύτερη φορά πρόσθεσε τη φωνή του εναρμονισμένη στη μελωδία της Κιθάρας, οπότε έτυχε μεγαλύτερης αποδοχής απ΄ όση προηγουμένως. Ο Μαρσίας αγανάκτησε και προσπάθησε να αποδείξει ότι ήρθε δεύτερος κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου, διότι έπρεπε να γίνει σύγκριση της τεχνικής και όχι της φωνής, γιατί έτσι μόνο αρμόζει να κρίνεται η αρμονία και η μελωδικότητα της Κιθάρας και των αυλών και επιπλέον είναι άδικο να συγκρίνονται δυο τέχνες συνδυασμένες σε μια. Ο Απόλλωνας είπε πως δεν πλεονεκτούσε στο παραμικρό έναντι του άλλου, γιατί έκανε το ίδιο που έκανε και ο  Μαρσύας, όταν φυσά τους Αυλούς του, δηλαδή χρησιμοποιούσε και αυτός το στόμα του.…… ( Διόδωρος Σικελιώτης  3, 59)

 

 

ΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΟΥΣΕΣ

Μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα, επένδυση βάθρου ή βωμού, από την αρχαία Mαντινεία Αρκαδίας,  330-320 π.Χ. που απεικονίζει το μουσικό αγώνα μεταξύ του Απόλλωνα και του Μαρσύα. O Απόλλωνας καθισμένος σε βράχο κρατάει κιθάρα. Δεξιά ο Mαρσύας σε μια δραματική κίνηση, παίζει αυλό σε μια τελευταία προσπάθεια να νικήσει το θεό της μουσικής. O αγώνας όμως έχει ήδη κριθεί και ο Σκύθης , που στέκεται ανάμεσά τους κρατώντας μαχαίρι στο δεξί χέρι του, είναι έτοιμος να εκτελέσει το φοβερό έργο του, την εκδορά του ηττημένου Mαρσύα,  γιατί αυτό  ήταν το τίμημα του αγώνα για τον ηττημένο και για την ύβρη του να προκαλέσει τον άλλο σε διαγωνισμό.

<< Όσο για τις Μούσες, επειδή τις μνημονεύσαμε στις πράξεις του Διονύσου ( = ότι οι Μούσες , που ήταν παρθένες με ξεχωριστή παιδεία, ακολουθούσαν το θεό Διόνυσο στα ταξίδια του και με τους χορούς, τα τραγούδια και τα άλλα ταλέντα τους ψυχαγωγούσαν  τον θεό), καλό θα ήταν να μιλήσουμε επί τροχάδην και γι' αυτές. Οι περισσότεροι, λοιπόν, μυθογράφοι, και μάλιστα οι πλέον δόκιμοι, λένε πως είναι θυγατέρες του Δία και της Μνημοσύνης,· υπάρχουν όμως και λίγοι ποιητές, μεταξύ των οποίων και ο Αλκμάν, που αποφαίνονται πως είναι θυγατέρες του Ουρανού και της Γης. Κατά τον ίδιο τρόπο, διαφωνούν και για τον αριθμό τους άλλοι λένε πως είναι τρεις, ενώ άλλοι εννέα, επικράτησε όμως ο αριθμός εννέα, καθόσον επιβεβαιώθηκε από τους πλέον επιφανείς άνδρες, και εννοώ τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τους άλλους σαν κι αυτούς. Διότι, παραδείγματος χάριν, ο Όμηρος λέει <<Οι Μούσες όλες κι οι εννιά μιλώντας μεταξύ τους με φωνή γλυκιά». Ενώ ο Ησίοδος δίνει και τα ονόματα τους, όταν λέει: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολυμνία, Ουρανία και Καλλιόπη, που είναι η πρεσβύτερη απ' όλες. Σε καθεμιά από αυτές προσάπτουν τις αντίστοιχες επιδόσεις στους κλάδους των τεχνών, όπως ποίηση, τραγούδι,  παντομίμες και χορούς, αστρονομία και τις λοιπές τέχνες. Οι περισσότεροι συγγραφείς μύθων τις περιγράφουν παρθένες, επειδή οι άνθρωποι πιστεύουν πως οι αρετές που προκύπτουν από την παιδεία είναι αδιάφθορες. Τις ονόμασαν Μούσες επειδή «μυούν» τους ανθρώπους, που σημαίνει τους διδάσκουν τα καλά και συμφέροντα που αγνοούν οι απαίδευτοι. Όσο για το όνομα της καθεμιάς, λένε, απονέμοντας τους τον αντίστοιχο όρο, ονομάζουν την Κλειώ από τον έπαινο που αποδίδει η ποίηση σ' εκείνους που εγκωμιάζονται και περιποιεί μεγάλη δόξα [κλέος] στους επαινούμενους, την Ευτέρπη από την τέρψη που παρέχει στους ακροατές με τα αγαθά που προσφέρει η παιδεία, τη Θάλεια, επειδή όσοι εγκωμιάζονται στα ποιήματα «βάλλουν» επί χρόνους πολλούς, τη Μελπομένη από τη μελωδία με την οποία ψυχαγωγεί τους ακροατές, την Τερψιχόρη από την τέρψη που παρέχει στους μαθητές της με τα αγαθά που προέρχονται από την παιδεία, την Ερατώ από το ότι κάνει τους μορφωμένους ποθητούς και αξιέραστους, την Πολυμνία από το ότι με τους πολλούς ύμνους κάνει διάσημους εκείνους των οποίων η φήμη απαθανατίζεται με τα ποιήματα, την Ουρανία από το ότι όσοι μορφώνονται από αυτήν ανεβαίνουν στα ουράνια" διότι με τους στοχασμούς και τις σκέψεις αιωρούνται οι ψυχές σε ύψη ουράνια" και την Καλλιόπη από την καλή της φωνή [όπα], που σημαίνει ότι με την εξαιρετική της ευφράδεια γίνεται αποδεκτή από τους ακροατές.>>.(Διόδωρος Σικελιώτης  4, 7)

 

ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΔΕΝ ΒΡΗΚΑΝ ΜΟΝΟ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΡΟ

 

http://www.followodysseus.gr/portals/54/mousikhxoros/6_music_b3_Dias_Koyrites.jpg

Οι Κουρήτες χορεύουν και  ο μικρός Δίας θηλάζει την αίγα Αμάλθεια. Μαρμάρινο ρωμαϊκό ανάγλυφο,  160 μ.Χ., Musei Capitolini, Ρώμη.

Οι αρχαίοι συγγραφείς: Διονύσιος Αλικαρνασεύς («Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Λόγος 2ος LXIΧ, 5 και Λόγος 7,72), Πλάτων (Νόμοι Ζ 795 – 797), Στράβων (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16), Διόδωρος Σικελιώτης (5.65), Πολυδεύκης («Ονομαστικό Λεξικό») , Ευριπίδης («Βάκχαι» αντιστροφή β΄, στ. 120-134)  κ.α., αναφέρουν ότι ο χορός είναι «ελληνικό επιτήδευμα»,  το οποίο «βρήκαν πρώτοι και έδειξαν οι Κουρήτες» στο Δικταίο άντρο στο όρος Δίκτη της Κρήτης, τότε που ανατρεφόταν εκεί ο Δίας και από εκεί μετά διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, αρχικά στους Σπαρτιάτες, μετά στους Ρωμαίους κ.α. Αναφέρουν επίσης ότι ο πρώτος χορός, ο χορός των Κουρητών, ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα εκείνου του Κουρήτη, του Πύρριχου, που τον οργάνωσε και επίσης ότι  η Πυρρίχη προέκυψε ως ένα από τα παιγνίδια των Κουρητών με το Δία, όταν αυτός ανατρεφόταν στο ιερό ‘άντρο στο Δικταίον όρος της Κρήτης. Θέλοντας, λένε,  οι Κουρήτες από τη μια να παίξουν-ηρεμήσουν το Δία ως θετοί γονείς και από την άλλη να σκεπάσουν με το ποδοβολητό τους και τις ιαχές τους τα κλάματά του από το αυτί του πατροκτόνου πατέρα του, γύρναγαν γύρω  από το μικρό Δία ένοπλοι και κτυπώντας με το ξίφος τους ο ένας την ασπίδα του άλλου. κάνοντας τάχα μου ότι διεξέχουν μάχη ή προπόνηση  για μάχη και αυτές τις κινήσεις μετά ο Κουρήτης Πύρριχος τις έκανε χορό.

Και το ότι οι Κ(ου)ρήτες > Κρήτες είναι αυτοί που βρήκαν και έδειξαν πρώτοι το χορό προκύπτει, λένε οι αρχαίοι συγγραφείς,  και από το ότι αρχαιότερη  μαρτυρία για το χορό έχουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου (Σ 590 – 605, όπου γίνεται περιγραφή  ενός χορού που είχε διδάξει ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα.

Και το ότι ο χορός, αλλά και η μουσική και τα μουσικά όργανα (κιθάρα, λύρα και αυλό) είναι ελληνικό επιτήδευμα προκύπτει και από το ότι οι ελληνικές λέξεις: χορός,  χορογραφία, χορογράφος, χορωδία, όρχηση, ορχήστρα, μουσική, λύρα αυλός κλπ είναι διεθνείς, παγκόσμιες, πρβ στα λατινικά chorus, coro, hor, orchestra, musica…  = αγγλικά:  chorus/dance, choreography, chorographer, choral group, choir, orchitic, orchestra, music =   γαλλικά: chouer, chorale, chorégraphie, orchisi, orchestre, choeur, musique  = γερμανικά:  chor, choreografie, choreograf, chorédrame, chorist, orchester/musikkapelle, music κ.α.

 Ειδικότερα ο Στράβωνας (10.5 ΙΙΙ 8 και 10 ΙV 16 κ.α.), σχετικά με το χορό, αναφέρει ότι οι Κουρήτες στην Κρήτη πρώτοι βρήκαν και δίδαξαν το χορό, και ότι ο χορός αυτός ονομάστηκε «Πυρρίχη» από το όνομα εκείνου του Κουρήτη, του Πυρρίχου, που τον οργάνωσε, πρβ:

«Να ασκούν (οι νέοι της Κρήτης) επίσης την τοξοβολία και τον ένοπλο χορό, που βρήκαν πρώτοι και έδειξαν οι Κουρήτες και ο οποίος έπειτα ονομάστηκε Πυρρίχη από το όνομα αυτού που τον οργάνωσε. Έτσι το παιγνίδι δεν ήταν άσχετο με πράξη χρήσιμη στον πόλεμο. Επίσης στα τραγούδια τους χρησιμοποιούν κρητικούς ρυθμούς που είναι πολύ γρήγοροι και τους βρήκε ο Θάλης. Ορίστηκε επίσης να φοράνε στρατιωτικά ρούχα και υποδήματα. Τα όπλα εξάλλου θεωρούνται τα καλύτερα δώρα». (Στράβων  10 ΙV 16). 

«Η δε ενόπλιος όρχησις στρατιωτική, και η πυρρίχη δηλοί και ο Πύρριχος, ον φασιν ευρετήν είναι της τοιαύτης ασκήσεως των νέων και τα στρατιωτικά» (Στραβων, 10.5 ΙΙΙ 8).

 «Τον χορό που συνιθίζουν στη Λακεδαίμονα, τους ρυθμούς, τους παιάνες που τραγουδάνε σύμφωνα με τους κανονισμούς τους, καθώς και πολλά ακόμη έθιμά τους τα λενε οι ίδιοι  Κρητικά, ωσαν να έρχονται από εκεί…». (Στράβων Ι, IV, 18 C 471)

 «Στην Κρήτη δεν υπήρχαν μόνο αυτά αλλά και τελετουργίες για το Δία με οργιαστική λατρεία και με διακόνους, ωσάν αυτούς που βρίσκονται στην υπηρεσία του Διονύσου, δηλαδή Σάτυροι. Τους έλεγαν Κουρήτες και ήταν νέοι άνθρωποι που απέδιδαν ένοπλη κίνηση με χορευτικό βήμα, παρασταίνοντας τον μύθο της γέννησης του Δία, όπου παίζουν τον Κρόνο που συνήθιζε να καταπίνει τα παιδιά του, μόλις γεννιούνταν, και τη Ρέα να παλεύει να κρύψει τους πόνους της γέννας, να γεννάει το παιδί και να το κρύβει προσπαθώντας να γλιτώσει τη ζωή του με κάθε τρόπο. Λένε ότι γι αυτό πήρε βοηθούς τους Κουρήτες, που με τα τύμπανα και με παρόμοιους ήχους, με ένοπλο χορό και θόρυβο περιστοίχιζαν τη θεά και τρόμαξαν τον Κρόνο, ώστε να πάρουν το παιδί. Κουρήτες, λοιπόν, ονομάστηκαν, είτε επειδή ήταν νέοι , δηλαδή «κούροι», και πρόσφεραν αυτήν την υπηρεσία είτε επειδή «φρόντισαν τη νιότη» του Δία. Υπάρχουν και οι δυο εκδοχές.». (ώσθ’ οι Κουρήτες ήτοι δια το νεοι και κόροι όντες υπουργείν ή δια το κουροτροφείν τον Δία (λεγεται γαρ αμφοτέρως). ( Στράβων 10.ΙΙΙ,11 C 469, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»).

Ο Ιούλιος Πολυδευκης  (γραμματικός και λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ.,  γνωστός ως Pollux)  αναφέρει ότι δυο είναι οι ενόπλιοι χοροί, η Πυρρίχη και η Τελεσιάς και  αυτούς τους οργάνωσαν δυο επώνυμοι Κρήτες ορχηστές, ο Πυρρίχος και ο Τελεσίος, πρβ: «Είδη δε ορχημάτων, εμμέλεια, τραγική, κόρδακες, κωμικοί, σικιννίς, σατυρική. Ενόπλιοι ορχήσεις, πυρρχη τε, κα τελεσίας, πνυμοι δο Κρητών ορχηστών, Πυρρχου τε κα Τελεσου. εκαλετο δε τι και ξιφισμός, και ποδισμς, και διαρρικνούσθαι, όπερ ην το την οσφν φορτικώς περιγειν. Ην δε και κώμος ειδος ορχήσεως. Και τετράκωμος, Ηρακλέους ιερά, και πολεμική. Ην δε και κωμαστική, μάχην και πληγάς έχουσα…..(Pollux = Πολυδεύκης Ιούλιος «Ονομαστικό Λεξικό»)

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (5.65 κ.α.) αναφέρει ότι οι Κουρήτες ήσαν οι πρώτοι που εισηγήθηκαν τη συναναστροφή, τη συμβίωση και ευταξία μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς τους χορούς , άρα οι Κρήτες είναι αυτοί που έθεσαν τα θεμέλια του πολιτισμού, πρβ: «Μετά τους Ιδαίους Δακτύλους έγιναν οι Κουρήτες, … Καθώς διακρινόταν για τη σύνεσή τους, έδειξαν στους ανθρώπους πολλά χρήσιμα πράγματα, διότι πρώτοι αυτοί συγκέντρωσαν τα πρόβατα σε κοπάδια, εξημέρωσαν τα υπόλοιπα είδη ζώων, ανακάλυψαν τη μελισσοκομία, εισηγήθηκαν την τέχνη του κυνηγίου, εισηγήθηκαν τη συναναστροφή και τη συμβίωση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ήταν και οι πρώτοι που δίδαξαν την ομόνοια και κάποια ευταξία στην κοινωνική ζωή. Ανακάλυψαν επίσης τα ξίφη, τα κράνη και τους πολεμικούς χορούς. Λένε πως σ’ αυτούς παρέδωσε το Δία η Ρέα, κρυφά από τον πατέρα του Κρόνο,  και κείνοι τον πήραν και τον ανέθρεψαν…... (Διόδωρος Σικελιώτης 5,65, μετάφραση Εκδόσεις «Κάκτος»)

Ο Ευριπίδης ( «Βακχαι»  Πάροδος, αντιστροφή β΄, στ. 120-134) αναφέρει ότι  ο Δίας γεννήθηκε σε άντρο της Κρήτη και εκει οι Κουρήτες τον «άρπαξαν και τό 'σμιξαν με τους χορούς τους», πρβ:  «Ώ των Κουρητών κατοικία, της Κρήτης θεοτικά βουνά, σεις που το Δία γεννήσατε ! Μες στις σπηλιές σας τούτο εδώ το τσέρκι με το τανυστό τουμπανοπέτσι μιά φορά μου βρήκαν οι Κορύβαντες,πού 'χουν τα κράνη τρίκορφα·και μπλέξανε το βρόντο του, μες στη βακχεία τους τη σφοδρή, με τη γλυκόλαλη πνοή απ' τους αυλούς τους φρυγικούς, και μες στα χέρια τό 'βαλαν της Ρέας της μάνας να βαρεί με των βακχών τα ευάν ευοί κ' οι μανιασμένοι οι Σάτυροι της θεάς μητέρας το άρπαξαν και τό 'σμιξαν με τους χορούς τους ταχτικούς στα Δίχρονα που κάνει ο Διόνυσος χαρά. (ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΒΑΚΧΑΙ, Πάροδος, αντιστροφή β΄, στ. 120-134 Μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη)

kam

 Ο Παυσανίας  και ο Στράβωνας αναφέρουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι διδάχτηκαν  από τον Κρητικό Κουρήτη Πύρριχο την «Πυρρίχη», αφού από τη μια ο Στράβων αναφέρει «Τον χορό που συνηθίζουν στη Λακεδαίμονα, τους ρυθμούς, τους παιάνες που τραγουδάνε σύμφωνα με τους κανονισμούς τους, καθώς και πολλά ακόμη έθιμά τους τα λενε οι ίδιοι  Κρητικά, ωσαν να έρχονται από εκεί…». (Στράβων Ι, IV, 18 C 471) και  από την άλλη ο Παυσανίας  ότι στη Λακεδαίμονα υπήρχε  η πόλη  Πύρριχος, που πήρε το όνομα αυτό από το ότι ιδρύθηκε είτε από τον Πύρριχον των καλλούμενων Κουρητών είτε από το γιο του Αχιλλέα, τον (Νεοπτόλεμο, τον καλούμενο) Πύρρο: «Πύρριχος εν μεσογαί. το δε όνομα τη πόλει γενέσθαι φασν από Πύρρου του Αχιλλέως, οι δε είναι θεόν Πύρριχον των καλουμένων  Κουρήτων….». (Παυσανίας, Λακωνικά 25, 1-3)

Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς στη «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» (Λογος 2, LXI, 2  - LXΧ, 3-5 και Λόγος 7,72)  αναφέρει ότι ο χορός είναι ελληνικό επιτήδευμα,  τον οποίον είχαν βρει πρώτοι οι Κουρήτες στο «ιερόν άντρον» στο «Δικταίον όρος» της Κρήτης, όταν ανέτρεφαν εκεί το Δία και οι Ρωμαίοι πήραν το χορό από τους Έλληνες, κάτι που αποδεικνύεται και από το ότι αρχαιότερη μαρτυρία για χορό είναι αυτή του Ομήρου (βλέπε Οδύσεια Σ 590 όπου μιλά για το χορό που σύνθεσε ο Δαίδαλος στην Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα στην Κνωσό κλπ), πρβ:

Αργυρός στατήρας Χερσονήσου Κρήτης, 300 π.Χ. , με το θεό της μουσικής , τον Κρητικό Απόλλωνα,  να κρατά την κιθάρα του.

 «Ελληνικόν δ´ άρα και τούτ´ ην εν τοις πάνυ παλαιὸν επιτήδευμα, ενόπλιος όρχησις ἡ καλουμένη πυρρίχη, ειτ´ Αθηνάς πρώτης επί Τιτάνων αφανισμώ χορεύειν και ορχείσθαι συν τοις όπλοις ταπινίκια υπό χαράς αρξαμένης, είτε παλαίτερον έτι Κουρήτων αυτήν καταστησαμένων, ότε τον Δία τιθηνούμενοι θέλγειν εβούλοντο κτύπῳ τε όπλων και κινήσει μελών ενρύθμῳ καθάπερ ο μύθος έχει. Δηλοί δε και τούτου την αρχαιότητα ως επιχωρίου τοις Έλλησιν Όμηρος πολλαχή μεν και άλλη, μάλιστα δ´ εν ασπίδος κατασκευή, ήν Αχιλλεί δωρήσασθαί φησιν Ήφαιστον. Υποθέμενος γάρ εν αυτή δύο πόλεις την μεν ειρήνη κοσμουμένην, την δε πολέμῳ κακοπαθούσαν, εν η την αμείνω καθίστησι τύχην εορτάς ποιών και γάμους και θαλίας ώσπερ εικος και ταύτα λέγει· Κούροι δ´ ορχηστήρες εδίνεον· εν δ´ άρα τοίσιν  Αυλοί φόρμιγγές τε βοήν έχον· αι δε γυναίκες  Ιστάμεναι θαύμαζον επί προθύροισιν εκάστη. Καὶ αύθις έτερον εν αατή λέγων διακεκοσμήσθαι Κρητικὸν ηιθέων τε και παρθένων χορὸν ώδε είρηκεν· Εν δε χορὸν ποίκιλλε περικλυτός αμφιγυήεις,  Τω ίκελον οίόν ποτ´ ενί Κνωσσώ ευρείῃ  Δαίδαλος ήσκησεν καλλιπλοκάμῳ Αριάδνη… .(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία» Λογος 7,72)

 «Λαβείν δε αυτόν την τούτων μίμησιν αποφαίνουσιν εκ τῶν Ελληνικών παραδειγμάτων ζηλωτὴν γενόμενον της τε Μίνω του Κρητὸς καὶ τῆς Λυκούργου του Λακεδαιμονίου σοφίας· ων ὁ μεν ομιλητής έφη γενέσθαι του Διός και φοιτών εις το Δικταίον όρος, εν ω τραφήναι τον Δία μυθολογούσιν οι Κρήτες υπὸ των Κουρήτων νεογνὸν όντα, κατέβαινεν εις το ιερὸν άντρον και τους νόμους εκεί συντιθεὶς εκόμιζεν, ους απέφαινε παρά του Διός λαμβάνειν· ο δε Λυκούργος εις Δελφούς αφικνούμενος υπό του Απόλλωνος έφη διδάσκεσθαι την νομοθεσίαν ……………………………. Παρέζωσται δ´ έκαστος αυτών ξίφος και τη μεν δεξιά χειρὶ λόγχην ἢ ῥάβδον ἤ τι τοιούθ´ έτερον κρατεί, τη δ´ ευωνύμῳ κατέχει πέλτην Θρᾳκίαν· ἡ δ´ εστί ῥομβοειδεί θυρεώ στενωτέρας έχοντι τας λαγόνας εμφερής, οίας λέγονται φέρειν οι τα Κουρήτων παρ´ Έλλησιν ἐπιτελούντες ιερά. Και εἰσιν οι Σάλιοι κατά γουν την εμήν γνώμην Ελληνικώ μεθερμηνευθέντες ονόματι Κουρήτες, ὑφ´ ημών μεν επί της ηλικίας ούτως ωνομασμένοι παρά τους κούρους, υπό δε Ρωμαίων επί της συντόνου κινήσεως. Το γάρ εξάλλεσθαί τε και πηδάν σαλίρε ὑπ´ αυτών λέγεται. από δε της αυτής αιτίας και τους άλλους άπαντας ορχηστάς, επει καν τούτοις πολύ το άλμα και σκίρτημα ένεστι, παράγοντες από των σαλίων τούνομα σαλτάτωρας καλούσιν. Κινούνται (οι Ρωμαίοι χορευτές) γαρ προς αυλὸν εν ρυθμώ τας ενοπλίους κινήσεις τοτὲ μεν ομού, τότε δε παραλλὰξ και πατρίους τινὰς ύμνους άδουσιν άμα ταις χορείαις. χορείαν δε και κίνησιν ενόπλιον και τον εν ταις ασπίσιν ἀποτελούμενον υπό των εγχειριδίων ψόφον, ει τι δει τοις αρχαίοις τεκμηριούσθαι λόγοις, Κουρήτες ήσαν οι πρώτοι καταστησάμενοι. Τον δε περί αυτών μύθον ουέὲν δέομαι προς εἰδότας ὀλίγου δειν πάντας γράφειν» (Διονύσιος Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»  Livre/Λόγος 2  LXI, 2  - LXΧ, 3-5).

Ομοίως ο ρήτορας, συγγραφέας και φιλόσοφος Δίων ο Χρυσόστομος (40 – 120 μ.Χ.), αναφέρει ότι η ενόπλιος όρχηση ονομαζόταν «κουριτική» και ήταν επιχώρια των Κρητων: «Μηριόνη, τάχα κέν σε καὶ ορχηστήν περ εόντα / έγχος ἐμὸν κατέπαυσε διαμπερές, ει ς΄ έβαλόν περ./ ἢ σὺ οίει άλλην τινὰ {λέγειν} επίστασθαι τον του Μόλου υιόν,/ ἀριθμούμενον εν τοις αρίστοις των Αχαιών, ἢ την ενόπλιον, την Κουρητικήν, ήπερ ην ἐπιχώριος τοις Κρησίν, την οξείαν και ελαφρὰν κίνησιν / προς το διακλίναι και φυλάξασθαι ρᾳδίως το βέλος» (Δίωνος του Χρυσόστομου Λόγοι, «Περί βασιλείας», ΙΙ Β, 60-61, Dio Chrysostom, Orationes J. de Arnim, Ed.)

Ομοίως ο  Ολλανδός περιηγητής-κατάσκοπος Dapper Olfert (1636-1689) στο βιβλίο «Description exacte des isles de l'Archipel» 1688 (που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1705 από το Βερνάρδο Μανουήλ με τον τίτλο «Ακριβής περιγραφή της Κρήτης» του Α.Ο. Δάπερ), σχετικά με το χορό και τους Κρήτες, αναφερει τα εξης:<< Όρχησις Πυρρίχη: Εγυμνάζοντο δε (οι Κρήτες) εκ νεαράς των ηλικίας ου μόνο την τοξευτικήν, αλλά και κάποιον χορόν, τον οποίον εχόρευον συγκρούοντες τα όπλα των προς αλλήλους, ως να ερρίθμιζον με τούτο τα βήματά των. Εκαλείτο δ’ ο χορός ούτος Πυρρίχη όρχησις, της οποίας νομίζουσι ότι ούτοι αυτοί  εστάθησαν οι εφευρεταί, καθώς αναφερουσιν ο Διόδωρος, Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς και ο Πλίνιος: «Ασκείν δε και τοξική και ενόπλω ορχήσαι, ην καταδίξαι Κουρήτα πρωτον, ύστερον δε συνταξαντα και την κληθήσαν υπ αυτού Πυρρίχην» (Στραβ.) …. Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι εδίδαξαν πρωτοι εις τους ανθρώπους την χρήση του πυρός, καθώς και την φύσιν του χαλκού και του σιδήρου, και τον τρόπο του να τα εργάζονται. Ούτω μαρτυρεί και ο Στράβων, ότι αυτοί πρώτοι εργάσθηκαν τον σίδηρον και εδίδαξαν το να εκτείνωσι με τα σφυρία. Ομοίως ο Πλίνιος και ο Πλίνιος διηγείται κατά τον Ησίοδον, ότι πρώτοι ούτοι εδίδαξεν εις τους ανθρώπους την γνώσιν του Σιδήρου και τον τρόπον να τον μεταχειρίζονται. …….. Μετά τούτο οι Κουρήτες, επινοήσαντες τον τρόπον του φυλλάτειν και τρέφει τα ποίμνια….. Εγυμνάζοντο πολύ εις την θηρευτικήν και εις την τοξευτικήν, των οποίων ήσαν οι εφευρέται., ομοίως και των βελών. Εισήγαγον εις τον κόσμον τας κοινάς  συνελεύσεις και τα συμπόσια, και εφεύρον τας σπάθας και τας μαχαίρας, τας περικεφαλαίας και τα περικαλύμματα της κεφαλής, και την Πυρρίχην όρχησιν, την οποία χορεύουσιν και την σήμερον με γυμνά σπαθια……. Τέλος ο Διόδωρος αναφέρει ότι οι Δάκτυλοι εφεύρον την Μουσικήν. Ούτοι ιδιοποιούνται ομοίως την εφεύρεσιν των χαρακτήρων και των γραμμάτων, τα οποία ωνόμασαν Φοινίκεια, επειδή το πάλαι τα έγραφον επάνω εις τα φύλλα της Φοινίκης.>> («Ακριβής περιγραφή της Κρήτης», μεταφρασθείσα από την Φλαμανδικήν εις την Γαλλικήν Διάλεκτον κατά το 1705 παρα του Δ.Ο Δαπερ Μ.Δ. και μεταφρασθείσα στην Ελληνικήν παρά του Μ. Βεναρδου του Κρητός»)

Ομοίως ο γιατρός Ιωσήφ Χατζηδάκης, ο μετέπειτα πρώτος Έφορος Αρχαιοτήτων Κρητικής Πολιτείας (1698-1912), σχετικά με το χορό, αναφέρει: «Ο Βελών (Pierre Belon , γάλλος φυσιοδίφης, που επισκέφθηκε την Κρήτη το 1548), περιηγηθείς την Κρήτη εν έτει 1550, είδε τους Σφακιώτας φέροντας έτι τόξα, φαρέτρας και βέλη. Νυν φέρουσι ταύτα μόνον εν εορταίς, ότε ένοπλοι και περιβεβλημένοι την παλαιάν ενδυμασία των χορεύουσι την Πυρρίχη, ως περιγράφουσι οι παλαιοί τον πολεμικόν χορόν. Τον χορόν τούτον χορεύουσι μέχρι σήμερον ένοπλοι πανταχού της Κρήτης, καλούντες αυτόν πηδηκτόν ή σούσταν, εν Ηρακλείω δε Μαλεβυζιώτικον, διότι εν Μαλεβυζίω ιδίως εν των ανατολικών επαρχιών χορεύουσιν αυτόν κανονικώτατα. Ανάγεται δε η αρχή του εις τους μυθικούς χρόνους.  Κατά την μυθολογίαν ότε η Ρέα έτικτεν εντός σπηλαίου επι της Δίκτης τον Δία οι Κουρήτες εχόρευον περί το σπήλαιον κρούοντες τα όπλα των , ίνα δια θορύβου τούτου αποκρύψωσι τας κραυγάς της τεκτούσης, και κατόπιν τους κλαυθμυρισμούς του βρέφους από του Κρόνου όστις είχε την συνήθεια να κατατρώγη τα τέκνα του, και ούτως εσώθη ο Ζευς. (Ιωσήφ Χατζιδάκης «Περιήγησις εις Κρήτη», Ερμούπολις 1881).

 

 

http://www.kritikamonopatia.gr/wp-content/uploads/2010/12/pilino_omioma1.jpgΠήλινο σύμπλεγμα του 1700-1580. π.Χ.  που αποδίδει κυκλικό  επιλήνιο (σε πατητήρι) χορό  τεσσάρων ανδρών, που κρατιούνται από τους ώμους, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα στους Κρητικούς χορούς Πεντοζάλη και Σιγανό. Βρέθηκε σε θολωτό τάφο στο Καμηλάρι Αγίας Τριάδας Κρήτης (Μουσείο Ηρακλείου).

Ο επηλήνιος χορός ήταν Διονυσιακός, του θεού Διόνυσου. Οι Διονυσιακοί χοροί ήταν έκφραση μιμιτική, όμως καλλιτεχνική   των κινήσεων που γίνονται κατά τον τρύγο, πάτημα σταφυλιών και κρασοποσία.

 

 

3. Η ΘΡΑΚΗ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ

 

O Στράβωνας αναφέρει ότι «Όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, το ρυθμό και τα όργανα», επειδή υπολογίζει, καθώς λέει, ότι αφενός την περιοχή του Ολύμπου, την Πιερία κλπ, όπου λατρεύτηκαν οι Μούσες και ο Απόλλωνας, τις κατείχαν αρχικά οι Θράκες και  τώρα οι Μακεδόνες και αφετέρου οι Κουρήτες της Κρήτης και οι Κορύβαντες της Φρυγίας, αυτοί που πρώτοι ασχολήθηκαν με τη μουσική, το χορό και τις τελετές, κατάγονταν από τη Θράκη, πρβ:

 «Και η ευτυχία είναι η χαρά, η γιορτή, η φιλοσοφία, η ενασχόληση με τη μουσική…. Η μουσική είναι έργο θεών. Έτσι, οι Μούσες είναι θεές, ο Απόλλων είναι Μουσηγέτης  και το σύνολο της ποίησης ένας ύμνος στους θεούς. Επίσης αποδίδουν  στη μουσική τη διαμόρφωση των ηθών, αφού κάθε τι που καλυτερεύει το μυαλό  προέρχεται από τους θεούς. …. Οι Μούσες και ο Απόλλων πάλι, οι μεν είναι οι επικεφαλής στα χορικά, ενώ ο άλλος  και στα στα χορικά και στη μαντική. Διάκονοι των Μουσών  είναι όλοι μορφωμένοι, αλλά κυρίως οι μουσικοί. Του Απόλλωνα διάκονοι είναι και τούτοι, αλλά και αυτοί που ασχολούνται με τη μουσική. Στη Δήμητρα αφιερωμένοι είναι οι μύστες, αυτοί που κρατάνε τις δάδες και οι ιεροφάντες. Στο Διόνυσο οι Σειλινοί, οι Σάτυροι, οι Τίτυροι και οι Βάκχες, οι Λήνες, οι Θυίες, οι Μιμαλλόνες, οι Ναίδες και οι Νύμφες. Στην Κρήτη δεν υπήρχαν μόνον αυτά, αλλά και τελετουργίες για τον Δία  και με διακόνους ωσαν αυτούς που βρίσκονται στην υπηρεσία του Διόνυσου, δηλαδή οι Σάτυροι. Τους έλεγαν Κουρήτες και ήσαν νέοι άνθρωποι που απέδιδαν ένοπλη κίνηση με χορευτικό βήμα, παρασταίνοντας  τον μύθο γέννησης του Δία ….. Κουρήτες, λοιπόν, ονομάστηκαν είτε επειδή ήταν νέοι , δηλαδή κούροι και πρόσφεραν αυτήν την υπηρεσία είτε επειδή φρόντισαν τη νιότη του Δία. Οι Βερέκυνθες πάλι, ένα γένος Φρυγών, και γενικά οι Φρύγες και από τους Τρώες οι κάτοικοι της Ίδης  τιμούν και γιορτάζουν τη Ρέα με οργιαστικές τελετές….. Οι Έλληνες αποκαλούν τους διακόνους της Κουρήτες, όχι από τον ίδιο μύθο με τον κρητικό, αλλά τους θεωρούν ιδιαίτερο είδος βοηθών αντίστοιχων με τους Σάτυρους. Τους ίδιους αποκαλούν Κορύβαντες….».( Στράβων I, 3, C 468 10 - 15)  

 «Αυτά μοιάζουν Φρυγικά. Δεν είναι απίθανο, αφού οι Φρύγες είναι άποικοι από τη Θράκη κι έτσι τα ιερά τους μεταφέρθηκαν από εκεί. Ταυτίζουν επίσης τον Διόνυσο με τον ηδωνό Λυκούργο. Στηρίζονται στην ομοιότητα των τελετών τους. Όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, το ρυθμό και τα όργανα. Φαίνεται κι από τους τόπους όπου λατρεύονται οι Μούσες. Πιερία, Όλυμπος, Πιμπλα και Λείβηθρο στα αρχαία χρόνια ήταν θρακικά μέρη και όρη, ενώ σήμερα τα κατοικούν Μακεδόνες. Τον Ελικώνα αφιέρωσαν στις Μούσες Θράκες κάτοικοι της Βοιωτίας, που έκαναν και τη σπηλιά ιερό των Λειβηθριάδων Νυμφών. Οι ιδρυτές της αρχαίας μουσικής αναφέρονται ως θράκες: Ορφέας, Μουσαίος και Θάμυρις. Ακόμη και ο Εύμολπος πήρε από εκεί το όνομά του. Κι όσοι αποδίδουν στο Διόνυσο όλη την Ασία έως την Ινδία, από εκεί παίρνουν την περισσότερη μουσική. Και ο ένας μιλά για παίξιμο Ασιατικής Κιθάρας, ενώ ο άλλος μιλά για φλογέρες Βερεκυντιες και Φρύγιες. Μερικά όργανα εξ άλλου έχουν βαρβαρικά ονόματα, καθώς νάβλες, σαμβύκη, βάρβιτος, μαγάδις και τέτοια πολλά………  Ο συγγραφέας της Φορωνίδας αναφέρει τους Κουρήτες ως αυλητές και Φρύγες…. Στα Κρητικά κείμενα  οι Κουρήτες λέγονται τροφοί του Δία και φύλακες. Η Ρέα τους έστειλε στην Κρήτη από τη Φρυγία. Άλλοι λένε ότι στη Ρόδο ήταν εννιά Τελχίνες. Ακολούθησαν τη Ρέα στην Κρήτη, ανέθρεψαν το Δία και μετονομάστηκαν Κουρήτες. Ο Κύρβα(ντα)ς, ένας σύντροφός τους που ίδρυσε την Ιεράπυπτνα, έδωσε αφορμή στους Πρασίους να λένε ανάμεσα στους Ρόδιους ότι οι Κορύβαντες ήταν δαίμονες, παιδιά του ¨Ήλιου και της Αθηνάς».… ( «και τον Δία κουροτροφύσαντας Κουρήτας ονομασθήναι’ Κυρβαντα δε τούτων εταίρον Ιεραπύτνης όντα κτίστην…»  ( Στράβων I, 3, C 471 16 -  C 472 19)  

 

 

http://www.hellinon.net/NeesSelides/Kriti/fotos/Zoe.ht20.jpg

Τελετή θυσίας με σπονδές στην Κνωσό και με την παρουσία γυναικείας χορωδίας,  μια των οποίων παίζει κιθάρα, μια άλλη αυλό και μια άλλη κρόταλα. ( Τοιχογραφία Κνωσού, 1600 – 1450 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου). Τα πανέμορφα κορμιά (με δακτυλίδι μέση και κορμί σπαθάτο, οι  «λεβέντες Κρητικοί») οφείλονται στη γυμναστική και στο χορό, που και τα δυο τα είχαν  εφεύρει οι ίδιοι: Στράβων  (10 ΙV 16), Παυσανίας (Ηλιακά) κ.α. και διδάσκονταν υποχρεωτικά στην εκπαίδευση των νέων.

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Το ότι ο Στράβωνας λέει ότι «Όλη η μουσική έχει θεωρηθεί ότι κατάγεται από τη Θράκη και την Ασία, από τη μελωδία, το ρυθμό και τα όργανα» δε σημαίνει  και ότι η μουσική και τα μουσικά όργανα  επινοήθηκαν από μη Έλληνες ούτε και ότι όλα τα μουσικά όργανα και όλα τα είδη της μουσικής επινοήθηκαν από Θράκες , αφού αφενός η αρχαία Θράκη και πολλά μέρη της Ασίας: Ιωνία, Πόντος κλπ, ήταν μέρη Ελληνικά και αφετέρου ο ίδιος ο Στράβων λέει ότι βαρβαρικής (μη ελληνικής) επινόησης ήταν οι ναύλες, η μάγαδις, η βάρβιτος κ.α. Απλά ο Διόδωρος, όπως ειδαμε πιο πριν, θεωρεί αφετηρία της μουσικής την Κρήτη και ο Στραβων τη Θράκη, επειδή θεωρεί και τους Κρήτες θρακικής καταγωγής. Για το Στράβωνα (βλέπε βιβλίο 10), αλλά και το Διόδωρο κ.α.  οι Κουρήτες και οι Κορύβαντες ήταν απόγονοι των Ιδαίων Δακτύλων, αυτών που πρώτοι ασχολήθηκαν, επαγγελματικά και πατροπαράδοτα, με τις τέχνες, αλλά και τα της μαντικής, εκκλησιαστικά, τελετουργίες (μουσική, χορό) κ.α. Αφετηρία των Ιδαίων Δακτύλων ήταν κατ’ άλλους  η Κρήτη και κατ’ άλλους η Φρυγία  και λόγω της ασχολίας τους είχαν μετοικήσει και σε πολλά άλλα μέρη. Οι Κορύβαντες απλώθηκαν στην ήπειρο Ασία και οι Κουρήτες στην ήπειρο Θράκη. Οι ήπειροι αρχικά στους αρχαίους  Έλληνες ήσαν τρεις: η Ασία, η Θρακη (κάποια μερη Ασίας και Ευρώπης) και η Λιβύη (Αφρική). Μετα προστεθηκε και η Ευρώπη (Περισσότερα βλέπε στο βιβλίο: Κρηταγενής Δίας και η θρησκεία των Ολύμπιων Θεών», Α. Γ. Κρασανάκη).

Β) Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ξεκάθαρα ότι ο Ορφέας,  Μουσαίος κ.α. ήταν περίφημοι Έλληνες μουσικοί. Για παράδειγμα ο Απολλώνιος Ρόδιος (Αργοναυτικά Α 24- 30 και Β 210 κ.α.) αναφέρει ότι ο Ορφέας ήταν μουσικός και ένας από τους «άριστους Πανέλληνες», που αποτελούσαν το πλήρωμα της Αργοναυτικής Εκστρατείας: «Κλύτε Πανελλήνων προφερέστατοι, ει ετεον…»). Ομοίως ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι ο Ορφέας και ο Μουσαίος ήταν Έλληνες: << Τώρα που διευκρινίσαμε τούτα τα θέματα, θα πρέπει ν' αναφέρουμε ποιοι από τους ονομαστούς για τη σύνεση και τη μόρφωση τους Έλληνες επισκέφτηκαν την Αίγυπτο την αρχαία εποχή για να γνωρίσουν τα έθιμα και τον πολιτισμό της. Οι ιερείς των Αιγυπτίων ιστορούν από τις καταγραφές στα ιερά τους βιβλία ότι τους επισκέφτηκαν τα παλαιά χρόνια ο Ορφέας, ο Μουσαίος, ο Μελάμπους και ο Δαίδαλος, καθώς και ο ποιητής Όμηρος και ο Λυκούργος ο Σπαρτιάτης, ο Σόλων ο Αθηναίος και ο φιλόσοφος Πλάτων, ήλθε επίσης ο Πυθαγόρας ο Σάμιος και ο μαθηματικός Εύδοξος, καθώς επίσης ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης και ο Οινοπίδης ο Χίος >> (Διόδωρος Σικελιώτης, 1, 96). Απλά ο Διόδωρος λέει ότι ο Ορφέας ήταν γιος του κρητικού Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης και ο Απολλόδωρος στη Μυθολογική Βιβλιοθήκη  λέει ότι ο Ορφέας ήταν γιος της «Καλλιόπης και Οιάγρου (βασιλιά της Θράκης) … και Ορφεύς ο ασκήσας κιθαρωδίαν, ος άδων εκίνει λίθους τε και δένδρα», (δηλαδή γιος της μούσας Καλλιόπης και του Οιάγρου ήταν και ο Ορφέας, που έπαιζε κιθάρα κι όταν τραγουδούσε, κινούσε και τις πέτρες και τα δένδρα).

 

4. ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΙΘΑΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ

 

. Tribute of the desert. Thebes, tomb of Horemhab, No.78 Period of Tuthmosis IV (1420-1411 BCE) Ancient Egyptian Paintings selected,copied & described by Nina M.Davies; plate XXXV Τάφοι των Ευγενών στο Λούξορ (Θήβες Αιγύπτου), 1400 – 1390 π.Χ. Τελετή με γυναίκες μουσικούς που  παίζουν Άρπα, Πανδούρα, Δίαυλο και Λύρα. ( Thebes, tomb of Horemhab, No.78 Period of Tuthmosis IV, 1420-1390 BCE.)

Οι Ορφικοί, σχετικά με την εφεύρεση και τη διάδοση της λύρας και της κιθάρα εντός και εκτός της Ελλάδος, σε Αίγυπτο, Φρυγία κλπ, αναφέρουν:

<<Λέγεται ότι ο Απόλλων, αφού πήρε τη λύρα (από τον Ερμή), τη δίδαξε στον Ορφέα, κι αφού ο ίδιος (ο Απόλλωνας) επινόησε την κιθάρα, σε εκείνον παραχώρησε τη λύρα>> (Ορφικά Αποσπάσματα 57, HYGIN ASTRON, 2, 7).

 "Την λύραν την εκ χελώνης φασί τον Ερμήν ευρηκέναι και κατασκευάσαντα επτάχορδον παραδεδωκέναι την μάθησιν τω Ορφεί. Ορφεύς δε εδίδαξε Θάμυριν και Λίνον. Λίνος δε Ηρακλέα, υφ' ου και ανηρέθη, εδίδαξε δε και Αμφίωνα τον Θηβαίον, ος επί των επτά χορδών επταπύλους τας Θήβας ωκοδόμησεν. Αναιρεθέντος δε του Ορφέως υπό των Θρακικών γυναικών την λύρα αυτού βοληθήναι εις την θάλασσαν, εκβληθήναι δε εις Άντισσαν πόλιν της Λέσβου. Ευρόντας δε αλιέας ενεγκείν την λύραν προς Τέρπανδρον, τον δε κομίσαι εις Αίγυπτον. (Ευρόντα δε αυτόν) εκπονήσαντα επιδείξαι τοις εν Αιγύπτω ιερεύσιν, ως αυτόν πρωθευρετήν γεγενημένον. Τέρπανδρος μεν ούτω λέγεται την λύραν ευρηκέναι, Αχαιούς δε υπό Κάδμου του Αγήνορος παραλαβείν τηνικαύτα φασίν". (Ορφικά αποσπάσματα 163, Νικόμαχος Ian Musici script Graece 266).

«Τη Λύρα από καβούκι χελώνας λένε ότι επινόησε ο Ερμής και αφού την έκανε επτάχορδη, παρέδωσε τη γνώση της στον Ορφέα.  Ο Ορφέας δίδαξε τον Θάμυρη και τον Λίνο, ο οποίος φονεύτηκε από τον Ηρακλή. Δίδαξε και τον Αμφίονα από τη Θήβα, ο οποίος με την επτάχορδη Λύρα του έχτισε τα τείχη της "επτάπυλης" Θήβας. Όταν ο Ορφέας φονεύθηκε στη Θράκη από τις Μαινάδες, η Λύρα του έπεσε στη θάλασσα και παρασύρθηκε από τα κύματα ως τη Λέσβο·. Οι ψαράδες που τη βρήκαν την έδωσαν στον Τέρπανδρο και αυτός την έφερε στην Αίγυπτο. Κι αφού την τελειοποίησε, την έδειξε στους ιερείς της Αιγύπτου, σαν ο ίδιος να ήταν ο αρχικός επινοητής της. Έτσι λοιπόν ο Τέρπανδρος λέγεται ότι επινόησε τη Λύρα και ότι οι Αχαιοί την παρέλαβαν από τον Κάδμο το γιο του Αγήνορα» (Ορφικά απόσπασα 163, Νικόμαχος Ian Musici script Graece 266)

 

 

5. Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΘΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΥΔΗ

 

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η αρχαία κιθάρα είναι διαφορετικό όργανο από τη σύγχρονη  και επίσης ότι η σύγχρονη κιθάρα είναι επινόηση των Ισπανών και η αρχαία των Περσών, γιατί ο Ησύχιος αναφέρει πως η κιθάρα βρέθηκε στην Ασία και  η ονομασία guitar προέρχεται από την περσική λέξη setar που  σημαίνει  «τρίχορδο» κλπ. Ωστόσο όλα αυτά είναι εκτός πραγματικότητας, γιατί:

Α) Οι αρχαίοι συγγραφείς: Ησίοδος (Θεογονία), Διόδωρος Σικελιώτης (5, 74-77) κ.α.,  όπως είδαμε πιο πριν,  αναφέρουν ότι το τόξο και την κιθάρα με τη μουσική της βρήκε ο Απόλλωνας  στην Κρήτη  και γι αυτό αποκαλείται «πατέρας των  κιθαριστών της γης»,  «θεός της Μουσικής»,  «εκήβολος» κ.α.

Β) Είναι ψευδές ότι ο λεξικογράφος Ησύχιος (5ος μ.Χ. αι.)  αναφέρει πως η κιθάρα επινοήθηκε από μη Έλληνες στην Ασία, αλλά ότι με την ονομασία «ασιάς» λέγεται/λεγόταν ο τύπος κιθάρας που αναφέρει ο Αριστοφάνης στις Θεσμοφοριάζουσες και ο Ευριπίδης στο Ερεχθεύς. Συγκεκριμένα ο Αριστοφάνης αναφέρει: «Λατώ τε κρούσματα τ’ Ασιάδος ποδί παράρυθμ’ εύρυθμα Φρυγίων διανεύματα Χαρίτων» (Αριστοφάνης Θεσμοφοριάζουσες 120) και εξ αυτού μετά ο Ησύχιος λέει: «Ασιάς = (Αr. Thesm 120), η κιθάρα δια το εν Ασία ευρήσθαι (Eur. Fr 371) και  τα αρχαία λεξικά εξηγούν ότι «ασιάς» λέγεται η τριχορδη κιθάρα που βρέθηκε στην πόλη Λυδία της Ασίας,πρβ: «Ασιάτις, ασιάτιδος κρούσματος της Κιθάρας ούτως Αριστοφάνους είπε παρωδών το εξ Ερεχθέως Ευριπίδου, η τρίχορδος Κιθάρα ούτω καλείται. Είρηται δε ότι εν Ασία, τη πόλει Λυδίας κειμένης εν Τμώλω πρώτον ευρέθη» ( Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό», 1000 μ.Χ.). Πέραν αυτού ο Πλούταρχος (Περί μουσικής, 70 και 1133C, 6), ο οποίος είναι και κατά πολύ αρχαιότερος του Ησύχιου,  αναφέρει ότι ο τύπος κιθάρας με τρεις χορδές που καθορίστηκε από τον Κηπίωνα, μαθητή του Τέρπανδρου, ονομάστηκε «ασιάς», επειδή τον τύπο αυτό της κιθάρας χρησιμοποιούσαν οι Λέσβιοι κιθαρωδοί, επειδή κατοικούσαν προς την Ασία ( η Λέσβος, ως γνωστό, βρίσκεται προς την Ασία), πρβ: «εποιήθη δε και το σχήμα της Κιθάρας πρώτον κατά Κηπίωνα, τον Τερπανδρου μαθητήν’ εκλήθη δ' Ασιάς δια το κεχρήσθαι τους Λεσβίους αυτή κιθαρωδούς προς την Ασία κατοικούντας. Τελευταίον δε Περίκλειτόν φασι κιθαρδόν νικήσαι εν Λακεδαίμονι Κάρνεια, το γένος όντα Λέσβιον…..». (Πλούταρχος, Περί μουσικής,70 και 1133C, 6)

Γ)  Η λέξη κιθάρα αφενός είναι άσχετη με την περσική setar, αφού άλλο το «σε-ταρ» και άλλο το «κι-θάρα» και αφετέρου προέρχεται από την αρχαία ελληνική ονομασία «κίθαρις > κιθάρα» >  λατινικά kithara/cithara  >  guitarra (ισπανικά), guitar (αγγλικά) κ.α.,  λέξη  που υπάρχει στην ελληνική γλώσσα ήδη από τον Όμηρο, πρβ: "κήρυξ δ' εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω"( Οδύσσεια α 153-154). Η περσική λέξη setar, όπως και η περσική λέξη dutar , σύμφωνα με τα λεξικά,  είναι σύνθετες από τις απλές se (= τρία) / du (= δυο) και tar  ( = ασιατικό έγχορδο μουσικό όργανο). Η λέξη ταρ (σύντμηση της λέξης κιθάρα) και το όργανο ταρ προέρχονται από την τρίχορδη «ασιάτιδα» κιθάρα του Κηπίωνα, μαθητή του Τέρπανδρου που είδαμε πιο πριν. Πέραν αυτού αφενός η σύγχρονη κιθάρα δεν είναι setar, δηλαδή δεν έχει μόνο τρεις  χορδές, αλλά 6 ή 7, όπως και η αρχαία ελληνική κιθάρα (η  Ρώσικη ή gipsy  έχει 7 χορδές, η Ισπανική 6 χορδές κλπ) και αφετέρου η ελληνική λέξη κιθάρα , σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς , είναι σχετική είτε με το όρος Κιθαιρώνας  είτε  σύνθετη από τις λέξεις κίω > κινώ και θαρός ή θαιρός = η στρόφιξ,  ο άξων (θύρας, άρματος, έρωτα κλπ), πρβ: 

<<Κίθαρις, από το κεύθειν τον έρωτα , η κιθαρωδία. Κίθαρις, Κιθάρα, παρά το κινείσθαι ραδίως ή παρά το κινείν εις έρωτα τους ακούοντας ή παρά του κινείν τους θαιρούς. Κίθαρος, καθ’ ομοιότητα των οστών προς τας χορδάς, ο δε δούρις, από του Κιθαιρώνος φησίν, ότι Αμφίων εκείσε εμουσικευετο, ότι οξύνεται, τοπικήν έχον έννοιαν>>. « Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό ήγουν η Ελληνική Γραμματική», 10ος αι. μ.Χ.)

«Κιθάρα παρά το κινείσθαι ραδίως, ή παρά το κινείν εις έρωτα τους ακούοντας ή παρά το κινείσθαι ραδίως. Η παρά το κινείν τους θαρούς».  (Γεώργιος Χοιροβοσκός, 600 μ.Χ. Υπόμνημα στους Ψαλμούς και Dictata in Theodosii canones, necnon epimerismi in psalmos, Τόμος 3).

Δ) Η αρχαία και η σύγχρονη κιθάρα είναι το αυτό μουσικό όργανο και απλώς η σύγχρονη  αφαίρεσε τον ένα από  τους δυο βραχίονες που είχε η αρχαία προκειμένου να τεντώνει  τις χορδές, κάτι που δίνει την εντύπωση ότι η σύγχρονη είναι διαφορετικό όργανο, ενώ δεν είναι έτσι. Συγκρίνοντας την αρχαία με τη σύγχρονη κιθάρα βλέπουμε ότι αφενός και οι δυο έχουν τις αυτές χορδές σε ποιότητα, μήκος και ποσότητα, συνήθως 6 - 7,  όμως μπορεί να είναι και περισσότερες ή λιγότερες, οι οποίες είναι πάντα μονές και συνάμα σχεδόν διπλάσιες από αυτές τις αρχαίας λύρας, που  τεντώνονται πάνω από ένα αντηχείο που είναι με επίπεδο πυθμένα και όχι με κυρτό, όπως συμβαίνει στη λύρα,  καθώς και σε όλα τα άλλα έγχορδα που παίζονται με νύξη: λαούτο, μαντολίνο μπουζούκι κλπ, και αφετέρου και οι δυο παίζονται παίζονται  με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή οι χορδές τους έρχονται σε ταλάντωση με νύξη που προκαλείται βασικά με τα δάκτυλα-νύχια και δευτερευόντως με το πλήκτρο (πένα), άρα αρχαία και σύγχρονη κιθάρα είναι το αυτό μουσικό όργανο. Η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ σύγχρονης και αρχαίας κιθάρας είναι το ότι η σύγχρονη έχει επιπλέον την καλούμενη ταστιέρα και εκεί γίνεται τώρα το πάτημα των χορδών με τα δάκτυλα και όχι πάνω στον αντηχείο, όπως συνέβαινε στην αρχαία. Και επειδή οι χορδές της κιθάρας, αρχαίας και νέας, είναι  μονές και μακρές, είναι μαλακές και ως εκ τούτου παίζονται βασικά με τα δάκτυλα-νύχια, ενώ στα υπόλοιπα έγχορδα: λαούτο, ούτι, μαντολίνο, μπουζούκι κλπ, παίζονται πάντα με πλήκτρο (πένα), γιατί είναι είτε διπλές (ζευγαρωτές, 4 – 7 = 8-14): λαούτο, ούτι, μαντολίνο κλπ είτε  κοντές και ως εκ τούτου σκληρές: αρχαία λύρα, ελληνικός μπαγλαμάς κ.α.

Ε) Οι ίδιοι οι αρχαίοι ισπανοί μουσικοί έχουν πει ότι η ισπανική κιθάρα προέρχεται από την αρχαία ελληνική. Ανατρέχοντας στα αρχαία ισπανικά χειρόγραφα Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., καθώς και στα αρχαία Ισπανικά μουσικά συγγράμματα:  El Maestro by Luis Milán (1536),  Los seys libros del Delphin by Luis de Narváez (1538),  Tres Libros de Música by Alonso Mudarra (1546),  Silva de sirenas by Enríquez de Valderrábano (1547),  Libro de música de Vihuela by Diego Pisador (1552) Orphénica Lyra by Miguel de Fuenllana (1554), El Pamasso by Estevan Daça (1576) (βλέπε και Encyclopaedia Britannica, λέξη Guitarra) βλέπουμε να αναφέρουν ότι με την ονομασία  κιθάρα (= λατινικά cithara) ή ισπανικά guitarra ή orphenica lyra ονομάζονται τα έγχορδα  μουσικά όργανα που λέγονται και vihuella/lyre de mano (= Ιταλικά  viola/lire da mano =  το έγχορδο που παίζεται με τη χέρα-δάκτυλα) και vihuela/lyre de penola (= Ιταλικά viola/lire da penola = το έγχορδο που παίζεται με πένα ή άλλως πλήκτρο), επειδή θεωρούν ότι κατάγονται από την  αρχαία λύρα του Ορφέα , του γιου της μούσας Καλλιόπης και του Κρητικού  Απόλλωνα (ή κατ’ άλλους του Θρακιώτη Οίαγρου), τα οποία έφεραν στην Ισπανία οι Ρωμαίοι. Ομοίως ο Φλαμανδός συνθέτης και θεωρητικός της αναγεννησιακής μουσικής  Johannes Tinctoris (1435 – 1511) στα συγγράμματα του αναφέρει ότι: «Η κιθάρα και η βιόλα, όπως λένε, ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες».

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Η κιθάρα στη σημερινή κλασσική της μορφή  εμφανίστηκε στην Ισπανία κάπου το 1800-1900. Πιο πριν στις λατινογενείς χώρες (Ισπανία, Ιταλία κλπ)  παρουσιαζόταν  από λίγο έως πολύ διαφορετική στο σχήμα και άλλοι  και την οποία άλλοι έλεγαν kithara/ cithara ή guitarra και άλλοι Orphenica lyra (λύρα του Ορφέα) ή vihuela/viola da mano (βιολί χειρός) ή και Latina Cithara (σε σχέση προς την αρχαία ελληνική).

2) Τα μουσικά όργανα με ένα μόνο πήχη δεν εμφανίστηκαν τελευταία στην Ισπανία, αλλά ήδη από πολύ παλιά. Το πιο γνωστό αρχαίο μουσικό έγχορδο που κατασκευάστηκε σε ευρωπαϊκό χώρο με ένα ένα μόνο πήχη ήταν η καλούμενη πανδούρα ( βλέπε π..χ. τη μούσα που παίζει πανδούρα στο  ανάγλυφο, 330 – 320  π.Χ.,  από τη Μαντινεία, ΕΑΜ Αθηνών) απ΄όπου προέρχεται όχι μόνο η σύγχρονη κιθάρα, αλλά και τα διπλόχορδα:  ταμπουράς, μπουζούκι κ.α.

3) Η σύγχρονη κιθάρα δεν ανήκει στην οικογένεια του λαούτο, όπως λένε μερικοί, αλλά στην οικογένεια της άρπας και  της αρχαίας κιθάρας, αφού η σύγχρονη κιθάρα έχει αντηχείο όπως αυτό της αρχαίας, δηλαδή με πλακωτό πυθμένα και μονές χορδές που παίζονται βασικά με τα δάκτυλα, ενώ το λαούτο έχει αντηχείο με κυρτό πυθμένα και διπλές (ζευγαρωτές) χορδές που παίζονται με πένα. Απλά η κιθάρα και το λαούτο έχουν μακρούς πήχεις-χορδές

 

 

1-63fe211014

Προμετωπίδα του βιβλίου του Ισπανού συνθέτη Miguel de Fuenllana με παρτιτούρες για Vihuela  ή άλλως Orphenica Lyra,  που δημοσιεύθηκε το 1554 στη Σεβίλλη.

 

Προμετωπίδα του βιβλίου του Ισπανού μαέστρου Luis de Milán με τίτλο Libro de Música de mano de vihuela intitulado El maestro, 1536 μ.Χ. Το κείμενο που περιβάλλει την εικόνα επαινεί τον Ορφέα ως εφευρέτη της κιθάρας άλλως vihuela/viola  da mano

Συνδυασμός αρχαίας και σύγχρονης κιθάρας (Metropolitan Museum of art, Gennaro Fabricatore  Italian, Naples ca. 1750–1832 Naples)

Ελληνίδα μούσα που παίζει πανδούρα.  Ανάγλυφο, 330 – 320  π.Χ.,  από τη Μαντινεία (ΕΑΜ Αθηνών)

 

6. Η ΚΙΘΑΡΑ, Η ΑΡΠΑ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

Στη Γένεση (4,21) του Μωυσή αναφέρεται , σύμφωνα με τη μετάφραση των Ο’, ότι ο Ιουβάλ είναι εκείνος που κατέδειξε την κιθάρα: «και όνομα τω αδελφώ αυτού Ιουβάλ· ούτος ην ο καταδείξας ψαλτήριον και κιθάραν (Γένεσις 4,21),  που όμως στο εβραϊκό κείμενο της Γένεσης αναγράφεται ότι ο Ιουβάλ κατέδειξε όχι την κιθάρα, αλλά την «κνρ» (οι Εβραίοι δεν έγραφαν τα φωνήεντα και γι αυτό σήμερα υπολογίζεται ότι η λέξη αυτή είχε προφορά «κινάρα/ kinnοr»), ένα έγχορδο μουσικό όργανο που  ήταν  παρόμοιο, όμως όχι ίδιο με την κιθάρα και που απλώς μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους Ο’ με τη λέξη κιθάρα, επειδή οι Έλληνες δε είχαν και δε γνώριζαν το εν λόγω εβραϊκό όργανο. Και το ότι η κιθάρα είναι άλλο όργανο από την  κινάρα προκύπτει από το ότι στα αγγλικά το ως άνω εδάφιο της Γένεσις μεταφράστηκε από τον King James με τη λέξη άρπα, επειδή οι Άγγλοι  είχαν την άρπα και όχι την κινάρα: «And his brother's name was Jubal: he was the father of all such as handle the harp and organ/pipes”. Ομοίως στους Ψαλμούς του Δαβίδ αναφέρεται η κιθάρα, που όμως   και εδώ στο εβραϊκό κείμενο  αναγράφεται η λέξη κινάρα («kinnοr»), η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους Ο’ με τη λέξη κιθάρα και αυτό για το λόγο που είδαμε πιο πριν: «Αινείτε αυτόν εν ήχω σάλπιγγος· αινείτε αυτόν εν ψαλτηρίω και κιθάρα…..·( Ψαλμός ΡΝ΄. 150)   και στα αγγλικά  από τον King James με τη λέξη  άρπα: «Praise him with the sound of the trumpet: praise him with the psaltery and harp». (King James Bible,  psalm ΡΝ΄. 150)

Ανατρέχοντας επίσης στα αρχαία χειρόγραφα ψαλτήρια βλέπουμε οι μουσικοί να παίζουν διάφορα έγχορδα όργανα που σήμερα αυτά ονομάζονται: άρπα, κιθάρα, λύρα, ψαλτήρι ή τρίγωνο κ.α. Τα όργανα αυτά, όπως είναι εμφανές και από την εικόνα τους,  είναι της αυτής οικογένειας, όμως διαφορετικά μεταξύ τους. Από αυτά η κιθάρα και η λύρα είναι επινόηση ελληνική.

 

7. ΔΙΑΔΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΙΘΑΡΑΣ

 

Μερικοί ισχυρίζονται ότι η αρχαία λύρα και η αρχαία κιθάρα ήταν το αυτό μουσικό όργανο, επειδή ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι  οι κάτοικοι της Νύσσας της Αιγύπτου ισχυρίζονται πως ο Ερμής εφεύρε την κιθάρα στον τόπο τους και  ο Απόλλωνας ήταν ο πρώτος που έπαιξε με αυτή σωστά:  «Φτάνοντας οι δυο τους (η Κυβέλη και ο καλός της φίλος Μαρσύας, που ήταν και περίφημος αυλητής) στο Διόνυσο στη Νύσα, βρήκαν τον Απόλλωνα να τυγχάνει μεγάλης αποδοχής για την Κιθάρα του, την οποία , λένε, εφεύρε ο Ερμής, αλλά ο Απόλλωνας ήταν ο πρώτος που έπαιξε με αυτήν σωστά («δια την Κιθάραν, ην Ερμής ευρείν φασιν, Απόλλωνα δε πρώτον αυτή κατά τρόπον χρήσθαι….» Διόδωρος Σικελιώτης  3, 59). Επίσης ο Αριστόξενος στο «Περί οργάνων» ( FHG ΙΙ, 286, απόσπ. 63) αναφέρει: "κίθαρις γαρ εστιν η λύρα" = η κίθαρις είναι η λύρα.

 Ωστόσο η αρχαία κιθάρα ήταν διαφορετικό όργανο από την αρχαία λύρα, γιατί:

1) Ο ίδιος ο Διόδωρος Σικελιώτης (3, 59) καταγράφοντας το τι λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων και βλέποντας ότι πολλά από αυτά που λένε οι μύθοι αυτοί δεν είναι πραγματικότητα, όπως π.χ. ότι «ο Ερμής βρήκε την κιθάρα, όμως ο Απόλλωνας ήταν αυτός που έπαιξε σωστά» κ.α., συμπληρώνει-διευκρινίζει ότι οι Κρήτες δε συμφωνούν με όσα λένε οι μύθοι των Φρυγών και των Ατλάντιων (βλέπε Διόδωρος 3.61,3)  και η αλήθεια γι αυτούς είναι αυτή που θα  αναφέρει εκεί που θα γράψει σχετικά με αυτούς. Και αυτό το κάνει στο πέμπτο του βιβλίο και εκεί (βλέπε Διόδωρος Σικελιώτης 5, 64- 77) αναφέρει ότι οι Κρήτες λένε και φέρνοντας γι αυτό επιχειρήματα πως άλλο όργανο είναι η κιθάρα και άλλο η λύρα και από αυτά ο Απόλλωνας βρήκε την Κιθάρα και μετά, μετά από το μουσικό διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα, ο Ερμής βρήκε τη Λύρα: «Λένε πως (ο Ερμής) ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την παλαίστρα και επινόησε τη Λύρα (Λύραν επινοήσαι») από καύκαλο χελώνας μετά το διαγωνισμό του Απόλλωνα με το Μαρσύα, κατά τον οποίο λέγεται πως αφού νίκησε ο Απόλλωνας και τιμώρησε τον ηττημένο με τιμωρία πολύ μεγαλύτερη απ΄ ότι του άξιζε, μεταμελήθηκε και σπάζοντας τις χορδές της Κιθάρας (τα εκ της Κιθάρας χορδάς εκρήξαντο») για κάμποσο καιρό δεν ήθελε να ασχοληθεί με τη μουσική». ( Διόδωρος Σικελιώτης  5, 75)

2)  Από τις αρχαίες απεικονίσεις και περιγραφές προκύπτει ότι  η λύρα ή άλλως Χέλυς είχε αφενός κοντύτερους πήχεις – χορδές απ΄ ό,τι  έχει η  κιθάρα, περίπου στο μισό,  και αφετέρου αντηχείο με κυρτό πυθμένα (όπως το καύκαλο της χελώνας,   απ΄ όπου και η ονομασία «χέλυς»), ενώ η κιθάρα έχει αντηχείο με επίπεδο πυθμένα , δηλαδή όπως το κιβώτιο. Ο λόγος και για τον οποίο οι χορδές της κιθάρας, δονούνται εύκολα, ακόμη και με τα νύχια-δάκτυλα,  γιατί είναι μακρές, άρα και μαλακές, ενώ της λύρας μόνο με πλήκτρο, γιατί είναι   κοντές και ως εκ τούτου σκληρές. 

3) Η φόρμιγγα και η βάρβιτος ήταν παραλλαγές της λύρας  και η Ασιάς παραλλαγή της κιθάρας, όπως είδαμε πιο πριν.

 

Σημειώνεται ότι:

Α) Το ότι η κιθάρα ήταν διαφορετικό έγχορδο από τη χέλυδα ή άλλως λύρα πιστοποιείται και από το ότι:

α) ‘Άλλος φερεται ότι εφεύρε τη λύρα ή άλλως χέλυδα μαζί με το πλήκτρο και άλλος την κιθάρα και  τη μουσική της. Ο Απόλλωνας βρήκε την κιθάρα και τη μουσική της και ο Ερμής τη λύρα, σύμφωνα με τους Διόδωρο (5.74-77), Απολλόδωρος (Γ, 10), Παυσανία (Ηλιακά 5.14,8) κ.α.: «διότι Ερμήν λύρας, Απόλλωνα δε ευρέτην είναι κιθάρας Ελλήνων εστν ες αυτος λόγος» (Παυσανίας, 5.14,8)  <<Λέγεται ότι ο Απόλλων, αφού πήρε τη λύρα (από τον Ερμή), τη δίδαξε στον Ορφέα, κι αφού ο ίδιος (ο Απόλλωνας) επινόησε την κιθάρα, σε εκείνον παραχώρησε τη λύρα>> (Ορφικά Αποσπάσματα 57, HYGIN ASTRON, 2, 7).

β) Κατά τον Αριστοτέλη (Πολιτικά), η κιθάρα δεν ήταν κατάλληλη για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αλλά μονάχα για την τέρψη.

Β) Αρχικά, επειδή δεν είχαμε αναπτυγμένη μουσικολογία, οι ονομασίες Κιθάρα. Φόρμιγγα και  Λύρα χρησιμοποιούνται εναλλάξ ισότιμα, κάτι όπως σήμερα τα: ούτι, λαούτο, μαντολίνο κ.α. (λαουτιέρης λέγεται και αυτός που παίζει μαντολίνο ή ούτι) κ.α., ενώ είναι διαφορετικά όργανα. Ειδικότερα τα ρήματα «φορμίζω» και «κιθαρίζω» χρησιμοποιούνταν ισότιμα  για το παίξιμο της φόρμιγγας ή της κίθαρης: φόρμιγγι κιθαρίζει (πρβ. Ομ. Ιλ. Σ 569-570)· επίσης, κίθαριν... φορμίζων (Ομ. Οδ. α 153-155). Επίσης το αρχαίο ρήμα «κιθαρίζω» (παίζω την Κιθάρα ή την κίθαρη) χρησιμοποιούνταν και για το παίξιμο της Λύρας και οποιουδήποτε άλλου εγχόρδου. Ξενοφ. Οικονομικός (II, 13): "οι δε δήπου το πρώτον μανθάνοντες κιθαρίζειν και τας Λύρας λυμαίνονται" (οι αρχάριοι ρημάζουν τις λύρες που πάνω τους μαθαίνουν).

Β) Ο Αριστόξενος με τη φράση  "κίθαρις γαρ εστιν η λύρα"  δεν εννοεί ότι η κιθάρα είναι το αυτό μουσικό όργανο με τη λύρα, αλλά ότι η κιθάρα ονομάζεται και λύρα, κάτι που και αυτό είναι λάθος, γιατί λύρα ονομάζεται η χέλυς και όχι η κιθάρα, σύμφωνα με τους Ομηρικό Ύμνο «Εις Ερμή».

 Στον ομηρικό ύμνο  « Εις Ερμήν» ( 25-30 και 413 – 425) με την ονομασία «λύρα ή χέλυς» ονομάζεται όχι η Κιθάρα,  αλλά το έγχορδο μουσικό όργανο που βρήκε ο Ερμής χρησιμοποιώντας ως πήχεις  δυο κέρατα βοδιού, για να εκτείνει χορδές από έντερα βοδιού πάνω από ένα καύκαλο χελώνας (= αρχαία ελληνικά «χέλυς»), πρβ:  (Ερμής) εκτήσατο μυρίον όλβον:/ Ερμής τοι πρώτιστα χέλυν τεκτήνατ' οιδόν ………… λαβών δ' επ' αριστερά χειρς/ πλήκτρ πειρήτιζε κατ μέρος: ή δ' π χειρς/ σμερδαλέον κονάβησε: γέλασσε δ Φοίβος Απόλλων / γηθήσας, ερατή δε δια φρένας ήλυθ' ω/ θεσπεσίης ενοπής και μιν γλυκύς / μέρος ήρει/ θυμ κουάζοντα: λύρ δ' ρατν κιθαρίζων…:». (Ομηρικός Ύμνος «Εις Ερμην» στίχοι 24 – 30 και 418 - 425)

«και ταχέως εις Κυλλήνην ώχετο. και ευρίσκει προ του άντρου νεμομνην χελνην.τατην εκκαθρας, εις το κύτος χορδάς εντείνας εξ ων έθυσε βοών και εργασμενος λύραν εύρε και πλήκτρον. Απόλλων δε τας βόας ζητών εις Πύλον αφικνείται…..( Απολλόδωρος Γ’ 10-2)

«Βρήκε (ο Ερμής)  κάπου μια νεκρή χελώνα και κατασκεύασε μ’ αυτή μουσικό όργανο. Προσάρμοσε δηλαδή, πήχεις (χερούλια), ζυγό, έπειτα έμπηξε κλειδιά (κολλάβους) και γέφυρες (γαδαδων), τέντωσε επτά χορδές και παίζει μουσική τόσο όμορφα και αρμονικά, Ήφαιστε, που τον ζηλεύω ακόμη κι εγώ (ο Απόλλωνας), παρά τα τόσα χρόνια πείρας στο παίξιμο της κιθάρας (φθονείν παλαι κιθαρίζειν ασκούντα  (Λουκιανός, Διάλογος Απόλλωνα – Ηφαίστου)

 

8. ΤΑ ΚΙΘΑΡΟΕΙΔΗ: Η ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗ, Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΚΛΠ ΚΙΘΑΡΑ

 

Μερικά έγχορδα μουσικά όργανα ονομάζονται κιθάρα, που όμως δεν είναι κιθάρες, αλλά κιθαροειδή, δηλαδή φέρουν και κάποια στοιχεία της κιθάρας. Για παράδειγμα η καλούμενη Μαυριτανική κιθάρα (αγγλικά Guitarra Morisca) κανονικά δεν είναι  κιθάρα, αλλά τύπος λαούτου ή μαντολίνου, αφού η μαυριτανική κιθάρα έχει  4 διπλές χορδές και 1 μονή,  σύνολο 9 , και αντηχείο με κυρτό πυθμένα, ενώ η κιθάρα, αρχαία και σύγχρονη, έχει 6 ή 7 μόνες χορδές  και αντηχείο με . επίπεδο πυθμένα. Η κανονική κιθάρα, αρχαία και νέα, παίζεται βασικά  με τα δάκτυλα-νύχια, επειδή έχει μονές και μακρές χορδές, ενώ η μαυριτανική  έχει ζευγαρωτές χορδές οπότε δεν παίζεται εύκολα με τα δάκτυλα .

Carvalho Guitarra 305 Solid spruce top, solid sapellie body, wenge fingerboard, fan machine headsΗ  Πορτογαλική κιθάρα, που επί της ουσίας είναι κράμα κιθάρας και μάντολας .

Ομοίως η καλούμενη Αγγλική κιθάρα (English guitar) δεν είναι κανονικά κιθάρα, αλλά κιθαροειδές, κράμα κιθάρας και λαούτου ή μαντολίνου, αφού έχει 10 χορδές, από τις οποίες οι 2 είναι μονές και οι άλλες σε 4 ζεύγη, οι οποίες είναι συντονισμένες ως εξής: Do Sol Mi Sol Sol-Sol-mi-mi (ΕΚ GG GG ee cc). Το αντηχείο της είναι μεν με επίπεδο πυθμένα, όπως της κιθάρας, όμως σε σχήμα αχλαδιού ή της αρχαίας φόρμιγγας και κοντύτερο βραχίονα απ’ ότι έχει η Ισπανική κιθάρα.  Ήταν δημοφιλής σε πολλά μέρη στην Ευρώπη (Αγγλία, Νορβηγία κ.α.) γύρω από το 1750-1850.

Ομοίως η καλούμενη Πορτογαλική κιθάρα (Portuguese guitar) δεν είναι κανονικά κιθάρα, αλλά κράμα κιθάρας και λαούτου ή μαντολίνου. Είναι σχεδόν όμοια με την αγγλική κιθάρα, μόνο που η πορτογαλική έχει 12 χορδές, από τις οποίες οι 2 είναι μονές και οι άλλες σε 5 ζεύγη.. Οι 12 χορδές της είναι συντονισμένες: ΛΑ SI ΛΑ SI (B) (A) MI (E) (B) (A) ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ (D). Η Πορτογαλική Κιθάρα έχει αντηχείο ως αυτό της  αρχαίας Ελληνικής κιθάρας /βάρβιτου, βραχίονα ως αυτό της μάντολας και δυο χορδές ως αυτές της κιθάρας, δηλαδή μονές, και 5 ζεύγη ως αυτά  της μάντολας, δηλαδή σε ζεύγη

Κλασσική ή ισπανική κιθάρα λέγεται αυτή που έχει αντηχείο με επίπεδο πυθμένα και μονές χορδές, οι οποίες έρχονται σε παλμική κίνηση χρησιμοποιώντας βασικά τα δάκτυλα-νύχια  και όχι την πένα. Η κιθάρα αυτή είναι όπως η αρχαιοελληνική. Απλά η η αρχαιοελληνική είχε δυο πήχεις, για να εκτείνονται οι χορδές, ενώ η σύγχρονη ένα

Ακουστική κιθάρα λέγεται αυτή που οι χορδές της έρχονται σε παλμική κίνηση χρησιμοποιώντας το πλήκτρο και δευτερευόντως τα δάκτυλα-νύχια. Οι χορδές της κιθάρας αυτής ενίοτε είναι πιο σκληρές από αυτές της κλασικής.

Ηλεκτρική κιθάρα λέγεται η ακουστική που χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνήτες για τη συλλογή και μετατροπή των παλμών σε ηλεκτρικό ηχητικό σήμα. Οι χορδές της κιθάρας αυτής είναι  ειδικές, μεταλλικές και πιο σκληρές από αυτές της κλασικής

Η ρωσική ή άλλως gipsy guitar   είναι ακριβώς ίδια με την Ισπανική, μόνο που η Ρώσικη έχει 7 μονές χορδές, δηλ. όπως και η αρχαία Ελληνική, ενώ η Ισπανική 6. Παλιότερα και η Ισπανική είχε 7 χορδές.  Η κιθάρα λέγεται ότι έφτασε στη Ρωσία προς το τέλος του 18ου αι. και τις αρχές του 19ου αι. από τσιγγάνους μουσικούς και γι αυτό και ονομάζεται γύφτικη.. Παραδοσιακά, η Ρωσική και η Ισπανική κιθάρα συντονίζονται με διαφορετικό τρόπο. Οι επτά χορδές της  Ρωσικής κιθάρας είναι συντονισμένες σε 'G' major (σολ ματζόρε) με μια επιπλέον Ρε. (D', G', B, D, g, b, d'). Η Ρώσικη, όπως και η Ισπανική και η αρχαία Ελληνική κιθάρα παίζεται κυρίως με τα νύχια/ δάκτυλα και δευτερευόντως με την πένα.

 

Acoustic guitar-el.svg

Συγχρονη κιθάρα

Guitarra latina y guitarra morisca o mandoraΙσπανοί μουσικοί που o πρώτος παίζει vihuella de mano  ή άλλως  guitarra ή orphenica lyra και  o άλλος vihouela de penola ή άλλως ούτι/λαούτο. (Ύμνοι της Παναγίας = Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., Ισπανία

12221607635_7919581f9b_k

Ίρις και Απόλλωνας με την κιθάρα του (Attic red-figured pelike Attributed to “The Providence Painter”, 475 – 425 BC. Paris, Department of Coins, Medals and Antiquities)

 

 

9. Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ

 

Μουσική λέγεται η τέχνη που ασχολείται με τους ήχους των μουσικών οργάνων, με σκοπό τη σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση/ λήψη ενός έργου. Η μουσική ως τέχνη έρχεται να καλύψει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει με τους ήχους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ψυχικές του καταστάσεις.

Η μουσική πήρε το όνομά της από τις εννέα Μούσες και με το όνομα αυτό λέγεται σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, πρβ  π.χ. ελληνικά μουσική = αγγλικά music = γερμανικά music ….. Εξ αυτού πολλοί ισχυρίζονται ότι ο όρος  μουσική αρχικά διέφερε σημασιολογικά της σημερινής χρήσης του και περιελάμβανε το σύνολο των τεχνών που βρίσκονταν υπό την προστασία των Μουσών. Δηλαδή με τον όρο μουσική οι αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν αρχικά το σύνολο των πνευματικών και διανοητικών επιδόσεων στα γράμματα και τις τέχνες,  στην τέχνη: της γραμματικής, της ποίησης, της ορχηστικής, του δράματος κλπ. μετά με τον όρο μουσική εννοούσαν την Ποίηση, το Μέλος και το Χορό ως μια αδιάσπαστη ενότητα τεχνών η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στο Θέατρο, ενώ τη θεωρία της Μουσικής εξέφραζε ο κλάδος της Αρμονικής. Ο διαχωρισμός αυτός υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε από το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό.

Ειδικώτερα ο όρος «μουσική» με τη σημασία που δίνουμε σ' αυτόν σήμερα, ως ανεξάρτητη τέχνη χωρισμένη από την ποίηση, ξεκίνησε από τον 4ο αι. π.Χ., επειδή ο Πλάτων (Πολιτεία Β', 376D-Ε) αναφέρει: «…ό,τι αφορά το σώμα αρμόδια είναι η γυμναστική, ενώ για ό,τι αφορά τη ψυχή  η μουσική… ("Έστι δε που η μεν επί σώματι γυμναστική, η δ' επί ψυχή μουσική").

Τόσο ο ορισμός της μουσικής, όσο και σχετικά με τη μουσική θέματα όπως η εκτέλεση, η σύνθεση και η σπουδαιότητά της, διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος μουσική εννοούσε την Ποίηση, το Μέλος και το Χορό ως μια αδιάσπαστη ενότητα τεχνών η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στο Θέατρο, ενώ τη θεωρία της Μουσικής εξέφραζε ο κλάδος της Αρμονικής. Ο διαχωρισμός αυτός υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε από το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό.

Την πρώτη μορφή έντεχνης ποίησης και μουσικής τη συναντάμε στην αρχαία Ελλάδα, στη μορφή του ομηρικού έπους. Σε αυτά τα χρόνια οι αοιδοί (ποιητές και μουσικοί ταυτόχρονα) ιστορούσαν - άλλοτε σε συμπόσια και άλλοτε σε επίσημες γιορτές και αγώνες - πολεμικές δόξες και κατορθώματα, συνοδεύοντας την απαγγελία τους με τη λύρα ή την κιθάρα. Φήμιος, Θάμυρης, Δημόδοκος είναι ονόματα αοιδών που αναφέρει ο Όμηρος σαν τους πιο ξακουστούς της εποχής του. Στους ίδιους καιρούς ήταν γνωστά και διάφορα άλλα λαϊκά τραγούδια, όπως ο θρήνος και ο ιάλεμος (μοιρολόι), ο λίνος (θρηνητικό τραγούδι για τον αποχωρισμό θέρους και φθινοπώρου), ο υμέναιος (τραγούδι του γάμου), ο κώμος (που έκλεινε τα γλέντια) και άλλα. Σε αντίθεση με την επική, η λυρική ποίηση, που αναπτύχθηκε τον 7ο και 6ο αιώνα, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα του ποιητή. Με τις ωδές, τους παιάνες, τα επινίκια, τα παρθένεια, τα επιθαλάμια, ανάδειξαν την άφταστη τέχνη τους σειρά ολόκληρη από λυρικούς ποιητές ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέοντας, ο Πίνδαρος, η Κόριννα, ο Στησίχορος είναι οι πιο γνωστοί της εποχής εκείνης. Ο 5ος π.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας ακμής της αττικής τραγωδίας και κωμωδίας, που φαίνεται να έχει τις ρίζες της στη λατρεία του Διονύσου και ιδιαίτερα στο διθύραμβο και σε άλλα χορευτικά τραγούδια, όπως τα φαλλικά, με σκωπτικό και άσεμνο πολλές φορές περιεχόμενο. Το νέο αυτό δραματικό είδος έδενε αναπόσπαστα ποίηση, μουσική και χορό. Έτσι τα χορικά μέρη, τραγουδιόνταν με συνοδεία αυλού, ενώ οι μονόλογοι και οι διάλογοι γίνονταν με συνοδεία λύρας ή κιθάρας. Η ενόργανη μουσική (αυλητική και κιθαριστική τέχνη) αναπτύσσεται και αυτή σε πολύ μεγάλο βαθμό από το β' μισό του 5ου αι. π.Χ. Στους διάφορους μουσικούς αγώνες, που διοργανώνονταν, οι καλύτεροι αυλητές και κιθαρωδοί, έπαιρναν χρηματικά ή άλλου είδους βραβεία. Ανάμεσά τους ακουστός ο αυλητής Σακάδας, θριαμβευτής στους Δελφικούς αγώνες, και ο Τιμόθεος από τη Μίλητο.

Τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής θεωρείται ότι τις έθεσε ο Πυθαγόρας με τους μαθητές του. Αυτός καθόρισε τη σχέση ανάμεσα στο ύψος του ήχου και στο μήκος της χορδής, κάνοντας πειράματα πάνω στο λεγόμενο «κανόνα» ή «μονόχορδο του Πυθαγόρα». Όσο μεγαλώνει το μήκος της χορδής, τόσο χαμηλότερος (βαρύτερος) γίνεται ο ήχος που παράγεται από αυτήν και το αντίστροφο. Πέρα από τους Πυθαγόρειους ασχολήθηκαν και άλλοι με τη θεωρία της μουσικής, ο Αριστοτέλης, ο Αριστόξενος, ο Πλούταρχος κ.ά. Ο Αριστόξενος μάλιστα με τα έργα του Ρυθμικά στοιχεία και Αρμονικά άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους, όπως αυτή προέκυπτε από τη μουσική πρακτική. Η αντίθεση αυτών των δύο θεωριών διατηρήθηκε και καθόρισε δύο διαφορετικές πορείες στις μουσικοθεωρητικές έρευνες. Την εποχή του Αριστόξενου διαμορφώθηκε και ο μουσικός τονισμός των φθόγγων και ο προσδιορισμός του με συμβατικά σημεία. Για να αποδώσουν τους μουσικούς φθόγγους οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν γράμματα του αλφαβήτου σε διάφορες θέσεις (όρθια, ανάποδα, πλάγια), ενώ άλλη σημειογραφία χρησιμοποιούσαν για τη φωνητική μουσική και άλλη για την οργανική.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ  Η ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ

 

1. Οι Αρχαίοι Έλληνες, σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Περί Μουσικής) και τον Παυσανία (Φωκικά), ενδιαφέρονταν πάνω απ΄όλα για τη μουσική εκπαίδευση των νέων, επειδή διαπλάθει τις ψυχές τους, εφόσον αποδεικνύεται χρήσιμη σε κάθε περίσταση, ακόμη και στους πολέμους. Έτσι οι Λακεδαιμόνιοι στις μάχες χρησιμοποιούσαν τους Αυλούς, οι Κρήτες τη Λύρα  κλπ. Για τον ίδιο λόγο  ίδρυαν στις πόλεις τους ωδεία, δηλαδή σχολεία μουσικής και συνάμα τελούσαν τοπικούς και Πανελλήνιους μουσικούς αγώνες.Γενικά η μουσική, ως τέχνη και στοιχείο πολιτισμού, στην Αρχαία Ελλάδα κατείχε κορυφαία θέση. Ήταν ένα δομικό στοιχείο της εκπαίδευσης, άρρηκτα συνυφασμένο με την αρετή και τη φιλοσοφία.. Για το λόγο αυτό υπήρχε σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, στις γιορτές, στο δράμα, στα γυμναστήρια, στις λατρευτικές εκδηλώσεις, στις θυσίες κλπ, ακόμη και στον πόλεμο.

 2. «Ωδείον» στην αρχαία Ελλάδα λεγόταν το κτίριο, οίκημα κλπ στο οποίο γίνονταν μουσικές διδασκαλίες, εκτελέσεις και διαγωνισμοί. Κατά τον Ησύχιο, ωδείο ήταν: "τόπος ενώ, πριν το θέατρον κατασκευασθή, οι ραψωδοί και οι κιθαρωδοί ηγωνίζοντο" (ένας τόπος όπου, πριν κτιστεί το θέατρο, διαγωνίζονταν οι ραψωδοί και οι κιθαρωδοί). Στην αρχαία Ελληνική γλώσσα ωδός» (συναίρεση του «αοιδός» σήμαινε ο πολύ καλός τραγουδιστής ή ψάλτης, πρβ: Ηρακλείδης Ποντικός (Περί Πολιτειών 6): "Λακεδαιμόνιοι τον Λέσβιον ωδόν [Τέρπανδρον] ετίμησαν" (οι Λακεδαιμόνιοι τίμησαν τον Λέσβιο αοιδό [Τέρπανδρο]). Πλάτων (Νόμοι Ζ', 812Β): "τους του Διονύσου εξηκοντούτας ωδούς" (οι εξηντάρηδες τραγουδιστές [αοιδοί] του Διόνυσου). Πρβ. και Κλήμ. Αλεξ. Προτρεπτικός 1, 2.) . Πιο απλά, οι λέξεις ωδείο, ωδή, αοιδός - ωδός κλπ είναι παράγωγα του άδω > ωδώ = ψάλω, τραγουδώ ωραία, με πάθος.

3. Ο Λουκιανός («Προς τους απαίδευτους») , προκειμένου να δείξει ότι δεν είναι αυτό τούτο το μουσικό όργανο που γοητεύει, αλλά  η δεξιοτεχνία, το ταλέντο του οργανοπαίκτη,  αναφέρει τον εξής μύθο: Η Λύρα  του Ορφέα μετά τη δολοφονία του στη Θράκη, κατά την οποία το σώμα και η Λύρα του  πετάχτηκαν στη θάλασσα,  ξεβράστηκε στη Λέσβο,  την οποία βρήκαν οι ψαράδες και πήγαν και την παρέδωσαν σε ένα ναό. Άκουσε το γεγονός κάποιος από εκεί και πήγε και εξαγόρασε τους ιερείς του ναού και την αγόρασε, νομίζοντας ότι  θα τον έκανε περίφημο. Παίρνοντας ο κύριος αυτός τη Λύρα άρχισε να διασχίζει τους δρόμους της Μυτιλήνης κτυπώντας τις χορδές της προκειμένου να βγάλουν ήχους. Ωστόσο τίποτα, όμως ακούγοντας τους κτύπους της Λύρας και τις βρισιές του εν λόγω κυρίου, τα σκυλιά ήρθαν και  τον κατασπάραξαν και με το τρόπο αυτό αποδείχτηκε ότι δεν είναι αυτή τούτη η Λύρα που γοητεύει, αλλά η δεξιοτεχνία και το τραγούδι.

Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι για μια ωραία μουσική πρέπει από τη μια το μουσικό όργανο να είναι καλό ( από καλά υλικά,  με καλή συναρμολόγηση κλπ) και από την άλλη να έχει και καλό κούρδισμα  και καλό οργανοπαίκτη.

 

Η ΓΡΑΦΗ,  Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

1. Ο Πλούταρχος, σχετικά με τη μουσική , τις απαρχές της και τους πρώτους μουσικους, αναφέρει: <<Εφόσον όμως οι καλύτεροι γραμματικοί ορίζουν τη φωνή ως αέρα που δέχεται πλήγμα και γίνεται αισθητός με την ακοή και εφόσον εμείς έτυχε να ερευνούμε χτες σχετικά με τη γραμματική ως τέχνη που μπορεί με γραμμές να δημιουργεί τις λέξεις και τις αποθηκεύει, για να τις θυμηθούμε, ας δούμε ποια δεύτερη, μετά από αυτή, επιστήμη είναι αρμόδια για τη φωνή. Κατά την άποψή μου η μουσική ( Πλούταρχος περί Μουσικής 1131 D, 1, 2). 

«Και από τους Πλατωνικούς οι περισσότεροι και από τους Περιπατικούς φιλοσόφους οι καλύτεροι ενδιαφέρθηκαν  σοβαρά να γράψουν τόσο για την αρχαία μουσική όσο και για την αλλοίωση που αυτή έχει υποστεί. Μα και όσοι από τους γραμματικούς και τους αρμονικούς έφτασαν να είναι άκρως πεπαιδευμένοι έχουν αφιερώσει πολλή μελέτη για το θέμα. Έτσι υπάρχει διαφωνία μεταξύ όσων έχουν συντάξει σχετικά έργα. Ο Ηρακλείδης στη Συναγωγή των όσων διέπρεψαν στη μουσική αναφέρει ότι την κιθαρωδία και την κιθαρωδική ποίηση πρώτος επινόησε ο Αμφίων, ο γιος του Δία και της Αντιόπης που του τη δίδαξε ο πατέρας του. Τούτο τεκμηριώνεται από το χρονικό που φυλάσσεται στη Συκυώνα, χάρη στον οποίο παραθέτει ο Ηρακλείδης τα ονόματα των ιερειών στο Άργος, των δημιουργών και των μουσικών. Την ίδια περίπου εποχή, λέει, ο Λϊνος από την Εύβοια θρήνους, ο Άνθης από την Ανθηδώνα της Βοιωτίας ύμνους και ο Πίερος από την Πιερία στα ποιήματα για τις Μούσες. Αλλά και ο Φιλάμων από του Δελφούς, λένε, αφηγήθηκε με μουσική τις παραπλανήσεις της Λητούς και τη γέννηση του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος και πρώτος έστησε τραγούδια και χορούς γύρω από το ιερό των Δελφών. Ο Θάμυρις, πάλι, που κατάγονταν από τη Θράκη, τραγούδησε, λένε, πιο καλλίφωνα, πιο μελωδικά απ΄όλους……, αλλά και ο Φημιος από την Ιθάκη, … Μα και ο Τέρπανδρος, που ήταν δημιουργός κιθαρωδικων νόμων…………… Ο Αλέξανδρος στη Συναγωγή για τη Φρυγία λέει ότι ο Όλυμπος πρώτος έφερε τη μουσική των αυλών στους Έλληνες, αλλά και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, ότι ο Υαγνις ήταν ο πρώτος που έπαιξε αυλό, έπειτα ο γιος του Μαρσύας και τρίτος ο Όλυμπος και ότι ο Τέρπανδρος μιμήθηκε τους στίχους του Ομήρου και τη μουσική του Ορφέα. Ο Ορφέας φαίνεται ότι δεν μιμήθηκε κανένα, διότι κανείς δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τότε από τους δημιουργούς αυλωδιών κα το έργο του…>> (Πλούταρχος περί Μουσικής 1131 F 3 - 1132 F  5)

 

2. Ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ιστορική βιβλιοθήκη 5, 67 – 74) αναφέρει ότι αρχικά στην Ελλάδα υπήρχε η Πελασγική Γραφή (= αυτή που ο Έβανς ονομάζει Γραμμική Γραφή), την οποία εφεύραν οι Μούσες. Οι Μούσες ευφρεαν και τη σύνθεση των επών, τη λεγόμενη ποιητική και μετά οι Σύριοι και οι Φοίνικες άλλαξαν κάπως τα σχήματα των γραμμάτων της και έτσι ειπώθηκε ότι αυτοί εφεύραν τα γράμματα, ενώ δεν είναι έτσι, πρβ:

 <<Στις Μούσες, δόθηκε από τον πατέρα τους, η ανακάλυψη των γραμμάτων και η σύνθεση των επών, η λεγόμενη ποιητική. Σ' εκείνους που λένε πως οι Σύροι είναι οι εφευρέτες των γραμμάτων, πως οι Φοίνικες τα έμαθαν από εκείνους και τα παρέδωσαν στους Έλληνες και πως αυτοί οι Φοίνικες ήταν εκείνοι που έπλευσαν με τον Κάδμο στην Ευρώπη και πως γι' αυτό οι Έλληνες ονομάζουν τα γράμματα Φοινικικά, απαντούν πως οι Φοίνικες δεν ήταν οι αρχικοί εφευρέτες και πως το μόνο που έκαναν ήταν να αλλάξουν τη μορφή των γραμμάτων και, καθώς η πλειοψηφία των ανθρώπων χρησιμοποίησε αυτό το είδος γραφής, γι' αυτό τους δόθηκε η παραπάνω ονομασία.>> (Διόδωρος, Σικελιώτης, βίβλος 5, 74).

<<Λέει (ο Διόνυσος, ένας αρχαίος συγγραφέας που συνέθεσε μύθους), λοιπόν, πως στους Έλληνες πρώτος ανακάλυψε τους ρυθμούς και το τραγούδι ο Λίνος (= ο γιος του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης) και πως, όταν ο Κάδμος έφερε από τη Φοινίκη τα λεγόμενα γράμματα, πρώτος αυτός τα μετέφερε στην Ελληνική γλώσσα, όρισε την ονομασία του καθενός και χάραξε το σχήμα τους. Γενικά, όλα μαζί τα γράμματα ονομάστηκαν Φοινίκεια, επειδή μεταφέρθηκαν στους Έλληνες από τους Φοίνικες, ειδικά, όμως, επειδή πρώτοι οι Πελασγοί χρησιμοποίησαν τους φερμένους χαρακτήρες προσαγορεύτηκαν Πελασγικά. Ο Λίνος, τώρα, που τον θαύμαζαν για την ποιητική τέχνη και το τραγούδι του, είχε πολλούς μαθητές, με επιφανέστερους τους εξής τρεις, τον Ηρακλή, τον Θαμύρα και τον Ορφέα. Από αυτούς, ο Ηρακλής που μάθαινε Λύρα, ένεκα της βραδύτητας του πνεύματος του, δεν μπορούσε να πάρει τα μαθήματα και, μια φορά, που ο Λίνος τον μάλωσε και τον έδειρε, θύμωσε και χτυπώντας τον δάσκαλο με τη Λύρα τον σκότωσε. Ο Θαμύρας, όμως, που ήταν προικισμένος με εξαιρετικές ικανότητες, τελειοποίησε τα της μουσικής τέχνης κι έλεγε πως στο τραγούδι η φωνή του ήταν καλύτερη και ξεπερνούσε σε μελωδικότητα και τις Μούσες. Γι' αυτό και οι θεές θύμωσαν μ' αυτόν, του αφαίρεσαν το χάρισμα της μουσικής και τον σακάτεψαν, όπως επιβεβαιώνει και ο Όμηρος, όταν λέει όπου: οι Μούσες συνάντησαν τον Θάμυρι τον Θράκα κι έβαλαν τέλος στο τραγούδι του και ξανά Μα κείνες χόλωσαν και τον σακάτεψαν, το τραγούδι το θεσπέσιο του το αφαίρεσαν και τον έκαναν να ξεχάσει τη Λύρα. Για τον Ορφέα, τον τρίτο μαθητή, θα μιλήσουμε αναλυτικά, όταν εξετάσουμε τις πράξεις του. Ο Λίνος, λοιπόν, λένε πως συνέταξε με Πελασγικά γράμματα αφήγημα με τις πράξεις του πρώτου Διονύσου και τους λοιπούς μύθους και το άφησε στα απομνημονεύματα του. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποίησαν τα Πελασγικά γράμματα ο Ορφέας και ο Προναπίδης, που ήταν δάσκαλος του Ομήρου και εμπνευσμένος τραγουδοποιός· το ίδιο και ο Θυμοίτης, ο γιος του Θυμοίτη του γιου του Λαομέδοντα, που ήταν σύγχρονος του Ορφέα, περιπλανήθηκε σε πολλούς τόπους της οικουμένης κι έφτασε στα δυτικά της Λιβύης, μέχρι τον ωκεανό - είδε και τη Νύσα, όπου, σύμφωνα με τους μύθους των αρχαίων κατοίκων της χώρας, ανατράφηκε ο Διόνυσος και, αφού έμαθε από τους Νυσσαίους τις επί μέρους πράξεις του θεού, συνέθεσε το Φρυγικό, όπως ονομάζεται, ποίημα, χρησιμοποιώντας αρχαϊκή διάλεκτο και γράμματα.>>  (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος 3, 67)

(Περισσότερα, σχετικά με τον εφευρέτη της γραφής γενικά και τον εφευρέτη  του Ελληνικού αλφάβητου βλέπε στο βιβλίο: Η Ελληνική Γραμματική, Α. Κρασανακη)

 

 

10. ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ

 

Α. Ο ΟΡΦΕΑΣ

 

.  Ο Ορφέας με τη λύρα που περιβάλλεται από τα ζώα.  Πέτρα ανακούφιση (2ος π.Χ.).

 Ο Ορφέας (Ανάγλυφο, 2ος αι. π.Χ., Musei Capitolini, Ρώμη)

Ο Ορφέας ήταν γιος του Απόλλωνα (κατ’ άλλους του Οίαγρου) και της Μούσας της επικής ποίησης Καλλιόπης και σ’ αυτόν έδωσε τη λύρα που του είχε δώσει ο Ερμής ως δώρο, αφού αυτός έχει εφεύρει την κιθάρα. Ο Ορφέας, σύμφωνα με άλλες παραδόσεις (Απολλώνιος Ρόδιος, Αργοναυτικά),  ήταν γιος του Οίαγρου, βασιλιά της Θράκης, και της Μούσας Καλλιόπης, που γεννήθηκε στο όρος Ελικών στα Λίβηθρα (Πίπλαν) Πιερίας. Σύμφωνα επίσης με τον Απολλώνιο, η Θράκη τότε περιλάμβανε μια έκταση από την περιοχή του Ολύμπου στην Πιερία μέχρι τα Στενά του Ελλησπόντου. Ο Ορφέας, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς: Πίνδαρο (έζησε τον  6ο αι. π.Χ.), Απολλώνιο Ρόδιο (Αργοναυτικά,  Α 24 και Β 210), Διόδωρο Σικελιώτη (1, 96 και 4, 25)  κ.α., είναι αυτός που τελειοποίησε τη Λύρα, αλλά και ο καλύτερος ποιητής, τραγουδιστής και λυράρης της αρχαιότητας. Στη μόρφωση, στο μελωδικό τραγούδι και στην ποίηση ξεπερνούσε κατά πολύ όλους όσους μνημονεύει η παράδοση για τα θέματα αυτά. 

Το όνομα Ορφέας δε συναντάται ούτε στον Όμηρο ούτε στον Ησίοδο. Ο Πίνδαρος (522-442 π.Χ) αναφέρεται σ’αυτόν ως "ο πατέρας των τραγουδιών". Μία αναπαράσταση από τον Πολύγνοτο (5ος αιώνας π.χ.) του είχε δώσει εμφάνιση Έλληνα χωρίς Θρακικά ρούχα η τον "φρύγικο σκούφο". Αναπαραστάσεις του ¨Ορφέα ξεκινούν το 460 π.χ. ως Έλληνα και μόνο αργότερα αποκτά Θρακικά χαρακτηριστικά και αυτά όχι συνεχώς.. Το ιστορικό του Ορφέα ήταν απόλυτα Ελληνικό αλλά συνδεόταν με νομαδικές φυλές όπως πολλοί ιεροί άνδρες του είδους του από τους Έλληνες. Η φήμη του έφτασε σε τέτοια ύψη που οι άνθρωποι πίστευαν πως με τη δύναμη της μουσικής του και του τραγουδιού του μπορούσε να γοητεύσει τα άγρια ζώα, να διεγείρει τα δέντρα και τους βράχους σε χορό, ακόμα και να σταματήσει τη ροή των ποταμών. Ένας μεγάλος αριθμός Ελληνικών θρησκευτικών ποιημάτων σε δακτυλικό εξάμετρο αποδόθηκαν στον Ορφέα. Επίσης τα πρώτα Μυστήρια, τα Ορφικά, πήραν το όνομά τους από τον Ορφέα.

 Ο Ορφέας, σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο (Αργοναυτικά), συμμετείχε στην Αργοναυτική Εκστρατεία, της οποίας ηγείτο ο Ιάσονας και ο οποίος είχε πληροφορηθεί από τον κένταυρο Χείρωνα πως μόνο με τη βοήθεια του Ορφέα , με τη μαγεία της μουσικής του, θα μπορούσαν να περάσουν άθικτοι από τις Σειρήνες. Οι Σειρήνες κατοικούσαν σε τρία μικρά, βραχώδη νησιά και τραγουδούσαν όμορφα τραγούδια που δελέαζαν τους ναυτικούς προς αυτές. Έπειτα έτρωγαν τους ναυτικούς. Όταν ο Ορφέας άκουσε τις φωνές τους, πήρε τη Λύρα του και έπαιξε μια ομορφότερη μουσική, πνίγοντας τη δικιά τους. Σύζυγος του Ορφέα, σύμφωνα με τους Ορφικούς,  ήταν η Ευρυδίκη ,  η οποία δαγκώθηκε από ένα ερπετό, όταν την κυνηγούσε ο Αρίσταιος να τη βιάσει, και πέθανε. Αλλόφρων ο Ορφέας μετά έπαιξε τόσο συγκινητικά τραγούδια με τη Λύρα του και τραγούδησε τόσο θρηνητικά που όλες οι νύμφες και οι θεοί έκλαψαν και τον συμβούλευσαν να πάει στον κάτω κόσμο, να παρακαλέσει τον  Άδη να του επιτρέψει να πάρει πίσω τη γυναίκα του. Κατέβηκε στον κάτω κόσμο και με τη μουσική του απάλυνε την καρδιά του Άδη και της Περσεφόνης (το μόνο άτομο που τα κατάφερε ποτέ), οι οποίοι συμφώνησαν να επιτρέψουν στην Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη γη. Αλλά η συμφωνία που συνόδευε την απόφαση ήταν πως έπρεπε να περπατά μπροστά από αυτήν και να μην κοιτάξει πίσω μέχρι να φτάσει στον πάνω κόσμο. Ωστόσο αυτός στο δρόμο έστρεψε το κεφάλι του και κοίταξε τη γυναίκα του οπότε αυτή εξαφανίστηκε πάλι από τη θέασή του.

 

 

orpheus5132

 

Ο Ορφέας στον Κάτω Κόσμο (Άδη)

Ο Πλούτωνας και η γυναίκα του η Περσεφόνη στον Άδη ακούνε τον  Ορφέα να παίζει Λύρα και να τραγουδά ( H. W. Bissen, 1798-1868, Ny Carlsberg Glyptotek, Copenhagen).

«Από την Καλλιόπη (τη μούσα) και τον Οίαγρο (τον κατ΄ όνομα Απόλλωνα) γεννήθηκε ο Λίνος και ο Ορφέας, που διακρίθηκε στη Λύρα και το τραγούδι, αυτός που με το τραγούδι του κινούσε βράχους και δέντρα. Όταν πέθανε η γυναίκα του, η Ευρυδίκη από δάγκωμα φιδιού, ο ίδιος κατέβηκε στον Άδη, θέλοντας να τη φέρει πίσω  και έπεισε τον Πλούτωνα να τη στείλει πίσω στη γη. Εκείνος υποσχέθηκε να το κάνει, αρκεί ο Ορφέας προσχωρώντας να μην στραφεί προς τα πίσω, προτού φτάσει σπίτι του. Αυτός όμως δεν τον άκουσε και στο δρόμο έστρεψε το κεφάλι του και κοίταξε τη γυναίκα, η οποία γύρισε πάλι πίσω». (Ορφικά, Απόσπασμα 65, MYTHOLOGY VATICAN 1, 76)

 

 

Β. Ο ΛΙΝΟΣ  ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΝΩΔΙΑΣ Ή  ΑΜΑΝΕΔΕΣ

 

Ο Λίνος, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, ήταν γιος του βασιλιάς της Θράκης Οίαγρου (ή του Απόλλωνα) και της  Καλλιόπη, της μούσας της επικής ποίησης, αδελφός του Ορφέα και ένας από τους πρώτους μεγάλους  ποιητές και μουσικούς της αρχαιότητας.  Σ’ αυτόν αποδίδεται η επινόηση της τρίχορδης Κιθάρας/ Λύρας ή η προσθήκη της τέταρτης χορδής στην τρίχορδη του πατέρα του. Ως μαθητές του παραδίδονται ο αδελφός του Ορφέας και ο Ηρακλής, που σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, χτύπησε το δάσκαλό του και τον σκότωσε, οργισμένος για τις επικρίσεις του (κατ’ άλλη εκδοχή ο Λίνος πέθανε με τραγικό τρόπο εξ αιτίας του ότι ανταγωνίστηκε τον Απόλλωνα στη μουσική και έχασε). Σ’ ανάμνησή του θανάτου του ψαλόταν ο καλούμενος «λίνος ή λινωδία», τραγούδι πένθιμο, που ήταν γνωστό και στην Αίγυπτο με το όνομα  «Μανερώς», πρβ: Ηρόδοτος Β' 79: "έστι δε Αιγυπτιστ ο Λίνος καλούμενος Μανερώς". Παυσανίας Θ' 29,7: "καλούσι δε το ήσμα (δηλ. τον λίνον) Αιγύπτιοι τη επιχωρίω φωνή Μανέρων ") είτε προς τον βώρμον (Αθήναιος ΙΔ', 619) των Μαριανδών.

Κατ’ άλλη εκδοχή , σύμφωνα με τον Ηρόδοτο,  Μανέρως λεγόταν ο μοναχογιός του 1ου βασιλιά της Αιγύπτου που πέθανε στο άνθος της ηλικίας του και έκτοτε οι Αιγύπτιοι τον θρηνούσαν με το ομώνυμο άσμα.

 

<<Λέει (ο Διόνυσος, ένας αρχαίος συγγραφέας που συνέθεσε μύθους), λοιπόν, πως στους Έλληνες πρώτος ανακάλυψε τους ρυθμούς και το τραγούδι ο Λίνος  και πως, όταν ο Κάδμος έφερε από τη Φοινίκη τα λεγόμενα γράμματα, πρώτος αυτός τα μετέφερε στην Ελληνική γλώσσα, όρισε την ονομασία του καθενός και χάραξε το σχήμα τους. Γενικά, όλα μαζί τα γράμματα ονομάστηκαν Φοινίκεια, επειδή μεταφέρθηκαν στους Έλληνες από τους Φοίνικες, ειδικά, όμως, επειδή πρώτοι οι Πελασγοί χρησιμοποίησαν τους φερμένους χαρακτήρες προσαγορεύτηκαν Πελασγικά. Ο Λίνος, τώρα, που τον θαύμαζαν για την ποιητική τέχνη και το τραγούδι του, είχε πολλούς μαθητές, με επιφανέστερους τους εξής τρεις, τον Ηρακλή, τον Θαμύρα και τον Ορφέα. Από αυτούς, ο Ηρακλής που μάθαινε Λύρα, ένεκα της βραδύτητας του πνεύματος του, δεν μπορούσε να πάρει τα μαθήματα και, μια φορά, που ο Λίνος τον μάλωσε και τον έδειρε, θύμωσε και χτυπώντας τον δάσκαλο με τη Λύρα τον σκότωσε. Ο Θαμύρας, όμως, που ήταν προικισμένος με εξαιρετικές ικανότητες, τελειοποίησε τα της μουσικής τέχνης κι έλεγε πως στο τραγούδι η φωνή του ήταν καλύτερη και ξεπερνούσε σε μελωδικότητα και τις Μούσες. Γι' αυτό και οι θεές θύμωσαν μ' αυτόν, του αφαίρεσαν το χάρισμα της μουσικής και τον σακάτεψαν, όπως επιβεβαιώνει και ο Όμηρος, όταν λέει όπου: οι Μούσες συνάντησαν τον Θάμυρι τον Θράκα κι έβαλαν τέλος στο τραγούδι του και ξανά Μα κείνες χόλωσαν και τον σακάτεψαν, το τραγούδι το θεσπέσιο του το αφαίρεσαν και τον έκαναν να ξεχάσει τη Λύρα. Για τον Ορφέα, τον τρίτο μαθητή, θα μιλήσουμε αναλυτικά, όταν εξετάσουμε τις πράξεις του. Ο Λίνος, λοιπόν, λένε πως συνέταξε με Πελασγικά γράμματα αφήγημα με τις πράξεις του πρώτου Διονύσου και τους λοιπούς μύθους και το άφησε στα απομνημονεύματα του. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποίησαν τα Πελασγικά γράμματα ο Ορφέας και ο Προναπίδης, που ήταν δάσκαλος του Ομήρου και εμπνευσμένος τραγουδοποιός· το ίδιο και ο Θυμοίτης, ο γιος του Θυμοίτη του γιου του Λαομέδοντα, που ήταν σύγχρονος του Ορφέα, περιπλανήθηκε σε πολλούς τόπους της οικουμένης κι έφτασε στα δυτικά της Λιβύης, μέχρι τον ωκεανό - είδε και τη Νύσα, όπου, σύμφωνα με τους μύθους των αρχαίων κατοίκων της χώρας, ανατράφηκε ο Διόνυσος και, αφού έμαθε από τους Νυσσαίους τις επί μέρους πράξεις του θεού, συνέθεσε το Φρυγικό, όπως ονομάζεται, ποίημα, χρησιμοποιώντας αρχαϊκή διάλεκτο και γράμματα.>>  (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος 3, 67)

 

Η ονομασία αμανές  «Αμανές» έχει προέλθει από το συμφυρμό των τουρκικών λέξεων «αμάν» και «μανές», οι οποίες  προέρχονται από την αρχαία αιγυπτιακή λέξη «μανερώς». Οι Αμανέδες, σύμφωνα με τους ειδικούς, έχουν δική τους τεχνοτροπία με υψηλόφωνη, βαριά και βαθιά μολπή (τραγουδιστική απόδοση) που σύρει επί μακρόν σε ένταση και ποικιλία τους ήχους των λέξεων προσδίδοντας έτσι ανατολίτικο πάθος απροσμέτρητης αισθηματικότητας (κοινώς «νταλκά»). Ο τούρκικος αμανές  αποτελεί ιδιόρρυθμο είδος μακρόσυρτου και παθητικού τραγουδιού  με κύριο χαρακτηριστικό την επανάληψη του τουρκικού επιφωνήματος αμάν (= έλεος, οίκτος) ή παρόμοιου επιφωνήματος (Μαζί με το "αμάν", μερικές φορές τον αμανέ διανθίζουν και άλλα παρόμοια επιφωνήματα: τα medet = βοήθεια,  "γιαρέι" = αγάπη μου, τουρκ. Yar κ.α.).  Στην Ελλάδα το επιφώνημα αμάν λέγεται με την έννοια του  επιφωνήματος ωχ! = αρχαία ελληνικά αχ – βαχ… π.χ. Αμάν! τι έπαθα. = Ωχ! τι έπαθα.

Ο αμανές έχει επίσης την επίδραση της βυζαντινής μουσικής και συγκεκριμένα του ήχου που λέγεται "βαρύς" και ανήκει στο εναρμόνιο γένος. Παρόμοια χαρακτηριστικά με τους αμανέδες βρίσκουμε στους βαρείς και μακρόσυρτους επαναλαμβανόμενους ήχους όπως το χριστιανικό ψαλτικό «τεριρέμ».

Στις 7 Νοεμβρίου του 1934 το Κεμαλικό καθεστώς στη Τουρκία απαγόρευσε αυτό το είδος του τραγουδιού σε όλη τη τουρκική επικράτεια με τη δικαιολογία ότι ήταν συνυφασμένο με τους Έλληνες και την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τρία χρόνια μετά το 1937 το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά με ιδιαίτερη διάταξη απαγορεύει το είδος αυτό σε όλη την ελληνική επικράτεια θεωρούμενο ως καθαρό είδος τουρκικού τραγουδιού. Έτσι επίσημα το είδος αυτό εξοβελίστηκε και από τις δύο Χώρες! ( Π. Κουνάδη, «Δίφωνο» αρ. 9),

 

Σημειώνεται ότι:

1) Τα σμυρνέϊκα ταμπαχανιώτικα τραγούδια είναι μη χορευτικά άσματα με έντονο το λυπητερό στοιχείο και την ατμόσφαιρα των καφενέδων και των καπηλειών. Σημαντική ήταν και η επιρροή τους από τη μικρασιατική καταστροφή, όπου και την περίοδο 1922 - 1930 συνδέθηκαν πολλά τραγούδια με έντονο το βαρύ ανατολίτικο μουσικό ιδίωμα, αλλά και με θεματολογία που είχε άμεση σχέση με τα γεγονότα της Σμύρνης. Περίφημοι ταμπαχανάδες υπήρχαν επίσης στην  Πάτρα και  στα Χανιά της Κρήτης.  Η συνοικία Ταμπακαριά των Χανίων, ως τόπος επεξεργασίας των δερμάτων, αναπτύχθηκαν στην ανατολική βραχώδη περιοχή των Χανίων πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, μακριά από τα τείχη της πόλης - αν και μαρτυρίες για την εγκατάσταση βυρσοδεψείων στα Χανιά υπάρχουν από τον 18ο αιώνα. Η κύρια εγκατάσταση αυτών των Βιοτεχνιών στη συγκεκριμένη περιοχή, πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο της Αιγυπτιοκρατίας ( 1830-40), σύμφωνα με επίσημο αραβικό έγγραφο, καθώς λέγεται.

2) Από τα παλιά σωζόμενα κρητικά ταμπαχανιώτικα τραγούδια περίφημος είναι ο σταφιδιανός σκοπός, που αποδίδεται στον πλούσιο Χανιώτη Τουρκοκρητικό σταφιδέμπορο Σταφιδάκη Μεχμέτ Μπέη (1878 – 1908), ο οποίος φέρεται ως καλός άνθρωπος και  περίφημος οργανοπαίχτης μπουλγαρί (είδος τρίχορδου ταμπουρά-μπουζουκιού την εποχή εκείνη). Ηχογραφήθηκε από τους Ρεθεμνιώτες μουσικούς, το λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά, 1893-1980) και το λαουτιέρη και τραγουδιστή Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη, 1910-1972), με τη συνεργασία του κορυφαίου Ρεθεμνιώτη μουσικού Μπουλγαρί Στέλιου Φουσταλιεράκη (1911-1992). Ο Στ. Φουσταλιέρης, δεξιοτέχνης στο Μπουλγαρί, αναδείχθηκε τα τέλη της δεκαετίας του 1930, μετά και τη συνεργασία του με τους ρεμπέτες του Πειραιά (1933-37), στον κυριότερο εκπρόσωπο του κρητικού ταμπαχανιώτικου τραγουδιού. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου ηχογραφήθηκαν πολλά από τα τραγούδια αυτά. Τα όργανα που απέδιδαν αυτό το είδος τραγουδιών ήταν ο ταμπουράς ή το μπουλγαρί ή το λαγούτο, μερικές φορές η λύρα με το βιολί, αλλά και όργανα καθαρά μικρασιατικής προέλευσης, όπως ο Τζουράς, το Σαντούρι και το τρίχορδο Μπουζούκι. Στη δισκογραφία μέχρι σήμερα έχουν ηχογραφηθεί δεκάδες Ταμπαχανιώτικων τραγουδιών από μεγάλους μουσικούς όπως ο Μανώλης Λαγός, ο Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης), ο Γιώργης Τσαγκαράκης ή Τζιμάκης, ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Νίκος Ξυλούρης κ.α.. Σημαντικές όμως και οι νεώτερες συνθέσεις, όπως «Ο Κρητικός ψαράς» του Κώστα Μουντάκη και η «Νενέ» του Γιώργη Κουτσουρέλη.

3) Σαν «πρωτοερμηνευτές» των κρητικών ταμπαχανιώτικων τραγουδιών  αναφέρονται και πολλοί Μουσουλμάνοι,  που έζησαν στην Κρήτη επί Κρητικής Πολιτείας.  Υπενθυμίζεται ότι η Κρήτη ελευθερώθηκε από τους Τούρκους μόλις το 1913 και πρωτεύουσά της νήσου επί Τουρκοκρατίας και Κρητικής Πολιτείας (1898 -  1906 μ.Χ.) ήταν τα Χανιά, όπου διέμεναν πάρα πολλοί μουσουλμάνοι (Τούρκοι, Αιγύπτιοι, εξωμότες Κρήτες κ.α.).

4) Επειδή  ο Μεχμέτ Σταφιδάκης έπασχε από φυματίωση και πέθανε σε ηλικία 30 ετών, πολλοί είπαν ότι τα ταμπαχανιώτικα τραγούδια  ήταν αυτά των φυματικών και άλλοι ότι η ονομασία Ταμπαχανιώτικα προέρχεται από τους ταμπαχανάδες (= σανατόρια) όπου  νοσηλεύονταν οι βαριά πάσχοντες φυματικοί, δικαιολογώντας έτσι τη θλίψη και το μεράκι που τα διέκριναν στο στίχο και στη μελωδία.  Ωστόσο αυτό δεν είναι αληθές, γιατί ο Σταφιδακης δεν είναι ο επινοητής των ταμπαχανιώτικων, αφού αυτά ήρθαν στην Κρήτη από τη Σμύρνη.

 

Γ. Ο ΑΜΦΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΖΗΘΟΣ

 

Burthe, Leopold.  Σαπφώ jouant de la λύρα - Σαπφώ παίζει τη λύρα.  1848 καμβά, 106 x 69 εκ.Η Σαπφώ παίζει Κιθάρα, 1848 μ.Χ., Burthe, Leopold,Musee des Beaux Arts, Καρκασόν, Γαλλία

Ο Αμφίων και ο Ζήθος, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία , ήταν δίδυμα παιδιά της Αντιόπης και του Δία ή του Εποπέα, που ανατράφηκαν στο όρος Κιθαιρώνα της Βοιωτίας από κάποιο βοσκό. Το όνομά τους έχει συνδεθεί με το χτίσιμο των τειχών της Θήβας και το όνομα της Κιθάρας με το όρος Κιθαρών ή Κιθαιρών (βλέπε μουσικό όργανο Κιθάρα). Ο Ζήθος με την υπεράνθρωπη ( μεγάλη) δύναμή του μετέφερε βράχους από τα βουνά, ενώ ο Αμφίων με τη Λύρα και το τραγούδι του τις μάγευε, έτσι που από μόνες τους τοποθετούνταν και στερεώνονταν πάνω στα τείχη. Με αυτό τον τρόπο χτίστηκαν τα τείχη της Θήβας με τις επτά πύλες· "επτάπυλος" χάρη στην επτάχορδη Λύρα του Αμφίονα (Ησίοδος, FHG Ι, 204· Excerpta ex Nicom. Mb 29, C.v.J. 266, κτλ.). Ευρ. Φοίν. 823-824. (Απολλόδωρος Γ 5, 5. Ορατίου Ωδή ΙΙΙ, 11, 1. Παυσανίας Θ 17, 7. Ευστάθιος λ 263).

Η παράδοση αναφέρει επίσης ότι ο Ζήθος έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο ως ένας από τους αρχηγούς των Βοιωτών, καθώς και ότι υπήρξε αδίκως θύμα της οργής των θεών Απόλλωνα και Αρτέμιδος για την ανευλάβεια της συζύγου του Αμφίονα, της Νιόβης. Αναφέρει επίσης ότι ο Αμφίων υπήρξε ο πρώτος που διδάχτηκε τη Λύρα από τον Ερμή ή τον ίδιο το Δία. Έμαθε από τους Λυδούς τη λυδική αρμονία και σ' αυτόν αποδιδόταν η εφεύρεση (επινόηση) της κιθαρωδίας και της κιθαρωδικής τέχνης, καθώς και η προσθήκη τριών χορδών στις παλιές τέσσερις της Λύρας. (Ηρακλ. Ποντ. στον Πλούτ. Περί μουσ. 1131F, 3· Παυσ. Β', 6, 4, και Θ', 5, 7-9).

Η λυδική αρμονία, καθώς και η φρυγική, ήταν ανάμεσα στις μη Ελληνικές αρμονίες που είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα από τη Μ. Ασία. Ο Αθήναιος γράφει (ΙΔ', 625Ε, 21): "η φρυγική και η λυδική αρμονία έγιναν γνωστές στους Έλληνες από τους Φρύγες και τους Λυδούς, που μετανάστευσαν με τον Πέλοπα στην Πελοπόννησο". Η λυδική αρμονία ήταν, ωστόσο, γνωστή από πολύ παλαιά εποχή, όπως και η δωρική και η φρυγική.

 

11. ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

 

Α. ΤΑ ΠΥΘΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ: ΧΡΥΣΟΘΕΜΟΣ, ΘΑΜΥΡΑΣ ΚΛΠ

Τα Πύθια ήσαν καταρχάς πανελλήνιοι μουσικοί αγώνες που τελούνταν στο αμφικτιονικό κέντρο των Δελφών , οι οποίοι ήσαν αφιερωμένοι στον Απόλλωνα, το θεό της μουσικής. Στη γσυνεχεια τελούνταν ταυτόχρονα και πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες. Στην αρχή οι αγώνες γιορτάζονταν κάθε οκτώ χρόνια (εννετηρίς) και κάπου από το 582 π.Χ.  και εξής κάθε τέσσερα χρόνια (πεντετηρίς). Το πρόγραμμα των Πυθικών αγώνων διεξαγόταν ως εξής : την πρώτη μέρα ο μουσικός αγώνας, την δεύτερη, τρίτη και τέταρτη οι γυμνικοί (αθλητικοί, γυμναστικοί) και την Πέμπτη οι ιππικοί αγώνες. Στους μουσικούς αγώνες  των Πυθίων περιλαμβάνονταν τα αγωνίσματα της ψαλμωδία, της κιθαρωδίας και της αυλωδίας και στους νικητές δινόταν ως έπαθλο στεφάνι από δάφνη, γιατί ο Απόλλων, ο θεός της Μουσικής, αγάπησε την κόρη του Λάδωνα Δάφνη, όπως λέει η παράδοση. Στη ψαλμωδία πρώτος νικητής ήταν ο Χρυσόθεμος, γιος του Καρμάνωρ, από την Κρήτη, μετά ο Θαμύρας, γιος του Φιλάμωνα κ.α.

Επίσης στους Δελφούς γίνονταν και οι εξής γιορτές, όμως όχι πανελλήνιας εμβέλειας: Τα Δελφίνια, σ' ανάμνηση της μεταμόρφωση του θεού Απόλλωνα σε δελφίνι, οδηγώντας τους Κρήτες ναυτικούς στην περιοχή της ίδρυσης του ιερού. Γιορτάζονταν τον Απρίλιο. Τα Θαργήλεια, σχετική με την ιδιότητα του θεού Απόλλων να θεραπεύει από τους λοιμούς. Γιορτάζονταν την άνοιξη. Τα Σεπτήρια ή Στεπτήρια, σ' ανάμνηση της αναχώρησης του θεού Απόλλωνα για καθαρμό μετά το  φόνο του δράκοντα. Τα Θεοφάνεια, σ' ανάμνηση της επιστροφής του θεού Απόλλωνα μετά τον καθαρμό του.

Β. ΟΙ ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΕΙΑΙ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ: ΘΑΛΗΤΑΣ,  ΑΛΚΜΑΝ ΚΛΠ

Οι γυμνοπαιδιές (γυμνοπαιδείαι)  ήταν  γιορτές που διαρκούσαν δέκα ημέρες και τελούνταν κάθε χρόνο στη Σπάρτη προς τιμή του Απόλλωνα, ενώ στην αρχή ήταν αφιερωμένες στη μνήμη των Σπαρτιατών που έπεσαν μέχρι ενός στη μάχη της Θυρέας. Κατά τις τελετές γυμνοί έφηβοι εκτελούσαν γυμναστικές ασκήσεις και χορούς με τραγούδια γύρω από αγάλματα του Απόλλωνα, της Άρτεμης και της μητέρας του Απόλλωνα, της Λητούς, μιμούμενοι τις κινήσεις της πάλης και του παγκρατίου. Τους στίχους των τραγουδιών είχαν γράψει ο Θαλήτας  και ο Αλκμάν. Ο χαρακτήρας των χορών και της γιορτής ήταν εξαιρετικά σοβαρός, ευπρεπής και μεγαλόπρεπος.

Ο Θαλήτας ήταν αοιδός, ποιητής και μουσικός, που έζησε τον 7ο αι. π.Χ. και καταγόταν από τη Γόρτυνα της Κρήτης, σύγχρονος του Αλκμάν, του Ξενόδαμου και του Ξενόκριτου από τους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας, επινοητή της Λόκριας αρμονίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΓΧΟΡΔΑ (ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ) ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

 

1. ΠΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΕΓΧΟΡΔΑ

 

Έγχορδα ή χορδόφωνα μουσικά όργανα ονομάζονται αυτά που διαθέτουν τεντωμένες χορδές πάνω από ένα αντηχείο για την παραγωγή του ήχου τους και των οποίων οι ήχοι παράγονται  θέτοντας τις τεντωμένες χορδές τους σε ταλάντωση ή άλλως παλμική κίνηση είτε με  νύξη, είτε με κρούση είτε με τριβή. Το αντηχείο εκπέμπει, ενισχύει ενωτικά τους ήχους.Η ποιότητα του ήχου ενός εγχόρδου εξαρτάται από τον  τρόπο με τον οποίο τίθενται οι χορδές του σε παλαμική κίνηση και από  το υλικό κατασκευής,  το σχήμα του αντηχείου τοιου οργάνου και επίσης το μήκος και το πάχος των χορδών του. Για ποικιλία μουσικών ήχων κάθε έγχορδο μουσικό όργανο έχει διαφορετικές σε πάχος (ενίοτε και διαφορετική ποιότητα υλικού) χορδές. Για τον ίδιο λόγο έχουν δημιουργηθεί  πολλών λογιών έγχορδα, όπως:

Α) Αυτά που έχουν αντηχείο (σκάφος) με κυρτό και βαθουλωτό αντηχείο, όπως η αρχαία Λύρα, το Λαούτο, το Μπουζούκι κ.α , αυτά που έχουν αντηχείο με επίπεδο πυθμένα, όπως η αρχαία και σύγχρονη Κιθάρα, το Βιολί κ.α. και  αυτά που έχουν αντηχείο  ιδιόμορφο, όπως η Άρπα, το αρχαίο Τρίγωνο κ.α. Εξ αυτού την αρχαία εποχή (που τότε τα μουσικά όργανα και οι ποικιλίες τους ήταν λίγες)  με την ονομασία κιθάρα λέγονταν όσα έγχορδα είχαν αντηχείο με επίπεδο πυθμένα και Λύρες όσα είχαν αντηχείο με κυρτό πυθμένα. Ομοίως ένα όργανο λεγόταν τύπου Κιθάρας ή τύπου Λύρας, αν το όργανο αυτό είχε μικρές διαφορές από το κανονικό, όπως π.χ. η αρχαία Ασιάς ή λεσβιακή Κιθάρα που  είχε λιγότερες χορδές από την κανονική Κιθάρα.

Β) Αυτά που έχουν  χορδές  μονές, όπως η αρχαία και σύγχρονη Κιθάρα, αυτά που έχουν διπλές (ζευγόχορδα, ανά δυο, ζεύγη), όπως το Λαούτο, το Μπουζούκι, το Μαντολίνο  κ.α.  και αυτά που έχουν κάποιες  μονές και κάποιες διπλές χορδές, όπως η Πορτογαλική και η Αγγλική Κιθάρα κ.α. Αρχικά τα έγχορδα ήταν όλα με μονές χορδές και μετά βγήκαν και αυτά με διπλές. Σήμερα πολλά έχγορδα, όπως η σύγχρονη Κιθάρα, βγαίνουν και  με μονές και με διπλές χορδές.

Γ) Αυτά που παίζονται με τα δάχτυλα-νύχια ( da mano = χειρός) , όπως η αρχαία και σύγχρονη κιθάρα, αυτά που παίζονται με το καλούμενο πλήκτρο = ξενικά πένα (da penola = πένας), όπως το Λαούτο, το Μπουζούκι κ.α., αυτά που παίζονται  με το καλούμενο τόξο > τοξάρι - δοξάρι (da arco = τοξωτά), όπως η Λύρα και αυτά που παίζονται με ειδικό πλήκτρο (μπαγκέτα, ραβδί κλπ)  απ΄ όπου και πληκτροφόρα, όπως η Λατέρνα, το Κανονάκι, το Πϊανο κ.α.  Τα έγχορδα που έχουν μακριές και μονές χορδές παίζονται κύρια με τα νύχια-δάκτυλα και δευτερευόντως με πένα, ενώ τα έγχορδα που έχουν κοντές ή ζεύγη χορδών (τα ζευγόχορδα) παίζονται κύρια με πλήκτρο, γιατί δεν είναι εύκολο να παιχτούν με τα δάκτυλα-νύχια. 

Δ) Αυτά που έχουν πολύ μακρές χορδές, άρα και ανάλογο βραχίονα (μπράτσο, μανίκι),, όπως ο Ταμπουράς, το Σάζι, το Βουλγαρί κ.α., αυτά που έχουν μέτριες, όπως η Κιθάρα, το Λαούτο κ.α.  και αυτά που έχουν κοντές, όπως το Ούτι, η αρχαία Λύρα κ.α.

Εξ αυτού πολλοί, όταν βλέπουν ένα μουσικό όργανο π.χ. να έχει μακρό μπράτσο λένε ότι  ανήκει στην οικογένεια του Ταμπουρά, όταν έχει κοντό στην οικογένεια του Ούτι και όταν έχει μέτριο στην οικογένεια του Λαούτου, κάτι που δεν είναι και τόσο σωστό, γιατί σε ένα όργανο υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά που πρέπει να συνεκτιμηθούν, για να δούμε σε ποια τελικά οικογένεια ανήκει. Για παράδειγμα ο Περσικός Κεμεντζές έχει πολύ μακρό βραχίονα, όμως δεν ανήκει στην οικογένεια του Ταμπουρά, αλλά σ’ αυτή των τοξωτών. Υπάρχουν Ταμπουράδες που είναι με ημισφαιρικό αντηχείο, όπως η αρχαία Λύρα, ο Κεμεντζές κ.α. και Ταμπουράδες με αμυγδαλωτό αντηχείο, όπως η Μάντολα. Επίσης υπάρχουν Ταμπουράδες που οι χορδές τους είναι διπλές, ως το Ούτι και το Μπουζούκι, Ταμπουράδες που οι χορδές τους είναι μονές, ως η κιθάρα και .Ταμπουράδες που κάποιες από τις χορδές τους είναι μονές και οι άλλες  διπλές.

 

 

2. ΤΑ ΕΙΔΗ - ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ

 

Τα έγχορδα μουσικά όργανα διακρίνονται σ’ αυτά που παίζονται με νύξη, σ’ αυτά που παίζονται με τριβή και αυτά που παίζονται με κρούση των χορδών τους, εξ ου και:

Νυκτά  (χειρός και πλήκτρου) μουσικά όργανα ονομάζονται αυτά των οποίων ο ήχος παράγεται  με νύξη, δηλαδή  με πλήξη ή τράβηγμα των χορδών τους, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό είτε τα δάχτυλα – νύχια του χεριού μας είτε το καλούμενο πλήκτρο  ή ξενικά πένα (penola). Στα ισπανικά και ιταλικά με την ονομασία da mano λέγονται τα έγχορδα που παίζονται με το χέρι  (δάκτυλα – νύχια) και da penola αυτά που παίζονται μόνο με πλήκτρο. Οι χορδές των νικτών είναι συνήθως 6 ή 7, όμως υπάρχουν και με λιγότερες ή και περισσότερες.

Κρουστά (πληκτροφόρα) μουσικά όργανα ονομάζονται αυτά των οποίων ο ήχος  παράγεται  με πλήξη (κρούση)  των χορδών τους, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό, χειρονακτικά ή μηχανικά, κάποιο εδικό πλήκτρο (ραβδί ή τη καλούμενη μπαγκέτα κλπ) εξ ου και πληκτροφόρα μουσικά όργανα. Τέτοια όργανα είναι π.χ.: το Κανονάκι, το Σαντούρι, η Λατέρνα, το Πιάνο κ.α. Οι χορδές των πληκτροφόρων είναι πολλές , έως και εκατό.

Τοξωτά μουσικά όργανα ονομάζονται αυτά των οποίων ο ήχος των χορδών παράγεται με τριβή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό το καλούμενο δοξάρι (= τόξο > τοξάρι), που με τις τρίχες του, οι οποίες αλείφονται με ειδική ρητίνη, το κολοφώνιο,  τρίβει τις χορδές του οργάνου  και έτσι αυτές έρχονται σε παλμική κίνηση. Τέτοια όργανα είναι π.χ.: το Βιολί, η Βιόλα, η Λύρα κ.α.   Όλα τα τοξωτά μπορούν να παιχθούν και σαν τα νυκτά, όταν το απαιτεί ο συνθέτης, συνήθως με τη χρήση των δακτύλων, που στη μουσική ορολογία λέγεται pizzicato.  Τα τοξωτά , όπως και τα νυκτά, είναι άλλα με πολλές και άλλα με λίγες χορδές, άλλα με πολύ μακρύ βραχίονα-χορδές και άλλα με κοντό βραχίονα (λαιμό), άλλα με αντηχείο με κυρτό πυθμένα και άλλα με πλακωτό κλπ. Με πολύ μακρό βραχίονα (λαιμό) είναι π.χ. το  Αραβικό Rabab και ο περσικός Kemanche   και με πολύ κοντό η Λύρα και  το Βιολί. Οι χορδές των τοξωτών είναι συνήθως 3 ή 4, όμως υπάρχουν και με περισσότερες  Η  Ποντιακή Λύρα έχει αντηχείο φιαλόχημο (μπουκάλι) και ο Περσικός κεμεντζές ημισφαιρικό  (ως μισή καρύδα) κλπ

 

3. Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ - ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ

 

Σύμφωνα με τους  Ομηρικούς ύμνους «Εις Ερμήν» και  «Εις (Πυθιο) Απόλλωνα» (στ. 130), τον  Ησίοδο (Θεογονία 90), το  Διόδωρος Σικελιώτης (5, 74 - 75) , το Λουκιανό (Διάλογος Απόλλωνα και  Ήφαιστου) κ.α., ο Απολλωνας είναι εκείνος που πρωτος εφευρε τα έγχορδα όργανα του ανθρώπου, δηλαδή το τόξο και την κιθάρα με τη μουσική της στην Κρήτη και γι αυτό οι Κρήτες τον αγόρευσαν Θεό της Μουσικής και  αφετέρου επιδόθηκαν με ζήλο στην τοξοβολία, αλλά και που  ο Ησίοδος  αποκαλεί τον Απόλλωνα τοξοβόλο  και πατέρα όλων των αοιδών και κιθαριστών της γης, πρβ:  «Αυτίκα δ᾿ αθανάτσι μετηύδα Φοίβος Απόλλων είη μοι κίθαρίς τε φίλη και καμπύλα τόξα, χρήσω δ’ ανθρώποισι Διός νημερτέα βουλήν» (Ομηρικός ύμνος «Εις Απόλλωνα» στ. 130)  «Εκ γαρ Μουσάων και εκηβόλου Απόλλωνος άνδρες αοιδοί έασιν επί χθόνα και κιθαρισταί».( Ησιόδου Θεογονία, 90)

image002Μινωική τοξοειδή ( ή και σε σχήμα πεταλοειδές) Λύρα, 1600 π.Χ.

Τα εν λόγω έγχορδα όργανα του Απολλωνα, η κιθάρα και το τόξο, καλούνταν και «καμπύλα» ή «παλίντονα τόξα» και από το ένα προέκυψε το άλλο, καθώς υπονοείται στον ομηρικό ύμνο «Εις Απολλωνα». Υπενθυμίζεται ότι το τόξο έχει και αυτό χορδές και η αρχαία κιθάρα ήταν σε σχήμα τόξου συν τις ανάλογες χορδές.

Ο Ερμής, σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο εις Ερμή κ.α., κατασκεύασε τη Λύρα χρησιμοποιώντας  ένα καύκαλο χελώνας ως αντηχείο, που πάνω του τέντωσε 3 – 7 εντερικές χορδές από βόδι με τη βοήθεια δυο κεράτων και ενός ζυγού (=  βραχίονας που ένωνε τα κέρατα σε σχήμα ως το γράμμα Π), όπου στο ζυγό υπήρχαν τα ανάλογα στριφτάρια.

Τα πρώτα έγχορδα μουσικά όργανα, η Κιθάρα και η Λύρα, ήταν με μονές χορδές και νυκτά, δηλαδή παίζονταν είτε με τα δάκτυλα – νύχια είτε με το πλήκτρο. Τα τοξωτά και τα ζευγόχορδα επινοήθηκαν πολύ αργότερα, επί Βυζαντινής περιόδου και εξής.

Ονομάστηκαν Κιθάρες τα έγχορδα που είχαν αντηχείο με  επίπεδο πυθμένα, Λύρες αυτά που είχαν αντηχείο με κυρτό πυθμένα και Άρπες αυτά που είχαν πολλές χορδές και τοξοειδή σκελετό. Οι Λύρες και οι Κιθάρες είχαν 7 χορδές. Ωστόσο υπήρχαν και παραλλαγές τους με περισσότερες ή  λιγότερες χορδές. Φόρμιγγα (Λύρα) λεγόταν η Λύρα  με τέσσερεις χορδές,   Ασιάς  (ή Λεσβιακή Κιθάρα) λεγόταν η Κιθάρα με τρείς χορδές  και Βάρβιτος (Λύρα) λεγόταν η Λύρα με πάνω από 7 χορδές ( πολύχορδος και  με μακρύτερους βραχίονες απ΄ότι η Λύρα).

Αρχαιότερη απεικόνιση Λύρας με 7 χορδές  είναι αυτή  στη λίθινη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας  (=  ένας μινωικός οικισμός)  στη νότια Κρήτη,  η οποία φυλάσσεται στο  Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου και χρονολογείται στο 1600 π.Χ.  Αργότερα καταργήθηκαν και οι δυο βραχίονες και αντί αυτών μπήκε μόνο ένα ένας, ως προέκταση του αντηχείου, στο τέλος του οποίου είχαν μπει με επινοητικό τρόπο ο ζυγός  και τα ανάλογα στριφτάρια, για να τεντώνονται-κουρδίζονται οι χορδές.  Αρχαιότερη απεικόνιση εγχόρδου με ένα μόνο βραχίονα είναι αυτή σε τοιχογραφία των τάφων των Θηβών της Αιγύπτου, που χρονολογείται στο  1420 – 1411 π.Χ. Στην Ελλάδα είναι αυτή στο ανάγλυφο της βάσης του αγάλματος της Μαντινείας, 330 – 320  π.Χ ( Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ελλάδος)  κ.α.

 

4. ΤΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ 

 

Όλα τα έγχορδα ή χορδόφωνα μουσικά όργανα αποτελούνται από τα εξής εξαρτήματα- μέρη: τις χορδές, το αντηχείο( = το  σκάφος με το καπάκι του), το βραχίονα (μπράτσο ή μανίκι στα νυκτά, λαιμός στα τοξωτά),  ο βραχίονας,  η ταστιέρα, τα στριφτάρια ή άλλως κλειδιά με τα οποία τεντώνονται οι χορδές, ο καβαλάρης (ή γέφυρα), ο ζυγός, το πλήκτρο (για τα νυκτά) και το δοξάρι (για τα τοξωτά).

Αντηχείο ή απλώς ηχείο (αγγλικά sounding board) λέγεται το σκάφος, κυρτό (στις Λύρες) ή πλακωτό (στις κιθάρες),   ενός μουσικού οργάνου, το οποίο χρησιμεύει στο να αντηχεί (εκπέμπει) δυναμωτικά και πιο εύηχα τους ήχους που βγάζουν οι χορδές του.  Τα ηχητικά κύματα που παράγουν  οι χορδές των εγχόρδων μουσικών οργάνων δεν έχουν μεγάλη ένταση, οπότε είναι αναγκαία η ενίσχυσή τους, είτε με φυσικό τρόπο, όπως στην περίπτωση των ακουστικών κιθάρων, όπου χρησιμοποιείται ένα αντηχείο που απλώς εκπέμπει δυναμωτικά τους ήχους, είτε με ηλεκτρονικό τρόπο, όπως στις ηλεκτρικές κιθάρες, όπου χρησιμοποιείται ένας ενισχυτής. Ο ενισχυτής λαμβάνει το ηλεκτρικό σήμα που παράγεται καθώς οι χορδές πάλλονται πάνω από τους μαγνήτες της Κιθάρας και το ενισχύει αναλογικά ή ψηφιακά

Πλήκτρο ή άλλως πένα (plectrum, penola) λέγεται το  πλαστικό τμήμα με οξεία απόληξη ( σε σχήμα καρδιάς ή κόλουρου κώνου κ.α.)  με το οποίο πλήττονται οι χορδές, για να παράσχουν ήχους ή άλλως νότες. Σήμερα το πλήκτρο λέγεται πένα και  παλιότερα γινόταν από επεξεργασμένο στέλεχος φτερού γύπα ή από τμήμα ξύλου ή ελεφαντόδοντου  ή κόκαλου ή μετάλλου. Το παίξιμο με πλήκτρο παλιά χρησιμοποιούνταν ο ειδικός όρος «κρούειν», ενώ για το παίξιμο με γυμνά δάχτυλα ο όρος «ψάλλειν». Η μέθοδος του «κρούειν» παρήγε καθαρό, δυνατό και διαυγή ήχο, εκείνη του «ψάλλειν» απαλότερο.

Τοξάρι ή δοξάρι (Λατινικά arco, αγγλικά bow) λέγεται μια επιμήκης και τοξωτή ράβδος, εξ ου και τοξάρι ή δοξάρι, ειδικά κατασκευασμένη, ώστε να κρατά τεντωμένες 150-250 τρίχες ουράς αρσενικού  αλόγου (υπάρχουν και συνθετικές), οι οποίες, όταν σύρονται τριφτά και κάθετα επάνω στις χορδές των τοξωτών, παράγουν έντονο και διαρκή ήχο, λόγω της συνεχούς προκαλούμενης δόνησης τους. Οι τρίχες του δοξαριού είναι είτε από τρίχες ουράς αλόγου είτε συνθετικές. Μάλιστα, για να παίξουν καλύτερα αλείφονται με ρετσίνι ή το καλούμενο κολοφώνιο (μια στερεή μορφή ρητίνης/ ρετσινιού, ημιδιάφανο, με χρώμα του ποικίλλει από κίτρινο ως μαύρο). Ένα συνηθισμένο δοξάρι Βιολιού έχει μήκος 75 εκατοστά.

Βραχίονας (ιταλικά braccio > μπράτσο) ή μανίκι (στα ζευγόχορδα) ή λαιμός (στα τοξωτά) λέγεται ο πήχης ή το μακρόστενο μέρος που εξέχει του αντηχείου και περιλαμβάνει την ταστιέρα, το ζυγό και την κεφαλή με κλειδιά ή άλλως στριφτάρια. Σε ορισμένα όργανα, όπως στις κλασικές κιθάρες είναι ενσωματωμένος με την υπόλοιπη κατασκευή, ενώ στους άλλους τύπους (κυρίως στις ηλεκτρικές) μπορεί να είναι και αποσπώμενος. Χρησιμεύει για να τεντώνονται οι χορδές, αλλά και για μπορεί ο οργανοπαίχτης να μεταβάλλει τον ήχο των χορδών, πατώντας τις χορδές σε διαφορετικά τάστα. Το πίσω μέρος του μπράτσου είναι καμπυλωτό, για να διευκολύνεται το πιάσιμο και η στήριξη του χεριού που πατάει τις χορδές. Το υλικό ή το ξύλο από το οποίο φτιάχνεται το μπράτσο, το αντηχείο και η ταστιέρα διαφέρει από όργανο σε όργανο, λόγω του ότι είναι καίριας σημασίας τόσο στην ποιότητα του ήχου όσο και στην αντοχή του οργάνου. Χρησιμοποιούνται ξύλα, συνήθως έβενος, μαόνι, τριανταφυλλιά κ.α.,  που διακρίνονται για την αντοχή τους, καθώς λόγω της τάσης των χορδών δεν είναι δύσκολο να παρουσιαστεί σκέβρωμα (καμπύλωση) του μπράτσου ή του αντηχείου, πράγμα που καταστρέφει τον ήχο του οργάνου, αλλά και δυσκολεύει το παίξιμο. Πολλά έγχορδα  έχουν μέσα στο μπράτσο ενσωματωμένη μια σιδερένια ράβδο, η καμπυλότητα της οποίας μπορεί να ρυθμιστεί με κλειδί, επαναφέροντας τυχόν σκέβρωμα του μπράτσου.

Ο καβαλάρης και  ο ζυγός  είναι δυο μικροί πήχεις  που  μεταξύ αυτών τεντώνονται οι χορδές, ώστε να είναι ελεύθερη η ταλάντωσή τους για την παραγωγή των ήχων. Ο καβαλάρης μπαίνει λίγο μετά από το σημείο που ξεκινούν οι χορδές στο κάτω μέρος του αντηχείου και ο ζυγός λίγο πριν από την κατάληξη τους στο τέλος του βραχίονα και λίγο πριν από τα στριφτάρια.  Ο ζυγός αποτελεί το απέναντι από τον καβαλάρη σημείο τεντώματος των χορδών και κανονίζει τη διάταξη των χορδών, ενώ τα κλειδιά, που βρίσκονται μετά το ζυγό,  είναι τα σημεία όπου καταλήγουν οι χορδές και διαθέτουν κοχλία που επιτρέπει το μεγαλύτερο ή μικρότερο τέντωμά τους, για σωστό κούρδισμα. Ο καβαλάρης ονομάζεται έτσι, επειδή πάνω του επικάθονται-περνούν  οι χορδές και έτσι δεν ακουμπούν πάνω στο αντηχείο και στο βραχίονα. Ο ζυγός ονομάζεται έτσι, επειδή συνάμα κανονίζει και τα ζύγια, δηλαδή τις αποστάσεις μεταξύ των κορδών.

Ταστιέρα (ιταλικά tastiera) ονομάζεται ο λεπτός ξύλινος ή πλαστικός πήχης που είναι επικολλημένος πάνω και κατά μήκος του βραχίονα (μπράτσου, μάνικου) ενός μουσικού οργάνου με παράλληλα χωρίσματα από μέταλλο ή κόκαλο, τα καλούμενα τάστα (ιαταλικά tasto), υποδεικνύοντας μ’ αυτά τις θέσεις ή διαστήματα, που πρέπει να πατούν τα δάκτυλα, ώστε να αυξομειώνεται το μήκος των χορδών και έτσι να βγαίνουν οι διάφορες νότες.

Χορδές (αγγλικά strings/ cord, chord) λέγονται οι λεπτές ίνες  που τεντώνονται πάνω από ένα αντηχείο, ώστε με την  ταλάντωσή τους , χρησιμοποιώντας πένα ή δοξάρι κλπ, να παράγουν ήχο. Αρχικά οι χορδές ήταν  από νευρά ή λούρες εντέρων βοδιών ,  εξ ου και η ονομασία λ(ο)ύρες, όπως αναφέρεται στον Ομηρικό Ύμνο στον Ερμή. Στην Ασία  και στην Αφρική γίνονταν χορδές  από φυτικές ίνες (λινάρι, κάνναβη, αλόη κ.α.) και στην Κίνα και από μετάξι. Οι πρώτες μεταλλικές χορδές καταγράφονται τον 13ο αιώνα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.   Η κάθε μια από τις χορδές ενός εγχόρδου οργάνου είναι με διαφορετικό πάχος, ώστε να δίνουν και διαφορετικό  ήχο η καθεμία. Όσο πιο μακριά και πιο παχιά είναι η χορδή, τόσο πιο αργά πάλλεται και τόσο πιο βαθύς είναι ο φθόγγος που παράγει. Η κάθε χορδή δίνει ανάλογα με το μήκος της διαφορετικούς τόνους. Αν είναι μεγάλη, ο ήχος είναι βαθύτερος, γιατί οι κραδασμοί της είναι πιο αργοί. Αν όμως αυτή την ίδια σε πάχος την κοντύνουμε, ο ήχος θα είναι πιο οξύς, γιατί οι κραδασμοί (οι παλμικές κινήσεις) θα είναι πιο σύντομες. Η ποσότητα ή και  ποιότητα και το μάκρος   των χορδών διαφέρει από όργανο σε όργανο. Οι χορδές δια μέσου του καβαλάρη περνάνε πάνω από την ταστιέρα, όπου ο οργανοπαίκτης τις πιέζει σε διάφορα σημεία (τάστα) με τα δάκτυλα του ενός χεριού, συνήθως του αριστερού,  εκτός απ' τον αντίχειρα, αυξομειώνοντας το μήκος τους, ώστε να αλλάζει ανάλογα τη συχνότητα που θα πάλλονται. Το άλλο χέρι  κάνει τις χορδές να πάλλονται, είτε «τραβώντας» τες με τα νύχια των δακτύλων, πάλι εκτός του αντίχειρα, είτε χτυπώντας τες με μια πένα. Στα τοξωτά αυτό γίνεται τρίβοντας τες με το δοξάρι.

 

ΤΟ ΚΟΛΟΦΩΝΙΟ

Παρατηρώντας τους μουσικούς τη στιγμή που πάνε να παίξουν ένα τοξωτό μουσικό όργανο  βλέπουμε ότι επάλειψη των τριχών του δοξαριού με το καλούμενο κολοφώνιο, διαφορετικά oi χορδές του τοξωτού δεν βγάζουν ήχο ή αν βγαλουν είναι ελάχιστος έως υπόκωφος και μη εκμεταλεύσιμος. Επομένως η μουσική ιστορία των τοξωτών αρχίζει από την εποχή που εφευρέθηκε το κολοφώνιο. Το κολοφώνιο είναι στερεό κίτρινο κατακάθι από την απόσταξη της ρητίνης διάφορων κωνοφόρων δέντρων. Η αρχαία ιωνική πόλη Κολοφώνα στη Λυδία της Μ. Ασίας οφειλει σ’ αυτό το όνομά της, ίσως γιατί εκει  εφυρέθηκε. Το Κολοφώνιο χρησιμοποιείται επίσης ως μονωτικό, δηλαδή για την παρασκευή βερνικιών πίσσας  για τα ξύλινα πλοία, για τα σκάφη (στα αντηχεία) των εγχόρδων μουσικών οργάνων κ.ά.

 

5. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ (ΝΟΤΕΣ)

 

Στην αρχαία Ελληνική επτάχορδη κλίμακα, οι επτά διαφορετικές χορδές ενός έγχορδου έχουν τις εξής ονομασίες: Νήτη (νεάτη) =  η κατωτάτη νότα ή χορδή, Παρανήτη, Τρίτη, Παράμεση, Μεση, Λιχανός (παιζόταν με το δείκτη), Παρυπάτη, Υπάτη (= η υψίστη) =  η πιο χαμηλή νότα και χορδή.

Στη Βυζαντινή Μουσική λέγονται: Α, Β, Γ, Δ. Ε. Ζ ή άλλως πΑ, Βου, Γα, Δη,κΕ,Ζω,νη = Ευρωπαικά : ντο ρε, μη, φα, σολ, λα, σι. Ντο.

Ο Αριστείδης λέει: "υπάτη δε υπάτων, ότι του πρώτου τετραχόρδου πρώτη τίθεται· το γαρ πρώτον ύπατον εκάλουν οι παλαιοί" (η υπάτη υπάτων ήταν η πρώτη νότα του πρώτου τετράχορδου [του χαμηλότερου], γιατί οι αρχαίοι έλεγαν ύπατο το πρώτο).Νήτη (= η κατώτατη) λέγεται η ακριβώς αντίθετη προς την υπάτη χορδή ή νότα, άρα η ψηλότερη νότα και η χορδή που βρίσκεται πιο κοντά στον εκτελεστή. Η νήτη ονομαζόταν έτσι, γιατί παραγόταν από τη χορδή που ήταν τοποθετημένη πιο κοντά στον εκτελεστή.

Ο Αριστείδης (Mb 11, R.P.W.-I. 8) γράφει: "νήτη, τουτέστιν εσχάτη· νέατον γαρ εκάλουν το έσχατον οι παλαιοί" (νήτη, δηλ. η εσχάτη, γιατί οι αρχαίοι ονόμαζαν νέατον το έσχατο). Σε αυτές τις νότες ήρθαν να προστεθούν αργότερα η παραμέση (si), και κατόπιν η παρανήτη (re) και η λιχανός (sol).

 Στην επτάχορδη κλίμακα η νήτη ήταν η ψηλότερη νότα του τετραχόρδου συνημμένων (re) και στην οκτάχορδη η ψηλότερη νότα του τετραχόρδου διεζευγμένων (mi). Στο Σύστημα Τέλειον Μείζον υπήρχαν δύο νήτες, η νήτη υπερβολαίων (la) και η νήτη διεζευγμένων (mi). 

Οι αρχαίοι Έλληνες με την ονομασία (μουσικός) φθόγγος  εννοούσαν και ό,τι εννοούμε σήμερα με τη λέξη νότα, δηλαδή ένας από τους διαφορετικούς ήχους από αυτούς που αποτελείται ένα μουσικό κομμάτι ή που παράγει ένα μουσικό όργανο. Με την ονομασία φθόγγος λεγόταν επίσης στη Γραμματική ο κάθε διαφορετικός ήχος από αυτούς που αποτελούνται οι λέξεις, π.χ.: τ-ρ-α-γ-ου-δ-ι. Οι μουσικοί και οι γραμματικοί φθόγγοι δεν είναι επακριβώς όμοιοι.

 

 

6. Η ΚΙΘΑΡΑ

 

Αρχαία Ελληνικά (Ancient Greek): κίθαρις ή Κιθάρα, Λατινικά (latin/italiano) Cithara,  Ισπανικά (Español) Guitarra,  Μαυριτανικά (Moorish)  Guitern , Αγγλικά (English, Inglés)  Guitar, kithara, Cithara, Γαλλικά (Francés)  Guitarre, Γερμανικά (Alemán) = Guitarre,  Πορτογαλικά ( Portugués ) = Violâo / Portugués Guitarra …Σύμφωνα με το Διόδωρο Σικελιώτη  ο κρηταγενός Απόλλωνας βρήκε το τόξο και την Κιθάρα στην Κρήτη και ο αδελφός του ο Ερμής τη λύρα, πρβ:  

 «Τον Απόλλωνα αναγορεύουν (οι Κρήτες) εφευρέτη της Κιθάρας (Απόλλωνα δε της Κιθάρας ευρετήν αναγορεύουσι») και της μουσικής της εισήγαγε επίσης τη γνώση της ιατρικής που γίνεται μέσω της μαντικής τέχνης, που παλιά μ΄αυτή θεραπεύονταν όσοι αρρώσταιναν,  και επίσης βρήκε και το τόξο, δίδαξε τους ντόπιους (Κρητες) τα περί την τοξοβολία, αιτία για την οποία οι Κρήτες επιδόθηκαν με ζέση στην τοξοβολία και το τόξο ονομάστηκε Κρητικό»… ( Διόδωρος Σικελιώτης  5, 74, 5)

«Ο Απόλλωνας ονομάστηκε Δήλιος, Λύκιος και Πύθιος και η Άρτεμη Εφέσια, Κρησία, καθώς και Ταυροπόλος και Περσία, παρόλο που και οι δυο είχαν γεννηθεί στην Κρήτη.» ( Διόδωρος, 5, 77)

 «Οι κάτοικοι λοιπον της Κρητης λένε πως……  Στον Ερμή αποδίδουν την κατά τους πολέμους αποστολή πρεσβειών για διαπραγματεύσεις περί της ειρήνης, για συνδιαλλαγή και ανακωχή καθώς και το σύμβολο τους το κηρύκειο,…….. Λένε πως ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την παλαίστρα και επινόησε τη λύρα από καύκαλο χελώνας ( «από της χελώνης λύραν επινοήσαι»), μετά τον διαγωνισμό του Απόλλωνα με τον Μαρσύα, κατά τον οποίο λέγεται πως αφού νίκησε ο Απόλλωνας και τιμώρησε τον ηττημένο με τιμωρία πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι του άξιζε, μεταμελήθηκε και, σπάζοντας τις χορδές της λύρας, για κάμποσο καιρό δεν ήθελε ν' ασχοληθεί με τη μουσική. (ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ  5, 64-75)

Κατά το αρχαίο « Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό» (1000 μ.Χ.) η Κιθάρα ονομάστηκε έτσι επειδή κινεί τους θαρούς ή θαιρούς του έρωτα και σχετίζεται με το όρος Κιθαρώνα: <<Κίθαρις = από το κεύθειν τον έρωτα , η κιθαρωδία. Κίθαρις, Κιθάρα = παρά το κινείσθαι ραδίως ή παρά το κινείν εις έρωτα τους ακούοντας ή παρά του κινείν τους θαιρούς. Κίθαρος καθ ομοιότητα των οστών προς τας χορδάς, ο δε δούρις, από του Κιθαιρώνος φησίν, ότι Αμφίων εκείσε εμουσικευετο, ότι οξύνεται, τοπικήν έχον έννοιαν>>. Ομοίως και κατά το ETYMOLOGIC GRAECI, BIBLIOTHECAE PARISΙENSΙS: «Κιθάρα = παρά το κινείν εις έρωτα τους ακούοντας ή παρά το κινείσθαι ραδίως. Η παρά το κινείν τους θαρούς. Κίθαρις = παρά το κίων το κινώ, κίναρις και κίθαρις ή παρά το κίω, το πορεύομαι. Κιθαιρων = Κιθάρα, Κιθαιρών και Κιθαρών»..

 

Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΙΘΑΡΑ

 

Η κιθάρα είναι από τα παλαιότερα έγχορδα μουσικά όργανα, αφού αναφορές της  βλέπουμε και στα Ομηρικά έπη: "κήρυξ δ' εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω" (Οδύσσεια α 153-154) και στους Ψαλμούς του Δαυίδ (μετάφραση των Ο’) :«αινείτε αυτόν εν ψαλτηρίω και Κιθάρα» ( Ψαλμός ΡΝ΄. 150),  που χρονολογούνται  από τον 10ο - 8ο  αι. π.Χ. και δεν είναι ένα μουσικό όργανο που εμφανίστηκε τελεταία στην Ισπανία ή κατ’ άλλους στην Περσία κλπ, όπως ισχυρίζονται μερικοί.  Απλά, όπως θα δούμε πιο κάτω, κατά τη μακραίωνη ιστορία της δεν είχε πάντα  και παντού την αυτή μορφή.

Η σύγχρονη Κιθάρα (λατινική, κλασική, ισπανική κλπ)  δεν είναι ένα νέο μουσικό όργανο, αλλά παραλλαγή-εξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής Κιθάρας ή κίθαρις, αφού στο μόνο που διαφέρουν είναι στο ότι η αρχαία Κιθάρα έχει δυο βραχίονες (μπράτσα), ενώ η σύγχρονη ένα. Και η αρχαία και η σύγχρονη Κιθάρα έχουν πλακωτό αντηχείο (με επίπεδο και όχι κυρτό πυθμένα) και  7 μονές χορδές (και όχι ζεύγη χορδών, όπως έχει το Ούτι, το Μαντολίνο κλπ), όμως υπάρχουν και παραλλαγές  με λιγότερες ή περισσότερες χορδές, όμως πάντα μονές, όπως η Φόρμιγγα με 4,  η Ασιάς με 3 κ.α. Επίσης και η αρχαία και η σύγχρονη Κιθάρα έχουν τον ίδιο τρόπο παιξίματος, δηλαδή παίζονται  κύρια με τα νύχια /δάκτυλα και δευτερευόντως με πλήκτρο ή άλλως πένα. Απλά η αρχαία  Ελληνική Κιθάρα, όπως και όλα τα άλλα αρχαία έγχορδα, αρχικά είχε δυο βραχίονες (μπράτσα), που ανάμεσά τους περνούσαν οι χορδές και τεντώνονταν  στον καλούμενο ζυγό (= ένας άλλο βραχίονας, που ένωνε τους άλλους δυο σε σχήμα Π) και που στη συνέχεια αποκόπηκε ο ένας από τους δυο βραχίονες.

 

Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ  ΚΑΙ Η ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΗ ΚΙΘΑΡΑ

 

Συνδυασμός αρχαίας και σύγχρονης κιθάρας (luigi mozzani, italian, 1915)

Από τα ισπανικά χειρόγραφα: Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., τα αρχαία Ισπανικά μουσικά συγγράμματα:  El Maestro by Luis Milán (1536),  Los seys libros del Delphin by Luis de Narváez (1538),  Tres Libros de Música by Alonso Mudarra (1546),  Silva de sirenas by Enríquez de Valderrábano (1547),  Libro de música de Vihuela by Diego Pisador (1552) Orphénica Lyra by Miguel de Fuenllana (1554), El Pamasso by Estevan Daça (1576) (βλέπε και Encyclopaedia Britannica, λέξη Guitarra) προκύπτει ότι η Κιθάρα και η Λύρα διαδόθηκαν στην Ισπανία, καθώς και σε πολλά άλλα μέρη από τους Ρωμαίους, οι οποίοι τις είχαν πάρει από τους Έλληνες και για το λόγο αυτό στα λατινικά ονομαζόταν Cithara και Lira και στα ισπανικά  Guitarra και  Orphenica Lyra.

Μάλιστα με την ονομασία Latina Guitarra λεγόταν αυτή που διέδωσαν οι Λατίνοι (Ρωμαίοι) και σε αντιδιαστολή προς την αρχαία Ελληνική Κίθαρις ή Κιθάρα, από την οποία προέρχεται, αλλά και τις άλλες κιθάρες: Μαυριτανική, Αγγλική, Ρώσικη κ.α.

Στην Ισπανία με την ονομασία  Orphenica Lyra ή Vihuella de mano = Ιταλικά Lira/ Viola da mano ονομαζόταν το έγχορδο μουσικό όργανο που παιζόταν με το χέρι ( δάκτυλα – νυχια), δηλαδή η Κιθάρα. Μετά βιόλα (βιολί = η μικρή βιόλα) λεγόταν το έγχορδο με αντηχείο σχήματος vial (φιάλη) ή άλλως oval > viele , viola > vihuela  (= το σχήμα φιαλώδες ή ωοειδές και μετα το καμπυλωτό).

Η Vihuela de mano (χεριού) = ιταλικά Viola da mano είχε αντηχείο με επίπεδο πυθμένα και 6 ή 7  μονές χορδές, όπως και η αρχαία Ελληνική Κιθάρα , οι οποίες παίζονται με τα χέρι, δηλαδή με τα νύχια/ δάκτυλα και δευτερευόντως με πλήκτρο (plectrum). Αρχικά το έγχορδο αυτό είχε σχήμα oval (ωοειδές) και μετα καμπυλωτό (= αυτό της σημερινής Κιθάρας).

Η Vihuela de penola (πένας , πλήκτρου) = ιταλικά Viola da penola είχε αντηχείο με κυρτό (oval ) πυθμένα, όπως η αρχαία Ελληνική Λύρα και 6 ζεύγη χορδών, δηλαδή συνολικά 12 χορδές (υπήρχαν και με 7 ή και 4 ζεύγη χορδών συν μια μονή, δηλαδή 9 συνολικά χορδές), που παίζονταν μόνο με πλήκτρο, εξ ου και .η ονομασία Vihuela de penola (πένας , πλήκτρου). Το έγχορδο αυτό λεγόταν και  Μαυριτανική Κιθάρα (= αγγλικά Moorisca Guitarra), σε αντιδιαστολή προς τη Latina Guitarra. Ωστόσο, αφού το όργανο αυτό έχει ζεύγη χορδών  και αντηχείο με κυρτό πυθμένα,  δεν είναι Κιθάρα, αλλά τύπος Ούτι/ Mandora .

Η Vihuela de arco (δοξαριού) = ιταλικά Lira/ Viola da arco είχε 3 – 4 χορδές που παίζονταν με δοξάρι (arco). Στη συνέχεια απέκτησε δυο τύπους  αυτό με αντηχείο φιαλώδες  = το καλούμενο Rebec (είναι περίπου ίδιο με την Ποντιακή Λύρα) και αυτό με αντηχείο  οβάλ = το καλούμενο Βιολί .

 

Σημειώνεται ότι:

1) Συχνά λέγεται ότι αφού η Ελληνική κιθάρα δε μοιάζει με την Ισπανική, άρα οι Άραβες Σαρακηνοί εισήγαγαν την Κιθάρα στην Ισπανία, όταν κατέλαβαν μέρος αυτής,  κάτι που δεν είναι αληθές, γιατί:

Α) Δεν υπάρχει συγκεκριμένη τεκμηρίωση γι αυτό. Δεν υπάρχει ούτε  αρχαία μαρτυρία που να λέει κάτι τέτοιο ούτε και φαίνεται οι Άραβες να είχαν παρόμοιο μουσικό όργανο.

Β) Τα μόνα έγχορδα μουσικά όργανα με τα οποία μοιάζει η Ισπανική Κιθάρα είναι η  αρχαία Ελληνική Κιθάρα και η αρχαία ελληνική Λύρα, αφού μόνο τα όργανα αυτά έχουν 6/7 μονές χορδές (υπάρχουν παραλλαγές τους με περισσότερες ή  λιγότερες χορδές, όμως πάντα μονές) και αντηχείο  με επίπεδο πυθμένα. Αντίθετα η καλούμενη σήμερα Μαυριτανική Κιθάρα (= αγγλικά Moorisca Guitarra)  έχει 6  ζεύγη χορδών και μια μονή, δηλαδή σύνολο 13 χορδές  και αντηχείο με κυρτό πυθμένα, άρα δεν είναι Κιθάρα, αλλά τύπος Ούτι/ Mandola κλπ Απλά αρχικά η αρχαία ελληνική Κιθάρα είχε δυο βραχίονες (μπράτσα), όμως ήδη πριν από τον 4ο αι. π.Χ. και εξής ήταν και αυτή με ένα βραχίονα, όπως και όλα τα άλλα έγχορδα.

2) «(Άραβες) Σαρακηνοί» λεγόταν μια συγκεκριμένη μεγάλη ομάδα μουσουλμάνων, αποτελούμενη από εξισλαμισμένους ισπανούς και Άραβες, κυρίως Μαυριτανούς, η οποία  κατάλαβε από το 711 – 1492 κάποιες περιοχές της νότιας Ισπανίας (Ανδαλουσία, Κόρδοβα κ.α.). Όταν διώχτηκαν από εκεί  πήγαν στην Αίγυπτο, όπου  ανέπτυξαν έντονη πειρατική δράση, καταφέρνοντας μάλιστα να εγκαθιδρύσουν μια σειρά από πρόσκαιρα εμιράτα, τα γνωστότερα των οποίων ήταν αυτά της Κρήτης ( 826-961 μ.Χ.) και της Σικελίας.

 

 

cuerda6

 

Ισπανοί μουσικοί που o ένας παίζει τοξωτό  και ο άλλος νυκτό. Το τοξωτό έχει σχήμα oval > viele και λέγεται Vihuela de arco = ιταλικά Viola da arco. Το νυκτό έχει 6 μονές χορδές, αντηχείο με επίπεδο πυθμένα (σχήμα όπως περίπου αυτό της σημερινής Κιθάρας) και στα Ισπανικά λέγεται Vihuela de mano (χειρός) ή Orphenica Lyra ή Ισπανική Κιθάρα (guitarra). (Ύμνοι της Παναγίας = Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., Ισπανία).

 

Guitarra latina y guitarra morisca o mandora

 

Ισπανοί μουσικοί που o πρώτος παίζει vihuella de mano (χειρός) ή άλλως (ισπανική) guitarra (έχει 6 μονές χορδές) και  o άλλος vihouela de penola (πλήκτρου), η οποία έχει  4 ζεύγη χορδών και 1 μονή, σύνολο 9 χορδές. Συνεπώς δεν είναι Κιθάρα, αλλά τύπος Μάντολας (Ύμνοι της Παναγίας = Cantigas de Santa María de Alfonso X el Sabio, 1288 μ.Χ., Ισπανία).

 

Εξάχορδη Vihuela de mano ή άλλως Orphenica Lyra, από το βιβλίο του Luis de Milán:  Libro de Música de mano de Vihuela intitulado El maestro, 1536 μ.Χ

 

Επτάχορδη Vihuela de mano,  Declaración de Instrumentos musicales 1555, de Juan Bermudo

 

 

 

Η ΑΓΓΛΙΚΗ, Η ΡΩΣΙΚΗ Ή ΓΥΦΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΚΙΘΑΡΑ

 

Η Ρωσική Κιθάρα  είναι ίδια με την Ισπανική, μόνο που η Ρώσικη έχει 7 μονές χορδές, δηλ. όπως και η αρχαία Ελληνική, ενώ η Ισπανική 6. Παλιότερα και η Ισπανική είχε 7 χορδές.  Η Κιθάρα έφτασε στη Ρωσία προς το τέλος του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου αιώνα από τσιγγάνους μουσικούς και γι αυτό και ονομάζεται Γύφτικη Κιθάρα (gipsy Guitarra). Παραδοσιακά, η Ρωσική και η Ισπανική Κιθάρα συντονίζονται με διαφορετικό τρόπο. Οι επτά χορδές της  Ρωσικής Κιθάρας είναι συντονισμένες σε 'G' major (σολ ματζόρε) με μια επιπλέον Ρε. (D', G', B, D, g, b, d'). Η Ρώσικη, όπως και η Ισπανική και η αρχαία Ελληνική Κιθάρα παίζεται κυρίως με τα νύχια/ δάκτυλα και δευτερευόντως με την πένα, ενώ οι άλλες κιθάρες: Αγγλική, Πορτογαλική κ.α. μόνο με πλήκτρο, επειδή έχουν και  ζεύγη χορδών. .

Η Αγγλική Κιθάρα (English guitar) από τη μια έχει αντηχείο σε σχήμα αχλαδιού με ένα κυκλικό άνοιγμα στην επιφάνειά του,  επίπεδο πυθμένα αντηχείου,  κοντό βραχίονα απ’ ότι η Ισπανική και 10 χορδές, από τις οποίες οι 2 είναι μονές και οι άλλες σε 4 ζεύγη, οι οποίες είναι συντονισμένες ως εξής: Do Sol Mi Sol Sol-Sol-mi-mi (ΕΚ GG GG ee cc). Ήταν δημοφιλής σε πολλά μέρη στην Ευρώπη (Αγγλία, Νορβηγία κ.α.) γύρω από το 1750-1850. Η Αγγλική Κιθάρα δεν είναι καθαρόαιμη Κιθάρα, αλλά cittern, δηλαδή κυθαροειδή, κράμα Κιθάρας και Μάντολας, αφού έχει αντηχείο  όπως αυτό της  αρχαίας Ελληνικής Κιθάρας, ιδιαίτερα της Βάρβιτου, βραχίονα ως περίπου αυτό της Μαντολας και δυο χορδές ως αυτές της Κιθάρας και 5 ζεύγη ως αυτά  του Μάντολας..

Η Πορτογαλική Κιθάρα (Portuguese guitar) είναι σχεδόν όμοια με την Αγγλική, μόνο που αυτή έχει 12 χορδές, από τις οποίες οι 2 είναι μονές και οι άλλες σε 5 ζεύγη., άρα και αυτή είναι κράμα Κιθάρας και Μάντολας. Οι 12 χορδές της είναι συντονισμένες: ΛΑ SI ΛΑ SI (B) (A) MI (E) (B) (A) ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ (D). Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι  η 12χορδη  Πορτογαλική Κιθάρα προσήλθε από την Αγγλική και κάποιοι άλλοι ότι προήλθε από ένα ιδιότυπο Λαούτο του Κονγκό, το οποίο οι σκλάβοι μεταφέρανε στην Πορτογαλία. Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι εδώ ισχύει ό,τι και για όλα τα άλλα μουσικά όργανα. Δηλαδή είναι δημοτικά – πανανθρώπινα δημιουργήματα. Η Πορτογαλική Κιθάρα έχει αντηχείο ως αυτό της  αρχαίας Ελληνικής Κιθάρας, ιδιαίτερα της Βάρβιτου, βραχίονα ως αυτό της Μάντολας και και δυο χορδές ως αυτές της Κιθάρας και 5 ζεύγη ως αυτά  της Μαντολας.. Λέγεται ότι η Πορτογαλική Κιθάρα ειδικεύτηκε (έχει 12χορδές κλπ)  στο να συνοδεύει με πλούσιο και πολύ αρμονικό τρόπο τα καλούμενα  νοσταλγικά ποιήματα fados, Το Fado είναι μια μορφή μουσικής που χαρακτηρίζεται από  πένθιμες μελωδίες και στίχους, συχνά για τη θάλασσα ή τη ζωή των φτωχών.

 

 

 

ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΙΘΑΡΑ

Έχει αντηχείο με επίπεδο πυθμένα, όπως η αρχαία Φόρμιγγα (απλά η Φόρμιγγα είχε δυο μπράτσα συν ζυγό, ενώ εδώ έχουμε ένα μπράτσο με επάνω του το ζυγό) και 10 χορδές, από τις οποίες οι δυο είναι μονές και  οι άλλες σε ζεύγη (4Χ2). Επομένως δεν είναι καθαρόαιμη Κιθάρα, αλλά κράμα Κιθάρας και Μάντολας

 

Carvalho Guitarra 305 Solid spruce top, solid sapellie body, wenge fingerboard, fan machine heads

 

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΚΙΘΑΡΑ

Έχει αντηχείο με επίπεδο πυθμένα, όπως η αρχαία Φόρμιγγα (απλά η Φόρμιγγα είχε δυο μπράτσα συν ζυγό, ενώ εδώ έχουμε ένα μόνο μπράτσο με επάνω του το ζυγό) και 12 χορδές, από τις οποίες οι δυο είναι μονές και  οι άλλες σε ζεύγη (5Χ2). Επομένως είναι κράμα Κιθάρας και Μαντολας .

 

 

Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ  ΚΙΘΑΡΑ

 

Ηλεκτρική Κιθάρα λέγεται αυτή που χρησιμοποιεί 6 – 12 ατσάλινες χορδές και ηλεκτρομαγνήτες, για να μετατρέψει τον ηχητικό παλμό των χορδών της σε ηλεκτρικό ρεύμα, ηλεκτρικό ηχητικό σήμα, το οποίο στη συνέχεια ενισχύεται από ένα σύστημα ενισχυτή-ηχείου. Μάλιστα το σήμα που προέρχεται από την ηλεκτρική Κιθάρα μπορεί κάποιες φορές να διαφοροποιηθεί με εφέ όπως το reverb ή να παραμορφωθεί. Ως είδος προήλθε από την κλασική Κιθάρα.

Ακουστική Κιθάρα λέγεται η μη ηλεκτρική, αυτή που για την παραγωγή ήχου χρησιμοποιεί απλώς και μόνο ένα αντηχείο, εν αντιθέσει με την ηλεκτρική Κιθάρα, της οποίας ο ήχος παράγεται μέσω ηλεκτρονικής ενίσχυσης.

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ακουστικών και ηλεκτρικών κιθάρων και υποκατηγορίες, κυρίως ανάλογα των χορδών (νάιλον ή μεταλλικών). Η πολύ δημοφιλής στα ροκ και ποπ συγκροτήματα ηλεκτρική Κιθάρα προέρχεται από την κλασική και η αύξηση της έντασης ή η μετατροπή ενός ηχοχρώματος γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτρονικών μηχανημάτων και ενισχυτών. Ο ενισχυτής λαμβάνει το ηλεκτρικό σήμα που παράγεται καθώς οι χορδές πάλλονται πάνω από τους μαγνήτες της Κιθάρας και το ενισχύει αναλογικά ή ψηφιακά. Στην ηλεκτρική Κιθάρα το αντηχείο είναι  συμπαγές και διαθέτει μαγνήτες, τα ποτενσιόμετρα που ρυθμίζουν ένταση και τόνο, καθώς και τυχόν ηλεκτρονικά που μπορεί να υπάρχουν. Στις κλασικές κιθάρες το μπράτσο είναι ενσωματωμένο με την υπόλοιπη κατασκευή, ενώ στους άλλους τύπους (κυρίως στις ηλεκτρικές) μπορεί να είναι και αποσπώμενο.

 

 

Ηλεκτρικές Κιθάρες. Μια Godin LG με μαγνήτες humbucker και ταστιέρα από τριανταφυλλιά (αριστερά) και μια Squier Stratocaster με ταστιέρα από σφεντάμι και μονούς μαγνήτες (δεξιά).

Σημειώνεται ότι το μπράτσο της Ισπανικής ακουστικής  Κιθάρας περιλαμβάνει την ταστιέρα, το ζυγό και τα κλειδιά. Στις ακουστικές (= οι μη ηλεκτρικές) Κιθάρες το μπράτσο είναι ενσωματωμένο με το αντηχείο, ενώ στους άλλους τύπους μπορεί να είναι και αποσπώμενο. Το μπράτσο χρησιμεύει για να μπορεί ο κιθαρίστας να μεταβάλλει τον ήχο που βγάζει το όργανο, πατώντας τις χορδές σε διαφορετικά τάστα.

Ο ζυγός αποτελεί το απέναντι από τον καβαλάρη σημείο τεντώματος των χορδών, ενώ τα κλειδιά είναι τα σημεία όπου καταλήγουν οι χορδές και διαθέτουν κοχλία που επιτρέπει το μεγαλύτερο ή μικρότερο τέντωμά τους, για σωστό κούρδισμα.

Το πίσω μέρος του μπράτσου είναι καμπυλωτό, για να διευκολύνεται το πιάσιμο και η στήριξη του χεριού που πατάει τις χορδές. Στις ηλεκτρικές κιθάρες, αυτή η καμπυλότητα είναι μικρότερη απ' ότι στις υπόλοιπες. Το ξύλο από το οποίο είναι φτιαγμένο το μπράτσο, όπως και για  το αντηχείο, της Κιθάρας είναι καίριας σημασίας. Για την ταστιέρα επιλέγεται συνήθως έβενος ή τριανταφυλλιά, που δίνουν καλύτερη αίσθηση στο παίξιμο και αντέχουν στις φθορές. Για το πίσω μέρος χρησιμοποιούνται ξύλα που διακρίνονται για την αντοχή τους, καθώς λόγω της τάσης των χορδών δεν είναι δύσκολο να παρουσιαστεί σκέβρωμα (καμπύλωση) στο μπράτσο, πράγμα που καταστρέφει τον ήχο μιας Κιθάρας και δυσκολεύει το παίξιμο. Πολλές ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες έχουν μέσα στο μπράτσο ενσωματωμένη μια σιδερένια ράβδο, η καμπυλότητα της οποίας (και επομένως και του μπράτσου) μπορεί να ρυθμιστεί με κλειδί, επαναφέροντας τυχόν σκέβρωμα του μπράτσου.

Ο κιθαρίστας, τόσο στην αρχαία όσο και στη σύγχρονη,  πιέζει με τα δάκτυλα του ενός χεριού, συνήθως του αριστερού χεριού, τις χορδές σε διάφορα σημεία  πάνω στο βραχίονα (στα καλούμενα σήμερα τάστα), αυξομειώνοντας έτσι το μήκος τους, ώστε να αλλάζει έτσι και ανάλογα η συχνότητα που πάλλονται. Συγχρόνως με τα δάκτυλα/ νύχια του άλλου χεριού, ή με πλήκτρο, κάνει τις χορδές να πάλλονται, είτε «τραβώντας» τες με τα νύχια των δακτύλων είτε χτυπώντας τες με μια πένα. Η ποιότητα του ηχοχρώματος της Κιθάρας ποικίλλει ανάλογα με τον τρόπο που προκαλούνται οι ταλαντώσεις των χορδών (τσίμπημα,  με την άκρη των δαχτύλων, με το νύχι ή με πλήκτρο) και ανάλογα με τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται (βιμπράτο, τρέμολο, αρμονικοί κλπ.).

Η μουσική έκταση της Κιθάρας  πλησιάζει τις τέσσερις οκτάβες. Ωστόσο, επειδή είναι πιο ελεύθερη- πιο εύκολη στο παίξιμο από τα άλλα έγχορδα, δε συμμετέχει στις συμφωνικές ορχήστρες πλην μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κυρίως σε έργα σύγχρονης μουσικής. Χρησιμοποιείται  κυρίως στη λαϊκή μουσική, ενώ το Λαούτο στην έντεχνη.

 

 

Η ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΙΘΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΡ

 

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η σύγχρονη Κιθάρα είναι περσική επινόηση, γιατί  η ονομασία Guitar  προέκυψε από την περσική λέξη setar, που  σημαίνει  «τρίχορδο» (se = τρία  και tar = η χορδή). Κατ’ άλλους η σύγχρονη Κιθάρα είναι ένα έγχορδο που προέκυψε από άλλα αρχαιότερα τετράχορδα. Ωστόσο όλα αυτά δεν ευσταθούν, γιατί:

1) Η σύγχρονη κιθάρα δεν είναι setar, δηλαδή δεν έχει μόνο τρεις  χορδές, αλλά 6 ή 7, όπως και η αρχαία ελληνική κίθαρις ή Κιθάρα. Η Ρώσικη (gipsy) εχει 7 χορδές, η Ισπανική 6 χορδές κλπ

2) Το αρχικό μέρος της λέξης setar δεν είναι όμοιο ηχητικά με το αντίστοιχο της λέξης κι-θάρα, cithara, Guitar (άλλο το σε- και άλλο το κι-).

3) Αφού η λέξη Tar  είναι μέρος των λέξεων Setar (τρίχορδο)  και Dutar (δίχορδο) κλπ,  άρα, είναι εμφανές, ότι η λέξη αυτή προέρχεται από συγκοπή της Ελληνικής λέξης κι-θάρ-α = ισπανικά guitara, αγγλικά gui-tar klp. Υπενθυμίζεται ότι η Περσία και η Ινδία επί Μ. Αλεξάνδρου  και των διαδόχων του ήταν Ελληνική επαρχία.

4) Οι χορδές της Κιθάρας, αρχαίας και σύγχρονης, είναι μονές, δηλαδή 6Χ1=6 ή 7Χ1 = 7, ενώ στα άλλα έγχορδα είτε διπλές ( Ούτι,  Λαούτο, Μαντολίνο κ.α.), δηλ.  3 Χ 2 = 6 ή 4Χ2 = 8 κλπ είτε συνδυασμός αυτών, π.χ. μια τριπλή χορδή και 2 ή 3 διπλές κ.α., άρα η κιθάρα δεν προέρχεται από ζευγόχορδα έγχορδα (δηλαδή τρίχορδα, τετράχορδα κλπ). Ο λόγος και για τον οποίο η αρχαία και η νέα κιθάρα παίζεται βασικά με τα δάκτυλα και συνεπικουρικά με πλήκτρο, ενώ τα άλλα έγχορδα (όσα έχουν διπλές ή τριπλές χορδές)   παίζονται μόνο με πλήκτρο.

5) Ο εφευρέτης της Κιθάρας είναι ο Απόλλωνας, την οποία εφεύρε με τη μουσική της στην Κρήτη και τελειοποίησε ο Ορφέας. Ο λόγος και για τον οποίο  ονομάστηκε ακόμη και από τους ίδιους τους Ισπανούς  Orphenica lyra. Απλά η αρχαία Κιθάρα, όπως και τα άλλα έγχορδα,  αρχικά είχε δυο βραχίονες και μετά ένα.

6) Οι Ρωμαίοι πήραν την Κιθάρα από τους Έλληνες και από αυτούς διαδόθηκε σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Για το λόγο αυτό  και οι ονομασίες Latina Cithara, Ισπανική κιθάρα κλπ  σε αντιδιαστολή προς την αρχαία Ελληνική κ.α.

7) Το Setar και το Dutar είναι τυποi του έγχορδου Ταρ, το οποίο αρχικά είχε μονές χορδές, άρα  είναι τύπος κιθάρας.  Είναι παραλλαγή της αρχαίας «τρίχορδης ή ασιατικής Κιθάρα», την οποία εφεύρε ο Τέπρανδρος. Μάλιστα, επειδή ο λεξικογράφος Ησύχιος (5ος μ.Χ. αι.), επικαλούμενος τον Αριστοφάνη και τον Ευριπίδη, αναφέρει ότι: <<Ασιάς = (Αr. Thesm 120), η Κιθάρα δια το εν Ασία ευρήσθαι (Eur. Fr 371)>>, κάποιοι σήμερα λένε ότι η Κιθάρα εφευρέθηκε στην Ασία, κάτι που είναι λάθος, γιατί ο  Αριστοφάνης μιλά για «κρούσματα ασιατικού τύπου Κιθάρας («Λατώ τε κρούσματα τ’ Ασιάδος ποδ παράρυθμ’ εύρυθμα Φρυγίων διανεύματα Χαρίτων» , Θεσμοφοριάζουσες 120) και ο Ευριπίδης  με την ονομασία «ασιάς εννοεί τύπο Κιθάρας με τρεις χορδές («η τρίχορδος Κιθάρα ούτω καλείται») και κάτι ως λέμε π.χ.  Κρητική και Ποντιακή Λύρα.

Πέραν αυτού ο Πλούταρχος (Περί μουσικής, 1133C, 6), που είναι και αρχαιότερος του Ησύχιου, 45 – 120 μ.Χ. και  έχει γράψει βιβλίο για τη μουσική, αναφέρει-επεξηγεί ότι ο τύπος Κιθάρας που το σχήμα της καθόρισε ο Κηπίωνας, μαθητής του (Λέσβιου) κιθαρωδού Τέρπανδρου, ονομάστηκε «ασιάς», επειδή τον τύπο αυτό της Κιθάρας χρησιμοποιούσαν οι Λέσβιοι κιθαρωδοί και αυτοί που ζούσαν  στην Ασία, πρβ: «εποιήθη δε και το σχήμα της Κιθάρας πρώτον κατά Κηπίωνα, τον Τερπανδρον μαθητήν’ εκλήθη δ' Ασιάς δια το κεχρήσθαι τους Λεσβίους αυτή κιθαρωδούς προς την Ασία κατοικούντας».

Ομοίως το αρχαίο « Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό» (1000 μ.Χ.) αναφέρει-επεξηγεί ότι η «ασιάς» είναι τύπος Κιθάρας, τρίχορδη: <<Ασιάτις, ασιάτιδος κρούσματος της Κιθάρας ούτως Αριστοφάνους είπε παρωδών το εξ Ερεχθέως Ευριπίδου, η τρίχορδος Κιθάρα ούτω καλείται. Είρητε δε ότι εν Ασία, τη πόλει Λυδίας κειμένης εν Τμώλω πρώτον ευρέθη …>>. Επομένως στην Ασία δεν ευρέθηκε η Κιθάρα, αλλά ένας τύπος Κιθάρας με τρεις χορδές

 

7. Η ΑΡΠΑ

 

Η Άρπα είναι ένα παμπάλαιο πολύχορδο νυκτό μουσικό όργανο, του οποίου η ιστορία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ο σκελετός της σήμερα είναι τριγωνικός,  όπου η μια πλευρά είναι το αντηχείο της, η άλλη χρησιμεύει  όπως ο ζυγός στη Λύρα (δηλαδή για να τεντώνονται οι χορδές) και άλλη, η κάθετος, για να στηρίζει τις δύο άλλες, στο ενδιάμεσο των οποίων  βρίσκονται τεντωμένες 46 χορδές χορδισμένες σε «ντο ύφεση».

Ο αρχικός σκελετός της Άρπας, όπως προκύπτει από τις αρχαίες τοιχογραφίες, ήταν τοξοειδής, δηλαδή χωρίς την κάθετο  πλευρά. Ο τύπος αυτός διατηρείται ακόμη και σήμερα σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Σε ανασκαφές που έγιναν στη Χαλδαία ήλθε στο φως από τάφο της Ουρ (3η χιλιετηρίδα π.Χ.) Άρπα ξύλινη με σκελετό γωνιώδη. Επίσης στην Αίγυπτο, στον τάφο του Ραμσή του Γ΄ (1160 π.Χ.) η Άρπα φαίνεται να διατηρεί το παλαιό ελλειψοειδές σχήμα της, αν και έχει το ύψος του ανθρώπου, στηριζόμενη στο έδαφος.

Η Άρπα υπήρξε και στην Ελλάδα, αφού έχει βρεθεί μαρμάρινο γλυπτό στην Πάρο με Κυκλαδίτη μουσικό να παίζει Άρπα και το οποίο χρονολογείται στο 2000 π.Χ. , χρονολογία που η αρχαιότερη του είδους,  και φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο . Στην κλασσική Αρχαία Ελλάδα φαίνεται ως να μην υπάρχει, αφού δεν την βλέπουμε να εικονίζεται σε αγγεία ή να καταγράφεται σε αρχαία κείμενα Αυτό, προφανώς, επειδή τότε αγαπημένα έγχορδα ήταν η Κιθάρα και η Λύρα, όργανα που τότε ήταν πιο εξελιγμένα από την Άρπα.

Η Άρπα, σύμφωνα με τους ειδικούς, στην Ευρώπη εμφανίζεται περί τον 8ο αιώνα μ.Χ.. Κατά το Μεσαίωνα ήταν το κατεξοχήν αγαπημένο όργανο βασιλέων και ευγενών, όμως ήταν ακόμη μικροτέρων διαστάσεων από τις σύγχρονες, και κρεμόταν με δερμάτινη ταινία από το λαιμό του οργανοπαίκτη. Ιδιαίτερη μεγάλη βοήθεια στην εξέλιξη της Άρπας πρόσφερε ο Ιταλός Οράτιος Μίκης, στις αρχές του 17ου αιώνα, που γι αυτό το λόγο έλαβε το προσωνύμιο «Νταλ Άρπα». Από τότε, εκτός της προσθήκης μερικών ακόμη χορδών και αύξησης του μεγέθους της, καμία άλλη μεταβολή δεν υπέστη το όργανο αυτό μέχρι το τέλος του ίδιου αιώνα, οπότε επινοήθηκε σύστημα ανύψωσης του τόνου όλων των χορδών, που εφαρμόσθηκε από το Βαυαρό Χανσμπρούγκερ και που τροποποιήθηκε περί το 1800 από το Σεμπαστιάν Εράρ (Sébastien Érard), το οποίο και διατηρείται μέχρι σήμερα. Τις κινήσεις ρυθμίζουν 7 πετάλια (πεντάλ), εκ των οποίων τα τρία χειρίζονται από το αριστερό πόδι και τα άλλα τέσσερα από το δεξιό. Τέλος, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, κατασκευάστηκε και η ηλεκτρική Άρπα.

 

. Harpist. Terracotta tablet, period of the Amorite Dynasties, early 2nd mill. BCE. From Eshnunna, Mesopotamia. Height 12 cm AO 12453

 

Μεσοποταμία, πήλινο ανάγλυφο μουσικού που παίζει άρπα ,  2000 - 1595 π.Χ. (Period of the Amorite Dynasties, Eshnunna, Mesopotamia),  Μουσείο Λουβρου.

 

 

Σύγχρονη Άρπα

 

Στην περίοδο της Αναγέννησης και του μπαρόκ αποτελεί συχνά τμήμα του συνεχούς βάσιμου, ωστόσο δε χρησιμοποιείται σαν σολιστικό ή συμφωνικό όργανο ορχήστρας. Την εμφάνισή της στο κλασσικό ρεπερτόριο κάνει με τα κοντσέρτα για Άρπα του Χέντελ και κομμάτια του Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ, ενώ στην κλασική περίοδο ο Μότσαρτ γράφει το περίφημο κοντσέρτο για φλάουτο και Άρπα (K.299). Εισήχθη στην ορχήστρα από τον Μπερλιόζ με το έργο του "Φανταστική Συμφωνία", όπου κατά τις οδηγίες του συνθέτη απαιτούνται τουλάχιστον τέσσερις άρπες (προφανώς για την ισορροπία του ήχου). Η εδραίωση της Άρπας ως συμφωνικό όργανο της ορχήστρας διατηρήθηκε από τους περισσότερους ρομαντικούς συνθέτες, όπως οι Βάγκνερ, Στράους, Πουτσίνι, Τσαϊκόφσκι.

Η Άρπα ορχήστρας (ή και Άρπα με πεντάλ) έχει έκταση Ντο1 - Σολ 7 (ενίοτε και Λα 7). Η σύγχρονη τεχνική απαιτεί να παίζεται με τα δάκτυλα (και όχι με τις άκρες των δακτύλων) και των δύο χεριών -εξαιρούνται τα μικρά δάκτυλα καθώς θεωρούνται αδύναμα. H πιο χαρακτηριστική τεχνική στην Άρπα είναι το λεγόμενο glissando (γλίστρημα), καθώς το άκουσμά του είναι μοναδικό. Νέες τεχνικές όπως το bisbigliando (ψυθιριστά), το près de la table (κρούση κοντά στο ηχείο), το pedal glissando (γλίστρημα με χρήση του πεντάλ), τα sonnes étouffés ("πνιγμένος" ήχος) (και βέβαια οι "αρμονικοί" απαντώνται στο σύγχρονο ρεπερτόριο, από συνθέτες όπως ο Μπέριο (Sequenza IΙ) και ο Μπουλέζ. Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι το γεγονός ότι ο όρος "αρπέζ" ετυμολογείται από το "άρπισμα", καθώς η Άρπα σπανίως μπορεί να παίξει ολόκληρες συγχορδίες με ταυτόχρονη κρούση των απαραίτητων χορδών.

 

Χειρόγραφο Ψαλτήρι, Tiberius Psalter, Winchester, 1050 μ.Χ.

 

lyra-violi

 

Χειρόγραφο ψαλτήρι, Αγγλία 1170, Coll Σπ. MS U.3.2 Hunter (229), Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.

 

Ο Δαυίδ παίζοντας  το ψαλτήρι (άρπα) και περιβαλλόμενος από άλλους μουσικούς που παίζουν διάφορα όργανα της εποχής:  Lira da braccio  κλπ.

 

 

8.   ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ , Ο ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΡΑΣ

 

Το Μπουζούκι, ο Τζούρας και ο Μπαγλαμάς είναι ελληνικά έγχορδα μουσικά όργανα της οικογένειας του Ταμπουρά/Λαούτου, που χρησιμοποιούνται  στην καλούμενη Ρεμπέτικη και Λαϊκή  Μουσική. Στην πραγματικότητα είναι ένα και το αυτό έγχορδο μουσικό όργανο σε διαφορετικές  διαστάσεις, κάτι όπως συμβαίνει και με την οικογένεια των Βιολιών: Βιολί (= η μικρή βιόλα), Βιόλα (το  μεγάλο βιολί) κλπ. Το Μπουζούκι είναι το μεγάλο μέγεθος, ο Μπαγλαμάς το μικρότερο και ο Τζούρας το μεσαίο μέγεθος  Και τα τρία όργανα είναι ζευγόχορδα, με 3 ή 4 διπλές χορδές (δηλαδή με 6 – 8 χορδές συνολικά χορδές), οι οποίες παίζονται με πλήκτρο ή άλλως πένα,  που αρχικά ήταν ξύλινη (από κερασιά)  και σήμερα συνθετική. Δηλαδή είναι έγχορδα μουσικά όργανα της οικογένειας των καλούμενων da penola.

 

ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

Το Μπουζούκι είναι ένα ζευγόχορδο ελληνικό έγχορδο μουσικό όργανο (της κατηγορίας da penola),  παραλλαγή του Βυζαντινού Λαβούτου ή Λαούτου και του Ταμπουρά. Μάλιστα, επειδή  επινοήθηκε από τους Έλληνες της Καισαρείας της Μ. Ασίας επι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,  πολλοί το θεωρούν ως τούρκικο εφεύρημα, ενώ δεν είναι, αφού αφενός το όργανο αυτό  μετά τη μικρασιατική καταστροφή εξαφανίστηκε από την Τουρκία και αφετέρου παρεμφερές όργανο στην τουρκική μουσική είναι το Σάζι. Ειδικότερα το Μπουζούκι είναι έγχορδο  μουσικό όργανο, ζευγόχορδο,  που αποτελείται από ημισφαιρικό αχλαδόσχημο αντηχείο, τρία ή τέσσερα ζεύγη μεταλλικών χορδών (δηλαδή συνολικά έχει 6 ή 8 μεταλλικές χορδές) και μακρύ βραχίονα (μανίκι, από 70 εκ. έως 1 μέτρο), που φέρει σταθερά τάστα με βήμα ημιτονίου και στην άκρη του κάμπτεται προς τα πίσω, όπου υπάρχουν από τα πλάγια τα σχετικά στριφτάρια για το τέντωμα-κούρδισμα των χορδών.  Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ. Αργότερα απέκτησε δυο τύπους, ένα με τρία ζεύγη χορδών και ένα με τέσσαρα ζεύγη χορδών και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ [πάλι ανά ζεύγος]. Το τρίχορδο Μπουζούκι έχει μικρότερο σκάφος από το τετράχορδο και κουρδίζετε ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ. Και το τετράχορδο ΡΕ-ΛΑ-ΦΑ-ΝΤΟ. Το τετράχορδο είναι καταλληλότερο για τα Ρεμπέτικα. Το Μπουζούκι κατέχει σήμερα πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ελληνική λαϊκή ορχήστρα και το σκάφος (αντηχείο του) του κατασκευάζεται με επιμήκεις ντούγιες από ξύλο καρυδιάς ή κεμπελέκι. Σπανίως χρησιμοποιείται και έβενος. Ο βραχίονας του κατασκευάζεται από σκληρό ξύλο (συνήθως έβενο) και έχει σταθερούς μεταλλικούς μπερντέδες (τάστα), ενώ το καπάκι από κέδρο ή έλατο. Το μέγεθος και το είδος του σκάφους (αντηχείου) του Μπουζουκιού παίζουν ρόλο στην τονικότητα του οργάνου, ενώ το μήκος του βραχίονα (μάνικου), και κατ' επέκταση των χορδών, δίνουν τη διαφορά στην τονικότητα του οργάνου. Εννοείται ότι κάθε μήκος μάνικου έχει διαφορετικό πλάτος τάστων αφού, όλα τα μπουζούκια έχουν τον ίδιο αριθμό τάστων. Μεγάλη σημασία στον ήχο έχει και η ποιότητα των ξύλων από τα οποία είναι κατασκευασμένο το όργανο. Για την κατασκευή του σκάφους θεωρείται ότι καλύτερα ξύλα είναι της μουριάς, της απιδιάς, της κερασιάς, της ακακίας, της φτελιάς κι ακολουθούν της καρυδιάς, του πλάτανου, της καστανιάς. Το αντηχείο (σκάφος) κατασκευάζεται από ντούγιες και το ξύλο του  πρέπει να είναι συμπαγές, ιδιότητα που έχουν εκείνα τα ξύλα που προέρχονται από δέντρα βραδείας ανάπτυξης. Το καπάκι του σκάφους πρέπει να είναι από κέδρο ή έλατο (κατά προτίμηση ερυθρελάτη) και μονοκόμματο. Το καπάκι είναι που παίζει τον κύριο ρόλο στον ήχο, γιατί αυτό πάλλεται και ενισχύει και παρατείνει τους παλμούς των χορδών. Στην ποιότητα του ήχου παίζει ρόλο ο λούστρος και η επεξεργασία του λουστραρίσματος.

 

Ο ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΖΟΥΡΑΣ

Το Μπουζούκι έχει 3 κύριες μορφές -  μεγέθη: τον Μπαγλαμά  (= το μικρότερο μέγεθος, μήκος χορδές 34 – 36 εκ.) , τον Τζούρα (μεσαίο μέγεθος, μήκος χορδής 57 – 62 εκ. ) και το Μπουζούκι (κανονικό μέγεθος, μήκος χορδής 66 – 68 εκ.). Πιο απλά, ο (ελληνικός) Μπαγλαμάς είναι μικρογραφία του Μπουζουκιού, δηλαδή το Μπουζούκι σε μικρό μέγεθος. Ανάμεσα στο Μπουζούκι και στο Μπαγλαμά είναι  ο (ελληνικός) Τζούρας, το  μεσομπούζουκο. Μπαγλαμάς και Τζούρας έχουν τρία ή τέσσερα ζεύγη χορδών, όπως και το Μπουζούκι και κουρδίζονται, όπως και το Μπουζούκι: dd «αα d'd ', ή: CFA d'.  Επίσης κατασκευάζονται  με  ίδια υλικά, τρόπο  κλπ, όπως και  το Μπουζούκι. Ο Μπαγλαμάς έχει τον πιο λεπτό και οξύ ήχο και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως, για να δώσει χρώμα, ακρίβεια, διακριτικότητα στον παλλόμενο ήχο και στη σύνθεση. 

Ο ελληνικό Μπαγλαμάς και ο ελληνικός Τζούρας είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά της Τουρκίας και στο μέγεθος και στο κούρδισμα. Στην Τουρκία: Το Σάζι έχει 4 κύριες μορφές – μεγέθη (εδώ το πιο μικρό μέγεθος είναι το Τζουρά): το τζουρά (έχει μήκος χορδής 55 εκ.), το τσογιούρ (έχει μήκος χορδής 77 εκ.), το μπαγλαμά (έχει μήκος χορδής 88 εκ.) και το ντιβάν ή μεϊντάν (έχει μήκος χορδής 112 εκ.).

 

 

Μπουζούκι

Μπαγλαμάς

 

 

Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΚΑΙ Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΟΥ, ΤΟΥ ΜΠΑΓΛΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΣΟΥΡΑ

 

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι το Mπουζούκι (λατινικά Buzucium), δεν είναι ελληνικό μουσικό όργανο, αλλά τούρκικο, που έκανε την εμφάνισή του στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας το 1919-1922 και  ως όργανο προήλθε από τα Ούτι που έφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες από τη Σμύρνη». Μάλιστα οι ίδιοι μιλούν και πάρα πολύ υποτιμητικά γι αυτό: << Αν και μπουζούκι παίζουν και άλλοι λαοί, όπως οι τσιγγάνοι της Συρίας και του Λίβανου, αν και το μπουζούκι ήταν το όργανο των φυλακόβιων, των χασικλήδων, των απόκληρων των λιμανιών, των εργαζομένων και άνεργων εργατών…..,    έφθασε να γίνει το ελληνικό εθνικό σύμβολο, έγινε αναγνωρίσιμο από τα άλλα έθνη όσο και η ελληνική σημαία. Άμα βλέπουν μπουζούκι λένε Greece. Ενώ ξέρουμε ότι το Μπουζούκι δεν είναι ελληνικό όργανο,  όταν θέλουμε να  δείξουμε την ελληνική μουσική στους ξένους, στα μπουζούκια τους πάμε…. >>. Ωστόσο το Μπουζούκι δεν είναι τούρκικο μουσικό όργανο, αλλά ελληνικότατο, όργανο που προέρχεται από το βυζαντινό Λαούτο ή Λαβούτο, παραλλαγή του οποίου είναι και ο Ταμπουράς ή Θαμπουράς και όχι από το Ούτι, αφού: Α) Το Μπουζούκι, δεν υπάρχει καν στην τουρκική και γενικά στη μουσουλμανική μουσική, αλλά το παρεμφερές έγχορδο Σάζι, Β) Το Ούτι έχει και πολύ πιο κοντό πήχη (μανίκι, βραχίονα) και πολύ πιο μεγάλο αντηχείο α’ ό,τι έχει το μπουζούκι, και Γ) Το μπουζούκι είναι παραλλαγή – εξέλιξη της αρχαιοελληνικής Πανδούρας και του Βυζαντινού Ταμπουρά, ο οποίος είναι παλαιότερη παραλλαγή της Πανδούρας. Απλά το Μπουζούκι, επειδή επινοήθηκε επί εποχής Τουρκοκρατίας, έχει ονομασία τούρκικη.  Φυσικά το Μπουζούκι δεν εφευρέθηκε «κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας το 1919-1922» ούτε και  «ήταν το όργανο των φυλακόβιων, των χασικλήδων, των απόκληρων» ούτε και προήλθε από τα Ούτι που έφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες από τη Σμύρνη, αλλά είναι ένα μουσικό όργανο που αφενός προήλθε από την αρχαιοελληνική Πανδούρα – Ταμπουρά και αφετέρου υπάρχει στην Ελλάδα ήδη από την εποχή του μεγάλου αγώνα του 1821 – ήταν ένα από τα όργανα του αγώνα. Απλά είναι  ένα από τα μουσικά όργανα που έγινε γνωστό επί  εποχής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους Έλληνες της Μ. Ασίας, όπως θα δούμε πιο κάτω, και το οποίο μετά τη μικρασιατική καταστροφή του ελληνισμού της Μ. Ασίας, άνθισε περισσότερο από τα άλλα μουσικά όργανα στην Ελλάδα με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη μήνη των άλλων.

Πολλοί στίχοι δημοτικών τραγουδιών μας επί εποχής Τουρκοκρατίας αναφέρονται στο Μπουζούκι:

«…Ντερβίσης εροβόλαγε στη μέση στο παζάρι

με το μπουζούκι παίζοντας, τον ταμπουρά βαρώντας…»

«…Λάλα καϋμένε ταμπουρά,

πες το και συ, μπουζούκι…»

Ομοίως ο Μακεδόνας στρατηγός του 1821 Νικόλαος Κασομούλης αναφέρει στα Στρατιωτικά Ενθυμήματα του: «…Εγώ λαλούσα το μπουζούκι λεγόμενον, ο Χρήστος τον ταμπουράν με δυο τέλια, ο Σπύρος Μήλου το φλάουτο, άλλοι, άλλα όργανα ευμετακόμιστα, μπουλγάρια και ρεμπάπια  Ο Γεωργούλας Παλαιογιάννης (εκατόνταρχος τις χιλιαρχίας) λαλούσεν πολλά γλυκά  τον βαγλαμάν, ο Παλαιοκώστας το βουζούκι και άλλοι (τις χιλιαρχίας κατώτεροι αξιωματικοί) με λιουγκάρια και ικετέλια. Ακολουθούντες αυτούς, προξενούσαν τον μεγαλύτερην ηδονήν στους ‘Έλληνες συναδέλφους των».

Η ονομασία Μπουζούκι  (Τούρκικα Bozuk) προέρχεται όχι από το "bozuk Ντουζέν»,  όπως λένε μερικοί, αλλά από το  Bozuk Tabur = ο μπουζουριασμένος ή άλλως μπουζασμένος (στα κρητικά) = ο με μπερντέδες Ταμπουράς, κάτι όπως και baglar Tabur = ο μπαγλαμάς, εννοείεται ο ταμπουράς με κινητγά δεσίμετα ή άλλως τάστα, μπερντέδες. Ειδικότερα η ονομασία «Τζουράς» (Τούρκικα Cura)  προέρχεται από το Cura Tabur/Sazi = ο πολύ μικρός εννοείται Ταμπουράς ή Σαζι. Η λέξη  cura στα αραβικά-τούρκικα σημαίνει  μικρή ποσότητα, το  μικρό κομμάτι  ως αυτό που  έχει  μείνει  σε ένα τσιγαριλίκι πριν το σβήσουμε ή  σε  ένα ποτήρι  ποτού πριν τελειώσει το περιεχόμενό του.  H ονομασία Μπαγλαμάς (Τούρκικα Baglama) προέρχεται από το  baglar Tabur/ Sazi = το δεμένο, το με μπερντέ Tabur/  Σαζι , άλλως το Bozuk Tabur = ο μπουζουριασμένος ή άλλως μπουζασμένος (στα κρητικά) = ο με μπερντέδες Ταμπουράς. Η λέξη Baglar -  baglamak στα τούρκικα σημαίνει ο δεσμός. H ονομασία Μπαγλαμάς σχετίζεται με την ελληνική λέξη μπαγλαρώνω και αυτή με την τουρκική Baglar -  baglamak  που σημαίνει δέσιμο , μαζί χέρια - πόδια, ζώου ή ανθρώπου (στα μουσικά όργανα σημαίνει ειδικό δέσιμο των μπερδέδων > μπερντέδων), άρα σημαίνει ό,τι και  η Ελληνική λέξη  μπουζουρ(γ)ιάζω = Κρητικά μπουζάζω  = δένω κάποιον χέρια – πόδια μπροστά από τα β(ο)υζιά, για ακινητοποίηση ή για να οδηγηθεί στη  φυλακή κλπ . Tο β σε μπ ως και βυζί > μπουζί = αγγλικά busi = γαλλικά bougie, μπούζουνας ή βούζουκας = κρητικά το βυζί στα σακιά κ.α. Εξ αυτών στην αργκό των ρεμπέτηδων: μπουζού = η φυλακή, μπουζού + ακούω > Μπουζούκι, Μπαγλαμάς και Μπουζούκι(ον) ή Μπουζούριον = τα μουσικά όργανα των μπαγλαρωμένων  - μπουζουριασμένων κ.α.

Και αφού ο ελληνικός Μπαγλαμάς και ο ελληνικός  Τζούρας είναι το Μπουζούκι σε μικρότερα μεγέθη, άρα και αυτά τα έγχορδα είναι ελληνικές επινοήσεις. Απλά αφενός οι ονομασίες τους  δεν είναι ελληνικές, αλλά Οθωμανικές.  και αφετερου είναι όργανα που μεαζί με τα τούρκικα Σάζι, Τσούρα (τούρκικος) κλπ ανήκουν στην οικογένεια της Πανδούρας – Ταμπουρά.

Οι Τούρκοι εμμέσως πλην σαφώς παραδεχονται ότι το μπουζούκι δεν είναι δικής τους επινόησης και ως εξ αυτού το χαρακτηρίζουν «χαλασμένο ή όργανο του κώλου». Το τούρκικο «Μέγα Λεξικόν και Εγκυκλοπαίδεια Meydan Larousse» (Κων/πολη, 1986),  σχετικά με το Μπουζούκι , αναφέρει τα εξής: << bozuk: Türk halk musikisinde bir çalgι türü. - Ansikl. Uzun saplι, tambura ve baGlama tipli Anadolu çalgιlarιnιn orta boydaki bir türüne  Güney ve Batι Anadolu'nun bazι bölgelerinde ve Kayseri ilinin köylerinde bozuk adι verilir… Bir halk etimolojisine göre makamdam makama geçiSte, düzeninde deGiSiklik yapιldιGι için bu adla anιlmaktadιr. Yunanistan'da buzuki adlι tipi pek yaygιndιr…. >> =    Σε μετάφραση Γ. Κατσαούνης:  << Bozuk = μουσικό όργανο της τουρκικής λαϊκής μουσικής. - Εγκυκλ. Ονομασία που δίνεται σε ορισμένες περιοχές της Νότιας και Δυτικής Ανατολίας και στα χωριά του νομού Κάισερι (Καισαρεία) σε ένα είδος μουσικού οργάνου της Ανατολίας, του τύπου του ταμπουρά και του μπαγλαμά , μετρίου μεγέθους και με μακρύ μπράτσο… Βάσει μιας λαϊκής ετυμολογίας το όνομά του οφείλεται στο ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές στο χόρδισμά του (στο ντουζένι του) στα περάσματα από τον ένα (μουσικό) δρόμο (μακάμι) στον άλλο. Στην Ελλάδα είναι πολύ διαδομένος ο τύπος του με την επωνυμία μπουζούκι>>. Κατά το λεξικό M.A. AGakay: TÜRKÇE SÖZLÜK (ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ) , 'Άγκυρα 1959, η τούρκικη λέξη «μπουζούκ» σημαίνει: büzük: s. 1. BüzülmüS, 2. is. kaba Kalιn baGιrsaGιn sona erdiGi delik, 3. argo Yüreklilik = (σε μετάφραση Γ. Κατσαούνη) : büzük: επίθετο 1. ζαρωμένος, συνεσταλμένος, 2. ουσ. (χυδ.) η οπή στην οποία απολήγει το παχύ έντερο, 3. ουσ. (αργκό) τόλμη, θάρρος (εχει «κώλο»). Σύμφωνα με τα τούρκικα βιβλία μουσικής: << Το Bozuk είναι ένα ξεχασμένο όργανο της Κεντρική και Νότιας Ανατολίας (Καισαρεία), όμως είναι ο πρόγονος  του μπουζουκιού της Ελλάδας, το οποίο έχει αλλάξει σημαντικά και είναι πλέον αρκετά διαφορετικό. Το όνομά Bozuk προέρχεται από το κούρδισμα του, που λέγεται  Bozuk Düzeni (Bozuk Tuning = χαλασμένο κουρδισμα) και είναι la / A, re / D και sol / G από κάτω προς τα πάνω.>>

Επομένως και με άλλα λόγια, επειδή το μπουζούκι δεν είναι μουσουλμανικής επινόησης όργανο, οι Tούρκοι το θεωρούν με χαλασμένο ή μη σωστό κούρδισμα, όργανο που δεν είναι όπως αυτά της μουσουλμανικής μουσικής: Σάζι, Μπαγλαμάς κλπ),  ένα όργανο  «Bozuk»  = διεφθαρμένο, «του πρωκτού». Φυσικά το Μπουζούκι δεν έχει «χαλασμένο, σπασμένο,  διεφθαρμένο ή ελαττωματικό κλπ κούρδισμα», αλλά ανάλογα με το μήκος και την ποσότητα των χορδών του, αφού υπάρχει  το κανονικό μπουζούκι, ο μπαγλαμάς κλπ, καθώς και το τρίχορδο και το τετράχορδο, αλλά και το επτάχορδο Μπουζούκι). Απλά είναι ένα έγχορδο όργανο Buzuk tabor = ταμπουράς με μουζούρια, μπουζουρια, δηλαδή μπερντέδες ή άλλως μπαγλαμάδες, όπως προαναφέραμε.

 

Σημειώνεται ότι:

Α) H Καισαρεία (Ρωμαϊκά) ή άλλως Ευσέβεια (Ελληνικά) πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1919- 1922 ήταν Ελληνική και όχι Τούρκικη. Στα τούρκικα το μπουζούκι λέγεται αλλά ελληνικά, δηλαδή «buzuki»: Η συναυλία θα περιλαμβάνει το παραδοσιακό Ελληνικό " μπουζούκι "Gösteride Yunan ulusal çalgısı " buzuki " de yer alacak

Β) Η τούρκικη λέξη bozuk έχει πολλές έννοιες: σάπιος, σαθρός, εκτός λειτουργίας, χαλασμένος κ.α. ağzı bozuk = άσεμνα, akidesi bozuk = αποστάτης, bozuk kesim = κατεστραμμένος τομέας δίσκου, bozuk köprü =  κατεστραμμένη υπερ-σύνδεση,  bozuk para = ψιλά. Η ονομασία μπασι-μπουζούκος ή βασιβουζούκος  προέρχεται από τη σύνθετη τούρκικη λέξη  μπας = η κεφαλή και μπο(υ)ζούκ = ο μπουζουκοκέφαλος, αυτός που έχει κεφάλι όπως το μπουζούκι, δηλαδή κούφιο, χαλασμενο κλπ, μετφ αυτός που δεν καταλαβαίνει τίποτα, ο άκρα φανατικός , λέξη που χρησιμποποιούνταν για τον ιδιαίτερα απείθαρχο, άγριο, θηριώδη Τούρκο. Η λέξη  βασιβουζούκος  ήταν συνώνυμη προς το ληστή και τον κακούργο, που εμπνέει τρόμο για τις θηριωδίες του υπερ των Οθωμανών. Βασιβουζούκοι αρχικά λεγόταν μια ασιατική, τουρανική φυλή, που χρησιμοποιήθηκε από το Μωάμεθ τον Πορθητή σαν προφυλακή κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ήταν ικανοί ιππείς, γι΄ αυτό παλαιότερα, σε ορισμένες περιοχές της Τουρκίας, οι έφιπποι αστυνομικοί ονομαζόταν βασιβουζούκοι. Κατά τον ΙΘ΄ αιώνα βασιβουζούκοι ονομάζονται οι άτακτοι, που δεν υπόκεινται σε τακτική στρατιωτική πειθαρχία. Οι βασιβουζούκοι αντικατέστησαν την εποχή εκείνη τους ακιντζήδες, που στα πρώτα χρόνια της τούρκικης ιστορίας καταδυνάστευαν τους υπόδουλους των Οθωμανών, για να αναγκασθουν να εξισλαμισθούν και που για τους Ωθωμανούς ήταν ήρωες. Από τις τελευταίες σφαγές των βασιβουζούκοι ήταν και αυτές του Ηρακλείου Κρήτης το 1898.

Γ) Στο Λίβανο και τη Συρία υπάρχει ένα παρόμοιο όργανο με το ελληνικό Μπουζούκι και  λέγεται και αυτό bouzouk / buzuk. Είναι με μακρύ βραχίονα (μανικο) και αντηχείο με τούγιες, όμως αφενός δεν είναι επακριβώς όμοιο με το ελληνικό μπουζούκι και αφετέρου στις χώρες αυτές δεν κατατάσσεται ανάμεσα στα κλασικά όργανα των Αραβικών λαών ούτε και στην τουρκική μουσική, άρα είναι παραλλαγή του ελληνικού Μπουζουκιού.

Δ) Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η ονομασία Μπουζούκι προήλθε από την ελληνική έκφραση «εν βυζίκιον,  επειδή αφενός το όργανο αυτό ακουμπά στο βυζί όταν παίζεται ή επειδή το αντηχείο του μοιάζει κάπως με βυζί, και αφετέρου το βυζί ονομάζεται από τους ξένους Μπουζί  (αγγλικά busi, γαλλικά Bougie.

Ε) Ο  Γάλλος μελετητής Guillaume André Villoteau ισχυρίζεται ότι η ονομασία Μπουζούκι  προέρχεται από τον Περσικό χαρακτηρισμό "buzurk tanbur", που σημαίνει "μεγάλος ταμπουράς" . Την εν λόγω άποψη υιοθέτησε  στη συνεχεία ο L. Picken ο οποίος προχώρησε ακόμη περισσότερο, αναφερόμενος στην ύπαρξη οργάνου με την ονομασία  "tanbur - i - bozurg",  στη διάλεκτο της Τεχεράνης. Ωστόσο: α) Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη  για ύπαρξη   οργάνου με αυτή την ονομασία στην Περσία. Μάλιστα για το λόγο αυτό ο L. Picken κατηγορήθηκε από πολλούς ότι επινόησε ο ίδιος  τον όρο "tanbur - i - bozurg",  για να δικαιολογήσει την  ετυμολογία που υιοθέτησε άκριτα. β) Το Μπουζούκι έχει και κοντύτερο βραχίονα  (μανίκι) και μικρότετο αντηχείο (συνάμα και διαφορετικό  σε σχήμα, του Ταμπουρά είναι ημισφαιρικό ή αμυγδαλωτό και του Μπουζουκιού αχλαδοειδές) απ΄ό,τι  έχει ο Ταμπουράς, άρα το μπουζούκι δεν είναι μεγάλος Ταμπουράς.  αλλά παραλλαγή,  είδος ταμπουρά. Το μπουζούκι είναι Ταμπουράς με μπερντέδες ή άλλως μ(π)ουζούρια.

 

 

Πίνακας ζωγραφικής (Γκραβούρα με μολύβι) του Δανού ζωγράφου Μαρτίνου Ρέερμπυ (Martinus Rørbye ) το έτος 1835, δηλαδή εποχή που μόλις είχε ελευθερωθεί η κεντρική Ελλάδα,  με τον οποίο αποθανατίζει ένα Αθηναίο οργανοποιό στο εργαστήριό του την ώρα που εργαζόταν πάνω σε μια κιθάρα. Στον πίνακα αυτό ο Ρεεμπυ αναφέρει  χειρόγραφα : «Leonidas Gailas da Athina, Fabricatore di bossuchi = “Λεωνίδας Γάϊλας από την Αθήνα, Κατασκευαστής μπουζουκιών. (Περιοδικό «Δίφωνο” ,  Οκτώβριο 1998, Νίκος Φρονιμόπουλος)

 

 ΟΙ ΜΠΕΡΝΤΕΔΕΣ

Μπερδέδες ή αραβικά Μπερντέδες (perde) λέγονται  τα κινητά τάστα, δηλαδή οι μετακινούμενες υποδιαιρέσεις που γίνονται  κατά μήκος του μπράτσου ενός εγχόρδου με πολύ μακρύ βραχίονα με το  περιτύλιγμα (δέσιμο) του βραχίονα με  ένα λεπτό πλαστικό νήμα (παλιά αυτό γινόταν  από έντερο) και σε καθορισμένες θέσεις, επιπλέον των συγκερασμένων τόνων του δυτικού μουσικού συστήματος. Οι μπερντέδες  επιτρέπουν την ορθή απόδοση των διαφόρων μακάμ, όπου μακάμ είναι ο τρόπος ανάπτυξης κάθε μίας μουσικής κλίμακας του ανατολικού μουσικού συστήματος. Είναι κινητοί ώστε να τοποθετούνται στην εκάστοτε σωστή θέση, ανάλογα με το μακάμ που θα παιχτεί. Με τους μπερντέδες δημιουργούνται περισσότερα μόρια για όλα τα κουρδίσματα. Το μπράτσο του Ταμπουρά και του Σαζιού στις άκρες της ταστιέρας είναι στρογγυλεμένο και όχι γωνιώδες, όπως π.χ. στο μπουζούκι. Αυτό γίνεται για την εύκολη μετακίνηση των μπερντέδων κατα μήκος του μπράτσου και για να μη φθείρεται εύκολα από την τριβή το λεπτό νήμα τους. Μπερδέδες μπορούμε να κάνουμε και στα έγχορδα με κοντό βραχίονα , όμως τότε θέλει μικρά δάχτυλα για να χωράνε στα διαστήματα. Το Ούτι δεν έχει ούτε τάστα ούτε και μπερντέδες, γιατί έχει κοντό βραχίονα. Το Πολίτικο Λαούτο (Λάφτα) δεν έχει τάστα, αλλά μπερντέδες,  των διαστημάτων της Ψαλτικής.Αρχικά τα έγχορδα μουσικά όργανα δεν είχαν ούτε τάστα ούτε και μπερντέδες. Μετά μπερντέδες χρησιμοποιήθηκαν στο Σαζι, στον Ταμπουρά κ.α., εξ ου και οι ονομασίες Βaglama Saz (= Sazi με δεσιμο, με μπερντέδες) και Bozuk Tabur (= μπουζουριασμένος ή άλλως Μπουζασμένος , με μπερντέδες Ταμπουράς).

 

 

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΟΥ - ΣΑΖΙ

Το Μπουζούκι και το Σάζι (ή άλλως Μπαγλαμά) δεν είναι όμοια όργανα, αλλά παρεμφερή. Δηλαδή και τα δυο είναι νυκτά και με μακρύ βραχίονα, όμως από εκεί και πέρα διαφέρουν, λίγο ως πολύ, σε όλα τα άλλα στοιχεία, όπως τα εξής:

1. Το Μπουζούκι έχει κανονικό  σε πάχος (όχι λεπτό) καπάκι με οπή για την έξοδο του ήχου, ενώ το Σάζι  έχει πολύ λεπτό καπάκι και χωρίς οπή. Η τρύπα  του αντηχείου του Σαγιού γίνεται στο πλάι και στο κάτω μέρος του.

2. Στο εσωτερικό μέρος του αντηχείου του Μπουζουκιού υπάρχουν τα καλούμενα καμάρια, λεπτές ξύλινες «γέφυρες, για να στηρίξουν το καπάκι και να αντισταθμίσουν την τάση που δέχεται από τις χορδές, ενώ στο Σάζι  δεν υπάρχουν καμάρια.

3. Το σκάφος (αντηχείο) του Μπουζουκιού είναι αχλαδόσχη, ενώ του Σαζιού αμυγδαλωτό και χαρακτηριστικά βαθύ και στενό στο πλάτος του.

4. Το Μπουζουκι είναι ζευγόχορδο, δηλαδή έχει 3 Χ 2 = 6 ή 4 Χ 2 = 8 χορδές, ενώ το Σάζι έχει μια μονή,  δύο διπλές (δυο ζεύγη χορδών) και μία τριπλή «χορδή». Οι χορδές στο Σάζι παίζονται με τα δάκτυλα και δευτερευόντως με πλήκτρο, ενώ στο Μπουζούκι παίζονται μόνο με πλήκτρο.

5. Το Μπουζούκι δεν έχει μπερντέδες, αλλά μόνο σταθερά τάστα, ενώ τοι Σάζι έχει και μπερντέδες. Κατά μήκος του μπράτσου του Σάζιού δένονται μπερντέδες (κινητά τάστα) από λεπτό πλαστικό νήμα, παλιότερα δε από έντερο. Το μπράτσο του Σάζιού, στις άκρες τις ταστιέρας, είναι στρογγυλεμένο και όχι γωνιώδες όπως στο μπουζούκι. Αυτό γίνεται για την εύκολη μετακίνηση των μπερντέδων κατά μήκος του μπράτσου και για να μη φθείρεται εύκολα από την τριβή το λεπτό νήμα των μπερντέδων.

6. Το Μπουζούκι έχει γωνιώδες και φαρδύ κάπως βραχίονα (μανίκι) που στο πάνω μέρος του κάνει ελαφρά κάμψη όπου υπάρχουν από το πλάι μεταλλικά στριφτάρια για το τέντωμα-κούρδισμα των χορδών. Αντίθετα το μπράτσο του Σάζιού είναι σχετικά στενό και στο πάνω μέρος του έχει ξύλινα στριφτάρια για το δέσιμο των χορδών. Από αυτά τα μισά μπαίνουν στο πλάι του βραχίονα και τα άλλα μισά από εμπρός.

 

p2[1]

p1[1]

ΠΑΛΙΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ

Απο το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου "Ρεμπέτικα τραγούδια"

 

 


 

Η ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΛΑΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Το Μπουζούκι, ο Τζούρας και ο Μπαγλαμάς είναι τρία  ελληνικά νυκτά (πλήκτρου, da penola) έγχορδα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούνται στην Ελληνική Λαϊκή και Ρεμπέτικη μουσική. Λέγεται ότι η λέξη «ρεμπέτης, απ΄ όπου ρεμπέτικα τραγούδια,  ρεμπέτικη μουσική κλπ, έχει έρθει στην Ελλάδα από τη Μ. Ασία και  η έννοιά της αρχικά δεν ήταν καλή. Χαρακτήριζε τον άνθρωπο που ζει ανέμελη και ίσως σπάταλη, άσωτη και αλήτικη ζωή και ως εξ αυτού είναι επόμενο ότι θα καταλήξει στη φυλακή. Επίσης σήμαινε το μάγκα, τον τζογαδόρο, τον αγαπητικό της παλιάς εποχής, αυτόν που με κάθε τρόπο απολαμβάνει τη ζωή γλεντώντας ποικιλοτρόπως και χωρίς να τον ενδιαφέρει το μέλλον, η αποταμίευση, η σταδιοδρομία και η δημιουργία ενός καλύτερου αύριο με συνέπεια η ρεμπέτικη μουσική και το  μουσικό της όργανο, το Μπουζούκι, να απαγορευτούν. Προ αυτού δημιουργήθηκαν ο Μπαγλαμάς και ο Τζούρας , που με το μικρό τους μέγεθος μπορούσαν να κρύβονται μέσα στα μανίκια του σακακιού τους, προκειμένου να μπορούν να τα παίρνουν μαζί τους οι ρεμπέτες στη φυλακή.  Ωστόσο πολλά από αυτά είναι μύθοι, αφού και π.χ. , τόσο στην ελληνική όσο και στην Τούρκικη λαϊκή μουσική, για τις ανάγκες της ορχήστρας από πλευράς ηχητικής οξύτητας και ποικιλία ηχητικού χρώματος  υπάρχουν 3 – 7 διαφορετικού μεγέθους νυκτά μουσικά όργανα: Τζούρας (το μικρό), Μπαγλαμάς (το μεγαλύτερο), Ταμπουράς κλπ , κάτι όπως ισχύει και στα Βιολιά:  το Βιολί (το μικρό), τη Βιόλα (το μεγάλο), το Βιολοντσέλο (το πολύ μεγάλο) και το Κοντραμπάσο (το τεράστιο),

 

 Σημειώνεται επίσης ότι:

1) Επειδή η Ρεμπέτικη, αλλά και η Λαϊκή Μουσική  εμφανίστηκαν στην Ελλάδα  μετά από τη μικρασιατική καταστροφή στις τότε μεγάλες ελληνικές πόλεις (Πειραιά, Αθήνα, Σμύρνη κλπ), αρχικά δέχτηκαν άσχημες κριτικές από τους Παλαιολλαδίτες, γιατί αφενός δεν είχαν συνηθίσει τα ακούσματά τους και αφετέρου περιείχαν και τούρκικα μουσικά στοιχεία, που, λόγω της κατάκτησης της Ελλάδος από τους Τούρκους , πολλοί Έλληνες τα απεχθάνονταν εκ προοιμίου.

2)  Κανονικά οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου τραγουδιού και της ελληνικής λαϊκής μουσικής βρίσκονται στη Βυζαντινή μουσική και ιδιαίτερα στη δημοτική μουσική της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Απλά περιλαμβάνουν και τούρκικους - αραβικούς ρυθμούς και μουσικούς δρόμους.

3) Η λέξη ρεμπέτης, είναι εμφανές, έχει προέλθει από την τούρκικη λέξη rebet  που σημαίνει ο ανυπότακτος, ο αδέσποτος, ο άτακτος (rebet asker = άτακτος στρατός),  άρα κάπου η έννοια της λέξης αυτής παρομοιάζει, αν και ετυμολογικά είναι άσχετες, με  αυτή της λατινικής λέξης rebello (re = αντί, bello = πόλεμος), απ΄όπου αγγλικά rebel = γαλλικά rebelier, =  ο (αντ)επαναστάτης. Κανονικά με τη λέξη «ρεμπέτης» κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζονταν  κατά τους Τούρκους οι κοινωνικά απόκληροι και απροσάρμοστοι (δηλαδή όσοι δεν είχαν ίδια θρησκεία, ήθη και έθιμα κλπ με τους Τούρκους)  και κατά τους Έλληνες της Μ. Ασίας οι επαναστάτες, αυτοί που πήγαιναν κόντρα στη Τουρκική αστυνομοκρατία της εποχής.

Μάλιστα για πολλούς Έλληνες της Μ. Ασίας η τούρκικη λέξη Rebet έχει ελληνική ρίζα, από το ρήμα ρεμβαζω ή ρέμπομαι. Σύμφωνα μάλιστα με το λεξικό των Liddell και Scott, τα συγγενικά ρήματα της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας ελληνικής γλώσσας: ρέμβω, ρομβέω, ρυμβέω, ρέμβομαι  ρεμβεύω, ρεμβάζω και ρέμπομαι έχουν την ίδια ρίζα και το ίδιο νόημα.  Σημαίνουν περιστρέφομαι, περιφέρομαι, περιδιαβαίνω, περιπλανιέμαι, τριγυρίζω και ρέμβος, ρεμβόμενος, ρεμβάζων, ρεμβέτης ή ρεμπέτης είναι αυτός που τριγυρίζει, που περιπλανιέται. Πράγματι το ρήμα ρεμβαζω, σύμφωνα με τα αρχαία ελληνικά λεξικά σημαίνει περιπλανιέμαι ή  περιστρέφομαι, παρατηρώ και απολαμβάνω  απερισκέπτως.

 

 

9. ΤΟ ΣΆΖΙ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ

 

 

Είδη Σάζι από αριστερά: τζουρά, τσογιούρ και μπάγλαμα

 Το «Σάζι» (Saz > Σάζι, Σάζιού) είναι ένα νυχτό έχορδο μουσικό όργανο με πολύ μακρύ βραχίονα (λαιμό, μπράτσο, μανίκι), άρα ανήκει στην οικογενεια του Ταμπουρά, αμυγδαλωτό αντηχείο και χαρακτηριστικά βαθύ και στενό στο πλάτος του σε σχέση με τις αντίστοιχες αναλογίες συγγενικών οργάνων (π.χ. του ταμπουρά και του Μπουζουκιού).

Παρόμοια όργανα συναντώνται σχεδόν σε ολόκληρη την Ασία, όπως στο Ιράν (σετάρ, ταρ, τανπούρ, ντοτάρ), στο Αφγανιστάν (ταρ), στο Αζερμπαϊτζάν (ταμπούρ - νταμπούρα - ντουτάρ - Αζερί ταρ), στην Αρμενία (ταρ), κ.α. 

Ο βραχίονας (μανίκι) του Σάζιού είναι στενός και μακρύς και στο πάνω μέρος του έχει ξύλινα στριφτάρια για το δέσιμο των χορδών. Από αυτά τα μισά μπαίνουν στο πλάι του βραχίονα και τα άλλα μισά από εμπρός. Κατά μήκος του μπράτσου του Σάζιού δένονται μπερντέδες (κινητά τάστα) από λεπτό πλαστικό νήμα, παλιότερα δε από έντερο. Το μπράτσο του Σάζιού, στις άκρες τις ταστιέρας, είναι στρογγυλεμένο και όχι γωνιώδες όπως στο μπουζούκι. Αυτό γίνεται για την εύκολη μετακίνηση των μπερντέδων κατά μήκος του μπράτσου και για να μη φθείρεται εύκολα από την τριβή το λεπτό νήμα των μπερντέδων. Η «ταστιέρα» του Σάζιού αποτελεί συνέχεια του καπακιού, δίνοντας τη δυνατότητα να παίξει κανείς πατώντας τις χορδές ακόμα και πάνω στο καπάκι.

Το καπάκι του αντηχείου είναι λεπτό και δεν έχει τρύπα για την έξοδο του ήχου. Το σκάφος (αντηχείο) δεν εχει καμάρια (γέφυρες) και γίνεται σπανιότερα σκαφτό και συνηθέστερα με ντούγιες. Είναι βαθύ και έχει στο πίσω μέρος του τρύπα για έξοδο του ήχου.

Το κούρδισμα του Σάζιού δεν καθορίζεται από σταθερούς κανόνες. Είναι ωστόσο συνηθισμένο το κούρδισμα σε Σολ - Ρε - Λα. Συχνά κάθε μουσικός κουρδίζει το όργανο του ανάλογα με το «δρόμο» που παίζει (τα λεγόμενα μακάμια, maqam) και τη φωνή του τραγουδιστή. Έτσι άλλα κουρδίσματα είναι Μι - Ρε - Λα, Σολ - Ρε - Σολ, Λα - Ρε - Λα, κ.ά. Η τεχνική παιξίματος διαφέρει, ωστόσο η πιο αποδεκτή, είναι το χτύπημα των χορδών με το δεξί χέρι , κυρίως με το νύχι του δεικτη, που παρακολουθεί το ρυθμό της μελωδίας, ενώ τα δακατυλα του αριστερού χεριού  πατά στις χορδές.

Σημειώνεται επίσης ότι το Σάζι αναλογα με την ποσότητα των χορδών του, το μεσο που παιζεται  και το μεγεθος του εχει και ανάλογες ονομασίες, π.χ.:  Dede Σάζι, parmak Cura, UC TELLI Cura……. Μπαγλαμά Curasi, tanbura Curasi κλπ

 

 

ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΓΧΟΡΔΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

 

Türk Telli Çalgılar:

Τούρκικα Έγχορδα:

Α. Telli-tezeneli (tezene veya parmakla çalınan) çalgılar:

1. Meydan, divan sazları

2. Bağlama, bozuk, tambura, çöğür.

3. Cura, bulgarı,

4. Tar

 

Β. Telli - yaylı çalgılar:

1. Kopuz ıklığ,

2. Kabak, Rebab (rubbaba), eğit,

3. Karadeniz kemençesi, İstanbul kemençesi

 

 

Α. Εγχορδα Νυκτά  (δακτύλων και πλήκτρου):

1. Meydan, divan sazları

2. Bağlama, bozuk, tambura, çöğür.

3. Cura, bulgarı,

4. Tar

 

Β. Τοξωτά Έγχορδα

1. Kopuz ıklığ,

2. Kabak (Ραμπαμπ με ηχείο νεροκολοκύθα), Rebab (rubbaba), eğit,

3. Karadeniz kemençesi (Λύρα Μαύρης θάλασσας) , İstanbul kemençesi v.b.(Πολίτικη Λύρα)

 

 

Τα Σάζια, σύμφωνα με τα  σημερινά τούρκικα βιβλία μουσικής,, έχουν περιοριστεί σε 4 βασικά είδη, τα οποία διαφοροποιούνται κυρίως όσον αφορά στο μέγεθος του οργάνου. Αρχίζοντας από το μικρότερο, έχουμε το Cura (τζουρά, μήκος χορδής 55 εκ.), το Cogur (τσογιούρ, μήκος χορδής 77 εκ.), το Baglama (μπάγλαμα, μήκος χορδής 88 εκ.) και το Diban / Meydan (ντιβάν ή μεϊντάν,  μήκος χορδής 112 εκ.). Ωστόσο ο κάθε κατασκευαστής παρουσιάζει και ενδιάμεσα μεγέθη με αποκλίσεις από τους παραπάνω τύπους.

Γενικά η οικογένεια των Τουρκικών Σάζι, περιλαμβάνει  επτά όργανα, που,  από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο έχουν τα ονόματα: Μεϊντάν σαζί, Ντιβάν σαζί, Μποζούκ ή Μπαγλαμά, Τζουρά – Μπαγλαμά ή Ταμπουρά , Μπαγλαμά, Τζουρά, Κιουτσούκ Μπαγλαμασί. 

Ακόμα παλιότερα, κατά τον 15ο αιώνα, σύμφωνα με τον Τούρκο εθνομουσικολόγο Μαχμούντ Γκαζιμιχάλ ήταν σε χρήση τα αντίστοιχα επτά μεγέθη: Μεϊντάν σαζί, Τσενγκούζ ( που με διαδοχικές αλλοιώσεις πέρασε στη γλώσσα μας σαν γιογκάρι ), Άντι – σάζ, Μπουούκ, Μπαγλαμά, Ταμπουρά και Τζουρά.

Το μικρότερο se megeuow Sazi λέγεται  Cura (Τζούρας) και εχει τον υψηλότερο pitched ήχο Δίνει έναν ήχο που είναι μια οκτάβα χαμηλότερα από ό, τι είναι το cura tambura. Το βαθύτερο ήχο δινει το Σάζι Divan του οποίου ο ήχος είναι μια οκτάβα χαμηλότερα σε σχέση με tambura.

 

 

 

 

 

Όνομα

Μήκος σώματος

Ακτίνα Bowl

Μήκος Λαιμού

Μήκος χορδών

Περιγραφή

Cura

22,5

13,5

30

48

Το μικρότερο σε μέγεθος Baglama Sazi

Üçtelli Saz

 

 

 

 

Τρεις μονές χορδές από σύρμα (τέλι).

Çöğür Saz

 

 

 

 

 

Asik Saz

 

 

 

 

 

Bas Saz

 

 

 

 

 

Τampur

38

22,8

52

80

Είναι μεταξύ  cura και baglama στο μέγεθος .

baglama

44,5

24,9

55

88

Το πιο κοινό όργανο στην Τουρκία.

Saz Divan

49

29,4

65

104

 

Meydan Saz

52,5

31,5

70

112

Το μεγαλύτερο σε μέγεθος

 

 

File:Mehmooni2.jpgΠερσικός Ταμπουράς. (Ζωγραφική Ιράν,  Hasht-Behesht Palace, Ισφαχάν, 1669 μ.Χ)

Τα σημερινά μουσικά βιβλία και λεξικά της Τουρκίας  αναφέρουν επακριβώς επίσης τα εξής: << Το Σάζι προέρχεται από την Κεντρική Ασία, όπου οι Τούρκοι έζησαν πριν τη μετανάστευση τους προς τα δυτικά. Όπως συμβαίνει με την κιθάρα στην Ισπανία και το μπουζούκι στην Ελλάδα, το Σάζι είναι το πιο δημοφιλές έγχορδο όργανο στην Τουρκία . Αν και είναι παρόμοιο σε σχήμα με το ελληνικό μπουζούκι, η κατασκευή, το μέγεθος και ο ήχος του Σάζι είναι διαφορετικά. ……. Το Bozuk Saz  είναι ένα ξεχασμένο όργανο της Κεντρική και Νότιας Ανατολίας (Καισαρεία), όμως είναι ο πρόγονος  του μπουζουκιού της Ελλάδας, το οποίο έχει αλλάξει σημαντικά και είναι πλέον αρκετά διαφορετικό. Το όνομά Bozuk προέρχεται από το κούρδισμα του, που λέγεται  Bozuk Düzeni (Bozuk Tuning = χαλασμένο κούρδισμα) και είναι la / A, re / D και sol / G από κάτω προς τα πάνω.>> Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι και το Μπουζούκι και το Σαζι  είναι παρεμφερείς παραλλαγές του Ταμπουρά και του Λα(β)ούτου και από αυτά το Σάζι είναι αραβοτουρκική επινόηση και το  Μπουζούκι ελληνική, των Ελλήνων της Μ. Ασίας,  επι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,  το οποίο, μετά που διωχτηκαν από εκεί οι Έλληνες, ήρθε και αυτό στην Ελλάδα.

 

 

ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΣΆΖΙ ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ

Δεν έχει οπή επάνω στο καπάκι, αλλά στο κάτω μέρος του αντηχείου

 

 

ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΤΖΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ

Ο Τζούρας είναι με τρεις διπλές χορδές  και ο Μπαγλαμάς με μια μονή , μια διπλή  και μια τριπλή.

 

 

 

Από αριστερά: ταμπούρ, ταρ, σετάρ, Αζερί ταρ, ντουτάρ, μπουζούκ (γυφτικο ), ταμπουράς

 

 

Ντιβάν Σαζ

 

 

10. ΤΟ ΜΠΟΥΛΓΑΡΙ

 

Το Μπουλγαρί (τουρκικα Bulgar) είναι ένα νυκτό  έγχορδο  μουσικό όργανο, παραλλαγή του Ταμπουρά και συγγενικό του Μπουζουκιού και του Σάζι,  με αμυγδαλωτό αντηχείο, πολύ μακρύ βραχίονα (μανίκι) και κινητούς μπερντέδες. Το εν λογω όργανο συναντούμε στην Τουρκία, στο  Τουρκμενιστάν , στην Αίγυπτο και την Κρήτη και λόγω της ονομασίας του υπολογίζεται ότι κατάγεται από τη Βουλγαρία, την περιοχή του Βόλγα. Δηλαδή Βουλγαρί  = ο Ταμπουράς τύπου  Βουλγαρίας. Το Βουλγαρί κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο μουριάς ( ελλειψοειδές στο καπάκι) με διακύμανση βάθους μέχρι το σημείο σύγκλισης των παρειών του. Το καπάκι του αντηχείου του είναι από κατράνι (ξύλο κέδρου του Λιβάνου) και δεν έχει άνοιγμα. Εδώ η τρύπα γίνεται στο πλάι,  προς την πλευρά του οργανοπαίχτη, αντιδιαμετρικά από το μάνικο (μπράτσο). Στα « Ενθυμήματα » του Αγωνιστή του 1821 Νικόλαου Κασομούλη  το Μπουλγαρι αναφέρεται ως ένα από τα μουσικά όργανα που διασκεδαζαν οι αγωνιστές του 1821, άρα το Βουλγαρί είναι ένα όργανο που υπάρχει ήδη επι Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πρβ: «Εγώ λαλούσα το μπουζούκι λεγόμενον, ο Χρίστος τον ταμπουράν με δυο τέλια, ο Σπύρος Μήλου το φλάουτο, άλλοι, άλλα όργανα ευμετακόμιστα, μπουλγάρια και ρεμπάπια…». Στην Κρήτη το Μπουλγαρι χρησιμοποιήθηκε στην απόδοση των καλούμενων Ταμπαχανιώτικων τραγουδιών.  Το τουρκικό Μπουλγαρί έχει δύο ή τέσσερις χορδές και παιζεται συνήθως με τα δακτυλα, ενώ το κρητικό έξι διπλές χορδές (με έξι στριφτάρια) και  παίζεται με πένα, όπως  εκείνη του Λαούτου.

 

 

Κρητικό Μπουλγαρί . Το αντηχείο του έχει την τρύπα στο πλάι, ενώ τα άλλα όργανα του είδους έχουν την τρύπα είτε επάνω στο καπάκι είτε  στο πλάι στο κάτω μέρος

 

 

 

Το Μπουλγαρί του Στέλιου Φουσταλιεράκη (Μετά από επιδιόρθωση έχει τάστα και όχι κινητούς μπερντέδες)

 

 

11. TO TAΡ

 

Το Tar  είναι ένα νυκτό έγχορδο λαϊκό όργανο με πολύ μακρό βραχίονα (μανίκι) και αμυγδαλωτό αντηχείο ή σε σχήμα μονής ή διπλής καρδιάς με κυρτό πυθμένα, άρα ανήκει στην οικογένεια του Ταμπουρά, το οποίο χρησιμοποιείται στη Μ. Ασία (Ανατολία) Αζερμπαϊτζάν,  Ιράν, Ουζμπεκιστάν, Γεωργία κ.α. Το σώμα (αντηχείο και βραχίονας) του Ταρ κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο, συνήθως μουριάς. Το καπάκι καλύπτεται ενίοτε με μία μεμβράνη που λαμβάνεται από την καρδιά των βοοειδών. Ενίοτε υπάρχουν και δύο κύριες ομάδες χορδών στο Tar. Εκείνες στην πρώτη ομάδα, που είναι δυο ή τρεις,  χρησιμοποιούνται για τη μελωδία και η άλλη ομάδα των χορδών είναι συμπαθητικές και συντονισμένες σύμφωνα με τον τρόπο που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για ενίσχυση και ποικιλία του τόνου.

Το Ταρ έχει δυο τύπους, το Setar, που έχει τρεις μονές χορδές και το Dutar που έχει δυο μονές χορδές. Οι χορδές και στις δυο περιπτώσεις παίζονται βασικά με το νύχι του δείκτη του δεξιού χεριού , το οποίο οι οργανοπαίκτες αφήνουν να μακρύνει και δευτερευόντως με πλήκτρο. Στην Ινδία υπάρχει το έγχορδο Sitar που έχει 6 ζεύγη διπλών χορδών.

Η λέξη Tar , σύμφωνα με τους Πέρσες, σημαίνει «χορδή», όμως, αφού η ονομασία «Ταρ» είναι μέρος των λέξεων Se-tar , Si-tar, Du-tar κλπ,  άρα προέρχεται από συγκοπή της Ελληνικής λέξης κι-θάρ-α = αγγλικά gui-tar = ισπανικά gui-tarra κ.α. Υπενθυμίζεται ότι Μ. Ασία, Περσία, Ινδία κλπ επι Μ. Αλεξάνδρου  και των διαδόχων του ήταν Ελληνικές επαρχίες.

Τo Ταρ  είναι νεώτερος τύπος (παραλλαγή) του Βυζαντινού Ταμπουρά κει εκείνος της καλούμενης στα αρχαία χρόνια «τρίχορδης ή ασιατικής Κιθάρας».  (Περισσότερα βλέπε «Ασιατική Κιθάρα»

 

image033

Τρίχορδο Tar (= Setar)

 

Δυο έγχορδα Dutar (= διχορδο) εχοντας ανάμεσά τους ένα Setar (τρίχορδο)

 

 

 

12.  Ο  ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ

 

Ο Ταμπουράς (βυζαντινά Θαμπούρα ή Ταμπούρι κ.α.) είναι ένα παραδοσιακό ελληνικό νυκτό μουσικό όργανο  με  αμυγδαλωτό ή ημισφαιρικό αντηχείο, πολύ μακρύ και λεπτό βραχίονα (μανίκι, που καμιά φορά ξεπερνά και το ένα μέτρο) και κινητούς ή μόνιμους μπερντέδες(δεσμούς) από έντερα ζώων ή πετονιά και με κλειδιά (στριφτάρια), συνήθως σε σχήμα "Τ", που βρίσκονται από μπροστά και από το ένα πλάι.  Ο Ταμπουράς έχει αρκετά βαθουλωτό σκάφος (αντηχείο), το οποίο έχει επίπεδο λεπτό καπάκι, με ή χωρίς τρύπα. Φτιάχνεται είτε από μονοκόμματο ξύλο και τότε η τρύπα του ηχείου βρίσκεται στο πλάι και κάτω μέρος του αντηχείου είτε με ντούγιες (λουρίδες ξύλου), που τότε η τρύπα βρίσκεται μπροστά και πάνω στο καπάκι. Σήμερα ο ταμπουράς δε χρησιμοποιείται στο ρεμπέτικο ούτε και στο λαϊκό τραγούδι, όμως θεωρείται το ιδανικό όργανο για τη σπουδή των βυζαντινών κλιμάκων. Η ονομασία Ταμπουράς (αγγλικά Τambour) χρησιμοποιείται και για κάθε όργανο που έχει πολύ μακρό βραχίονα (μανίκι), όπως το Σάζι, το Ταρ,  το Μπουλγαρί κ.ά. , όμως είναι και και συγκεκριμενο όργανο στην Ελλάδα, στην Τουρκία κ.α. Τα όργανα της οικογένειας του Ταμπουρά συναντώνται σε πολλές παραλλαγές –ονομασίες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και τα Βαλκάνια: Ελλάδα, Αρμενία, Συρία, Τουρκία, Ιράν, Ιράκ, Κουρδιστάν, Ουζμπεκιστάν με μικρές παραλλαγές. Ο αριθμός των χορδών τvn Ταμπουράδων είναι συνήθως μια μονή, μια διπλή και μια τριπλή (ή άλλος περίπου τετοιος συνδυασμός), οι οποίες κουρδίζονται με ποικίλους τρόπους ( συνήθως λα-ρε-σολ ή λα-ρε-μι ) και παίζονται με πλήκτρο (πένα) από φλούδα κερασιάς ή βυσσινιάς ή από πλαστική ύλη. Υπάρχουν όμως και Ταμπουράδες με μόνο δυο μονές ή μόνο τρεις μονές χορδές.  Το Setar έχει 3 μονές χορδές και το Dutar δυο μονές χορδές που παίζονται με το νύχι του δείκτη.

Ο Ταμπουράς προέρχεται από την αρχαιοελληνική Πανδούρα. Ειδικότερα  ο Καράς (Οργανικά – Συμφωνικά) αναφερει ότι η  Θαμπούρα ή Ταμπουράς είναι κατ’ εξοχήν όργανο του Βυζαντίου, όπως η Κιθάρα (Ούτι) και το Λαούτο. Έχει μήκος υπέρ το μέτρο, όμως υπάρχουν και Θαμπούρες σε διάφορα άλλα μεγέθη. Έχει τρεις συστοιχίες (διπλές χορδές) χορδών. Το ½ της Πανδούρας ή Βυζαντινά Θαμπούρα είναι ο πατροπαράδοτος «Ταμπουράς» των προγόνων μας και των αρματολών και κλεφτών του Εθνικού Αγώνα με δείγμα το Ταμπουρά του Μακρυγιάννη. Η θαμπούρα έχει μήκος 108 εκ., ο Ταμπουράς 54 και ανάλογα προς αυτά είναι το Σάζι.

Επίσης ο  Χρύσανθος, 1770 – 18125, μουσικολόγος και αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου, γράφει στο «Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής» , έκδοση 1832: «Από τα μελωδικά όργανα η πανδουρίς έρχεται ευκολότερα εις δίδαξιν, και σαφεστέρως γνωρίζονται επάνω εις αυτήν οι τόνοι, τα ημιτόνια, και απλώς κάθε διάστημα. Λέγεται δε και Πανδουρα, και Φανδουρος καθ' ημάς, δε, Ταμπούρα, ή Ταμπούρ. Έχουσα δε δυο μέρη την σκάφην και τον ζυγόν, επί τούτου δεσμούνται οι τόνοι και τα ημιτόνια...».

Αρχαιότερη αναφορά για την ύπαρξή του Ταμπουρά είναι στο Βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα: «Και αφότου αποδείπνησεν, εμπαίνει εις το κουβούκλιν και επήρεν το θαμπούριν του και αποκατάστησέν το (Διγενής Ακρίτας, Escorial version, vv. 826-827).

Επίσης στο ακριτικό «Η αρπαγή της κόρης του Λεβάντη από το Διγενή Ακρίτα», όπου  υπάρχει ο στίχος:  -Τζ' επαιξεν ο ταμπουράς του κόσμου τές γλυκάες. ( Π.Π. Καλονάρου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας Ι - ΙΙ, Αθήναι 1941 (στιχ. ΑΘην.1878, Escur. 827, 832, Ακριτ. ασμ. 123, 141).

Επίσης πολλοί στίχοι δημοτικών τραγουδιών επι εποχής Τουρκοκρατίας αναφέρονται στον ταμπουρά και το Μπουζούκι:

«…Ντερβίσης εροβόλαγε στη μέση στο παζάρι με το μπουζούκι παίζοντας, τον ταμπουρά βαρώντας…»

«…Λάλα καϋμένε ταμπουρά, πες το και συ, μπουζούκι…»

«…Το πλάγι πλάγι πήγαινε, τον ταμπουρά λαλούσε: Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω…»

(Ν. Γ. Πολίτη, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού» Εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2001)

 

 

Βυζαντινοί Μουσικοί, ένας των οποίων παίζει Ταμπουρά. Μικρόγραφο (1179) με την άφιξη ξένης πριγκίπισσας στην Κωνσταντινούπολη για γάμο (Αποστολική Βιβλιοθήκη του Βατικανού)

 

 

mantolino

 

Ταμπουράδες (Μουσείο Ανωγειανάκη)

 

Ο τρίχορδος (με 3 διπλές χορδές) Ταμπουράς του στρατηγού Μακρυγιάννη, 1797 -  1864 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Παλιά Βουλή)

 

13. ΤΟ ΟΥΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑ(Β)ΟΥΤΟ

 

ΤΟ ΟΥΤΙ

 

Το Oύτι  (αγγλικά udi )  είναι   έγχορδο μουσικό όργανο πλήκτρου με πολύ μεγάλο αχλαδοειδές αντηχείο και πολύ κοντό βραχίονα (μανίκι), τον κοντύτερο σε σχεση με τα άλλα έγχορδα και  χωρίς μπερντέδες. Το Ούτι παιζόταν παλιά με πλήκτρο από φτερό ή κέρατο βοδιού  ταρταρούγα- ενώ σήμερα από πλαστική ύλη . Έχει 5 διπλές χορδές - σε ταυτοφωνία – και μια μονή . Δηλαδή 11 χορδές συνολικά. Κουρδίζεται σε τέταρτες και έναν τόνο . Παλιότερα , επίσης, τοποθετούσαν μια μονή χορδή κάτω από την πιο οξύτονη διπλή . Την ονόμαζαν « μπαμ » . Η χορδή αυτή έχει μεταφερθεί τώρα πάνω από την πέμπτη διπλή χορδή στο πάνω μέρος. Ο βραχίονας (μπράτσο, μανίκι) του Ούτι λίγο πριν από το τέλος του κάνει κάμψη προς τα πίσω, ενίοτε και σε ορθή γωνία,   όπου υπάρχουν (από τα πλάγια) τα ανάλογα στριφτάρια (μεταλλικά κλειδιά) για το τέντωμα- κούρδισμα των χορδών.

Το Ούτι είναι αρκετά διαδεδομένο στις μουσικές της Μέσης Ανατολής, αλλά και στην Ελληνική παραδοσιακή μουσική. Το σχήμα και οι διαστάσεις του οργάνου διαμορφώνονται από τόπο σε τόπο, αποκλίνοντας λίγο από την ακρίβεια. Στην Ελλάδα, το συναντάμε σε περιορισμένη κλίμακα. Ούτι έπαιζαν αποκλειστικά οι Έλληνες της Μ. Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι και αγνοούσαν το ελληνικό Λαούτο με το μακρύ βραχίονα (χέρι).

Το Ούτι με  5 διπλές χορδές έχει κούρδισμα ΣΟΛ - ΛΑ - ΡΕ - ΣΟΛ - ΝΤΟ- . Το Ούτι με 5 διπλές χορδές και μια μονή έχει κούρδισμα  ΡΕ - ΣΟΛ - ΛΑ - ΡΕ - ΣΟΛ - ΝΤΟ. Ένα άλλο κούρδισμα είναι ΡΕ - ΜΙ - ΛΑ - ΡΕ - ΣΟΛ – ΝΤΟ. Υπάρχουν και τα παρακάτω κουρδίσματα από τα χαμηλά προς τα ψηλά: ΣΟΛ η ΡΕ είναι η μπάσα 5 και 6 χορδή και η ΝΤΟ (1) είναι η ψηλή χορδή. Το τούρκικο έχει 5 διπλές και μια μόνη (μπαμ) και κουρδίζεται ΜΙ - ΛΑ - ΣΙ - ΜΙ - ΛΑ - ΡΕ ή ΜΙ - ΦΑ# - ΣΙ - ΜΙ - ΛΑ - ΡΕ.

 

 

ΤΟ ΛΑΟΥΤΟ ή ΛΑΒΟΥΤΟ

 

Το Λαούτο (αγγλικά Lute = λιουτ) είναι νυκτό έγχορδο μουσικό όργανο με  μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, όμως μικρότερο από αυτό του Ούτι και μακρύ βραχίονα (χέρι, μανίκι, μπράτσο), μακρύτερο  από αυτό του Ούτι, με μπερντέδες (τάστα), σπασμένο επάνω προς τα πίσω. Έχει 4 – 6 διπλές χορδές, δηλαδή 8 – 12 χορδές,  οι οποίες παίζονται με πένα. Η πένα κρατιέται με τον αντίχειρα και το δείκτη και περνά ανάμεσα στο δείκτη και το μέσο.  Πριν από το τέλος του βραχίονα  υπάρχει ο καλούμενος ζυγός, ο οποίος διαχωρίζει μετρικά τις χορδές και μετά  από αυτόν ο βραχίονας κάνει μια κάμψη, σπάσιμο, όπου από τα πλάγια υπάρχουν τα ανάλογα στριφτάρια ή κλειδιά για το τέντωμα των χορδών. Το αντηχείο του Λαούτου είναι μπροστά αχλαδοειδές και πίσω κυρτό φτιαγμένο με λεπτές ξύλινες λωρίδες, τις καλούμενες ντούγιες. Το αντηχείο μπροστά σκεπάζεται από λεπτό ξύλινο καπάκι, που στο κέντρο του υπάρχει ένα στρογγυλό άνοιγμα η ροδάντζα, συχνά διακοσμημένη με ξύλινο γλυπτό. Πάνω στο καπάκι βρίσκεται κολλημένος ο καβαλάρης , ένα λεπτό κομμάτι από σκληρό ξύλο, για τη στήριξη –διαχώριση των χορδών από τη μία άκρη, ενώ απ ΄ την άλλη αυτές στηρίζονται στο άκρο του βραχίονα τον καράβολα, εκεί όπου βρίσκονται και τα κλειδιά για το κούρντισμα. Οι χορδές του Λαούτου παλιά ήταν αρχικά εντερικές ή από νευρά ζώων και σήμερα μετάλλινες ή χρυσές (σύρμα με μετάλλινο περιτύλιγμα)  και παίζονται με πλήκτρο ή άλλως πένα (από φτερό ή πλαστική κ.α.), η οποία κρατιέται με τον αντίχειρα και το δείκτη και περνά ανάμεσα στο δείκτη και το μέσο. Το Λαούτο, όπως και τα άλλα έγχορδα που έχουν διπλές χορδές (ζεύγη χορδών: Μαντολίνο, Μπουζούκι κλπ),  παίζεται με πένα, ενώ αυτά που έχουν μονές χορδές, όπως η Κιθάρα, παίζονται είτε με τα δάκτυλα (κυρίως με τα νύχια) είτε με πλήκτρο. Το Λαούτο το Μεσαίωνα χρησιμοποιούνταν από τους τροβαδούρους για τη συνοδεία τραγουδιών (μαδριγάλια), στη μουσική δωματίου, αλλά και με σημαντικό σόλο ρεπερτόριο, κυριαρχώντας στη μουσική της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Σήμερα στην Ελληνική παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται  κυρίως ως ρυθμική συνοδεία σε Βιολί ή Λύρα.

Στην Ελλάδα η οικογένεια του Λαούτου  αποτελείται από το Πολίτικο (Κωνσταντινούπολης) ή άλλως Λάφτα, το Κρητικό, το Νησιώτικο   κ.α. Το Κρητικό Λαγούτο, σε σχεση προς τα άλλα, έχει μεγαλύτερο σε μέγεθος αντηχείο, τέσσερα ζεύγη χορδών, δηλαδή 4Χ2 =8 χορδές (παλιά εντερικές και σήμερα μεταλλικές), οι οποίες αφενός είναι με πιο χαμηλό κούρντισμα, για να συνταιριάζει με τη Λύρα και αφετέρου αντιστοιχούν στις μουσικές νότες: [ντο, σολ, ρε, λα ή σολ, ρε, λα, μι] και κρούονται με μικρό πλήκτρο, την επονομαζόμενη «πέννα» η οποία είναι από φτερό ή μεγάλη καρδοειδή ζελατίνα.

Κούρδισμα Κρητικού Μαντολίνο: Mi(E5), La(Α4), Re(D4), Sol(G3)

Κρητικού Λαούτου: Mi(E), La(A), Re(D), Sol(G)

Κρητικής Λύρας (τετράχορδη): Mi(E5), La(Α4), Re(D4), Sol(G3)

Κρητικής Λύρας (τρίχορδη): La(Α4), Re(D4), Sol(G3)

Στην Ευρώπη μετά το 1600  δημιουργήθηκε μια νέα κατηγορία μεγαλύτερων λαούτων, τα archlutes, που βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν οι προσθήκες μακρύτερων χορδών, οι οποίες δεν παίζονταν με το αριστερό χέρι. Τέτοια όργανα ήταν η θεόρβη, το theorbe-lute και το chitarrone, με χρήση και στο μπάσσο κοντίνουο

Το Ούτι , το Λαούτο και η Θαμπούρα ή Ταμπουράς είναι  δημοτικά έγχορδα που επινοήθηκαν επί βυζαντινής περιόδου και παραλλαγές της αρχαιοελληνικής Πανδούρας. Αρχαιότερες αναφορές  για το Λαούτο είναι αυτές στο Βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα, που άλλοι το χρονολογούν στο 800 μ.Χ.  και άλλοι στο 10/12 αι.., στον Ερωτόκριτο του Κορνάρου (1553 – 1613), στον Κρητικό Πόλεμο του Μαρίνου Τζανε Μπουνιαλή (1645 – 1669) κ.α. Στο Διγενή Ακρίτα  λέγεται με την ονομασία Λαβούτο και αφετέρου προβάλλεται ως το μουσικό όργανο που είτε μόνο του είτε ως συνοδευτικό της φωνής μπορεί να εκφράσει τα λεπτότερα και ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου.

«Kαι έκατσεν και ευθείασεν ωραίον, τερπνόν λαβούτον

επήρεν το και εξέβηκεν από τα γονικά του»

Nα επιχαρής τα κάλλη μου, την περισσήν σου ανδρείαν,

έπαρε το λαβούτο σου και παίξε το ολίγον...

«Kαι επήρα το λαβούτο μου και θέλω να ακροπαίξω

και ευθέως δε και η λυγερή τραγούδημαν ελάλει» (Διγενής Ακρίτας)

 

 «Ήπαιρνε το λαγούτον του κι εσιγανοπορπάτει,

κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά αγνάντια στο παλάτι...

κι ας έρθη αυτός που τραγουδεί και παίζει το λαγούτο,

γλήγορα φέρετέ τονέ εις το παλάτι τούτο... (Κορνάρος Ερωτόκριτος Α, 375)

 

 «Κ' οι δούλοι οι εμπιστικοί τάχατες που ’ναι εκείνοι,

να πιάσουν όμορφο χορό, με τέχνες να πηδούνε

κι άλλοι να ρίκτουν τουφεκιές, άλλοι να τραγουδούνε;

Βιολιά να παίζουν, τσίτερες, λαγούτα να λαλούσι,

οληνυχτίς να χαίρονται και να μην κοιμηθούσι» (Μπουνιαλής,  Κρητικός Πόλεμος)

 

Σύμφωνα με το Ισπανικό λεξικό Tesoro de la Castellana lengua" (Sebastian Covarrubias Orosco, Μαδρίτη – 1611)  η ονομασία «Λαούτο» (= laudo στα Ισπανικά) προέρχεται από την Ελληνική γλώσσα., από τη λέξη "halieut", αφαιρώντας το "ha" και ότι το πλήρες όνομα στα Ελληνικά είναι «Halieutica", που σημαίνει το  σκάφος των ψαράδων, το οποίο είναι με σχήμα κοιλιάς, που στη συνεχεία έγινε:  "halieut" - "Lieut" - "liuto" (Ιταλία) - "Leud -laudo" (ισπανικά). Υπενθυμίζεται και ότι η λέξη «αλιευτικό» ( "halieut") είναι με δασεία, η οποία αρχικά συμβολίζονταν με το σύμβολο h. Όντως το Λαούτο μοιάζει  ως σκάφος, ως ένα  ξύλινο αλιευτικό με κατάρτι, κάτι που στα αρχαία Ελληνικά λεγόταν «ξύλο», πρβ τα ξυλινα τείχη του Θεμιστοκλή, αλλά και (κ)ούτα. Σύμφωνα με ορισμένους Έλληνες μελετητές η ονομασία Λαούτο προέρχεται από τη λέξη Λαβούτο, που σημαίνει  όργανο με λαβή = βραχίον(α)  > μπράτσο – braccio, αφού λαβούτο λεγόταν αρχικά το όργανο αυτό και τα παλιότερα έγχορδα δεν είχαν μπράτο (λαβή).

Σύμφωνα με ορισμένους Πέρσες μελετητές το Ούτι είναι Περσικής επινόησης, το οποίο στη χώρα τους ονομαζόταν μπαρπάτ που σημαίνει στήθος πάπιας (Bar = στήθος, pat = πάπια), επειδή έτσι μοιάζει και το οποίο το πήραν οι Άραβες και το μετονόμασαν σε Λαούτο από το αραβικό άρθρο αλ  και την αραβική λέξη ut/ud  =  το ξύλο, δηλαδή al  + ut = aluto > Laouto  = ελληνικά Λαούτο = αγγλικά lute. Ωστόσο αφενός το Λαούτο δεν είναι  ίδιο με το Ούτι και αφετέρου αν είχαν έτσι τα πράγματα τότε το Λαούτο θα έπρεπε να ονομάζεται αλ-ούτο. Το Λαούτο έχει μικρότερο και διαφορετικού σχήματος αντηχείο απ΄ό,τι το Ούτι, καθώς  και περισσότερες χορδές, αλλά και μακρύτερο βραχίονα > Bara από ό,τι έχει το Ούτι, άρα άλλος ο δημιουργός του Ούτι και άλλος ο δημιουργός του Λαούτου. Πέραν αυτού  η αλήθεια για τους εφευρέτες των μουσικών οργάνων είναι αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Δηλαδή ότι τα μουσικά όργανα είναι δημιουργήματα των Θεών, δημιουργήματα λαϊκά, όπως τα δημοτικά τραγούδια.

 

image112Λαούτα (Μουσείο Ανωγιαννακη)

 

Ούτι

 

 

14. Η ΜΑΝΤΟΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ

 

Η ΜΑΝΤΟΛΑ (MANDOLA)

Η Μάντολα (Mantora/ Mandola), ο πρόγονος του Μαντολίνου, είναι έγχορδο μουσικό όργανο με τέσσερα ζεύγη μεταλλικών χορδών, δηλαδή έχει συνολικά οκτώ χορδές, οι οποίες παίζονται με πένα και συντονισμένες σε αρμονία και όχι σε οκτάβες. Τα κύρια στοιχεία μιας  μαντόλας είναι τρία. Οι χορδές, το αντηχείο και ο βραχίονας. Το αντηχείο είναι σε σχήμα αμυγδάλου (του Λαούτου είναι σε σχήμα αχλαδιού)   και με πλάτη κυρτή (σήμερα υπάρχουν μαντόλες και με επίπεδη). Οι χορδές  χωρίζονται σε τέσσερα ζεύγη προσαρμοσμένα στη γέφυρα η οποία δεν είναι κολλημένη στο πάνω επίπεδο του σώματος και κουρδίζονται στις νότες συνήθως ( ΜΙ, ΣΙ, ΣΟΛ, ΡΕ). Από τη γέφυρα οι χορδές περνάνε παράλληλα η µία από την άλλη, πάνω απ’ το καπάκι και την ταστιέρα ( η οποία είναι κολλημένη πάνω στο βραχίονα ) και καταλήγουν στο μηχανισμό κουρδίσματος που βρίσκεται στην κεφαλή του βραχίονα. Η ονομασία mandora/ mantola , σύμφωνα με πολλά ευρωπαϊκά λεξικά,  προέρχεται από τη λατινική λέξη mandoria - mandolo = Ελληνικά αμυγδαλιά/αμύγδαλο (εξ ου και μαντολάτο = γλυκό με γάλα και αμύγδαλα), δηλωτικό του σχήματος ττου οργανου αυτού. Η Μαντόλας είναι ιταλικός τυπος του Ούτι/Λαούτου. Από εκεί διαδόθηκε στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία. Η μικρότερων διαστάσεων mantola λέγεται  mandolino (= μικρή Μάντολα).

 

ΤΟ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ (MANDOLINO,  MANDOLONE ΚΛΠ

 Το Μαντολίνο (αγγλικά Mandolin = ιταλικά Mandolino) είναι η μικρή σε μέγεθος Μάντολα (Mandora/ Mandola) ( κάτι ως και violino = η μικρή Viola) και γι αυτό έχει πιο οξύ ήχο από αυτή. Εχει 4 ζεύγη χορδών, δηλαδή συνολικά 8 χορδές, κουρδισμένες ανά ζεύγη  και αντηχείο σε σχήμα  αμυγδάλου,  που καταλήγει σε μπράτσο διηρημένο σε 17 τάστα.  Το Μαντολίνο δε συμπεριλαμβάνεται στη συμφωνική ορχήστρα. Χρησιμοποιείται  ως συνοδευτικό της Λύρας και του Βιολιού, καθώς και από τους ρημαδόρους και τροβαδούρους στις καντάδες. Στην Ορχήστρα συμπεριλαμβάνονται νεώτεροι τύποι του οργάνου αυτού. Το Κρητικό Μαντολίνο κουρδίζεται: Mi(E5), La(Α4), Re(D4), Sol(G3). Ο όρος Μαντολίνο  λέγεται ότι πρωτοεμφανίστηκε κάπου το 1600 στη Φλωρεντία, για να χαρακτηρίσει τη μικρή Μαντόλα και από εκεί από τις αρχές του 17ου αιώνα και εξής εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο, όμως με  σχήμα και διαστάσεις να διαμορφώνονται από τόπο σε τόπο, αποκλίνοντας λίγο από την ακρίβεια. Ειδικότερα το Μαντολίνο αρχικά ήταν παρόμοιο με το Λαούτο, με 5 ζεύγη χορδών. Στη συνέχεια απόκτησε δυο τύπους, το Ναπολιτάνικο και το Μιλανέζικο Μαντολίνο. Ορχήστρα  Μαντολινάτα καλείται αυτή που αποτελείται βασικά από Μάντολες, Μαντολίνα και Μαντοτσέλα. Πολύ συχνά, επίσης, η Μαντολινάτα πλαισιώνεται με χορωδία, οπότε αναλαμβάνει το ρόλο της ορχηστρικής συνοδείας των τραγουδιών της. Στον ελλαδικό χώρο το Μαντολίνο έχει εξέχουσα θέση κι έχουμε μια αξιοπρόσεκτη παράδοση ορχηστρών Μαντολινάτας. Η Αθηναϊκή και η Επτανησιακή Μαντολινάτα ήταν από τις πιο φημισμένες ορχήστρες του είδους αυτού. Ακόμη, συναντάμε το Μαντολίνο σε ρεμπέτικες ορχήστρες στη Σμύρνη, αλλά και σε παραδοσιακές ορχήστρες, όπως στην Κρήτη. Είναι σημαντικός βοηθός της Λύρας, αλλά και των ρημαδιών,  που με τη συνοδεία του Μαντολίνου εκφράζουν τα συναισθήματά τους.

 

ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ

File:Mandola.jpg

ΜΑΝΤΟΛΑ

 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟΥ

Τον 20ο αιώνα, για τις ανάγκες της ορχήστρας κατασκευάσθηκαν Μαντολίνα σε διάφορα μεγέθη, από κοντράλτο μέχρι και κοντραμπάσο, κι έτσι, στην οικογένεια του Μαντολίνου εντάχτηκαν η Μαντόλα άλτο (ντο, σολ, ρε, λα) και τενόρο (σολ, ρε, λα, μι), το Μαντοτσέλο μπάσο (ντο, σολ, ρε, λα, μια οκτάβα χαμηλότερα από το άλτο), το Μαντολόνε (φα, σολ, λα, ρε, σολ, σι, μι, λα) και το Μαντομπάσο (ντο, σολ, ρε, λα, κοντραμπάσο).Υπάρχουν και τρία λιγότερο γνωστά είδη Μαντολίνου, το ΜπαντζοΜαντολίνο, το Α-style και το F-style. Στις αρχές του 19ου αιώνα το Μαντολίνο έγινε γνωστό στη Β. Αμερική, όπου προσαρμόστηκε στις ανάγκες της τοπικής μουσικής, οπότε προσέλαβε επίπεδο σχήμα (σαν το Μπάντζο) και ο ήχος του άρχισε να μοιάζει με τον ήχο του Μπάντζου. Το Α-style λέγεται έτσι λόγω του σχήματος του ηχείου του. Είναι επίπεδο. Το F-style μοιάζει πολύ με το Βιολί ως προς το σχήμα, αφού έχει τα ίδια ηχητικά ανοίγματα σε σχήμα f.

Επίσης στη Γαλλία και την Πορτογαλία κατασκευάστηκαν Μαντολίνα με επίπεδη πλάτη, δηλαδή όργανα κράμα  Κιθάρας και Μαντολίνου.

Η πρώτη σύνθεση που γράφτηκε για Μαντολίνο, χρονολογείται γύρω στο 1650. Γνωστά έργα για Μαντολίνο είναι ένα κονσέρτο του Βιβάλντι και μια σερενάτα του Μότσαρτ, που περιλαμβάνεται στην όπερα Ντον Τζοβάνι. Μεγάλοι συνθέτες όπως ο Χέντελ, ο Βέρντι, ο Μάλερ, ο Σένμπερκ κ.α. χρησιμοποίησαν το Μαντολίνο σε μεγάλα έργα τους.Το ρεπερτόριο του οργάνου καλύπτει πολλές περιοχές μουσικής έκφρασης, όπως λαϊκά τραγούδια και καντάδες, αλλά και έργα πρωτότυπα ή διασκευασμένα από τη φιλολογία της Ευρωπαϊκής μουσικής.

 

 

Original_bandurriaΙσπανική Πανδουρία

 

 

ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΑΝΔΟΥΡΙΑ (BANDURIA )

 

Η ισπανική Πανδουρία (bandurria) είναι ένα νυκτό έγχορδο μουσικό όργανο με πολύ κοντό βραχίονα (μανίκι), αν και η κανονική Πανδούρα έχει αρκετά μακρύ, και μεγάλο αγλαδόσχημο αντηχείο, παρόμοιο με αυτό του Ούτι   και της Μαντολας, που χρησιμοποιείται κυρίως στην ισπανική λαϊκή μουσική.

Η bandurria αρχικά είχε 3 χορδές και κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και της Μπαρόκ περιόδου απόκτησε  5 -6 ζεύγη χορδών, δηλ. 10 -12 χορδές, συντονισμένες σε αρμονικά ζεύγη, ανεβαίνοντας σε τέταρτα από το χαμηλό G #. Οι χαμηλότερες τέσσερις χορδές είναι ένα σημαντικό τρίτο υψηλότερες από αυτές μιας τυπικής Κιθάρας και οι δυο ψηλότερες χορδές είναι ένα τέταρτο πάνω από μια πρότυπη Κιθάρα, δηλαδή G , γ , στ , β, ε και ένα.Το αντηχείο της αρχικά ήταν με κυρτό πυθμένα και σήμερα με επίπεδο. Ετσι σήμερα μοιάζει πάρα πολύ με την  Πορτογαλική Κιθάρα (Guitarra Portuguesa ) και γι αυτό πολλοί την χαρακτηρίζουν ως είδος Κιθάρας, όμως δεν είναι Κιθάρα,  όπως δεν είναι και η πορτογαλική κιθάρα, αφού έχουν και μονές και ζευγη χορδών, αλλά κράμα Κιθάρας και Μαντόλας. Οι Κιθάρες, αρχαίες και νέες, είναι με μονές χορδές και αντηχείο με επίπεδο πυθμένα. Η Ισπανική  Bandurria   κατάγεται από τη Ρωμαϊκή (Roman) Pandura  και εκείνη από την αρχαία Ελληνική Πανδούρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΤΟΞΩΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

 

 

1. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΤΟΞΩΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 

Τοξωτά ονομάζονται τα έγχορδα μουσικά όργανα που ο ήχος  τους παράγεται με τριβή των χορδών τους, χρησιμοποιώντας γι αυτό το καλούμενο δοξάρι. Λόγω του συνεχούς και έντονου ακουστικά χαρακτήρα τους αποτελούν το κύριο όργανο (solo) με συνηθισμένη τη συνοδεία άλλων οργάνων, όπως το λαούτο, το μαντολίνο κ.α.

Παρατηρώντας τα διάφορα  τοξωτά μουσικά όργανα που υπάρχουν επί γης σήμερα βλέπουμε ότι διακρίνονται σε τρεις οικογένειες, αυτή της λύρας, αυτής του Βιολιού και αυτής του τοξωτού που καλείται στα αραβικά Ρεμπαμπμ και στα Περσικά Κεμεντζές.  Οι λύρες αποτελούνται -κατασκευάζονται από ένα μονοκόμματο ξύλο,  σφεντάμι ή μουριά κ.α., μήκους περίπου μισό μέτρο, 45 – 60 εκατοστά, και του οποίου η μια άκρη πελεκείται και γίνεται κοντός πήχης (ή άλλως λαβή ή λαιμός) κάπου 20  πόντους  και η άλλη άκρη σκάφτεται και γίνεται αντηχείο σε σχήμα όπως το καύκαλο της χελώνας, της λύρας του Ερμή,  είτε επακριβώς όμοιο είτε παρεμφερές (φιαλόσχημο ή αχλαδόσχημο κλπ). ο πήχης  βοηθά αφενός στο να κρατείται από εκεί το όργανο  και αφετέρου στο τέντωμα, αλλά και πάτημα εκεί των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο. Τέτοιες λύρες είναι  η κρητική, η Ποντιακή, η Καλαβρίας,  η Πολίτικη κ.α. Τέτοια λύρα είναι και το καλούμενο Rebec των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, η gadulka Βουλγαρίας, η  lijerica Δαλματίας κ.α. Τα τοξωτά που καλούνται  στα αραβικά Ρεμπάμπ (rebab) και στα περσικά Κεμεντζές (chemenche) δε δημιουργούνται-αποτελούνται  από μονοκάμτο ξύλο κλπ, αλλά από ένα πολύ μακρύ ξύλο ή μια μακρά μεταλλική ράβδο, κάπου ένα μέτρο, που βοηθά στο τέντωμα, αλλά και στο πάτημα των χορδών με τα δάκτυλα κατά το παίξιμο,  και αφετέρου από ένα αντηχείο ημισφαιρικό, όπως το ημισφαίριο της καρύδας ή και άλλου σχήματος, που προσαρτάται προς το τέλος του μακρύ ξύλου ή της μεταλλικής ράβδου. Συνεπώς τα Ρεμπαμπ ή Κεμεντζέδες είναι διαφορετικής κουλτούρας, από τις λύρες. Απλά και τα με και τα δε παίζονται με δοξάρι.  Όμοια τοξωτά με το αραβικό rebab είναι  το morin khur (Μογγολίας}, το Ravanahatha (Ινδίας), το Erhu (Κίνας), το Byzaanz (Ρωσίας)  κ.α. Τα όργανα αυτά, αν και έχουν διαφορετικό όνομα, διαφέρουν μόνο στο υλικό κατασκευής και στις μικρολεπτομέρειες εμφάνισης. Σημειωτέιον ότι η ποντιακή λύρα λέγεται και Κεμεντζές, όμως δεν είναι κεμεντζές, αλλά λύρα, που πολλοί την ονομάζουν και με περισκή ονομασία.  Το αυτό συμβαίνει και με το Rebec, το οποίο δεν είναι Rebab, αλλά λύρα και απλώς του έχει δοθεί αραβικό όνομα. H οικογένεια των βιολιών αποτελείται από το Bιολί, τη Bιόλα, το Bιολοντζέλο και το Kοντραμπάσο, που είναι το αυτό όργανο σε διάφορα μεγέθη και τα οποία κατασκευάζονται με πολύ εξειδικευμένη συναρμολόγηση.  Το βιολί είναι επι της ουσίας λύρα (και εδώ έχουμε κοντό λαιμό, κοντές χορδές, κλπ), όμως πιο εξειδικευμένη. Άλλωστε υπάρχουν και οι βιολόλυρες.  Η βασική διαφορά μεταξύ λύρας και βιολιού είναι στο αντηχείο, η λύρα έχει αντηχείο με κυρτό πυθμένα, ενώ το βιολί επίπεδο, κάτι που δεν είναι εύκολο να γίνει με μονοκόμματο ξύλο και γι αυτό το βιολί γίνεται με συναρμολόγηση

 

 

2.  Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ

 

Α. Η ΛΥΡΑ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΕΣ, ΤΟΝ ΚΡΗΤΙΚΟ ΕΡΜΗ

 

Η λύρα, που αρχικά ήταν νυχτό μουσικό όργανο και μετά εξελίχτηκε σε τοξωτό, μαζί με την κιθάρα και τη μουσική επινοήθηκαν στην Κρήτη, καθώς λένε οι αρχαίοι συγγραφείς. Συγκεκριμένα ο ομηρικός ύμνος  « Εις Ερμήν» » (στίχοι 24 – 30 και 418 - 425) αναφέρει ότι με την ονομασία «λύρα ή χέλυς» ονομάζεται το έγχορδο μουσικό όργανο που βρήκε ο Ερμής χρησιμοποιώντας ως πήχεις  δυο κέρατα βοδιού, για να εκτείνει χορδές από έντερα βοδιού πάνω από ένα καύκαλο χελώνας, απ΄όπου η λύρα καλείται και «λύρα ή χέλυς», πρβ:  (Ερμής) εκτήσατο μυρίον όλβον:/ Ερμής τοι πρώτιστα χέλυν τεκτήνατ' οιδόν ………… λαβών δ' επ' αριστερά χειρς/ πλήκτρ πειρήτιζε κατ μέρος: ή δ' π χειρς/ σμερδαλέον κονάβησε: γέλασσε δ Φοίβος Απόλλων / γηθήσας, ερατή δε δια φρένας ήλυθ' ω/ θεσπεσίης ενοπής και μιν γλυκύς / μέρος ήρει/ θυμ κουάζοντα: λύρ δ' ρατν κιθαρίζων…». Ο Διόδωρος Σικελιώτης (5.74-77) αναφέρει επιπλέον ότι  παιδιά του Κρητικού Δία από τις διάφορες θεές ήταν ο Απόλλωνας, ο Ερμής, η Αθηνά κ.α.  και από από αυτούς η Αθηνά βρήκε τον αυλό, ο  Απόλλωνας, που, αν και πολλοί τον αποκαλούν Δήλιο ήταν Κρητικός,  βρήκε  το τόξο και την κιθάρα με τη μουσική της, καθώς και τη μαντική και τα οποία δίδαξε στους Κρήτες και γι αυτό το τόξο ονομάστηκε Κρητικό κλπ  και μετά ο αδελφός του ο Ερμής βρήκε τη λύρα,  την οποία έδωσε στον Απόλλωνα, επειδή μετά το μουσικό του διαγωνισμό με το Μαρσύα είχε σπάσει τις χορδές της κιθάρας του και δεν ήθελε να την ξαναπαίξει κλπ, πρβ: Απόλλωνα (οι Κρήτες) δε της κιθάρας ευρετήν αναγορεύουσι και της κατ αυτην μουσικής, έτι δε την ιατρικήν επιστήμην εξενεγκείν δια της μαντικής τέχνης γενομένης, δι ης το παλαιόν συνέβαινε θεραπείας τυγχάνειν τους αρρωστούντας, ευρετήν δε και του τόξου γενόμενον διδάξαι τους εγχωρίους τα περί την τοξείαν, αφ ης αιτίας μάλιστα παρά τοις Κρησίν εζηλώσθαι την τοξικήν και το τόξον κρητικόν ονομασθήναι. ….….Τω δ’ Ερμή προσαπτουσι (οι Κρήτες) τα εν τοις πολέμοις   ….. εισηγητήν δε αυτόν  και  παλαίστρας γενέσθαι, και την εκ της χελώνης λύραν επινοήσαι  μετά  την Απολλωνος προς Μαρσύαν σύγκρισιν, καθ’ ην λέγεται τον Απόλλωνα νικήσαντα και τιμωρίαν υπέρ την αξίαν λαβόντα παρά του λειφθεντος μεταμεληθήναι  και τας εκ της κιθάρας χορδας εκρήξαντο μέχρι τινός χρόνου της εν αυτή μουσικής αποστήναι …» ( Διόδωρος Σικελιώτης 5.74-77). 

Μάλιστα ο Πλούταρχος και ο Αθήναιος αναφέρουν  ότι οι αρχαίοι Κρήτες χρησιμοποιούσαν τη λύρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπως άλλοι τη σάλπιγγα ή τους αυλούς, κάτι που γίνεται και σήμερα, πρβ:  « Οι δε και προς λραν εποουν την πρσοδον την προς τους εναντους, καθπερ στορονται μέχρι πολλού χρσασθαι τω τρόπ τούτ της επί τους πολεμικούς κινδύνους εξδου Κρήτες.  Οι δ´ έτι κα καθ´ ημάς σλπιγξι διατελούσι χρμενοι» (Πλούταρχος, Περί μουσικής 258)  «Και εις τους πολμους δε εξιντες ο Λυδοί παρατττονται μετά συργγων και αυλών, ως φησιν Ηρόδοτος. Κα Λακεδαιμνιοι δε μετ' αυλών εξορμώσιν επί τούς πολμους, καθπερ Κρήτες μετ λρας». (Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές,  Le Livre XII des Deipnosophistes)

 

 

Β. ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ ΣΕ ΤΟΞΩΤΟ ΤΟΝ 7ο ΑΙΩΝΑ

 

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, κάπου τον 7ο αι. μ.Χ., όπως θα δούμε πιο κάτω, η κρητική λύρα, η λύρα του κρητικού Ερμή, έπαψε να παίζεται με πλήκτρο και παιζόταν με δοξάρι, δηλαδή μετεξελίχθηκε από έγχορδό νυκτό μουσικό όργανο σε έγχορδο τοξωτό και αυτό μιμήθηκαν μετά και κάποια άλλα έγχορδα από άλλες χώρες, όπως το αραβικό Ραμπάμπ, ο περσικός Κεμεντζές κ.α.  Βέβαια ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η σύγχρονη λύρα με δοξάρι δεν έχει καμία σχέση με την αρχαιοελληνική λύρα, γιατί αφενός η αρχαιοελληνική ήτα