ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ & ΦΙΛΩΝ

 ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΓΙΑ ΚΡΗΤΗ – ΑΓΑΠΗ - ΠΑΣΧΑ (- ΑΡΧΙΚΗ)

 ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΧΑΡΑΣ - ΛΥΠΗΣ

 

 

 ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΓΑΜΟΥ - ΑΡΡΑΒΩΝΑ

 ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ & ΧΟΡΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

 ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ  ΚΛΗΔΟΝΑ

 

 

 

Καλόγερος θέλω να γενώ κάτω

στον Αι Αντώνη

Μα δεν μ’ αφήνει ο διάβολος

πού ‘χω στο παντελόνι

Μη με θωρείς μικιό μικιό

σαν το σκατζοχοιράκι

Εγώ ‘μαι που τη φίλησα

την κοπελιά στο ρυάκι.

Ό,τι χαρά ‘χει ο κότσυφας

όταν θα μπει στα αμπέλι

Τόση χαρά ‘χει κι η κοπελιά,

όταν θα δει κοπέλι

 

Το ρίφι τση γειτόνισσας

Μου τρώει το σπαρμένο

Και τση το πιάνω κάθε αργά

και δεν την καταγγέλνω

 

 

 

1. ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

ΟΙ ΣΥΝΤΕΚΝΟΙ ΜΑΝΤΙΟΝΑΔΟΛΟΓΟΙ

Ο Μαντιναδολόγος Καμινοκωστής πάει στο Λασίθι να δει τον συνάδελφό του μαντιναδολόγο  Παπαδάκη ή Λαγό από την Κουδουμαλιά. Το βράδυ,  επειδή ο Παπαδάκης είχε μόνο ένα κρεβάτι,  ο Λουλάκης κοιμήθηκε στο ίδιο κρεβάτι με το Λαγό και τη γυναίκα του. Το πρωί που ξύπνησαν, ο Λουλάκης καλεί τον Παπαδάκη ή Λαγό σε μια γωνιά και του λέει εμπιστευτικά και με συμπονετική φωνή:

_Σύντεκνε μάθε το πώς η συντέκνισσα δεν είναι μπιστεμένη,

όλη τη νύκτα με τη χέρα της μου την είχε …κρατημένη!

 

Και ο Παπαδάκης ή λαγός του απαντά κοφτά κοφτά:

_Σύντεκνε, εγώ σου τηνε κράτουνα με τη δεξιά μου χέρα,

μη τύχει η αφιλότιμη και πάει παραπέρα!

 

Ο ΜΑΝΤΙΝΑΔΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΣΤΙΑΤΟΡΑΣ

Αν σου πω μια μαντινάδα και σ’ αρέσει, λέει ο Λουλάκης στον εστιάτορα, δέχεσαι να μην πληρώσω;

_Ναι. του απαντά αυτός, σκεφτόμενος ότι δε θα απαντήσει καταφατικά.  Λέει ο Λουλάκης την πρώτη μαντινάδα και ο εστιάτορας του λέει ότι δεν του αρέσει. Λέει του την δεύτερη και  πάλι ο εστιάτορας λέει ότι δεν του αρέσει. Βλέποντας αυτό, ο Λουλάκης σηκώνεται από την καρέκλα, βγάζει το πορτοφόλι του και λέει στον εαυτό του:

Έφαγες κι ήπιες Μανωλιό κ’ είκαμες την δουλιά σου

Βγάλε και πλέρωσέ τονε εδά τον εστιάτορά του.

 

Και τελειώνοντας την μαντινάδα, ρωτά τον εστιάτορα:

_Σ’ αρέσει αυτή;

_Ναι, απαντά ο εστιάτορας τείνοντας και το χέρι του να πάρει τα χρήματα.

_Ε, αφού σου άρεσε, τότε ευχαριστώ για το δωρεάν φαΐ, του απαντά ο Λουλάκης!

 

 

Ο ΜΑΝΤΙΝΑΔΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΓΙΑΓΙΑ

Ο μαντιναδολόγος Λαγός βαπτίζει το εγγονάκι του και όλοι του λένε συγχαρητήρια κ.τ.λ. Κάποια στιγμή τον ρωτώ και πως αισθάνεται τώρα που έγινε και παππούς και κείνος απαντά:

 

Το να γενεί κανείς παππούς αυτό δεν είναι πράμα

Το να κοιμάσαι με γιαγιά είναι μεγάλο δράμα

 

Ναι ρε παιδιά, επαναλαμβάνει:

Το γενεί κανείς παππούς δεν έχει σημασία

Το να κοιμάσαι με γιαγιά αυτό ‘ναι τραγωδία

 

 

Ο ΜΑΝΤΙΝΑΔΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΑΙΔΑΡΟΣ

Κάποιοι μεθυσμένοι σηκώνουν  στους ώμους τους  το Μεσσαρίτη μαντιναδολόγο Λουλάκη και τον προκαλούν να πει μια μαντινάδα και κείνος τους απαντά:

 

Όλοι χαρά ‘χετε μα κι εγώ χαρά ‘γω,

γιατί εκαβαλίκεψα γάιδαρο δίχως νά ‘χω.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΘΕΡΑ

 

Τση πεθεράς μου εδάγκωσε
τον πόδα ένα λιακόνι
και το λιακόνι εψόφησε
κι εκείνη ζει ακόμη!

Την πεθερά μου έβαλα
ψηλά στονΨηλορείτη
να τηνε βλέπουν οι οχτροί
να μην πατούν στην Κρήτη.

 

Άμε να πεις τση μάνας σου,
να κόψει τα κουμάντα,
να πάει να δίνει διαταγές,
στο-ε-δικό τζη άντρα.

Θε μου μεγαλοδύναμε,
πάρε την πεθερά μου,
κι εγώ θα γράψω στσ΄ εκκλησιές,
ό,τι ΄χω στ΄ όνομά μου.

 

 

Την πεθερά μου εψές αργά
στον ύπνο μου την είδα
και θαρουνα πως πάλευα
με την λερναία Ύδρα..

Όταν κοντά στο σπίτι μου
η πεθερά ζυγώνει,
με πιάνει σοκ αλλεργικό
και παίρνω κορτιζόνη

 

 

Κακό είναι συναπάντημα,
να δεις παπά μπροστά σου,
μα πιο κακό είναι το πρωί,
να δεις την πεθερά σου.

Εγώ είδα και τον χάροντα
μα εμένα δεν με νοιάζει
το μόνο που κατάλαβα
της πεθεράς μου μοιάζει !!!!

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένας γέρος βοσκός της Δίκτης σιγοτραγουδάει:

 

Μια πέρδικα με νοτσιμπά και θα με αναγκάσει

να ξεκρεμάσω το τσιφτέ που χω καιρό κρεμάσει

 

 

Τον ακούει ένας νέος και του λέει:

 

Άμα γεράσει ο άνθρωπος

και θαμπωθεί το φως του

Θαρρεί πως κατουράει μακρά,

μα κατουράει ομπρός του.

 

Άμα γεράσει ο άνθρωπος

Κι όταν αδυνατήσει

Ούτε να φάει δεν μπορεί

Ούτε και να γ……..

 

Άμα γεράσει ο άνθρωπος,

ίντα θαρρείς πως κάνει;

γούζεται, ξεμυτίζετε,

βήχει και πορδοκλάνει!

 

 

Ιντά ’ναι ο γέρος,

βήχας και φλέμα,

πόρδος και ρέμα!

 

 

Γέρο αμάσητη γουλιά

να μην την καταπίνεις,

γιατί  καθίζει στο λαιμό

και χασκιτός θα μείνεις

 

Άμα γεράσει ο άνθρωπος

δεν έχει σωτηρία

είναι σαν το γραμμάτιο,

που λήγει η προθεσμία

 

Εγέρασες και τρέμουνε

γόνατα και μασέλες

Κι όμως σιμώνεις και θωρείς

όπου θα βρεις κοπέλες

 

 

 

 

 

Και  ο γέρος και απαντά στο νέο:

 

Φίλε μου, γέρασα κι εγώ, μα δεν το βάζω κάτω

κουράγιο δίνω στη ζωή και στέκω σαν το γάτο.

 

Φίλε μου κι αν εγέρασα

και χότρινε η φωνή μου

τσι πέρδικες θα κυνηγώ

μέχρι να βγει η ψυχή μου.

 

Ήμουν κράχτης πετεινός

μα κράχτης είμαι ακόμα

μόνο που κράζω ….στην αυλή

δεν κράζω πλιο στο δώμα

 

Κι αν είμαι γέρος πετεινός

γερά ‘ναι τα κότσανά μου

Κι απού το νέο πιο καλά

την κάνω τη δουλειά μου.

 

Ήμουνα κράχτης πετεινός

κι εδά στα γηρατειά μου

να με τσιμπούν οι όρνιθες

δεν το βαστά η καρδιά μου

Εκεί που είσαι ήμουνα

κι εκεί που είμαι θα ‘ρθεις

και τότες θα δούμε εσύ 

στα ζωτικά πως θα ‘χεις

 

 

 

 

 

 

 

Μετά από παύση … ξαναλέει..:

 

Πάντα το γεροντόβουδο

στην πρασινάδα ράσει

δόντια δεν έχει να μασεί,

μα σκιας αναχαράσει (αναμασά)

 

Επέρασα καλούς καιρούς

στους παιδικούς μου χρόνους

μα πιο δεντρί ραβδίζουμε

και δεν του σπούνε κλώνους;

 

Δεν παίζω πλιο μου των πουλιών

μήδε και των περδίκων

και άφησα και το τσιφτέ

να κρέμεται στον τοίχο

 

Κανείς την ψεύτρα αυτή ζωή

δε θέλει να τη χάσει

όσους καημούς και βάσανα

και πίκρες κι αν περάσει

 

Ευχαριστούμε σου θεέ

που έκανες τα νιάτα

μα έκανες και τα γηρατειά

και τα ΄κανες σαλάτα

 

 

 

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ TOY ΔΕΡΜΙΤΖΟΓΙΑΝΝΗ

 ΓΙΑ ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ

Επάτησα στα γερατεια το πρώτο σκαλοπάτι

κι ένιωσ' αμέσως στη ζωή να με πειράζει κάτι.

 

Κομάρες εις τα γόνατα, στην κεφαλή ζαλάδα,

τα κόκαλα μου στο κορμί να με πονούν αράδα.

Ανήφορο κατήφορο να μη μπορώ να βγάλω,

το 'να μου δόντι να πονεί και να μου βγαίνει τ' άλλο.

Τα μάτια μου μικράνανε κι όσο κι ανέ γρυλλώνω,

δεν το θωρώ το όμορφο να το ποκαμαρώνω.

Και συνεχώς βάζω γυαλιά κι αλλάσσω τό ’να τ’ άλλο,

ούτε με τό ’να συντηρώ ούτε θωρώ με τ’ άλλο.

Και μού ’ρχεται και τα γυαλιά να πιάσω να τα σπάσω,

να βλαστημώ τη μοίρα μου σαν ήθελα γεράσω.

 

Κι ύστερα πάλι να σκεφτώ ίντα ’χω καμωμένα,

που ντρέπομαι να τα γροικώ και να τα γράφει η πέννα,

 

Και να του πω του Δερμιτζή, γύρευε τη δουλειά σου,

μην κυνηγάς το θηλυκό και κάτσε μπλιο στ’ αβγά σου.

Κι ευθύς καθίζω φρόνιμα κι αφήνω το κουτάλι,

μα μόλις βλέπω θηλυκό ξαναγρυλλώνω πάλι.

Και λέω ευθύς την παροιμιά π’ όλος ο κόσμος λέει,

ό,τι παθαίνει το κορμί η κεφαλή τα φταίει.

 

Κι ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί ντου,

ούτε τη γνώμη τ’ άλλαξε ούτε την κεφαλή ντου.

Μα πιο κακή, πιο ελεεινή, πιο τιποτένια αρρώστεια

δεν είναπού τα γερατιά, Θε μου τση πέτρας δώσ’ τα.

Τση πέτρας που να τα βαστά γιατί ψυχή δεν έχει

και τούτανέ τα άδικα να τα σηκώσει αντέχει.
Ως είν’ η κάθε μας ματιά σπίθα κι ακτινοβόλη,

έτσι και συντομότερη είν’ η ζωή μας όλη.

Κι όμως να θησαυρίζομε σ’ όλους μας είναι ύμνο,

για να τραφεί η σάρκα μας πού ’ναι και θά ’ναι κτήνος.

Και μόνο μέσα στα χαρτιά παρέμεινε κι ετάφη.

αυτό που δίδαξε ο Χριστός, αγάπη, μόνο αγάπη

Αγάπη σ’ όλες τις μεριές, σ’ όλες τις κατευθύνσεις,

τότε θα λέγεσαι άνθρωπος κι ως άνθρωπος θα ζήσεις.

 

 

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΗΚΕΣ

Σ’ αγαπώ ως αγαπά

ο γάιδαρος τα χόρτα

η γάτα τα γατάκια της

κι ο πετεινός τη κότα.

Να κάτεχα να τραγουδώ

να παίζω και τη λύρα

να δεις πως την κατέβαζα

στον ποταμό τη χήρα

Ένας λεβέντης στρατηγός

γνώρισε μια κυρία

όμως εκείνη εγνώριζε

όλη τη Μεραρχία!

Ανάμεσα στα μπούτια σου

χορτάρι (εί)ναι φυτρωμένο

να φέρω τ' αλογάκι μου

να βόσκει το καημένο;

Όταν σε πρώτ’ αντίκρισα

έχασα το μυαλό μου

κι αμέσως κάτι σκίρτησε

μέσα στο σώβρακο μου

_Μου επιτρέπεις κοπελιά,

να κάτσω από μπρος σου

να βάλω το σκυλάκι μου

να πιάσει το λαγό σου;

Όσες φορές σε φίλησα

να 'χα πενηνταράκια

θ' αγόραζα στη Μεσσαρά

τρακόσα μουρελάκια

Ωσάν το ψεύτη βουλευτή

ψευτιές μου κοπανίζεις

Αν μ’ αγαπάς ή με μισείς,

δεν μου ξεκαθαρίζεις.

Ο βήχας και ο έρωτας

μοιάζουν κι οι δυο σε κάτι

Βρίσκουν κι οι δυο τη γιατρειά

σε ένα ζεστό κρεβάτι.

Σύντεκνε, σκοτεινά ‘τανε

και τη σαμιά δεν είδα

Μα απίτι (αφότου) την εγνώρισα,

μόνο σαράντα πήρα!

Μια κοπελιά μ' απάντηξε

και μ' είπε νε μουσκάρι

μακάρι η κακορίζικη

να μπόριε να με πάρει.

 

Στο τέσσερα επί τέσσερα

θα βάλω παραπέτι

Όντε θα κάνω τσακπινιές

ο σκύλος να μη πέφτει

Αν θες να κάνεις δίαιτα

και να ‘χεις σιλουέτα

άμε στην πλαζ την Κυριακή

να σιχαθείς το κρέας

Με όλη μου την όρεξη

πήγα στο πανηγύρι

Κι άνθρωπος δεν εβρέθηκε

να μ’ έχει μουσαφίρη!

 

Εμίλησε κι ο γάιδαρος

από το πέρα αχύρι

που δε του βάλανε ταγί (παχνί)

του μαυροκακομοίρη.

Σαν αποθάνω βάλτε μου

τη μηχανή στο μνήμα

μα να τη στέσετε καλά

να μη χυθεί βενζίνα

Βασιλικό κι αρισμαρί

δε βάνω μπλιό στ' αυτιά μου,

γιατί μου την παντρεύουνε

την αγαπητικιά μου.

 

Δε πα να την παντρεύουνε,

οι διπλοκερατάδες,

οπέρσι την εγλέντουνα

πέντ-έξι εβδομάδες

 

Τι να τα κάνω τα λεφτά

και τα ωραία ρούχα

αφού τα ζάρωσε ο Θεός

τα πράγματα απού ‘χα.

 

 

Εσύ, μικρή μου, έβαλες

σκοπό να με τρελάνεις

Μ’ αυτά τα σκέρτσα τα πολλά,

τα κουνιστά που κάνεις

 

 

Θυμάσαι (α)που κάναμε

αστεία για να γελούμε

Ε αυτά τ’ αστεία γίνανε

πληγές και τώρα με πονούνε.

 

 

 Ο ΓΕΡΟΣ, Η ΚΟΠΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΝΔΑΙ

Ένας αντί να πάει από τη γέφυρα προκειμένου να περάσει ένα χαντάκι με νερό παίρνει φόρα να το πηδήξει, προκειμένου να κάνει το παλικάρι σε μια κοπέλα που ήταν εκεί κοντά,  και τσουφ … πέφτει μέσα. Και βγαίνοντας από το χαντάκι μούσκεμα μονολογεί, για να τον ακούσει η κοπέλια:

_Παντέρμα μου νιάτα και που είστε!

Και μόλις απομακρύνεται η κοπέλα σιγοψιθυρίζει:

_Μωρέ ό,τι σκατά ήμουνα εγώ στα νιάτα μου το ίδιο είμαι και τώρα!

 

 

 

 

2. ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΛΥΠΗΣ (ΧΩΡΙΣΜΟΥ, ΘΑΝΑΤΟΥ Κ.Τ.Λ.)

 

 

Είναι ένα όνειρο η ζωή,

η δόξα ένα τραγούδι,

ένα μεθύσι η νιότη μας

και η αγάπη ένα λουλούδι

Προσωρινή 'ναι η ζωή

και πρέπει να σκεφτούμε,

ότι δεν είναι δίκαιο καρδιές

να τυραννούμε

 

 

Μηδέν του κόσμου άπαντα

μηδέν του ανθρώπου ο βίος

από το μηδέν ως το μηδέν

παλεύουμε αιωνίως

Κανείς την ψεύτρα αυτή ζωή

δε θέλει να τη χάσει,

όσους καημούς και βάσανα

και πίκρες αν περάσει.

 

 

Τα πάντα περνούν και χάνονται

στου χρόνου τη πορεία

ένα μονάχα δεν περνά,

η ειλικρινή φιλία

Σαν αγαπιούνται δυο καρδιές,

πολλές χαρές θωρούνε,

τσι πίκρες και τα βάσανα με θάρρος ξεπερνούνε.

 

 

Ζωή με δίχως έρωτα,

χαρές, φιλιά και χάδια,

μοιάζει με νύχτα Γεναριού

που 'χει πυκνά σκοτάδια.

 

Να μη ζητάς απ' τη ζωή πλούτη,

για να σου δώσει,

να τση ζητήσεις μια καρδιά

που δε θα σε προδώσει.

 

 

 

Άστρα μη με μαλώνετε  που τραγουδώ τη νύκτα,

μα είχα πόνο στην καρδιά και βγήκα και τον είπα

 

Το καναρίνι στο κλουβί σφυρίζει και φωνάζει,

όλοι θαρρούν πως τραγουδά μ’ αυτό αναστενάζει

 

Δίδεις χαρά, παίρνεις χαρά, η πίκρα δίδει πόνο,

εγώ δεν θέλω να πονείς να σε θωρώ να λιώνω.

 

 

Ο θεός τα βάσανα στους δυνατούς τα δίδει

Γιατί εις στους αδύνατους δεν έχει εμπιστοσύνη

 

 

 

 

 

Αχ…!

Τη μέρα της Ανάστασης με πικραμένα χείλια στον τάφο της αγάπης μας ανάβω τα καντήλια.

 

Πολλά περίμενα να βρω στην ψεύτρα τούτη πλάση, μα πριν να φέξει η αυγή, είχε ξανά βραδιάσει

 

Βιβλίο πολυσέλιδο τα πάθη μου δε βάνει, τον ουρανό θέλει χαρτί, τη θάλασσα μελάνι.

Ξελησμονώ και τραγουδώ κι ύστερα το λογιάζω πως δε χαλά το σπίτι μας οντόν αναστενάζω;

 

Φαίνεται πως κι ο ουρανός βάσανα κουλαντρίζει, για κείνο αστράφτει και βροντά και βρέχει και χιονίζει

 

 

 

ΤΟΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ

Ο χωρισμός κι ο θάνατος έχουν την ίδια αξία

Μόνο που εις το χωρισμό δεν γίνεται κηδεία

 

Δυο λόγια μόνο θα σου πω πριν φύγεις και μ' αφήσεις,

σκέψου πως είναι δύσκολο φωλιά να ξαναχτίσεις.

 

Ξέχασες πως στον πόνο σου μαζί και 'γώ πονούσα,

και στη δική σου τη χαρά μαζί σου εγελούσα.

 

Κάμε λογαριασμό και βρες χαρές που σου 'χω δώσει

κι αναλογίσου ύστερα πως τσι 'χεις ξεπληρώσει.

 

Για όλες τσ' αμαρτίες σου κάποτε θα πληρώσεις

και μη θαρρείς πως του Θεού μπορείς να του γλιτώσεις.

 

Μη λησμονάς πως έγερνες μέσα στην αγκαλιά μου

κι εγροίκας απ' τα στήθια μου τσι χτύπους τση καρδιάς μου.

 

Σαν το μεταξωτό πανί ήταν τα δυο σου χέρια,

μα 'δα γινήκανε σπαθιά και δίκοπα μαχαίρια.

 

Γιάντα τα μάθια σου τα δυο κ' η τόση ομορφιά σου,

δεν έχουνε συγγένεια ψεύτρα με την καρδιά σου.

 

Δυο περιστέρια όμορφα παίζανε στην αυλή μου,

θυμήθηκα τα χάδια σου και ράισε η ψυχή μου.

 

Νερό δε σβήνει τη φωθιά π' άναψες στο κορμί μου,

πάνω στα χέρια σου κρατάς θάνατο και ζωή μου.

 

Τέθοια πληγή που μ' άνοιξες άλλη καμιά δεν είδα,

κανένας δεν την είδενε και να μου δώσει ελπίδα.

 

Με συντροφιά τα βάσανα που μου 'δωκες θα ζήσω,

κάτι από σένα 'ναι κι αυτά γι' αυτό θα τα κρατήσω.

 

Δεν παίρνει πράμα ο άνθρωπος μαζί του όταν φεύγει

κι αυτός τον κόσμο όσο ζει να καταπιεί γυρεύει.

 

Πιο εύκολο μου φαίνεται τη θάλασσα ν’ αδειάσω

να την πετάξω στη στεριά παρά να σε ξεχάσω.

 

Βρίσκω αθάνατο νερό να πιω να μη ποθάνω

μ' αφού δε πίνεις ούτε εσύ, ιντα θα ζω να κάνω.

 

Όταν θα νοιώσεις ίντα θα πει αγάπη και πονέσεις

όλες τις τρέλες πού ‘καναθα μου τις συγχωρέσεις.

 

Ρακί, κρασί δεν έπινα  ροτού να σε γνωρίσω,

τώρα τα πίνω και τα δυο, για να σε λησμονήσω.

 

 

 

 

ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Ο Χάρος τα κληρονομά τα κάλλη και τα πλούτη,

πράμα δεν παίρνει ο άνθρωπος απ' τη ζωή ετούτη.

 

Κανείς του Χάρου δεν μπορεί ποτέ να του γλιτώσει,

όσο ψηλά κι αν ανεβεί κι όσα λεφτά κι αν δώσει.

 

Χάρε ρουφιάνε, κερατά να σου το πώς κι ομπρός σου

σαν το χασάπη το καλό διαλέγεις το σφακτό σου.

 

Ο χάρος είναι άτιμος, καθένας μας το ξέρει,

Γιατί όπου βλέπει μια χαρά, καρφώνει το μαχαίρι. (Δερμιτζογιάννης)

 

 

Ποτέ μια δυνατή καρδιά

στον πόνο δε λυγίζει,

ακόμα και αν θα πληγωθεί

κατέχει να ελπίζει.

 

Εγώ της είπα της καρδιάς

πιο λίγο να πονάει

Μα εκείνη δεν με άκουσε

και βάσανα περνάει

Μ' αρέσουν κείνες οι καρδιές

που αγαπούν με πόνο

κείνες που δίνουν τη ζωή

για μια αγάπη μόνο.

Άρχισε πάλι να χτυπά

παράξενα η καρδιά μου

π’ ανάθεμα σε για καρδιά

κι έχασα την υγειά μου

 

ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ

 

 

 

Απ’ όλα τα φορέματα

το μαύρο έχει αξία

Γιατί το φόρεσε η Παναγιά

στου γιου της τη κηδεία

Όποιος πουκάμισο φορεί

πάντα με μαύρο χρώμα

έχει καημό (ή αγάπη) μες στη καρδιά

ή άνθρωπο στο χώμα.

 

Τα μαύρα δεν τα βάζουνε μόνο όσοι πενθούνε,

Τα βάζουν κι όσοι αγαπούν και στην καρδιά πονούνε

Κάθε πρωί που σηκωθώ

τα μαύρα ρούχα βάνω

Γιατί κηδεύω όνειρα

που κάθε νύκτα κάνω.

Από τον καιρό του Μίνωα,

ως είπε ο Αιγέας

βάζουμε άσπρα στη χαρά

και εις στο πένθος μαύρα

Μαύρο πουκάμισο φορώ

γιατί πονώ για σένα

κι αν τύχει κι ανοίξει η πληγή

να μη φανεί το αίμα.

Τα μαύρα που φορείς,

δεν τα φορείς για γούρι

τα βάνεις από λεβεντιά,

ανάθεμά σε βούι

Όσοι φορούν μαύρα πουκάμισα
βαστούνε και πιστόλι
και στο δικό μου το χωριό,

μαύρα πουκάμισα φορούνε όλοι

Τα μαύρα ρούχο, αγάπη μου,

αυτοί που τα φορούνε,

Θα πρέπει να τα σέβονται

μα και να τα τιμούνε.

 

 

 

 

 

 

Ανθέ τση αυγής, αϊτέ τση γης,

δάσκαλε χορευτή μας

Στη Κρήτης λεβεντόπαιδο

θα ζεις μες στη ψυχή μας

 

Η μοίρα σου σε ζήλεψε

αϊτέ στο πέταγμά σου

Και σου ‘πεξε εις στο ανθό

κι έσπασε τα φτερά σου

(Β. Παπαδάκης, πρόεδρο Κρητών)

Αν μάζευα τα δάκρυα

Κάθε φορά που κλαίω,

Θα είχα μια θάλασσα πλατιά

μέσα σ’ αυτή να πλέω

 

Θα ‘θέλα να ‘ταν φυλακή, μωρό μου,  η καρδία σου

να κάνω τρείς ισόβιες να βρίσκομαι κοντά σου...!

 

Τα δυο κεριά που μου ‘φεγγαν μου

τα’ σβησε μια μπόρα

κι όλος ο κόσμος σκοτεινός

για μένα είναι τώρα (Βιτώρος)

 

Θάλασσα απ΄ όλα τα νερά

και τα ποτάμια πίνεις

Πιες και τα δικά μου δάκρυα

πλατύτερη να γίνεις

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ

 

Αμα μοιράζει χάρες ο θεός

είμαι σε ξένους τόπους

Κι όταν μοιράζει βάσανα

είναι από τους πρώτους

 

Έχω τη μοίρα και χτυπά,

χτύπα και συ από πάνω

Μα εγώ έχω μάθει στη ζωή

υπομονή να κάνω.

 

Πάντα θα στέκω όρθιο,

όσο κι αν παιδεύει η μοίρα

Και θα νικήσω ή θα χαθώ,

απόφαση το πήρα.

Λένε πολλοί πως τις πληγές

ο χρόνος τις γιατρεύει

Μα εμένα αποκάτεψε

κι όλο χειροτερεύει.

Σκληρά η μοίρα με χτυπά,

μα δεν αλλάζω στάση

Θα την αφήνω να χτυπά,

ίσαμε να χορτάσει.

 

Με ένα μπουκάλι τσικουδιά

και μάλπορο τσιγάρα

Καπνίζω, πίνω να ξεχνώ

τα μαύρα μου τα χάλια

 

Τύχη μου, άκαρπο δεντρί,

και γιάντα σε ποτίζω,

Αφού να δέσεις τον καρπό

ποτέ μου δεν ελπίζω

(Α. Χαιρέτης)

Όταν ‘ποθάνω η ψυχή

από δίκη θα περάσει

Πιστεύω το, πως ο θεός

και κει θα με δικάσει

(Μπατζακάκης)

Σε απόσταση αναπνοής

με τη χαρά να σμίξω

δεν θα μ’ αφήσει η μοίρα μου

ποτέ να την αγγίξω

 

Τη γέφυρα του στεναγμού

την έχεις περασμένη

Μα τι μ’ αυτό που έχουνε

και δεύτερη χτισμένη (Α. Χαιρέτης)

 

Ποτέ δεν γνώρισα χαρά,

χαρά δεν περιμένω

μοιάζω σαν να ‘μαι του καιρού

πουλί κυνηγημένο

 

Ψάχνω να βρω μια άτυχη,

πιο άτυχη από μένα

να μοιραστούμε τα κακά,

της τύχης τα γραμμένα.

Τίνος να πω τον πόνο μου

όχι για να με νοιώσει

μόνο δυο λόγια να μου πει

κουράγιο να μου δώσει

Επέρασα από τη ζωή,

μα δεν επήρα πράμα

εκτός από τα βάσανα

τσι πίκρες και το κλάμα

 

Σαν την απομονωμένη εκκλησιά

που δεν την λειτουργούνε

Ετσά ‘ναι και κείνος π΄ αγαπά

και δεν τον αγαπούνε.

 

Ζωή σαν τη ζωή που ζω

άνθρωπος να μη ζήσει

και σαν εμένα άτυχο

μάνα να μη γεννήσει

Εκόψανέ μου τα φτερά

και δεν μπορώ να πετάξω

και μέρα νύκτα κάθομαι

και βαριαναστενάζω.

 

Τση μοναξιάς μου το μπαξέ

φύτεψα την ελπίδα

Και την ποτίζω δάκρυα

μέχρι να βγάλει φύλλα.

 

 

 

 

Του  Γιάννη Χαβάκη

aekfc21@hol.gr

Ένα μαράζι στη καρδιά

έχω και με πληγώνει

Γιατί μωρό μου σ’ αγαπώ

κι άλλος σε καμαρώνει.

 

Αν όλα μοιάζουν δύσκολα

κι έχει η χαρά σωπάσει

άπλωσε το χαμόγελο

το δάκρυ να σκεπάσει

 

Μού ‘στειλε προσκλητήριο

στο γάμο της να πάω

την τελευταία μαχαιριά

στην εκκλησιά να φάω

 

Τι να το κάνω κι αν θα ‘ρθεις

κι είσαι μετανοιωμένη

δε χρησιμεύει το νερό

σε βιόλα μαραμένη.

 

Πώς θα τα αντέξω

να τη δω στα νυφικά ντυμένη

Κι άλλος να στέκει δίπλα της

τη θέση μου να παίρνει.

 

 Άμα ποθανω επιθυμώ

το σώμα μου να κάψει

που κι ο καπνός στον ουρανό

το σ αγαπώ να γράψει

 

Ένα γιατί ‘ναι αφορμή

τα μάτια μου να κλαίνε

Ένα γιατί ώστε να ζω

τα χείλη μου θα λένε

 

Ο χωρισμός σου μου ‘κανε

υγρά τα μάγουλά μου

Κόκκινα τα ματάκια μου

και μαύρη την καρδιά μου

 

 

 

 

TOY ΓΙΩΡΓΗ ΣΠΑΝΑΚΗ

 

Τέθοια πληγή που μ' άνοιξες άλλη καμιά δεν είδα, κανένας δεν την είδενε και να μου δώσει ελπίδα.

Γιάντα τα μάθια σου τα δυο κ' η τόση ομορφιά σου, δεν έχουνε συγγένεια, ψεύτρα, με την καρδιά σου.

Δυο περιστέρια όμορφα παίζανε στην αυλή μου, θυμήθηκα τα χάδια σου και ράισε η ψυχή μου.

Νερό δε σβήνει τη φωθιά π' άναψες στο κορμί μου, πάνω στα χέρια σου κρατάς θάνατο και ζωή μου.

Χωρίς να κάμω τίποτε και δίχως να σου φταίξω έκλεισες, φως μου, τη καρδιά και μ’ άφησε απέξω

Μέσα στο τζάκι τση καρδιάς μια φλόγα τρεμοσβήνει, γιατ' η αχαριστία σου ν' ανάψει δεν τη 'φήνει.

Πως να το πω δεν σ' αγαπώ που μ' άφηκες σημάδι σαν τα σβημένα κάρβουνα είν' η καρδιά μου μαύρη

Μην τα θωρείς τ' χείλη μου πως παίζουν πως γελούνε μαύρες πληγές έχει η καρδιά μα δεν το ομολογούνε

Μου πες πως θέλεις την καρδιά να σου τη δώσω οπίσω μα δεν μπορώ αγάπη μου να τηνε ξεχωρίσω

Παρηγορώ την την καρδιά μα δεν παρηγοράται λέω τση χίλια ψώματα μα κείνη τ' αφοράται

Πόσες χιλιάδες όνειρα δε σβήνουν κάθε μέρα, και 'φήνουν έρημες καρδιές στην ταραχή τ'αέρα.

Δε θέλω κόσμο να θωρούν τα μάθια τα δικά μου ας είναι εκείνα σκοτεινά ως είναι κι η καρδιά μου

Στείλε μου, θεέ μου, δάκρυα να σβήσω τη φωτιά μου, γιατί δεν το πιστεύουνε πως καίγεται η καρδιά μου

Βασανισμένη μου καρδιά δεν είσαι μπλιό δική μου εξεριζώθης κι ήφηκες έρημο το κορμί μου

Νάταν τα στήθη μου γυαλί να δεις τα σωθικά μου να δεις πληγές που έχουνε τα φύλλα τση καρδιάς μου

Όποια καρδιά πονεί πολύ γρήγορα θα ραΐσει και θα ρθει ο χάρος να την βρει να την παρηγορήσει

 

 

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

 

 

Βρήκες καιρό, αρμένιζε, καιρό μην περιμένεις,

γιατί ο καιρός τα πράγματα δεν ξέρεις πως τα φέρνει.

 

Δεν είναι ο έρωτας ανθός, μαζί του για να παίξεις,

μόνο είναι βάτος κι αγκαθιές κι αλλοίμονο σου αν μπλέξεις.

 

Η υπομονή στον άνθρωπο, αν έχει νου και χάρη,

πουλιέται κι αγοράζεται με το μαργαριτάρι.

 

Μην βασιστείς στο φίλο σου και πεις το μυστικό σου,

γιατί σε φίλο θα το πει και θα βγει σε κακό σου.

 

Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος

και θα σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

 

Όταν περνάς το βίο σου, με το να ακούς τους άλλους,

τα αυτιά σου μεγαλώνουνε και κάνουνε και κάλους.

 

Ο γάτος κι ο καλόγερος πολυαγαπούν το ψάρι

κι η παντρεμένη το φιλί κι λεύτερη το χάδι.

 

Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του,

μήδε την γνώμη άλλαξε μήδε την κεφαλή του.

 

Ο Γρηγόρης εγρηγόρα κι ο Μελέτης εμελέτα ,

και επήρεν ο Γρηγόρης του Μελέτη τη γυναίκα

Με τα λεφτά ένα μερακλή

ποτέ δεν αγοράζεις

με μια δεκάρα κάλπικη

χίλιους ρουφιάνους βγάζεις

Καλοχαιρέτα τους πεζούς

όταν καβαλικεύεις

Για να σε χαιρετούν κι αυτοί

όταν ξεκαβαλικεύεις.

Ποτέ σου μη περιφρονείς

τα κάτω σκαλοπάτια

γιατί σ’ αυτά πρωτοπατείς

και φτάνεις στα παλάτια

Ανάθεμα τη λογική που

δε μου επιτρέπει

και μου φωνάζει μια ζωή

όχι γιατί δεν πρέπει

Καλοχαιρέτα όταν πεζούς

οντέ καβαλικέψεις,

για να σε χαιρετούν κι αυτοί

οντέ θα ξεπεζέψεις,

Στον άντρα δεν είναι άσχημο

να αγαπά και δέκα

ασχημο είναι ν΄αγαπά

δυο άντρες μια γυναίκα

 

Όποιος γρικά στα λόγια σου

δεν ξέρει ίντα γυρεύει

στη θάλασσα πιάνει λαγούς

και στο βουνό ψαρεύει

 

 

 

HOME ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

 

 

 

1'> 

 

 

 

crazyprofile.com